Cyprus Investment Securities Corporation Ltd ν. Άκη Ιωαννίδη, Αρ. Αγωγής: 10110/02, 22.4.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Ιωαννίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10110/02 Μεταξύ: Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd Εναγόντων και Άκη Ιωαννίδη Εναγομένου ----- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22.4.2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα Ι. Μαλέκου για Χρυσαφίνη και Πολυβίου (κα Χούρη για να ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενο: κ. Θ. Ανδρέου (κα Χατζηπροδρόμου για να ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Oι Ενάγοντες με αγωγή (Ο.2 r.6) που κατέθεσαν στις 23.9.2002 αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου £60.530,58σ με τόκο 8% από 1.12.
- Σύμφωνα με το τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρίστηκε στις 28.3.2005 (παρατίθενται αυτολεξεί οι βασικότερες λεπτομέρειες): «
- Οι ενάγοντες είναι Επενδυτικός Οργανισμός και/ή χρηματιστηριακή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και διεξάγει επενδυτικές και/ή χρηματιστηριακές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο και είναι εγγεγραμμένο μέλος της Ένωσης μελών Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου.
- Ο εναγόμενος συνεργαζόταν με τους ενάγοντες οι οποίοι κατόπιν εντολών του, του αγόραζαν και πωλούσαν μετοχές του. Ο εναγόμενος την 17.4.00 υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο προς τους ενάγοντες για να τους διενεργούν αγορές και πωλήσεις μετοχών.
- Ο εναγόμενος άρχισε συνεργασία μετά των εναγόντων μεταξύ της περιόδου Μαρτίου 2000 μέχρι τον Ιούλιο του 2000 και κατόπιν εντολών του οι ενάγοντες διενέργησαν δια λογαριασμόν του αγορές και πωλήσεις διαφόρων Μετοχών εταιρειών και εγίνοντο οι διάφορες χρεωπιστώσεις στο λογαριασμό του που διατηρούσε με τους ενάγοντες.
- Ο λογαριασμός του εναγομένου κατά την 30.12.2001 έδειχνε υπόλοιπο οφειλόμενο εκ £60.530,59σ συμπεριλαμβανομένων των τόκων μέχρι την εν λόγω ημερομηνία.
- Ο εναγόμενος περί τον Ιούλιο του 2000 είχε συνάντηση μετά των εναγόντων και υπεσχέθη να μειώση δραστικά το υπόλοιπο του λογαριασμού του πράγμα που δεν έγινε. Αρχές του 2001 ο εναγόμενος πάλιν με δική του πρωτοβουλία συναντήθηκε μετά των εναγόντων και ζήτησε να του δοθεί δείγμα συμφωνίας για αναγνώριση του χρέους του, την οποίαν όμως δεν υπέγραψε.» Ο Εναγόμενος με το δικόγραφο του αρνείται κατηγορηματικά ότι συνεργάστηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με τους Ενάγοντες και ειδικότερα ότι έδωσε εντολές σε αυτούς για αγορά ή πώληση μετοχών. Είναι η θέση του πως ουδέποτε υπέγραψε πληρεξούσιο με το οποίο εξουσιοδοτούσε τους Ενάγοντες να διενεργούν αγορές και πωλήσεις μετοχών στο όνομα του, αλλά σε περίπτωση που οι Ενάγοντες αποδείξουν την ύπαρξη πληρεξουσίου ημερ. 17.4.2000, αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει ότι οι ισχυριζόμενες πράξεις έγιναν κατ΄ εντολήν και/ή κατόπιν οδηγιών του. Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έδωσε ο ίδιος οποιαδήποτε εντολή για αγορά ή πώληση μετοχών σε σχέση με τις χρεοπιστώσεις για τις οποίες οι Ενάγοντες κάνουν αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης. Είναι η θέση του ότι οι Ενάγοντες παράνομα και αυθαίρετα άνοιξαν και διατηρούσαν λογαριασμό στο όνομα του. Ισχυρίζεται ότι για τους συγκεκριμένους αυτούς ανυπόστατους ισχυρισμούς των Εναγόντων, πληροφορήθηκε για πρώτη φορά κατά ή περί τις αρχές Αυγούστου του 2001 όταν παρέλαβε σχετική επιστολή. Αποτάθηκε σε δικηγόρους οι οποίοι κατόπιν εντολών του, απέστειλαν στους Ενάγοντες επιστολή ημερ. 21.8.2001 με την οποία ο ίδιος δήλωνε την έκπληξη του για τους ισχυρισμούς των Εναγόντων περί οφειλής του προς αυτούς σε σχέση με χρηματιστηριακές πράξεις. Σε σχέση με το περιεχόμενο της παραγράφου 5 της Έκθεσης Απαίτησης, το οποίο αμφισβητεί ως ενοχλητικό και σκανδαλώδες, αναφέρει τα ακόλουθα (παρατίθενται αυτολεξεί τα όσα εκτίθενται στην παράγραφο 7 της Υπεράσπισης του): «
- Ο Εναγόμενος αμφισβητεί κατηγορηματικά το περιεχόμενο της παραγράφου 5 της Εκθέσεως Απαιτήσεως το οποίο θεωρεί ενοχλητικό και σκανδαλώδης για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής και ειδικότερα ισχυρίζεται τα κάτωθι: 7.
- Ο Εναγόμενος αμφισβητεί κατηγορηματικά τον ισχυρισμό των Εναγόντων ότι είχε συναντηθεί με τους τελευταίους κατά ή περί τον Ιούλιο του 2001 και/ή αρχές του έτους 2001 και/ή με δική του πρωτοβουλία δήθεν ζήτησε να του δοθεί δείγμα για αναγνώριση του χρέους του, αφού ο Εναγόμενος πληροφορήθηκε για πρώτη φορά τους ισχυρισμούς αυτούς των Εναγόντων με επιστολή των τελευταίων ημερομηνίας 3.8.01, το περιεχόμενο της οποίας είναι αξιοσημείωτο για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής και όπου ειδικότερα οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος δεν έχει ανταποκριθεί για διευθέτηση συνάντησης μαζί τους προς εξεύρεση τρόπου διευθέτησης των ισχυριζόμενων οφειλών του ως οι ίδιοι ισχυρίζονται. 7.
- Περαιτέρω ο Εναγόμενος αναφέρει ότι οι Ενάγοντες και ειδικότερα μετά την απαντητική επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 21.8.2001 επανειλημμένως ενοχλούσαν τον ίδιο και τον καλούσαν να παρευρεθεί σε συνάντηση μαζί τους στα γραφεία των Εναγόντων. Ο Εναγόμενος πάντοτε ρητά και κατηγορηματικά αμφισβητούσε τους ισχυρισμούς των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων των Εναγόντων που επικοινωνούσαν μαζί του. 7.
- Το περιεχόμενο της παραγράφου 5 της Εκθέσεως Απαιτήσεως αποδεικνύει το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι με διάφορες αθέμιτες ενέργειες και/ή τεχνάσματα τους προς τον Εναγόμενο προσπάθησαν να δεσμεύσουν αυτόν και μάλιστα σε κάτι το οποίο ο ίδιος ουδέποτε είχε σχέση ή εμπλοκή. 7.
- Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε παρέλαβε οποιαδήποτε κατάσταση του λογαριασμού του που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες ούτε κατά το έτος 2000 αλλά ούτε κατά το έτος 2001 οπόταν και επικοινώνησαν για πρώτη φορά οι Ενάγοντες μαζί του με επιστολή τους ημερομηνίας 3.8.2001.» Η Ανταπαίτηση του αποσύρθηκε και απορρίφθηκε στις 10.12.2007 και ως εκ τούτου δεν θα τη σχολιάσω. Οι Ενάγοντες με την Απάντηση στην Υπεράσπιση εμμένουν στα όσα εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης και προσθέτουν ότι εκτελούσαν πάντοτε προφορικές και/ή τηλεφωνικές οδηγίες του Εναγομένου για αγοραπωλησίες μετοχών. Ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος κωλύεται (is estopped) να εγείρει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του «.λόγω συμπεριφοράς και/ή λόγω επικύρωσης και/ή αποδοχής και/ή μη ένστασης ως προς το ύψος του οφειλόμενου ποσού καθότι κατά τις συναντήσεις του τον Ιούλιο του 2000 και αρχές του 2001 με το Γενικό Διευθυντή των Εναγόντων και αφού είχε παραλάβει αντίγραφο κατάστασης των πράξεων του που έγιναν μέσω των Εναγόντων και της οφειλής του, ποτέ δεν είχε αμφισβητήσει και/ή είχε εγείρει ένσταση ως προς το περιεχόμενο τους.» ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Πρώτος μάρτυρας εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσε ο κ. Σταύρος Αγρότης, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του υιοθέτησε γραπτή δήλωση. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, διετέλεσε από το Φεβρουάριο του 2000 ως τις 21.4.2006 διευθυντής του Χρηματιστηριακού Τμήματος των Εναγόντων. Έκανε αναφορά στο πληρεξούσιο έγγραφο που υπέγραψε ο Εναγόμενος, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Στο περιεχόμενο αυτού θα αναφερθώ στη συνέχεια. Ήταν η θέση του ότι ο Εναγόμενος έδιδε τις εντολές για διενέργεια συναλλαγών ως επί το πλείστον προφορικά. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 κατάσταση λογαριασμού. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 το Contract Note για την αγορά 10.000 μετοχών της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ και ως Τεκμήριο 4 το Contract Note για την πώληση των εν λόγω μετοχών. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 5-12 δέσμες από Contract Notes σε σχέση με διενεργηθείσες επ΄ ονόματι του Εναγομένου πράξεις. Ήταν η θέση του ότι όλα τα καταθετέντα Contract Notes ο Εναγόμενος τα παραλάμβανε προσωπικά από τα γραφεία των Εναγόντων. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 13 το Transaction Report by Security, όπου παρουσιάζονται όλες οι εκτελεσθείσες συναλλαγές επ΄ ονόματι του Εναγομένου όχι κατά χρονολογική σειρά αλλά κατ΄ όνομα των αγορασθεισών και πωληθεισών μετοχών. Το χρεωστικό υπόλοιπο του Εναγόμενου την 26.6.2000 όπως παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 2 ανέρχεται σε £68.
- Το εν λόγω ποσό μεταφέρθηκε στην κίνηση διαθέσιμων την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 δέσμη από Contract Notes σε σχέση με διενεργηθείσες επ΄ ονόματι του Εναγομένου πράξεις. Αρχές του 2001 ο Εναγόμενος συναντήθηκε με τον τότε Γενικό Διευθυντή των Εναγόντων κ. Στ. Χριστοδούλου, όπου ζήτησε να του δοθεί δείγμα συμφωνίας αναγνώρισης χρέους προς τους Ενάγοντες για να τη μελετήσει και να επανέλθει, κάτι που δεν έπραξε. Στη συνέχεια στάληκε στον Εναγόμενο από την υπηρεσία Recoveries επιστολή με τα χρεωστικά του υπόλοιπα (την οποία δεν είχε εντοπίσει). Στις 13.7.01 διευθετήθηκε συνάντηση στην οποία ο Εναγόμενος δεν παρέστη. Στις 3.8.2001 στάληκε δεύτερη επιστολή στον Εναγόμενο από την υπηρεσία Recoveries και στις 21.8.2001 οι Ενάγοντες έλαβαν επιστολή από το δικηγόρο του Εναγομένου την οποία και απάντησαν με επιστολή ημερ. 24.8.
- Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε κατά πόσο μπορεί να διακριβωθεί ποιο πρόσωπο εκ μέρους των Εναγόντων ήταν πίσω από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή μέσω του οποίου διεκπεραιώθηκαν οι συγκεκριμένες χρηματιστηριακές πράξεις στο όνομα του Εναγομένου. Η απάντηση ήταν αρνητική και τούτο γιατί, σύμφωνα με το μάρτυρα, το Χρηματιστήριο δεν έδωσε ένα τερματικό και έναν κωδικό για τον κάθε χρηματιστή. Έφερε ως παράδειγμα κάποιο χρηματιστή των Εναγόντων στη Λεμεσό του οποίου τον κωδικό τον χρησιμοποιούσε άλλος χρηματιστής στη Λευκωσία. Ρωτήθηκε κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν τη δυνατότητα να καλέσουν στο Δικαστήριο τον χρηματιστή ο οποίος θα είναι σε θέση να αναφέρει ότι δέχθηκε τις εντολές από τον Εναγόμενο για τη διενέργεια των συγκεκριμένων χρηματιστηριακών πράξεων. Η απάντηση που έδωσε ήταν αρνητική. Ρωτήθηκε να αναφέρει ποια διαδικασία ακολουθείτο σε σχέση με τα Contract Notes όταν αυτά εκδίδονταν. Ήταν η θέση του ότι ορισμένοι πελάτες έρχονταν και τα παραλάμβαναν από τη Cisco, άλλοι ζητούσαν να τους τα στέλλουν χρησιμοποιώντας την εσωτερική αλληλογραφία της Τράπεζας Κύπρου στο πλησιέστερο κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου που τους βόλευε, και σε άλλους τα ταχυδρομούσαν. Ακολούθως ρωτήθηκε τι έγινε σε σχέση με τα Contract Notes στην περίπτωση του Εναγομένου. Έδωσε δε την ακόλουθη απάντηση: «Δεν είμαι απολύτως βέβαιος τι ισχύει. Παρόλο που έκαμα αναφορά ότι τα παραλάμβανε είναι λάθος εκείνη η θέση διότι δεν είμαι βέβαιος.» Του υποβλήθηκε ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε παρέλαβε και ουδέποτε είδε τα κατατεθέντα ως τεκμήρια Contract Notes. Η απάντηση που έδωσε ήταν η ακόλουθη: «Πήρε μετοχές και μερίσματα.» Σε επιμονή του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγομένου να απαντήσει τη συγκεκριμένη ερώτηση ανέφερε ότι δεν ξέρει στην προκείμενη περίπτωση τον τρόπο παραλαβής των Contract Notes και επανέλαβε τους τρεις τρόπους αποστολής τους. Στο τέλος ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τι ακριβώς έγινε με τα Contract Notes του Εναγομένου αφού οι Ενάγοντες είχαν 18.000 πελάτες. Ρωτήθηκε για τον αριθμό τηλεφώνου 345771 που αναγράφεται στο αριστερό μέρος των Contract Notes. Συγκεκριμένα ρωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει αν ο αριθμός αυτός αρχίζει από 22 ή από 99 και απάντησε πως δεν γνωρίζει. Δεν διερεύνησε ο ίδιος κατά πόσο αυτός ο αριθμός, είτε αρχίζει από 22 είτε από 99, ανήκει στον Εναγόμενο. Του υποβλήθηκε ότι αυτός ο αριθμός δεν ανήκει στον Εναγόμενο και έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Δεν έχω απάντηση. Προφανώς σχετίζεται με κάποιον που σχετίζεται με τον κ. Ιωαννίδη για να είναι εκεί.» Αναφέρθηκε στους υπαλλήλους που υπήρχαν για να επικοινωνούν με τους πελάτες ζητώντας από αυτούς να εξοφλήσουν τα χρεωστικά υπόλοιπά τους. Ανέφερε πως ήταν βέβαιος πως τέτοια τηλεφωνήματα πήρε και ο Εναγόμενος, για να προσθέσει ότι η βεβαιότητα του αυτή πηγάζει από τον τρόπο που λειτουργούσε η ομάδα των υπαλλήλων του Back Office, με τους οποίους είχε επαφή. Όμως, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, δεν μπορούσε να πει οτιδήποτε σε σχέση με τον Εναγόμενο γύρω από το πιο πάνω θέμα. Δέχθηκε ότι από την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 2) φαίνεται ότι ο Εναγόμενος δεν πλήρωσε οποιαδήποτε χρήματα στους Ενάγοντες. Δέχθηκε επίσης ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε παρέλαβε οποιαδήποτε χρήματα από τους Ενάγοντες όταν ο λογαριασμός του παρουσίαζε, σύμφωνα με τα καταθετέντα τεκμήρια, πιστωτικό υπόλοιπο. Ανέφερε πως ο ίδιος δεν ήταν παρών στη συνάντηση που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υπήρξε μεταξύ του Εναγόμενου και του κ. Στέλιου Χριστοδούλου. Ισχυρίστηκε πως όταν είδε την επιστολή του δικηγόρου του Εναγομένου ημερ. 21.8.2001 μειδίασε γιατί θεώρησε ότι ήταν ξεκάθαρη περίπτωση εκμετάλλευσης των Εναγόντων εκ μέρους του Εναγομένου. Ρωτήθηκε κατά πόσο ο λόγος που έκρινε ότι οι ισχυρισμοί του Εναγομένου δεν έχρηζαν περαιτέρω έρευνας ήταν γιατί υπήρχαν γραπτές εντολές εκ μέρους του για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων για να απαντήσει ότι ο λόγος ήταν γιατί έτυχε στο παρελθόν να δει παρόμοιους ισχυρισμούς σε άλλες περιπτώσεις. Ήταν η θέση του ότι οι οδηγίες του Εναγομένου εδώ πολύ πιθανόν εσκεμμένα να ήταν προφορικές. Ο ίδιος δεν προέβη σε οποιαδήποτε έρευνα για να διαπιστώσει ποιος ή ποιοι χρηματιστές διενέργησαν για λογαριασμό του Εναγομένου τις συγκεκριμένες χρηματιστηριακές πράξεις για να αναφέρει πως αρκετοί από τους χρηματιστές που υπήρχαν τότε έχουν «μετακινηθεί» είτε στην Τράπεζα Κύπρου είτε σε άλλες εταιρείες. Επόμενος μάρτυρας εκ μέρους των Εναγόντων ήταν ο κ. Στέλιος Χριστοδούλου, Γενικός Διευθυντής των Εναγόντων από τον Ιανουάριο του 2000 - Ιούνιο του
- Σήμερα, ως ανέφερε, κατέχει τη θέση του Γενικού Διευθυντή των Γενικών Ασφαλειών Κύπρου, οι οποίες ανήκουν όπως και οι Ενάγοντες στο συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου Λτδ. Κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε γραπτή δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας έχω θέσει ενώπιον μου. Από την γραπτή του δήλωση θεωρώ σκόπιμο να καταγράψω τον ισχυρισμό του ότι αρχές του 2001 ο ίδιος είχε συνάντηση με τον Εναγόμενο. Η συνάντηση αυτή έγινε σύμφωνα με τη μαρτυρία του μετά από πρωτοβουλία του Εναγομένου. Κατά τη συνάντηση δεν είχε αντιληφθεί ότι ο Εναγόμενος αρνείτο καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την οφειλή του αλλά αντίθετα ο ίδιος ζήτησε να του δοθεί δείγμα συμφωνίας αναγνώρισης χρέους προς τους Ενάγοντες για να τη μελετήσει και να επανέλθει, κάτι όμως που δεν έπραξε. Ο Εναγόμενος κατά τη συνάντηση, του έδωσε την εντύπωση ότι «αναγνώριζε εν πάση περιπτώσει την οφειλή του». Εφόσον ο Εναγόμενος δεν επανήλθε έδωσε οδηγίες για να «μαυροπινακιστεί». Αναφέρθηκε στην αλληλογραφία που ακολούθησε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως ο ίδιος δεν έπαιρνε εντολές και δεν εκτελούσε εντολές για χρηματιστηριακές πράξεις. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του οι χρηματιστές των Εναγόντων ήταν υπόλογοι προς τον κ. Αγρότη προς τον οποίο ο ίδιος έδιδε οδηγίες. Ρωτήθηκε κατά πόσο ο ίδιος έψαξε ή ενδιαφέρθηκε να μάθει ποιος ή ποιοι ήταν οι χρηματιστές που διενήργησαν τις συγκεκριμένες χρηματιστηριακές πράξεις. Απάντησε πως ο χρηματιστής κατά κύριο λόγο ήταν ο Νεοκλής Θεοδοτίδης. Ακολούθως του λέχθηκε πως ο κ. Αγρότης ανέφερε πως δεν μπορούσε να ανευρεθεί ο χρηματιστής που διενήργησε τις χρηματιστηριακές πράξεις και του ζήτησε να σχολιάσει τη θέση αυτή. Ο μάρτυρας τότε ανέφερε πως πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό από τον Εναγόμενο σε συνάντηση που είχε μαζί του, και δεν τον εκπλήσσει το ότι ο κ. Αγρότης ανέφερε τα πιο πάνω. Ρωτήθηκε κατά πόσο είχε μιλήσει με τον κ. Αγρότη και κατά πόσο του ανέφερε το όνομα του συγκεκριμένου χρηματιστή ως το πρόσωπο που διενήργησε τις χρηματιστηριακές πράξεις. Απάντησε αρνητικά για να προσθέσει ότι δεν είχε ποτέ επαφή με τον κ. Αγρότη από την ημέρα που έφυγε από την υπηρεσία των Εναγόντων. Του υποβλήθηκε ότι ουδέποτε είχε συνάντηση με τον Εναγόμενο εξ ου και δεν γίνεται καμιά αναφορά σε τέτοια συνάντηση στην επιστολή των Εναγόντων ημερ. 3.8.2001 (Τεκμήριο 16). Αρνήθηκε κάτι τέτοιο λέγοντας προς το δικηγόρο του Εναγομένου ότι δεν ήταν παρών για να γνωρίζει. Σε σχέση με την επιστολή ημερ. 3.8.2001 ανέφερε τα ακόλουθα: «Σας είπα. Αυτή είναι μια στερεότυπη επιστολή που στέλλουμε σε όλους τους πελάτες που είχαν πρόβλημα. Μην γυρεύετε λεπτομέρειες σε αυτή την επιστολή.» Ρωτήθηκε κατά πόσο την περίοδο Μαρτίου του 2000 - Ιουλίου του 2000, που είναι η περίοδος κατά την οποία διενεργήθηκαν οι κατ΄ ισχυρισμόν χρηματιστηριακές πράξεις υπήρχε σύστημα ηχογράφησης των εντολών όπως άλλωστε απαιτούσε και η εγκύκλιος του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τεκμήρια 17 και 18, ημερ. 7.10.99 και 9.2.2000 αντίστοιχα). Η απάντηση του ήταν ότι δεν θυμόταν για να αναφέρει επίσης ότι την περίοδο εκείνη επικρατούσε «ένα χάος στο θεσμό». Ρωτήθηκε κατά πόσο ο ίδιος είχε τηλεφωνική επαφή με τον Εναγόμενο και ανέφερε πως δεν θυμόταν να είχε ο ίδιος οποιαδήποτε τέτοια επαφή. Του υποβλήθηκε η ακόλουθη ερώτηση: «Θέλετε να μας πείτε ότι τούτους τους 4 μήνες που τηλεφωνούσαν και ενδιαφέρονταν και παρακολουθούσατε και εσείς στενά υπάλληλοι της Τράπεζας Κύπρου Φάκτορς για να μειώσει το υπόλοιπο του ο Εναγόμενος και να το εξοφλήσει μάλιστα, δεν ενδιαφερθήκατε καθόλου εσείς σαν Γενικός Διευθυντής να μάθετε ποιος είναι ο χρηματιστής που έκαμνε πράξεις στο όνομα του Εναγομένου και να του πείτε «Κύριε, σταμάτα, μην του αγοράζεις άλλες μετοχές μέχρι να εξοφλήσει;» Η απάντηση που έδωσε ήταν η ακόλουθη: «Όπως σας είπα με τη διακύμανση που υπήρχε σε δύο περιπτώσεις το υπόλοιπο του πελάτη είχε ουσιαστικά μηδενιστεί. Πέραν τούτου σας πληροφορώ ότι έτυχε να χειριστώ πολλές άλλες υποθέσεις αλλά και θέμα δημοσιοποίησης εταιρειών δημοσίου χαρτοφυλακίου με εκατομμύρια. Ο ρόλος μου δεν ήταν απλός. Δεν είχα ρόλο Credit Controller της εταιρείας ώστε να χειρίζομαι με κάθε λεπτομέρεια την κάθε περίπτωση των χιλιάδων πελατών της εταιρείας.» Δεν γνώριζε σε ποιον αριθμό τηλεφώνου έκαναν τηλεφωνήματα προς τον Εναγόμενο τα τρίτα πρόσωπα. Του ζητήθηκε να συμβουλευτεί τα σχετικά έγγραφα για να απαντήσει κατά πόσο οι υπάλληλοι των Εναγόντων επικοινώνησαν με τον χρηματιστή που διενήργησε τις συγκεκριμένες πράξεις. Απάντησε ότι ήταν λογικό οι χρηματιστές να έχουν επαφή με τους υπαλλήλους της Φάκτορς. Μάλιστα στο Τεκμήριο 21 διαπίστωσε ότι στις 23.5.2000 υπάρχει η ακόλουθη αναφορά υπαλλήλου της Φάκτορς «Neoklis told me to handle him.» Ρωτήθηκε κατά πόσο ο εν λόγω Νεοκλής είναι ο Νεοκλής Θεοδοτίδης και απάντησε «προφανώς». Σε άλλη ερώτηση ανέφερε πως η αναφορά στο όνομα Νεοκλής στο Τεκμήριο 21 δεν σήμαινε ότι ήταν αυτός που «είχε την κύρια δουλειά με τον πελάτη». Εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσε και η κα Χριστίνα Παλλαρή, η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της, υιοθέτησε γραπτή δήλωση. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής κατά πάντα ουσιώδη προς την αγωγή χρόνο ήταν υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου (Factors) Λτδ, που ανήκει στο συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, αποσπασμένη στην υπηρεσία των Εναγόντων. Της είχε ανατεθεί η προσπάθεια είσπραξης των οφειλόμενων ποσών που δημιουργήθηκαν από αγοραπωλησίες μετοχών. Αναφέρθηκε στις προσπάθειες που έκανε για να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον Εναγόμενο. Αναφέρθηκε επίσης και στις τηλεφωνικές επικοινωνίες που, όπως η ίδια ανέφερε, είχε με αυτόν. Κατάθεσε σχετικό έγγραφο ως Τεκμήριο 21 στο οποίο κατέγραφε γεγονότα τα οποία θεωρούσε σημαντικά για την εξέλιξη της υπόθεσης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της το έγγραφο αυτό δεν το είχε τυπώσει η ίδια, αλλά της το έδωσαν οι συνήγοροι των Εναγόντων. Στο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου και στην υπόλοιπη μαρτυρία της θα αναφερθώ όταν θα αξιολογώ την προσαχθείσα μαρτυρία. Τέλος, εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσε η κα Ελευθερία Κουμουλή. Σύμφωνα με τη γραπτή δήλωσή της βρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγόντων από τον Αύγουστο του 1999 όταν αποσπάστηκε από την Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας Κύπρου Λτδ. Οι Ενάγοντες και η Τράπεζα Κύπρου Λτδ ανήκουν στο Συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Αναφερόμενη στα καθήκοντά της ισχυρίστηκε ότι αρχικά τοποθετήθηκε στο Τμήμα Διακανονισμού Υπολοίπων ενώ στη συνέχεια της ανατέθηκε η εφαρμογή του συστήματος Client Ledger για παρακολούθηση των υπολοίπων του κάθε πελάτη. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο λογιστήριο και στο back office των Εναγόντων. Σήμερα είναι λειτουργός συμμόρφωσης για θέματα νομοθεσίας. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 22 αντίγραφο του "Clients master file" στο οποίο είναι καταγεγραμμένα τα στοιχεία του Εναγομένου. Το εν λόγω έγγραφο το τύπωσε στις 6.11.2007 και σε αυτό εμφαίνεται το όνομα, ο αριθμός ταυτότητας, η διεύθυνση και το τηλέφωνο του Εναγομένου. Σε αυτό είναι καταγεγραμμένο το account NoD (H3-0976) που είναι ο ίδιος αριθμός λογαριασμού με αυτόν που καταγράφεται στο Τεκμήριο 2 καθώς και στα Contract Notes (Tεκμήρια 3-12). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της τα στοιχεία που χρησιμοποίησαν οι Ενάγοντες για να ανοίξουν στο λογισμικό τους σύστημα το Master File του Εναγομένου, τα παρέδωσε ο ίδιος ο Εναγόμενος με την αποστολή με τηλεομοιότυπο του δελτίου ταυτότητάς του στους Ενάγοντες στις 4.4.2000 (το σχετικό έντυπο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 23). Δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε ηχογραφημένη προφορική εντολή του Εναγομένου αλλά ισχυρίστηκε ότι η υποχρέωση εγκατάστασης συστήματος ηχογράφησης από τα χρηματιστηριακά γραφεία, εφαρμόστηκε με κανονισμό του Χ.Α.Κ. στις 27.10.
- Οι κανονισμοί του Χ.Α.Κ. απαιτούσαν στην περίπτωση πώλησης μετοχών πληρεξούσιο έγγραφο ή υπογραφή του ίδιου του πωλητή στο έγγραφο εκχώρησης. Σε σχέση με την πρώτη πράξη του Εναγομένου που αφορούσε αγορά 10.000 μετοχών της Ελληνικής Τράπεζας στις 24.3.2000, οι οποίες πωλήθηκαν την ίδια ημέρα με κέρδος £742 ανέφερε τα ακόλουθα: «Πιθανολογώ ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους έγινε η πράξη αποδεχτή, παρά τη μη ύπαρξη πληρεξουσίου, ήταν το ότι η Ελληνική επέστρεψε το έγγραφο εκχώρησης στο ΧΑΚ για να δοθεί στους Ενάγοντες, ως μη τελειωθείσα πράξη (προβληματικά έγγραφα). Αφότου δόθηκε στους Ενάγοντες το προβληματικό έγγραφο, το ίδιο το ΧΑΚ, όπως άλλωστε συνήθιζε κατά τον επίδικο χρόνο, παραχώρησε στους Ενάγοντες παράταση του χρόνου μέσα στον οποίο οι Ενάγοντες όφειλαν να παρουσιάσουν το Πληρεξούσιο στο ΧΑΚ. Το ίδιο πιθανολογώ και στην περίπτωση πώλησης των μετοχών της Δρούσεια και της Logicom.» Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι τα στοιχεία του χρηματιστή που διενεργούσε τις πράξεις φαίνονταν στο ηλεκτρονικό αρχείο που τους έδιδε το Χ.Α.Κ. Με άλλα λόγια ανέφερε πως η δισκέτα που τους έδιδε το Χ.Α.Κ. περιείχε τον χρηματιστή που είχε καταχωρίσει τη συγκεκριμένη πράξη στο σύστημα του Χ.Α.Κ.. Ως ανέφερε εντόπισε δισκέτα από τον Ιούλιο του 2000 και μετά και όχι προηγουμένως. Σε σχέση με τον τότε τρόπο εργασίας των χρηματιστών ανέφερε πως οι Ενάγοντες είχαν συγκεκριμένο αριθμό ηλεκτρονικών υπολογιστών στο πάτωμα του Χρηματιστηρίου. Συγκεκριμένα υπήρχαν τέσσερις τέτοιοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές και 7-8 χρηματιστές οι οποίοι έπαιρναν εντολές. Δεν ήταν σίγουρη για τους χρηματιστές αφού τέσσερις μπορούσαν να κάθονται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και οι υπόλοιποι τους έδιδαν τις εντολές είτε προφορικά είτε σε γραπτή μορφή. Ως ανέφερε δεν μπορούσε κάποιος να πει με βεβαιότητα ότι ο χρηματιστής που καταχώρισε την πράξη ήταν και εκείνος που πήρε την εντολή. Συμφώνησε ότι αυτός που καταχωρούσε την πράξη φαινόταν στη δισκέτα και ότι ο κάθε χρηματιστής είχε το δικό του κωδικό που του έδωσε το Χρηματιστήριο. Δέχθηκε ότι το 2000 οι Ενάγοντες μπορούσαν να πληροφορηθούν τα στοιχεία του συγκεκριμένου χρηματιστή που καταχωρούσε την κάθε διενεργούμενη χρηματιστηριακή πράξη. Η ίδια ανέφερε πως δεν βρήκε οτιδήποτε στο φάκελο του Εναγομένου σε σχέση με το πρόσωπο που διενήργησε τις χρηματιστηριακές πράξεις για λογαριασμό του Εναγομένου. Ρωτήθηκε κατά πόσο το λογισμικό σύστημα τόσο του Χ.Α.Κ όσο και της Cisco έπρεπε να παρέχει ασφάλεια για τις διενεργούμενες πράξεις, δηλαδή να μπορεί να επιλύει διαφορές των πελατών επενδυτών με τη Cisco όπως για παράδειγμα στην περίπτωση που κάποιος επενδυτής αμφισβητούσε ότι έδωσε εντολές για διενέργεια μιας συγκεκριμένης χρηματιστηριακής πράξης. Ρωτήθηκε επίσης κατά πόσο υπήρχε ασφαλισμένο σύστημα στη Cisco σε συνάρτηση με τις πληροφορίες που έπαιρναν από το Χ.Α.Κ. που να μπορούσε να επιλύσει αυτή τη διαφορά. Απάντησε ως εξής: «Δυστυχώς όχι. Παρόλο που είχε κανονισμό το Χρηματιστήριο που ζητούσε από τα χρηματιστηριακά γραφεία να έχουν σύστημα ηχογράφησης ο συγκεκριμένος κανονισμός δεν εφαρμόστηκε παρά μόνο στις 27.10.00 διότι στην Κύπρο δεν υπήρχαν τότε συστήματα ηχογράφησης στην αγορά για να προμηθευτούν τα χρηματιστηριακά γραφεία.» Συμφώνησε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις ο αριθμός ταυτότητας ενός επενδυτή δεν ήταν αρκετός για να λύσει τέτοιες διαφωνίες. Της έγινε η ακόλουθη υποβολή: «Σας υποβάλλω ότι και ακόμα το γεγονός ότι δεν υπήρχε σύστημα ηχογράφησης τηλεφωνικών εντολών όπως είπατε το οποίο θα ήταν το καλύτερο που θα μπορούσε να συμβεί, σας υποβάλλω ότι η Cisco σε μια τέτοια περίπτωση είχε τη δυνατότητα τουλάχιστον να ανιχνεύσει και να ανακαλύψει τον χρηματιστή που στο Χ.Α.Κ. προέβη, ουσιαστικά εισήξε την πράξη, εκχώρησε την πράξη στον ηλεκτρονικό υπολογιστή.» και απάντησε ότι είχε αυτή τη δυνατότητα. Δέχθηκε ότι ο Εναγόμενος ποτέ δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με τις χρηματιστηριακές πράξεις της παρούσας αγωγής. Δέχθηκε επίσης ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό ως κέρδος σε σχέσεις με τις εν λόγω χρηματιστηριακές πράξεις, παρόλο που από κάποιες χρηματιστηριακές πράξεις παρουσιάζεται κέρδος. Ρωτήθηκε αν γνωρίζει από το περιεχόμενο του φακέλου ποιος ήταν ο χρηματιστής που διενήργησε τις συγκεκριμένες πράξεις. Απάντησε ως εξής: «Από το master file φαίνεται ότι πρέπει να είχε κάποια επαφή με το Νεοκλή Θεοδοτίδη, και προηγουμένως είχα πει ότι δεν μπορούσα να βρω έντυπο. Βρήκα όμως κάποιες εντολές που διενήργησε 10.
- στο αρχείο του Χρηματιστηρίου και φαίνεται ότι τις εντολές του, τις καταχώρισε ο Νεοκλής Θεοδοτίδης στο σύστημα του Χ.Α.Κ.» Αμέσως ακολούθησε η εξής ερώτηση: «Δηλαδή τουλάχιστον για μια συναλλαγή βρήκατε έγγραφο το οποίο δείχνει ξεκάθαρα ότι ο χρηματιστής που διενήργησε τις πράξεις είναι ο Νεοκλής Θεοδοτίδης.» Η μάρτυρας απάντησε καταφατικά. Ρωτήθηκε κατά πόσο οι Ενάγοντες ή οποιοσδήποτε υπάλληλος αυτών αποτάθηκε στο Νεοκλή Θεοδοτίδη για να τον ρωτήσει κατά πόσο ο Εναγόμενος του έδωσε εντολές σε σχέση με χρηματιστηριακές πράξεις. Η απάντηση της ήταν αρνητική επειδή, ως ανέφερε, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση των χρηματιστηριακών πράξεων εκ μέρους του Εναγομένου. Αμέσως ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου την παρέπεμψε στην επιστολή ημερ. 21.8.01 λέγοντας της πως με αυτή την επιστολή ο Εναγόμενος αμφισβήτησε τις χρηματιστηριακές πράξεις. Δέχθηκε ότι όντως με αυτή την επιστολή υπήρξε αμφισβήτηση, όμως έκανε αναφορά σε προηγούμενη συμπεριφορά του Εναγομένου. Ακολούθως της υποβλήθηκαν οι ακόλουθες ερωτήσεις: «Ε. Συμφωνάτε μαζί μου ότι ο κ. Χριστοδούλου, γενικός διευθυντής, είχε τη δυνατότητα από το αρχείο, από το φάκελο και από το λογισμικό σύστημα να δει ποιος ήταν ο χρηματιστής που διεκπεραίωνε τις πράξεις στο όνομα του Εναγομένου, ναι ή όχι; Είχε αυτή τη δυνατότητα; Α. Μετά από έλεγχο ναι. Όχι εκ πρώτης όψεως. Ε. Και αυτή τη δυνατότητα την είχε από τότε που γίνονταν οι πράξεις, δηλαδή από τον Απρίλιο του 2000; Α. Ναι. Ε. Ο κ. Αγρότης είχε αυτή τη δυνατότητα; Α. Βεβαίως.» Ερωτηθείσα σε σχέση με τον ισχυρισμό της που περιέχεται στην παράγραφ. 12 της γραπτής της δήλωσης ότι ο Εναγόμενος συνέχισε να δίδει εντολές στους Ενάγοντες για αγοραπωλησίες μετοχών, διευκρίνισε ότι η ίδια δεν έχει ιδία γνώση για τις εντολές αλλά πιστεύει ότι αυτές δόθηκαν επειδή δεν βρήκε γραπτό παράπονο στο φάκελο της υπόθεσης εκ μέρους του Εναγομένου, παρά μόνο τον Αύγουστο του
- Η ίδια δεν γνώριζε αν τα Contract Notes στέλλονταν ταχυδρομικώς ή τα παραλάμβανε από τα γραφεία τους ο Εναγόμενος. Της υποβλήθηκε ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε παρέλαβε Contract Notes και απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Της υποβλήθηκε ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε παρέλαβε το έγγραφο (Τεκμήριο 2) και απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο όλες τις εντολές ο Εναγόμενος τις έδωσε στο Νεοκλή Θεοδοτίδη. Ρωτήθηκε κατά πόσο η ίδια μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι ο Εναγόμενος έδωσε εντολές για διενέργεια των χρηματιστηριακών πράξεων και απάντησε αρνητικά. Ο Εναγόμενος στην κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε γραπτή κατάθεση. Ήταν η θέση του πως: (α) Ουδέποτε έδωσε οποιαδήποτε εντολή είτε προφορικά είτε γραπτώς για αγορά ή πώληση μετοχών προς οποιονδήποτε χρηματιστή ή άλλο υπάλληλο των Εναγόντων. (β) Ουδέποτε παρέλαβε οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού ή οποιοδήποτε contract note από τους Ενάγοντες. (γ) Ουδέποτε επικοινώνησε τηλεφωνικά οποιοσδήποτε υπάλληλος των Εναγόντων μαζί του και σίγουρα ουδέποτε επικοινώνησε μαζί του η κ. Χριστίνα Παλλαρή και ουδέποτε μίλησε μαζί της. (δ) Ουδέποτε συναντήθηκε με τον κ. Στέλιο Χριστοδούλου, γενικό διευθυντή των Εναγόντων. (ε) Η πρώτη φορά που έμαθε για τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ήταν κατά ή περί τα μέσα του Αυγούστου του 2001 που παρέλαβε την επιστολή των Εναγόντων ημερ. 3.8.2001, Τεκμήριο
- Ήταν η θέση του ότι κατά τα έτη 1999 και 2000 προέβαινε σε πράξεις αγοραπωλησίας μετοχών μέσω του χρηματιστηριακού γραφείου CI.TI. Principal Investment Ltd και του χρηματιστή κ. Ρόνη Κοτσώνη. Με βάση τη συμβουλή του χρηματιστή του κ. Ρόνη Κοτσώνη και με πρόθεση να χρησιμοποιήσει, αν χρειαζόταν, τους Ενάγοντες για να πωλήσει μετοχές που είχε αγοράσει προηγουμένως από την CI.TI. Principal Investment Ltd, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με κάποια Χριστιάνα Αναστασιάδου εκ μέρους των Εναγόντων, η οποία του ανέφερε ότι είναι αρκετό να της αποστείλει αντίγραφο του δελτίου ταυτότητας του και να υπογράψει σχετικό πληρεξούσιο για να μπορούν να υπογράφουν τα έγγραφα πώλησης μετοχών στο όνομα του. Αναγνώρισε ως δικά του γράμματα το "Attn. Ms Christiana Anastasiadou", στο αντίγραφο της ταυτότητάς του, Τεκμήριο
- Ήταν η θέση του πως τα χειρόγραφα "Attention of: Yianna" που εμφαίνονται στο Τεκμήριο 23 δεν ανήκουν στον ίδιο. Διερωτήθηκε γιατί οι Ενάγοντες στο Τεκμήριο 22 τον αναγράφουν ως Άκη Ιωαννίδη. Λίγες εβδομάδες μετά, μετέβηκε στα γραφεία των Εναγόντων όπου και υπέγραψε το πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο
- Στο πληρεξούσιο έγγραφο αναγράφεται το όνομα του «Τρύφων Ιωαννίδης» με το δικό του γραφικό χαρακτήρα ενώ η λέξη «ΑΚΙS» που εμφαίνεται πάνω από τη λέξη «Τρύφων» δεν ανήκει στον ίδιο, αφού το επίσημο του όνομα είναι Τρύφων Ιωαννίδης. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε έδωσε οποιαδήποτε εντολή για να διενεργηθούν οι πράξεις που φαίνονται στα Contract Notes. Μάλιστα παρατήρησε πως οι κατ΄ ισχυρισμόν διενεργηθείσες για λογαριασμό του πράξεις, άρχισαν από τις 24.3.2000, ενώ το πληρεξούσιο το υπέγραψε στις 17.4.
- Σε σχέση με το Τεκμήριο 22 ανέφερε πως ο αριθμός τηλεφώνου 345771 που εμφαίνεται επ΄ αυτού, αριθμός ο οποίος εμφαίνεται και στα Contract Notes, δεν ανήκει στον ίδιο και δεν γνωρίζει σε ποιο πρόσωπο ανήκει. Εξ όσων θυμάται ουδέποτε του ζητήθηκε από τους Ενάγοντες να δώσει αριθμό τηλεφώνου και ουδέποτε έδωσε αριθμό τηλεφώνου. Σε σχέση με το Τεκμήριο 21 επανέλαβε πως το όνομα του είναι Τρύφωνας Ιωαννίδης και όχι Άκης όπως αναφέρεται σε αυτό, για να προσθέσει πως οι αναφορές που φαίνονται στο εν λόγω Τεκμήριο δεν έχουν καμιά σχέση με τον ίδιο. Δεν γνώριζε κανένα Νεοκλή, κανένα Φλώρο, κανένα Χάρη Χαριλάου και καμιά Χριστίνα Παλλαρή. Ουδέποτε επικοινώνησε μαζί του οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους των Εναγόντων, ούτε η κυρία Χριστίνα Παλλαρή, ως η ίδια κατέθεσε στο Δικαστήριο. Σε σχέση με τα όσα ανέφερε ο τότε γενικός διευθυντής των Εναγόντων κ. Στέλιος Χριστοδούλου ανέφερε ότι ουδέποτε συναντήθηκε και ουδέποτε μίλησε με αυτόν. Διερωτήθηκε γιατί οι Ενάγοντες δεν κάλεσαν ως μάρτυρα τον χρηματιστή τους που προέβαινε στις χρηματιστηριακές πράξεις για λογαριασμό του, παρόλο που με τη μαρτυρία τους φωτογράφισαν τον χρηματιστή Νεοκλή Θεοδοτίδη, τον οποίο ο ίδιος δεν γνωρίζει. Ήταν η θέση του ότι οι Ενάγοντες διατηρούσαν λογαριασμό και με άλλο πελάτη με το όνομα «Ιωαννίδης Άκης», και προς τούτο κατέθεσε σχετικά έγγραφα ως Τεκμήρια 25, 26, 27,
- Ήταν η θέση του με αναφορά στα πιο πάνω έγγραφα ότι οι Ενάγοντες είχαν καταχωρίσει κατά τον ίδιο χρόνο στα αρχεία τους δύο επενδυτές με το ίδιο ονοματεπώνυμο, ότι προέβαιναν σε πράξεις αγοραπωλησίας μετοχών κάτω από τα δύο αυτά πρόσωπα και ότι μπορούσε πολύ εύκολα να γίνει λάθος και να καταχωριστεί είτε άλλος αριθμός δελτίου ταυτότητας είτε άλλος αριθμός μητρώου. Από τα εν λόγω έγγραφα, ως ανέφερε, αποδείχθηκε ότι μπορούσε κάλλιστα οι Ενάγοντες να περάσουν την πράξη σε άλλο πρόσωπο από αυτό που έδωσε την εντολή για τη συγκεκριμένη πράξη και ειδικότερα σε περίπτωση συνωνυμίας. Ήταν τέλος η θέση του πως όλοι οι μάρτυρες των Εναγόντων εικάζουν ότι πρέπει να έδωσε εντολές για τη διενέργεια αυτών των χρηματιστηριακών πράξεων και ότι η εικασία τους αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι τους απέστειλε αντίγραφο του δελτίου ταυτότητας του και ότι υπέγραψε πληρεξούσιο. Για τα γεγονότα αυτά όμως, όπως ο ίδιος ανέφερε, έδωσε τις δικές του εξηγήσεις. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως το πληρεξούσιο έγγραφο το υπέγραψε για να μην έχει προβλήματα σε σχέση με την πώληση μετοχών του αφού στο παρελθόν η εταιρεία CI.TI. Principal είχε πληροφορηθεί ότι έμεινε εκτός πατώματος. Ο χρηματιστής του τότε του ανέφερε ότι οι Ενάγοντες ως μεγάλο γραφείο, δεν θα μπορούσαν να μείνουν εκτός πατώματος. Ήταν η θέση του ότι την επιταγή που του έστειλε η Ελληνική Τράπεζα στο όνομα του, για ποσό £231 (Τεκμήριο 27Δ) την εξαργύρωσε καλόπιστα αφού θεώρησε ότι ήταν μέρισμα από αγοραπωλησίες μετοχών Ελληνικής Τράπεζας. Επέμενε κατηγορηματικά ότι ουδέποτε μίλησε με την κα Χριστίνα Παλλαρή και με τον κ. Στέλιο Χριστοδούλου, με τον οποίο δεν είχε καμιά συνάντηση. Ρωτήθηκε ποιος ήταν ο αριθμός τηλεφώνου στο σπίτι του μέχρι το 2000 και απάντησε πως ήταν ο αριθμός
- Του υποβλήθηκε ότι λέει ψέματα αφού ο αριθμός του τηλεφώνου του στο σπίτι ήταν 22345771 για να απαντήσει ότι ουδέποτε είχε τέτοιο αριθμό τηλεφώνου. Στη συνέχεια του υποβλήθηκε ότι αυτός έδωσε στους Ενάγοντες το συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου για να απαντήσει πως οι τελευταίοι ουδέποτε του ζήτησαν αριθμό τηλεφώνου. Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η προσαχθείσα μαρτυρία, το σύνολο της οποίας έχω θέσει ενώπιον μου. Θα σταθώ σε συγκεκριμένα μέρη αυτής όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟ ΕΓΓΡΑΦΟ. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 1) με το οποίο εξουσιοδοτούσε τους Ενάγοντες όπως «αντ΄ εμού, εξ ονόματος και για λογαριασμό μου» προβαίνουν στις ακόλουθες πράξεις (παρατίθεται αυτολεξεί το τι ακριβώς εξουσιοδότησε ο Εναγόμενος): «Υπογράφει παν αναγκαίο έγγραφο ή έγγραφα με σκοπό την χρηματιστηριακή μεταβίβαση μετοχών δικαιωμάτων προτίμησης για αγορά νέων μετοχών (Rights), δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (Warrants), χρεωγράφων ή άλλων αξιών. Υπογράφει έγγραφα μεταβίβασης μετοχών, δικαιωμάτων προτίμησης για αγορά νέων μετοχών (Rights), δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (Warrants) χρεωγράφων και άλλων αξιών και έγγραφα αποζημίωσης (indemnity) για περιπτώσεις εκείνες που μεταβιβάζονται μετοχές, δικαιώματα προτίμησης για αγορά νέων μετοχών (Rights), δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (Warrants), χρεώγραφα ή άλλες αξίες για τις οποίες ο τίτλος έχει απωλεσθεί.» Οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης τους αναφέρουν ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε το πληρεξούσιο για να του διενεργούν αγορές και πωλήσεις μετοχών. Στο δικόγραφο τους «Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση» ισχυρίζονται ότι αυτοί εκτελούσαν πάντοτε οδηγίες του Εναγομένου προφορικές και/ή τηλεφωνικές για αγοραπωλησίες μετοχών προς όφελος και για λογαριασμό του. Θα έλεγα πως η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση ότι οι Ενάγοντες εκτελούσαν συγκεκριμένες οδηγίες του Εναγομένου για αγοραπωλησίες μετοχών προς όφελος του. Με άλλα λόγια δεν ήταν η θέση των Εναγόντων ότι είχαν δικαίωμα να αγοράζουν και να πωλούν μετοχές για λογαριασμό του Εναγομένου, και ότι αυτό έπραξαν, βάσει του πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμήριο 1). Εν πάση περιπτώσει, μελετώντας προσεκτικά το εν λόγω έγγραφο, διαπιστώνω πως αυτό δεν δίδει το δικαίωμα στους Ενάγοντες να διενεργούν για λογαριασμό του Εναγομένου αγορές και πωλήσεις μετοχών. Υπήρχαν ή όχι εντολές από τον Εναγόμενο για τη διενέργεια των χρηματιστηριακών πράξεων σε σχέση με τις οποίες κατατέθηκε η παρούσα αγωγή; Το ουσιώδες επίδικο θέμα της παρούσας αγωγής είναι κατά πόσο ο Εναγόμενος έδωσε εντολές στους Ενάγοντες να διενεργήσουν για λογαριασμό του τις χρηματιστηριακές πράξεις σε σχέση με τις οποίες οι Ενάγοντες ήγειραν την παρούσα αγωγή. Ο Εναγόμενος αρνείται ότι έδωσε τέτοιες εντολές. Από την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θα φανεί κατά πόσο οι Ενάγοντες απέδειξαν ότι ο Εναγόμενος έδωσε εντολές για τη διενέργεια των χρηματιστηριακών πράξεων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο, το καλό ή κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, διαβάζουμε τα ακόλουθα από τις σελίδες 1280 - 1281: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και την γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας.» Έχω θέσει ενώπιον μου και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι πριν αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία έθεσα ενώπιον μου και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Ο κ. Σταύρος Αγρότης δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και απορρίπτω τη μαρτυρία του. Ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ο Εναγόμενος παρελάμβανε προσωπικά από τα γραφεία των Εναγόντων όλα τα Contract Notes στα οποία έκανε αναφορά, στην αντεξέταση του αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Δεν ήταν βέβαιος για το τι ακριβώς συνέβαινε με τα Contract Notes της παρούσας υπόθεσης. Θεωρώ πως η αρχική του αναληθής αναφορά έγινε σε μια προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι ο Εναγόμενος γνώριζε για τις χρηματιστηριακές πράξεις στις οποίες έκαναν αναφορά τα Contract Notes, και ότι με την παραλαβή αυτών τις αναγνώριζε ως δικές του. Η μαρτυρία του ότι δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να πληροφορηθεί ποιος ή ποιοι χρηματιστές των Εναγόντων διενήργησαν για λογαριασμό του Εναγομένου τις συγκεκριμένες χρηματιστηριακές πράξεις, στερείται πειστικότητας και απορρίπτεται. Καταρχάς ως υπεύθυνος των χρηματιστών των Εναγόντων θα μπορούσε κάλλιστα να τους καλέσει και να τους ρωτήσει κατά πόσο γνώριζαν τον Εναγόμενο και κατά πόσο αυτός τους έδωσε οδηγίες για να διενεργήσουν χρηματιστηριακές πράξεις, όταν μάλιστα ο Εναγόμενος με επιστολή του είχε αναφέρει από το 2001 στους Ενάγοντες ότι ουδέποτε έδωσε οδηγίες ή εντολές για τη διενέργεια των συγκεκριμένων χρηματιστηριακών πράξεων. Ενώ δεν είχε ιδία γνώση κατά πόσο ο Εναγόμενος έδωσε οδηγίες για τη διενέργεια των χρηματιστηριακών πράξεων, επέμενε ότι δόθηκαν τέτοιες οδηγίες, χωρίς μάλιστα, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, να είχε προβεί σε οποιαδήποτε έρευνα για να διαπιστώσει ποιος ή ποιοι χρηματιστές των Εναγόντων διενήργησαν για λογαριασμό του Εναγομένου τις συγκεκριμένες χρηματιστηριακές πράξεις. Ενώ δεν γνώριζε κατά πόσο υπάλληλοι των Εναγόντων επικοινώνησαν με τον Εναγόμενο αξιώνοντας από αυτόν εξόφληση του οφειλόμενου ποσού, ήταν σίγουρος πως τέτοιοι υπάλληλοι τηλεφώνησαν στον Εναγόμενο γι΄ αυτό το σκοπό, επειδή, ως ανέφερε, γνώριζε ότι συνήθως αυτό έκανε συγκεκριμένη ομάδα υπαλλήλων των Εναγόντων. Παρακολουθώντας τον, μου έδωσε την εντύπωση ανθρώπου ο οποίος δεν ήταν διατεθειμένος να δεχθεί οτιδήποτε το οποίο έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των Εναγόντων. Θα έλεγα πως ο μάρτυρας αυτός σε καμιά περίπτωση δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο για το κατά πόσο δόθηκαν εντολές από τον Εναγόμενο για τη διενέργεια των χρηματιστηριακών πράξεων. Τη μαρτυρία του τότε γενικού διευθυντή των Εναγόντων κ. Στέλιου Χριστοδούλου επίσης απορρίπτω. Ούτε αυτός μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Καταρχάς δεν με έπεισε όταν ισχυρίστηκε ότι είναι ο Εναγόμενος που του ανέφερε πως τις χρηματιστηριακές πράξεις τις διενεργούσε ο Νεοκλής Θεοδοτίδης, χρηματιστής των Εναγόντων. Αφήνω κατά μέρος πως ο πιο πάνω ισχυρισμός προβλήθηκε μετά από έντονη αντεξέταση που υπέστη και όχι ευθύς εξαρχής. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το σχετικό μέρος της μαρτυρίας από τα πρακτικά: «Ε. Θέλετε να μας πείτε ότι ουδέποτε εσείς σαν γενικός διευθυντής της Cisco και ενώ αυτή την υπόθεση την κατατάξατε σαν προβληματική υπόθεση δεν ανατρέξατε ποτέ και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να μάθετε ποιος ήταν ο χρηματιστής ή οι χρηματιστές; Α. Το ότι ο χρηματιστής ήταν ο Νεοκλής Θεοδοτίδης κατά κύριο λόγο διότι υπήρχαν και άλλοι χρηματιστές, ξέρω ότι, απ΄ ότι θυμάμαι ναι. Δεν θα μπω στις λεπτομέρειες των επιμέρους συναλλαγών. Ε. Δηλαδή, πρώτη φορά το ακούμε εμείς εδώ, μας λέτε ότι γνωρίζετε ότι ο χρηματιστής που έκαμε τις πράξεις για τον εναγόμενο είναι ο Νεοκλής Θεοδοτίδης; Α. Κατά κύριο λόγο. Δεν υπάρχει ποτέ απόλυτη σχέση μεταξύ πελατών-χρηματιστών.» Μέχρι το σημείο αυτό της αντεξέτασης του, δεν είχε αναφέρει ότι το όνομα του χρηματιστή το πληροφορήθηκε από τον Εναγόμενο. Ο πιο πάνω ισχυρισμός προβλήθηκε όταν του υποβλήθηκε ότι ο κ. Αγρότης ανέφερε στη μαρτυρία του ότι δεν μπορούσε να εντοπιστεί ο χρηματιστής που διενήργησε τις χρηματιστηριακές πράξεις για λογαριασμό του Εναγομένου. Θεωρώ πως ο μάρτυρας πρόβαλε τον πιο πάνω ισχυρισμό για να βοηθήσει τους Ενάγοντες και για να καλύψει το μάρτυρα των Εναγόντων κ. Αγρότη ο οποίος ανέφερε πως δεν μπορούσε να εντοπιστεί ο χρηματιστής. Άλλωστε μου είναι αδύνατο να δεχθώ πως ενώ είχε μπροστά του μια προβληματική υπόθεση, ως ο ίδιος ανέφερε, δεν ζήτησε τότε να πληροφορηθεί ποιος ή ποιοι χρηματιστές των Εναγόντων διενήργησαν τις συγκεκριμένες χρηματιστηριακές πράξεις, και περίμενε τον Εναγόμενο να τον πληροφορήσει για τους χρηματιστές που τις διενήργησαν. Και εν τέλει να βασιστεί πάνω στα όσα του είπε ο Εναγόμενος, τον οποίο ο ίδιος είχε μαυροπινακίσει ως ασυνεπή. Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε επίσης κατά πόσο ο ίδιος είχε αναφέρει το όνομα του συγκεκριμένου χρηματιστή στον κ. Αγρότη. Στην προσπάθεια του και πάλι να καλύψει τον κ. Αγρότη απάντησε αρνητικά, λέγοντας πως δεν είχε επαφή μαζί του από την ημέρα που έφυγε από την υπηρεσία των Εναγόντων, ισχυρισμός ο οποίος στερείται πειστικότητας αφού η κατ΄ ισχυρισμόν συνάντηση με τον Εναγόμενο έγινε το 2001 και ο μάρτυρας έφυγε από την υπηρεσία των Εναγόντων το
- Συνεπώς αν ο Εναγόμενος του έλεγε το 2001 ότι ήταν ο Νεοκλής Θεοδοτίδης ο χρηματιστής, θα μπορούσε κάλλιστα να συζητήσει το γεγονός αυτό με τον κ. Αγρότη, ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία των Εναγόντων το
- Με άλλα λόγια από το 2001 μέχρι το 2003 ήταν και οι δύο στην υπηρεσία των Εναγόντων. Του υποβλήθηκε πως δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην επιστολή των Εναγόντων ημερ. 3.8.2001 περί συνάντησης που είχε με τον Εναγόμενο. Η απάντηση του ήταν ότι αυτή η επιστολή είναι μια στερεότυπη επιστολή, απάντηση η οποία δεν με πείθει αφού σε αυτή την επιστολή γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένες ενέργειες που οι Ενάγοντες έκαναν. Σε αυτήν αναφέρεται επίσης ότι ο Εναγόμενος δεν είχε ανταποκριθεί για διευθέτηση συνάντησης προς εξεύρεση διευθέτησης των οφειλών του. Μάλιστα στην εν λόγω επιστολή τάσσεται και προθεσμία για διευθέτηση συνάντησης. Δεν θεωρώ υπό το φως των πιο πάνω, ότι πρόκειται περί μιας στερεότυπης επιστολής που αποστέλλετο σε όλους τους «προβληματικούς» πελάτες των Εναγόντων. Εν πάση περιπτώσει, αν είχε προηγηθεί τέτοια συνάντηση θα ανέμενα να είχε καταγραφεί στην εν λόγω επιστολή. Τέλος, δεν υπήρχε λόγος οι Ενάγοντες να ζητούν και άλλη συνάντηση, όταν σύμφωνα με την μαρτυρία του κ. Χριστοδούλου είχε προηγηθεί συνάντηση στην οποία ο Εναγόμενος αναγνώρισε το χρέος του. Πέρα από τα πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι μπορούσε να θυμηθεί το 2007 όταν κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, ποιους ανθρώπους είδε το 2001 και για ποιο σκοπό, στα πλαίσια των καθηκόντων του, τα οποία όπως ο ίδιος ανέφερε ήταν πάρα πολλά και χιλιάδες οι πελάτες των Εναγόντων. Για το ότι δεν είχε δυνατή μνήμη θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω πως ενώ δέχθηκε ότι ήταν λογικό να είχε επαφή με τον κ. Αγρότη για τη συγκεκριμένη υπόθεση που ήταν προβληματική, εν τούτοις δεν θυμόταν, όπως ο ίδιος ανέφερε, να συζήτησε με τον κ. Αγρότη κάτι συγκεκριμένο. Η μαρτυρία του ότι αρχές του 2001, χωρίς να καθορίζεται ημέρα και μήνας, είχε συνάντηση με τον Εναγόμενο, απορρίπτεται. Αφήνω βεβαίως κατά μέρος πως οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης τους κάνουν αναφορά και σε συνάντηση «περί τον Ιούλιο του 2000 κατά την οποία ο Εναγόμενος υποσχέθηκε να μειώσει δραστικά το υπόλοιπο του λογαριασμού του», για την οποία όμως καμιά μαρτυρία δεν δόθηκε. Ούτε η μάρτυρας των Εναγόντων Χριστίνα Παλλαρή μου έκανε καλή εντύπωση και απορρίπτω τη μαρτυρία της. Απορρίπτω επίσης τη μαρτυρία της και σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 21, η οποία δεν ήταν σταθερή και σαφής. Συγκεκριμένα, σε ορισμένες περιπτώσεις δεν ήταν σίγουρη για το τι ακριβώς υπονοούσαν τα γραφόμενα επί του Τεκμηρίου
- Σε σχέση με τη σημείωση ημερ. 24.8.00 «Mr Ioannides will call me tomorrow in order to sign the agreement», ρωτήθηκε αν μίλησε με τον κ. Ιωαννίδη και εάν είναι αυτός που της είπε ότι θα επικοινωνούσε μαζί της ή αν κάποιος τρίτος, που απάντησε το τηλέφωνο, της είπε ότι ο κ. Ιωαννίδης θα επικοινωνήσει μαζί της. Αρχικά ανέφερε τα ακόλουθα: «..θα του είχα μιλήσει και μου είπε ότι θα με πάρει αύριο αλλά δεν μπορώ στο Δικαστήριο να είμαι 100% σίγουρη.» Λίγο αργότερα όμως ανέφερε πως αποκλείεται να μίλησε με άλλον επειδή κάτι τέτοιο συνάγεται από τις δικές της σημειώσεις, όπως η ίδια τις αντιλαμβάνεται. Αν όντως έτσι είχαν τα πράγματα, θα ανέμενα να είχε αναφέρει κάτι τέτοιο ευθύς εξαρχής, και όχι αρχικά να αναφέρει ότι δεν ήταν 100% σίγουρη, όταν μάλιστα από το κείμενο της σημείωσης ημερ. 24.8.00 δεν αποκλείεται να είναι και τρίτο πρόσωπο που της ανέφερε ότι ο κ. Ιωαννίδης θα επικοινωνήσει μαζί της. Σε σχέση με τις καταχωρίσεις ημερ. 19.4.00 και 21.4.00 στις οποίες γίνεται αναφορά σε «No answer», δεν μπορούσε να αναφέρει σε ποιον αριθμό τηλεφώνου έκανε τις συγκεκριμένες κλήσεις και δεν πήρε απάντηση. Αφήνω βεβαίως κατά μέρος πως η ίδια παραδέχθηκε πως χωρίς το Τεκμήριο 21 δεν μπορούσε να θυμηθεί οτιδήποτε, και το κυριότερο δεν ήταν 100% σίγουρη κατά πόσο κάποιος επενέβηκε στο εν λόγω έγγραφο με αποτέλεσμα να διαφοροποιήσει το περιεχόμενο του. Όταν της υποβλήθηκε ότι μπορούσε οποιοσδήποτε να αλλοιώσει, να τροποποιήσει το Τεκμήριο 21 χωρίς η ίδια να το πληροφορηθεί, δεν απέκλεισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο αφού απάντησε ως εξής: «Δεν είμαι προγραμματιστής. Δεν μπορώ να σας απαντήσω.» Ρωτήθηκε κατά πόσο πρόσβαση στο πρόγραμμα σε σχέση με το οποίο τυπώθηκε το Τεκμήριο 21 είχε μόνο η ίδια και απάντησε αρνητικά, για να προσθέσει ότι δεν γνώριζε πόσοι ακριβώς είχαν πρόσβαση στο συγκεκριμένο πρόγραμμα. Ως ανέφερε, θα μπορούσαν στο συγκεκριμένο φάιλ να είχαν πρόσβαση τρίτα πρόσωπα. Ενώ στην αρχή ανέφερε πως το Τεκμήριο 21 περιέχει μόνο δικές της σημειώσεις, τελικά δέχθηκε πως η τελευταία καταχώριση ημερ. 23.11.2000 με τα αρχικά «ΜΚ» δεν είναι δική της. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 21 η ίδια δεν το είδε μετά τις 22.11.2000, ημερομηνία κατά την οποία φαίνεται η δική της τελευταία καταχώριση, παρά μόνο όταν της το έδειξε η δικηγόρος των Εναγόντων. Ασαφής και μη πειστική ήταν και η μαρτυρία της σε σχέση με το κατά πόσο πριν φύγει από την υπηρεσία Φάκτορς είχε τυπώσει το έντυπο, Τεκμήριο
- Συγκεκριμένα ρωτήθηκε κατά πόσο είχε τυπώσει το συγκεκριμένο έγγραφο και απάντησε ως εξής: «Ίσως το έβαλα μέσα στο file του πελάτη». Όταν ο δικηγόρος του Εναγομένου επέμενε στο «ίσως», τότε ανέφερε ότι πρέπει να το έβαλε μέσα στο file του πελάτη. Από τις πιο πάνω απαντήσεις φαίνεται καθαρά πως δεν μπορούσε να γνωρίζει τι ακριβώς έκανε επτά χρόνια περίπου προηγουμένως και πιθανολογούσε. Σε άλλο μέρος της αντεξέτασης της και όταν άρχισε να στριμώχνεται σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 21 και σε σχέση με τις ενέργειες που προέβη, έδωσε συγκρουόμενη μαρτυρία. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά: «Ε. Ποιος είναι αυτός που σας ανέφερε στις 25.
- "care of Neoklis"; Α. Δεν θυμάμαι. Ε. Κατά τα άλλα θέλετε να πείτε ότι θυμάστε και είστε σίγουρη ότι 4.
- ".he works at Arab Bank..". Α. Δεν είπα ότι είναι ο Εναγόμενος. Δεν θυμάμαι από πού ήρθε η πληροφορία ότι δούλευε στην Arab Bank. Ε. Δεν θυμάστε ότι είναι ο Εναγόμενος που σας το είπε; Α. Όχι. Ο Εναγόμενος, είναι για το τρίτο πρόσωπο He. Για το ότι δούλευε στην Arab Bank δεν θυμάμαι αν μου το είπαν από τη Cisco ή ο ίδιος.» Λίγο όμως προηγουμένως είχε αναφέρει άλλα σε σχέση με το ποιος της είπε ότι ο Εναγόμενος εργάζεται στην Arab Bank. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτολεξεί το τι είχε αναφέρει προηγουμένως σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα: «Ε. Δέστε την καταγραφή 4.10.
- Λέτε εδώ (διαβάζει): «He works at Arab Bank, he made the transactions with Charis Charilaou Stockbroker, will call him and let me know tomorrow.» Ποιος σας είπε αυτά τα πράγματα; Α. Ο πελάτης, ο κ. Ιωαννίδης. Ε. Πώς θυμάστε; Α. Έβαλα (διαβάζει) «He works at Arab Bank.» Είναι η συνέχεια. Δεν μπορούσα να επαναλαμβάνω το όνομα συνέχεια. «..will call him and let me know tomorrow.» Απλά για το συγκεκριμένο πελάτη αν δείτε και τις προηγούμενες ημέρες πόσο συχνά του τηλεφωνούσα, έβαλλα Him. Απευθυνόταν στον κ. Ιωαννίδη όπως και το He απευθυνόταν στον κ. Ιωαννίδη.» Ρωτήθηκε ποιος της ανέφερε ότι στις 17.10.2000 ο Άκης είναι στο στρατό (Akis is in the army), ως αναγράφεται στο Τεκμήριο
- Η απάντηση που έδωσε ήταν η ακόλουθη: «Φαντάζομαι τον πήρα τηλέφωνο. Στο τηλέφωνο κάποιος θα μου απάντησε, δεν θυμάμαι ποιος, και ότι ήταν στο στρατό και εγώ έβαλα το αποτέλεσμα της τηλεφωνικής μου επικοινωνίας, ότι ήταν στο στρατό.» Με άλλα λόγια στις 17.
- δεν μπορούσε να θυμηθεί ποιος ήταν αυτός που απάντησε το τηλέφωνο, και αυτό είναι λογικό αφού στο Τεκμήριο 21 δεν αναγράφεται με ποιον συνομίλησε. Ρωτήθηκε για τη σημείωση ημερ. 25.4.2000 επί του Τεκμηρίου 21 στην οποία γίνεται η εξής αναφορά: «192 can not find anything, care of Neoklis.» Συγκεκριμένα ρωτήθηκε κατά πόσο εκείνη την ημέρα πήρε τηλέφωνο το 192 για να της δώσουν τον αριθμό τηλεφώνου του Εναγομένου. Η ίδια απάντησε ότι πήρε τηλέφωνο για να της δώσουν τον αριθμό τηλεφώνου ή για να επιβεβαιώσει τον αριθμό τηλεφώνου που της είχαν ήδη δώσει. Ρωτήθηκε αν τελικά εκείνη την ημέρα επιβεβαίωσε τον αριθμό που της είχαν δώσει ή πληροφορήθηκε για την ύπαρξη άλλου αριθμού. Η απάντηση της ήταν ότι δεν θυμόταν, και είχε δίκαιο ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου όταν της υπέβαλε ότι θυμόταν επιλεκτικά ορισμένα γεγονότα ενώ κάποια άλλα δεν θυμόταν. Ρωτήθηκε για τις σημειώσεις επί του Τεκμηρίου 21 στις οποίες γίνεται αναφορά ότι άφησε μήνυμα στο «answering machine». Δεν μπορούσε να θυμηθεί σε ποιον αριθμό έκανε τις κλήσεις και αν αυτός αφορούσε σταθερό ή κινητό τηλέφωνο. Δεν μπορούσε επίσης να θυμηθεί αν είναι στον ίδιο αριθμό που καλούσε στις διάφορες ημερομηνίες για τις οποίες γίνεται αναφορά επί του Τεκμηρίου
- Για ορισμένα πράγματα που αναγράφονται στο Τεκμήριο 21 έκανε υποθέσεις παρόλο που ισχυρίστηκε ότι η μνήμη της είναι πολύ καλή. Όταν ρωτήθηκε για την καταχώριση ημερ. 16.6.00, και συγκεκριμένα κατά πόσο για την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού μιλούσε και με το Νεοκλή Θεοδοτίδη για τον οποίο γίνεται αναφορά στην εν λόγω καταχώριση, ανέφερε ότι θα την επήρε ο Νεοκλής. Ρωτήθηκε ακολούθως πώς θυμάται ότι την πήρε ο Νεοκλής για να απαντήσει ότι: «Δεν θυμάμαι. Μπορεί να με πήρε.» Από τα πιο πάνω φαίνεται πως ουσιαστικά πολύ λίγα πράγματα μπορούσε να θυμηθεί με βάση το λακωνικό περιεχόμενο του Τεκμηρίου 21 και αρκέστηκε σε υποθέσεις και εικασίες. Ενώ στην παράγρ.6 της γραπτής δήλωσής της αναφέρει ότι πληροφορήθηκε ότι ο Εναγόμενος είχε συνάντηση με το Γενικό Διευθυντή των Εναγόντων, αντεξεταζόμενη δεν μπορούσε να αναφέρει ποιος της έδωσε αυτή την πληροφορία. Αφήνω βεβαίως κατά μέρος πως η θέση της ήταν ότι αυτή η συνάντηση έλαβε χώρα μεταξύ της περιόδου 19.4.00 - 23.11.00, που είναι η περίοδος που ασκούσε τα καθήκοντα που η ίδια ισχυρίζεται ότι της ανατέθηκαν, ενώ το πρόσωπο που ισχυρίστηκε ότι είχε συνάντηση με τον Εναγόμενο καθόρισε την εν λόγω συνάντηση αρχές του
- Λίγο αργότερα ανέφερε ότι μπορεί και να έκανε και άλλη εργασία μετά τις 23.11.00 η οποία δεν είναι καταγεγραμμένη, μαρτυρία η οποία δεν πείθει. Εν κατακλείδι βρίσκω πως ο ισχυρισμός της ότι πληροφορήθηκε περί της πιο πάνω συνάντησης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ενώ η ίδια παραδέχθηκε ότι μιλούσε με κάποιο Νεοκλή Θεοδοτίδη, ο οποίος και της ανέφερε να χειριστεί η ίδια τον Εναγόμενο, δεν μπορούσε να αναφέρει κατά πόσο αυτός ήταν ο χρηματιστής του Εναγομένου. Η μαρτυρία της αυτή δεν με έπεισε και ήταν εμφανής η προσπάθεια της να αποφύγει να αναφέρει ότι ο Νεοκλής Θεοδοτίδης ήταν ο χρηματιστής του Εναγομένου. Δεν μπορώ να δεχθώ πως κάτω από αυτά τα δεδομένα δεν διερωτήθηκε και δεν πληροφορήθηκε ποια ήταν η σχέση του Νεοκλή Θεοδοτίδη με τον Εναγόμενο. Η κα Ελευθερία Κουμουλλή μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της αφού βρίσκω πως ήταν η μόνη μάρτυρας εκ μέρους των Εναγόντων που είπε την αλήθεια, όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Είχε το θάρρος να παραδεχθεί πως δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα κατά πόσο ο Εναγόμενος έδωσε εντολές για τη διενέργεια των χρηματιστηριακών πράξεων. Είχε το θάρρος να πει πως βρήκε έγγραφο από το οποίο φαίνεται καθαρά πως κάποιες χρηματιστηριακές πράξεις τις διενήργησε ο χρηματιστής Νεοκλής Θεοδοτίδης. Είχε το θάρρος να πει πως τόσο ο κ. Χριστοδούλου όσο και ο κ. Αγρότης είχαν τη δυνατότητα μετά από έλεγχο να δουν ποιος χρηματιστής διεκπεραίωνε τις χρηματιστηριακές πράξεις για λογαριασμό του Εναγομένου. Ο Εναγόμενος ήταν σταθερός στις θέσεις του παρόλο που αντεξετάστηκε πάνω σε όλους τους ισχυρισμούς του από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγόντων. Επέμενε ότι ουδέποτε έδωσε οποιεσδήποτε οδηγίες στους Ενάγοντες για τη διενέργεια των χρηματιστηριακών πράξεων. Επέμενε ότι ουδέποτε συναντήθηκε με οποιοδήποτε εκπρόσωπο των Εναγόντων και ουδέποτε αναγνώρισε οποιαδήποτε οφειλή προς αυτούς. Για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες απέστειλε το πληρεξούσιο (Τεκμήριο 1) έδωσε τη δική του εξήγηση. Σε σχέση με την αποστολή αντιγράφου του δελτίου ταυτότητάς του (Τεκμήριο 23) ήταν η θέση του ότι το έγγραφο αυτό το απέστειλε μετά που του το ζήτησε τηλεφωνικώς η κα Χριστιάνα Αναστασιάδου εκ μέρους των Εναγόντων, η οποία του ανέφερε ότι με το εν λόγω αντίγραφο και με το πληρεξούσιο έγγραφο θα μπορούσαν να υπογράφουν τα έγγραφα πώλησης μετοχών στο όνομά του που είχε αγοράσει μέσω άλλης χρηματιστηριακής εταιρείας. Οι Ενάγοντες, οι οποίοι δεν αμφισβήτησαν την ύπαρξη της κας Αναστασιάδου, δεν κατέρριψαν την εν λόγω μαρτυρία του, ενώ δεν κάλεσαν ως μάρτυρα την κα Αναστασιάδου για να αναφέρει κάτω από ποιες περιστάσεις απεστάλη ή παρελήφθη το Τεκμήριο
- Τέλος, ενώ ο ίδιος αρνήθηκε ότι ο αριθμός τηλεφώνου που εμφαίνεται στα Contract Notes ανήκει στον ίδιο και ισχυρίστηκε ότι ο αριθμός τηλεφώνου του στην οικία του ήταν άλλος, οι Ενάγοντες δεν προσκόμισαν μαρτυρία για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εξασφάλισαν τον αριθμό τηλεφώνου που φαίνεται στα Contract Notes. Μάλιστα δεν γνώριζαν αν ο εν λόγω αριθμός τηλεφώνου αφορούσε σε σταθερό ή κινητό τηλέφωνο. Η μαρτυρία του Εναγομένου γίνεται δεκτή. Και στην περίπτωση όμως που ο Εναγόμενος εκρίνετο αναξιόπιστος, αυτό δεν θα ενίσχυε την υπόθεση των Εναγόντων, οι οποίοι δεν προσκόμισαν αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με τις κατ΄ ισχυρισμόν εντολές του Εναγομένου για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων προς όφελος του. Η κα Μαλέκου σχολίασε το γεγονός ότι ο Εναγόμενος επέλεξε να μην παρουσιαστεί κατά τον χρόνο που κατέθεταν οι μάρτυρες των Εναγόντων, με αποτέλεσμα να μην τους ακούσει και να μην έχει ιδίαν γνώση για τα όσα ανέφεραν. Δεν θεωρώ πως η πιο πάνω επιλογή του Εναγομένου μπορεί να επιδράσει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στην αξιοπιστία του. Το ίδιο ισχύει και για τη θέση της ότι ο Εναγόμενος δεν προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία ενώπιον οποιουδήποτε Σώματος ή Αρχής. Άλλωστε, μια τέτοια καταγγελία από μόνη της δεν θα τον καθιστούσε αξιόπιστο. Ακολούθως θα παραθέσω κάποιες αποφάσεις Επαρχιακών Δικαστηρίων στις οποίες εξετάστηκαν παρόμοια θέματα. Ξεκινώ από την απόφαση στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Αιμίλιου Κούλλουρου, Αρ. Αγωγής 6559/02, απόφαση ημερ. 18.1.
- Ο Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας κ. Στ. Ναθαναήλ (όπως ήταν τότε) έκρινε ότι είχαν δοθεί οι εντολές από τον Εναγόμενο, αφού δέχθηκε ως αξιόπιστο το μάρτυρα Αριστείδου ο οποίος ανέφερε ότι διενεργούσε πάντοτε τις επίδικες χρηματιστηριακές πράξεις βάσει εντολών του Εναγομένου. Το Δικαστήριο ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, πως η θέση αυτή του Αριστείδου ήταν λογική αφού μεταξύ αυτού και του Εναγομένου υπήρχε φιλική και οικογενειακή σχέση και εύκολη επικοινωνία μεταξύ τους. Μάλιστα το Δικαστήριο βρήκε πως ο Εναγόμενος συζητούσε κάθε λίγες μέρες με τον Αριστείδου για την πορεία των μετοχών και συνεπώς ήταν ενήμερος για το τι συνέβαινε. Στην παρούσα υπόθεση δεν κλήθηκε κανένας μάρτυρας για να αναφέρει ότι ήταν το πρόσωπο που διενεργούσε τις χρηματιστηριακές πράξεις κατόπιν εντολών του Εναγομένου. Ο τελευταίος επανειλημμένα προκάλεσε μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων των Εναγόντων την κλήτευση ως μάρτυρα του χρηματιστή ή των χρηματιστών των Εναγόντων που διενήργησαν, ως οι ίδιοι ισχυρίζονται, για λογαριασμό του τις χρηματιστηριακές πράξεις. Οι Ενάγοντες όμως παρόλο που από την προσαχθείσα αξιόπιστη μαρτυρία γνώριζαν το όνομα κάποιου από τους χρηματιστές που διενήργησε για λογαριασμό του Εναγομένου χρηματιστηριακές πράξεις, πρόκειται για τον Νεοκλή Θεοδοτίδη, παρέλειψαν να τον καλέσουν ως μάρτυρα. Το πρόσωπο αυτό θα μπορούσε να είχε διαφωτίσει το Δικαστήριο για τη σχέση του με τον Εναγόμενο και για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έπαιρνε εντολές από αυτόν, ως οι Ενάγοντες ισχυρίζονται, για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων (όπως ακριβώς έγινε και στην υπόθεση Αιμίλιου Κούλλουρου, πιο πάνω). Μαρτυρία ότι ο Νεοκλής Θεοδοτίδης ήταν αδύνατον να εντοπιστεί για να κληθεί ως μάρτυρας δεν υπήρξε. Συνεπώς αυτή η παράλειψη των Εναγόντων αφήνει πολλά ερωτηματικά. Στην υπόθεση Κούλλουρος (πιο πάνω) υπήρχε και άλλη μαρτυρία η οποία ενίσχυε τη θέση ότι ο Εναγόμενος έδιδε εντολές για τη διενέργεια των χρηματιστηριακών πράξεων. Για το θέμα αυτό θεωρώ σκόπιμο να παραπέμψω στη σελίδα 20 της απόφασης: «.. Τέτοια, κατ΄ ισχυρισμόν, διαμαρτυρία έγινε μόνο όταν, όπως ο ίδιος δέχθηκε, άρχισαν να εμφανίζονται ζημιές. Αυτό δείχνει ότι ο εναγόμενος ήταν πολύ καλά ενήμερος της καθημερινής πορείας του χαρτοφυλακίου του και κατά λογική συνέπεια αυτός ήταν που έδινε και τις εντολές. Ο εναγόμενος δέχθηκε ότι έπαιρνε όλες τις μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού και μπορούσε, αν ήθελε, να διαμαρτυρόταν αν έβλεπε από το ύψος αυτού, ότι γίνονταν πράξεις που του φαίνονταν παράξενες, ύποπτες ή πράξεις που δεν του έκαναν νόημα, ενώ παράλληλα, καμιά ερώτηση δεν τέθηκε κατά την αντεξέταση του Αριστείδου ότι αυτός τον καθησύχαζε όταν η μηνιαία κατάσταση λογαριασμού έδειχνε αυξημένη κίνηση. Μετέπειτα μιλούσε συχνά με τον Αριστείδου για το χαρτοφυλάκιο του, .» Στην παρούσα υπόθεση ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε από την αρχή ότι ουδέποτε παρέλαβε τα Contract Notes ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που είχε σχέση με τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων. Μάλιστα, ενώ αρχικά ο κ. Αγρότης στην κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ότι οι Ενάγοντες παρέδιδαν στον Εναγόμενο τα Contract Notes, αντεξεταζόμενος δέχθηκε πως ο πιο πάνω ισχυρισμός του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ας σημειωθεί, πως κανένας από τους μάρτυρες που κλήθηκαν εκ μέρους των Εναγόντων δεν μπορούσε να αναφέρει τι γινόταν με τα Contract Notes της παρούσας υπόθεσης. Στην υπόθεση Κούλλουρου (πιο πάνω) υπήρχε αξιόπιστη μαρτυρία από λειτουργό στη Μονάδα Επενδυτικών Χορηγήσεων των Εναγόντων, βάσει της οποίας ο Εναγόμενος σε συναντήσεις που είχε μαζί του, στα πλαίσια προσπάθειας ομαλοποίησης του λογαριασμό του, δεν αμφισβήτησε το χρέος του. Στην παρούσα υπόθεση η μαρτυρία των Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος είχε συνάντηση με εκπρόσωπο των Εναγόντων και συγκεκριμένα με τον Γενικό Διευθυντή αυτών, έχει απορριφθεί. Στην υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αρ. 6952/03, Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd v. Π. Λευκάτη και άλλου, απόφαση ημερ. 31.1.2008 στην οποία έκανε αναφορά η κα Μαλέκου, κατέθεσε ως μάρτυρας ο χρηματιστής. Με άλλα λόγια δόθηκε μαρτυρία από το πρόσωπο που πήρε και εκτέλεσε τις εντολές ως επίσης και για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες δόθηκαν και εκτελέστηκαν οι εντολές. Τέτοια μαρτυρία ελλείπει στην παρούσα υπόθεση και συνεπώς τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης διαφοροποιούνται από τα γεγονότα της παρούσας. Το ίδιο συμβαίνει και με την υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αρ.7998/02, Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd v. Χάρη Χαριλάου, απόφαση ημερ. 6.12.
- Στην εν λόγω υπόθεση ο Εναγόμενος είχε συνεργασία με τους Ενάγοντες και αγόραζε και πωλούσε χρηματιστηριακές αξίες μέσω των Εναγόντων. Σύμφωνα με την απόφαση, ήταν κοινό έδαφος, με πολύ ελάχιστες εξαιρέσεις, ότι οι εκάστοτε εντολές και οδηγίες του Εναγομένου διαβιβάζονταν από τον τελευταίο τηλεφωνικά στον Νεοκλή Θεοδοτίδη, χρηματιστή κατά τον ουσιώδη χρόνο των Εναγόντων. Με άλλα λόγια στην εν λόγω υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε η σχέση του Εναγομένου με τους Ενάγοντες όπως αμφισβητείται στην παρούσα υπόθεση. Στην παρούσα υπόθεση, το βάρος απόδειξης ότι οι συγκεκριμένες χρηματιστηριακές πράξεις έγιναν με εντολές ή οδηγίες του Εναγομένου το έχουν οι Ενάγοντες. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, το Δικαστήριο βρίσκει ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία, άμεση ή έμμεση, σε σχέση με τη θέση των Εναγόντων ότι οι συγκεκριμένες χρηματιστηριακές πράξεις έγιναν κατόπιν εντολών ή οδηγιών του Εναγομένου. Έπεται ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους με αποτέλεσμα η αγωγή να είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγομένου και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ι. Ιωαννίδης Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο