← Κύπρος

Δομέτιου Τούμπα ν. Νεόφυτου Κυριακίδη, Αριθ. Αγωγής: 2725/05., 23 Απριλίου 2008

Δομέτιου Τούμπα ν. Νεόφυτου Κυριακίδη, Αριθ. Αγωγής: 2725/05., 23 Απριλίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΚΑΟΥΤΖΑΝΗ, Ε.Δ. Αριθ. Αγωγής: 2725/

  1. Μεταξύ: Δομέτιου Τούμπα Ενάγοντα, - και - Νεόφυτου Κυριακίδη εμπορευόμενου και/ή εμφανιζόμενου στην αγορά με το όνομα και/ή εμπορική επωνυμία Εστιατόριο Γαρουφαλιά Εναγομένου. ---------------------- HΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23 Απριλίου
  2. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ : Για τον Ενάγοντα : κα Β. Πέτρου- Πιερίδου. Για τον Εναγόμενο : κ. Γ. Παπαντωνίου. --------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας απαιτεί από τον εναγόμενο το ποσό των £3.410,95, στο οποίο μειώθηκε η απαίτηση του με δήλωση της συνηγόρου του, ως χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού κατόπιν πώλησης και παράδοσης στον τελευταίο κρεάτων και/ή άλλων εμπορευμάτων του ενάγοντα, πλέον νόμιμο τόκο από 29.11.2001 και έξοδα, απαίτηση για την οποία διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος, ο ενάγοντας, όντας, κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, κρεοπώλης και διατηρώντας κρεοπωλείο στην Κοκκινοτριμιθιά, πωλούσε και παρέδιδε στον εναγόμενο, υπό την ιδιότητα του ως ιδιοκτήτη και/ή κατόχου και/ή εκμεταλλευόμενου το εστιατόριο Γαρουφαλιά και εμπορευόμενου στην αγορά με το όνομα και/ή την εμπορική επωνυμία «Εστιατόριο Γαρουφαλιά», κρέατα ή/και άλλα είδη του ενάγοντα, τηρώντας χρεωστικό λογαριασμό, ο οποίος χρεωνόταν με την αξία των εν λόγω εμπορευμάτων και/ή με τα τιμολόγια που εξέδιδε και παρέδιδε ο ενάγοντας στον εναγόμενο και πιστωνόταν με τις πληρωμές που έκανε ο τελευταίος. Κατά ή περί τις 29.11.2001 ο εν λόγω λογαριασμός παρουσίαζε το απαιτούμενο ποσό ως χρεωστικό υπόλοιπο και συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων όπως ο εναγόμενος, συμφωνώντας με το ύψος του οφειλόμενου ποσού, εξοφλά στο εξής τα καινούργια τιμολόγια και/ή αγορές και δίνει ποσά χρημάτων έναντι του χρεωστικού υπολοίπου μέχρις εξοφλήσεως αυτού. Η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων συνεχίστηκε και περί τον Μάιο του 2003 διακόπηκε από τον ενάγοντα λόγω της παράλειψης του εναγόμενου να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό έναντι του εν λόγω υπολοίπου, το οποίο, παρά τις επανειλημμένες κλήσεις του ενάγοντα, ο εναγόμενος αμέλησε και/ή παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να πληρώσει. Στην έκθεση υπεράσπισης του ο εναγόμενος, αν και αγνοεί και αρνείται την ιδιότητα και τις ασχολίες του ενάγοντα, παραδέχεται ότι εκμεταλλευόταν το κέντρο-ταβέρνα Γαρουφαλιά κατά τα τελευταία 5 χρόνια μόνος του αλλά παλαιότερα ήταν με τους γονείς της συζύγου του. Περαιτέρω ο εναγόμενος αρνείται τους λοιπούς ισχυρισμούς του ενάγοντα υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε τηρείτο λογαριασμός με τον ενάγοντα, για την ύπαρξη του οποίου ο εναγόμενος ουδέποτε έλαβε γνώση, δεν αποδέχεται ότι συμφώνησε για το υπόλοιπο και ειδικά δεν αποδέχθηκε ότι όφειλε και ότι θα πληρώσει το αξιούμενο ποσό καθότι ο ενάγοντας πληρωνόταν πάντοτε τοις μετρητοίς και πολύ σπάνια με την παράδοση των προϊόντων του επόμενου τιμολογίου εφόσον κατά την παράδοση ο ενάγοντας ζητούσε να υπογράφουν τα τιμολόγια είτε ο εναγόμενος είτε τα πεθερικά του και μετά να παραδώσει τα προϊόντα και να παραλάβει τα χρήματα. Ως ισχυρίζεται ο εναγόμενος δεν οφείλει κανένα ποσό στον ενάγοντα αφού εξοφλούσε τοις μετρητοίς και δεν φέρει ευθύνη για οποιοδήποτε προηγούμενο ποσό όπως ισχυρίζεται ο ενάγοντας. Επειδή ο ενάγοντας δεν εξέδιδε αποδείξεις προς τον εναγόμενο εφόσον με την καταβολή του οφειλόμενου από τον εναγόμενο ποσού του παρέδιδε τα τιμολόγια αλλά και επειδή βρήκε τιμολόγια χωρίς να του έχει παραδοθεί εμπόρευμα, ο εναγόμενος καλεί τον ενάγοντα να παρουσιάσει πλήρη τιμολόγια με υπογραφή παραλαβής και αποδείξεις προς στήριξη της απαίτησης του. Ο εναγόμενος επίσης ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ειδοποιήθηκε από τον ενάγοντα για οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό και ότι η παρούσα αγωγή είναι εκδικητική επειδή ο εναγόμενος άλλαξε κρεοπώλη και ο ενάγοντας την εγείρει μετά από τόσα χρόνια πιστεύοντας ότι ο εναγόμενος δεν θα μπορεί να παρουσιάσει μαρτυρία για να υπερασπιστεί. Προς υποστήριξη της εκδοχής του ενάγοντα προσφέρθηκε η μαρτυρία του ίδιου ενώ ο εναγόμενος προς υποστήριξη της δικής του εκδοχής κατέθεσε ο ίδιος (Μ.Υ.1) και προσέφερε τη μαρτυρία της Αυγής Κωνσταντίνου (Μ.Υ.2). Σύμφωνα με την μαρτυρία του, ο ενάγοντας γνωρίζει τον εναγόμενο έχοντας συνεργασία με αυτόν από το 1997 που ανέλαβε το κρεοπωλείο του πατέρα του. Περιγράφοντας με λεπτομέρεια την συνεργασία τους, υποστήριξε ότι αρχικά με την παράδοση των παραγγελιών των κρεάτων και την παραλαβή τους, τις πλείστες φορές από την πεθερά του εναγόμενου κα. Αυγή, Μ.Υ.2, και κατ' εξαίρεση από τον εναγόμενο ή τον πεθερό του, του υπέγραφαν το τιμολόγιο, τους παρέδιδε το πρωτότυπο και στις αρχές κάθε εβδομάδας ο εναγόμενος με επιταγή του, που άφηνε στην κα. Αυγή, του πλήρωνε τα τιμολόγια της προηγούμενης εβδομάδας. Από τις αρχές του 2000 ο εναγόμενος δεν του εξοφλούσε τα τιμολόγια όπως προαναφέρθηκε αλλά του έδινε έναντι της οφειλής του, οπότε άρχισαν να τηρούν χρεωστικό λογαριασμό. Ο λογαριασμός αυτός λειτουργούσε βάσει σημειώσεων της κας Αυγής, στις οποίες η ίδια κατέγραφε το ποσό που οφείλετο κατά την συγκεκριμένη ημέρα, αφαιρούσε το ποσό της πληρωμής και προέκυπτε το νέο οφειλόμενο υπόλοιπο, με το οποίο συμφωνούσε και ο ενάγοντας ελέγχοντας τα ποσά που κατεγράφοντο κάθε φορά. Με βάση την τήρηση του χρεωστικού λογαριασμού με τον τρόπο αυτό, που διήρκεσε μέχρι τον Φεβρουάριο του 2001 και σύμφωνα με την τελευταία σημείωση της κας Αυγής ημερομηνίας 27.2.2001, το χρεωστικό υπόλοιπο του εναγόμενου ήταν ₤1.
  3. Τον Φεβρουάριο του 2001 ο εναγόμενος του ζήτησε δάνειο ποσού ₤2.000 για ένα μήνα, ποσό το οποίο ο ενάγοντας του δάνεισε και εξοφλήθηκε από τον εναγόμενο με δόσεις. Κατά το διάστημα της εξόφλησης του δανείου, ο ενάγοντας συνέχισε να εκτελεί τις παραγγελίες που του έκανε ο εναγόμενος, ο οποίος ωστόσο δεν πλήρωνε τα σχετικά τιμολόγια και η επόμενη πληρωμή έναντι του λογαριασμού για τις παραγγελίες έγινε στις 11.4.2001 με το ποσό των ₤
  4. Έκτοτε ο ενάγοντας κατέγραφε σε κόλλες όλες τις πληρωμές που εγίνοντο έναντι του λογαριασμού του εναγόμενου στην παρουσία αυτού που του έδινε τα χρήματα. Το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν συνεχώς ψηλό και περί τον Οκτώβριο του 2001 ο ενάγοντας ζήτησε από τον εναγόμενο να αυξήσει τις πληρωμές για να μειωθεί το χρέος. Τότε ο εναγόμενος του ζήτησε να του δώσει μια κατάσταση με τις χρεωπιστώσεις, την οποία ο ενάγοντας ετοίμασε και του παρέδωσε, αρχίζοντας από τις 30.5.2001 μέχρι τις 29.11.2001, και στην οποία κατά την τελευταία ημερομηνία φαινόταν ότι το χρέος του εναγόμενου ανερχόταν στις ₤3.510,95 (βλ. Τεκμήρια 2, 2Α και 2Β). Παρόλο που το εν λόγω υπόλοιπο προήλθε από συμφωνία των ενδιαφερομένων (βλ. Τεκμήρια 1 και 1Α), σύμφωνα με τον ενάγοντα ο εναγόμενος ήταν σε θέση να γνωρίζει το χρεωστικό του υπόλοιπο εφόσον κατείχε όλα τα τιμολόγια και γνώριζε τα ποσά που πλήρωνε έναντι του λογαριασμού του. Μετά από λίγες ημέρες αφότου του έδωσε την προαναφερθείσα κατάσταση, όταν συναντήθηκαν με τον εναγόμενο αυτός του πρότεινε να παγοποιήσουν τον χρεωστικό αυτό λογαριασμό και στο εξής να του εξοφλά όλα τα καινούργια τιμολόγια πληρώνοντας του και κάποιο ποσό έναντι του χρεωστικού λογαριασμού μέχρι εξόφλησης του. Ωστόσο και παρόλο που εξοφλούντο τα καινούργια τιμολόγια, ο εναγόμενος δεν πλήρωσε κανένα ποσό έναντι του χρεωστικού λογαριασμού, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντα και τις επισκέψεις του στο εστιατόριο του εναγόμενου αργά το βράδυ κατόπιν κλήσεων του τελευταίου. Στις 10.6.2003 ζητώντας τηλεφωνικά από τον εναγόμενο να πληρώσει κάποιο ποσό έναντι του λογαριασμού του, ο τελευταίος τον κάλεσε να μεταβεί στο εστιατόριο για να του δώσει ένα ποσό και όταν ο ενάγοντας μετέβη εκεί ο εναγόμενος του φώναζε μπροστά στους υπαλλήλους του ότι είναι «γρουσούζης» και διάφορα άλλα. Ο ενάγοντας, νοιώθοντας προσβεβλημένος τότε, του είπε ότι τερματίζεται η συνεργασία τους και να βρει άλλο κρεοπώλη. Ζητώντας από τον εναγόμενο να του εξοφλήσει το υπό αναφορά υπόλοιπο έστω και με δόσεις και παρά την υπόσχεση του εναγόμενου ότι θα του το εξοφλούσε σε λίγο χρόνο, παρά τις πάμπολλες ειδοποιήσεις του ενάγοντα, ο εναγόμενος εξακολουθεί να του οφείλει το διεκδικούμενο με την αγωγή ποσό. Ο εναγόμενος υποστήριξε ότι πράγματι από το 1997 συνεργαζόταν με τον ενάγοντα και προηγουμένως με τον πατέρα του, σύμφωνα δε με την διαδικασία που ακολουθούσαν η παραγγελία του κρέατος παρεδίδετο από τον ενάγοντα την επόμενη ημέρα στην ταβέρνα και παραλαμβάνετο είτε από τα πεθερικά του είτε από τον ίδιο με την εξόφληση του τιμολογίου τοις μετρητοίς ή αν έμενε ένα μικρό υπόλοιπο μεταφερόταν στο επόμενο τιμολόγιο, δηλαδή σε 2-3 μέρες. Οι συναλλαγές τους εγίνοντο τοις μετρητοίς και ποτέ δεν τηρείτο λογαριασμός ούτε ο ενάγοντας τον είχε ενημερώσει ότι τηρούσε τέτοιο λογαριασμό στις κόλλες που παρουσίασε στο Δικαστήριο. Ήταν όρος της συμφωνίας τους ότι θα υπογράφοντο τα τιμολόγια αφού ζυγίζετο το κρέας που παρεδίδετο και σχεδόν πάντα πληρώνοντο με την παράδοση των προϊόντων, τοις μετρητοίς πάντοτε, και λίγες φορές πληρωνόταν κάποιο υπόλοιπο με την παράδοση των προϊόντων του επόμενου τιμολογίου, ενόσω αν δεν εξοφλείτο όλο το ποσό ανεγράφετο στο τιμολόγιο το υπόλοιπο, όπως φαίνεται στα τιμολόγια που κατατέθηκαν. Όπως είχαν συμφωνήσει με τον ενάγοντα καμία συναλλαγή δεν θα αναγνωριζόταν αν δεν υπογράφοντο τα τιμολόγια. Αρνείται ότι οφείλει το αξιούμενο από τον ενάγοντα ποσό, έχει εξοφλήσει κάθε οφειλόμενο ποσό και ο ενάγοντας ουδέποτε τον ειδοποίησε για την οφειλή αυτή. Εφόσον ο ενάγοντας δεν του εξέδιδε απόδειξη για καμία συναλλαγή καθότι πληρωνόταν κάθε φορά και παρέδιδε τα τιμολόγια, μπορούσε να φτιάξει οποιοδήποτε υπόλοιπο ήθελε. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντα αφενός ότι αν και τον εξόφλησε για την παραγγελία το πρωί της 10.6.2003 τον κάλεσε το βράδυ για να του πληρώσει και μέρος του οφειλόμενου υπολοίπου και αφετέρου ότι άλλαζαν συνεχώς τον τρόπο πληρωμής και ενώ τα νέα τιμολόγια εξοφλούντο παρέμειναν απλήρωτα κάποια τιμολόγια, δεν συνάδουν με τη λογική. Δεν είναι ορθό ότι κάποια ανυπόγραφα τιμολόγια είναι εξοφλημένα και πιστεύει ότι λόγω της ταυτόχρονης αποπληρωμής του δανείου και των τιμολογίων γράφτηκαν τα ποσά στις ίδιες κόλλες και συνεπεία σύγχυσης του ενάγοντα δεν πιστώθηκαν τα ποσά που δόθηκαν για τα τιμολόγια. Το ποσό του δανείου το εξόφλησε τοις μετρητοίς σε 3-4 δόσεις και τα ποσά που ο ενάγοντας ανέγραψε στη σημείωση που παρουσίασε στο Δικαστήριο αφορούσαν καθαρά τα τιμολόγια. Ο ενάγοντας ουδέποτε τον ενημέρωσε για το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο, ούτε συμφώνησαν για τέτοιο ποσό και καταχώρησε την αγωγή για να τον εκδικηθεί επειδή του παραπονέθηκε για την χρέωση και την ποιότητα του κρέατος αλλά και εφόσον, λόγω της αντίδρασης του μετά την παρατήρηση που του έκανε, άλλαξε κρεοπώλη. Τότε ο ενάγοντας ανέσυρε από τα συρτάρια του κάμποσες κόλλες και παλιά τιμολόγια ότι δήθεν του χρωστούσε και δεν έχει καμία βάση αγωγής. Η Μ.Υ.2, πεθερά του εναγόμενου, παραλάμβανε τα κρέατα και τα πλήρωνε και όταν κάποτε έμενε υπόλοιπο, όπως είπε, το πλήρωνε με το επόμενο τιμολόγιο. Γνώριζε ότι η συνεργασία τους με τον ενάγοντα σταμάτησε όταν ακρίβυναν τα κρέατα αλλά δεν ήξερε ότι ο ενάγοντας είχε να παίρνει υπόλοιπο. Υποστήριξε ότι δεν είχε ξαναδεί τις καταστάσεις, Τεκμήρια 1 και 2, και δεν είχε η ίδια ευθύνη, ούτε γνώριζε να υπήρχε υπόλοιπο, λέγοντας ότι αν οφείλετο το ποσό των ₤3.500 δεν θα τους έπαιρνε άλλα κρέατα ο ενάγοντας. Αγορεύοντας οι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις τους. Ο κ. Παπαντωνίου αφού αναφέρθηκε στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η εκδοχή του ενάγοντα ότι μεταξύ αυτού και του εναγόμενου τηρείτο λογαριασμός δεδομένου ότι ο ενάγοντας πάντα πληρωνόταν τοις μετρητοίς και αν έμενε υπόλοιπο αυτό ήταν μικρό και στη συνέχεια εξοφλείτο, ενώ ο λογαριασμός που παρουσίασε ο ενάγοντας κατασκευάστηκε μεταγενέστερα από τον ίδιο εν αγνοία του εναγόμενου, όπως είναι φανερό και από τις σημειώσεις της Μ.Υ.2 στο Τεκμήριο 6, από το οποίο προκύπτει ότι είναι αδύνατο το οφειλόμενο υπόλοιπο να ανήλθε στο απαιτούμενο από τον ενάγοντα ποσό. Συνεπώς, υποστήριξε ο συνήγορος, η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί δεδομένου και ότι η έλλειψη έκδοσης αποδείξεων, η πάροδος μακρού χρόνου από την έναρξη της συνεργασίας των διαδίκων και η αντίθετη με τη λογική θέση του ενάγοντα ότι διέκοψαν επειδή υπήρχε υπόλοιπο αλλά συνέχισαν παρά την ύπαρξη του υπολοίπου, καθώς και η έγερση της αγωγής μετά το επεισόδιο της 10ης Ιουνίου 2003, που επίσης δείχνει την αντιφατικότητα της θέσης του ενάγοντα, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αγωγή είναι αβάσιμη και καταχρηστική. Η κα Πιερίδου, με αναφορά στην προσφερθείσα από τους διαδίκους μαρτυρία, εισηγήθηκε ότι ο ενάγοντας είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο σε αντίθεση με τους μάρτυρες υπεράσπισης, των οποίων η μαρτυρία πέραν του ότι είναι αντιφατική σε ουσιώδη σημεία, τα οποία υπέδειξε, έχει δοθεί με αποκλειστικό σκοπό να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του εναγόμενου και πρέπει να αγνοηθεί από το Δικαστήριο δεδομένου ότι ο ενάγοντας έχει αποδείξει την απαίτηση του. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ

(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Αξιολογώντας την προσφερθείσα εκ μέρους του ενάγοντα μαρτυρία με βάση τις προαναφερθείσες αρχές, έχω την άποψη ότι ο ενάγοντας αποκάλυψε στο Δικαστήριο την πραγματική διάσταση των γεγονότων, έχοντας σταθερή και συνεπή θέση, χωρίς αντιφάσεις, ανακολουθίες, υπερβολές και η μαρτυρία του γίνεται πλήρως αποδεκτή ως αξιόπιστη. Δεν κλονίστηκε σε οποιοδήποτε στάδιο κατά την αντεξέταση, ούτε και φάνηκε προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας εκ μέρους του. Η θέση του ότι υπήρχε εμπιστοσύνη μεταξύ του ίδιου και του εναγόμενου λόγω της πολυετούς συνεργασίας τους επιβεβαιώνεται και από τον εναγόμενο αλλά και από το αναντίλεκτο γεγονός ότι έδωσε στον εναγόμενο δάνειο, κατόπιν προφορικής συμφωνίας τους, το οποίο εξοφλήθηκε με σταδιακές πληρωμές του τελευταίου. Περαιτέρω, ο ενάγοντας επεξήγησε ικανοποιητικά τους λόγους που δεν έδινε αποδείξεις στον εναγόμενο για τις πληρωμές και η θέση του ότι το χρεωστικό υπόλοιπο προήλθε από τις ιδιόχειρες σημειώσεις της κας Αυγής επιβεβαιώνεται ουσιαστικά από την τελευταία, η οποία και αναγνώρισε τον γραφικό της χαρακτήρα στις υποδειχθείσες σ' αυτήν σημειώσεις στα Τεκμήρια 1Α και
  1. Όπως εξηγήθηκε από την συνήγορο του το ποσό της αξίωσης του ενάγοντα μειώθηκε κατά ₤100 συνεπεία λανθασμένης καταγραφής ενός ποσού πάνω στην κατάσταση, Τεκμήριο 2, και δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον μου από το οποίο να προκύπτει ότι υπάρχει οποιοδήποτε εσκεμμένο ή άλλο λάθος στην εν λόγω κατάσταση, στην οποία αναφέρεται το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού που προήλθε από την πώληση και παράδοση των προαναφερθέντων προϊόντων από τον ενάγοντα προς τον εναγόμενο και που απαιτείται βάσει της αγωγής. Όπως επεξήγησε ο ενάγοντας τις καταστάσεις, Τεκμήρια 1 και 2, τις ετοίμασε από τα τιμολόγια και τις σημειώσεις της κας Αυγής εφόσον όταν δεν εξοφλούντο τα τιμολόγια κρατούσαν σημειώσεις, κατέγραψε τα ποσά που πληρώνοντο έναντι των τιμολογίων και συμφώνησαν με τον εναγόμενο ότι οφείλετο το ποσό που απαιτεί από αυτόν. Ως προς την ύπαρξη τιμολογίων που είναι ανυπόγραφα, όπως επίσης σαφώς δήλωσε ο ενάγοντας, είναι αποδεκτό ότι έχουν εξοφληθεί και δεν τα διεκδικεί, όπως δεν διεκδικεί και όλα τα εξοφλημένα τιμολόγια τόσο αυτά που εκδόθηκαν προγενέστερα όσο και μεταγενέστερα του παγοποιημένου λογαριασμού, δεδομένου ότι προς το τέλος της συνεργασίας τους ο εναγόμενος πάλι άφηνε ποσά απλήρωτα από τα τιμολόγια και τα εξοφλούσε μεταγενέστερα. Η αντίληψη που μου δημιουργήθηκε είναι ότι η παρούσα αγωγή δεν εγέρθηκε για εκδικητικούς λόγους, ως είναι η εισήγηση της πλευράς του εναγόμενου, καθότι όπως εξήγησε ο ενάγοντας και είναι αποδεκτό από το Δικαστήριο, ανέμενε για δυο χρόνια περίπου να τον εξοφλήσει ο εναγόμενος όπως αρχικά του είχε υποσχεθεί. Αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα δεν υπήρχε λόγος να καθυστερήσει τόσο να εγείρει την αγωγή ο ενάγοντας και λογικά θα έπρεπε να την κινήσει αμέσως μετά την διακοπή της συνεργασίας τους με τον εναγόμενο. Εξάλλου όλα τα τιμολόγια της συνεργασίας τους υπήρχαν και ο εναγόμενος, όπως αποδέχθηκε, είχε τα πρωτότυπα (βλ. μέρος αυτών στα Τεκμήρια 3 και 4 που κατατέθηκαν κατά την αντεξέταση του ενάγοντα αφού του υποδείχθηκαν εκ μέρους του εναγόμενου), οπότε δεν τίθεται θέμα να μην υπάρχει μαρτυρία λόγω της παρόδου του χρόνου όπως έχει δικογραφηθεί στην έκθεση υπεράσπισης. Όπως εξήγησε ο ενάγοντας και γίνεται αποδεκτό, ήταν εισήγηση του εναγόμενου να παγοποιηθεί ο λογαριασμός όταν διαπιστώθηκε το μεγάλο υπόλοιπο, με την συμφωνία τα νέα τιμολόγια να εξοφλούνται στο εξής, όπως και γινόταν σύμφωνα με τον ενάγοντα (βλ. και Τεκμήριο 5). Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί ουσιώδης αντίθεση και καθοριστικής σημασίας για την υπόθεση του ενάγοντα, το γεγονός ότι σύμφωνα με την μαρτυρία η διακοπή της συνεργασίας των διαδίκων επήλθε στις 10.6.2003 ενώ στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται ότι αυτό έγινε περί τον Μάιο του 2003, δεδομένης της θετικής εντύπωσης που δημιούργησε στο Δικαστήριο ο ενάγοντας ως μάρτυρας και του επουσιώδους του θέματος, χωρίς να αγνοείται ότι η αναφορά στο δικόγραφο του χρόνου διακοπής της συνεργασίας είναι κατά προσέγγιση. Αντίθετα, η εκδοχή του εναγόμενου δεν παρουσιάζει συνέπεια και σταθερότητα και, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια, η μαρτυρία που έχει δοθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη της περιέχει αντιφάσεις και ανακολουθίες, σε μια προσπάθεια αλλοίωσης της πραγματικότητας. Επισημαίνεται αρχικά ότι στη γραπτή του δήλωση ο εναγόμενος υποστήριξε ότι συμφώνησαν με τον ενάγοντα ότι καμία συναλλαγή δεν θα αναγνωριζόταν αν δεν υπογράφοντο τα τιμολόγια. Ωστόσο κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι πριν τις 9.5.2001 δεν υπογράφοντο τιμολόγια αλλά η συνεργασία τους με τον ενάγοντα ήταν άριστη και εντέλει δέχθηκε ότι υπήρχαν και ανυπόγραφα εξοφλημένα τιμολόγια. Παρόλο δε που δεν γνώριζε τίποτε για τις κόλλες που ο ενάγοντας υποστήριξε ότι ήταν κατάσταση λογαριασμού, δηλαδή για το Τεκμήριο 2, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι μετά την κατάσταση λογαριασμού εξοφλούσε όλα τα τιμολόγια. Η υπερβολή ήταν φανερή στη μαρτυρία του εναγόμενου και το ύφος του καθ΄ όλη τη διάρκεια που έδινε τη μαρτυρία του καταδεικνύει ότι δεν υπήρχε διάθεση εκ μέρους του να τεθεί η αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου. Έφθασε στο σημείο να ισχυρισθεί ότι μπορεί να πληρωνόταν εκ μέρους του και μεγαλύτερο του οφειλόμενου με το τιμολόγιο ποσού το οποίο πιστώνετο υπέρ του για την επόμενη παραγγελία ενώ όταν κατά την επανεξέταση ρωτήθηκε σχετικά, ανέφερε ότι αν έδινε στην πεθερά του περισσότερα χρήματα από όσα στοίχιζε η παραγγελία αυτή του τα επέστρεφε. Η αναφορά του ότι ο ενάγοντας έφτιαξε τα υπόλοιπα που ζητά με την φαντασία του κρίνεται εκτός πραγματικότητας και φανερώνει την έλλειψη επιχειρημάτων προς υποστήριξη της εκδοχής του σε σχέση με την ξεκάθαρη και σαφή θέση του ενάγοντα. Οπωσδήποτε δε η θέση του για το τι συνέβη το βράδυ που διέκοψαν τη συνεργασία με τον ενάγοντα δεν γίνεται αποδεκτή καθότι δεν υπήρχε λόγος να καλέσει τον ενάγοντα βράδυ για να του παραπονεθεί όπως ισχυρίστηκε καθόσον αυτό μπορούσε να το κάνει οποιαδήποτε ώρα της ημέρας που ο ενάγοντας του παρέδιδε τις παραγγελίες, ενόσω η εκδοχή του τελευταίου είναι πολύ πιο πειστική και φυσική και δείχνει ότι η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων διακόπηκε με δική του απόφαση λόγω της μη εξόφλησης του παλαιού υπολοίπου των συναλλαγών τους και της έντασης που δημιουργήθηκε μεταξύ τους. Με τη μαρτυρία του ο εναγόμενος άφησε να νοηθεί ότι ενήμερη για τις συναλλαγές που είχαν με τον ενάγοντα ήταν η πεθερά του εναγόμενου, Μ.Υ.2, καθότι αυτή παλαιότερα τηρούσε σχετικό λογαριασμό και πλήρωνε τον ενάγοντα, ενώ όπως θα αναφερθεί και πιο κάτω, με την μαρτυρία της η πεθερά του αρνείται ότι γνώριζε όσα της αποδίδονται και ισχυρίζεται ακριβώς το αντίθετο. Περαιτέρω, η Μ.Υ.2 στην αγωνιώδη της προσπάθεια να απαλλάξει τον γαμπρό της από οποιαδήποτε ευθύνη για πληρωμή του απαιτούμενου ποσού προέβη σε δηλώσεις που αφενός έρχονται σε αντίθεση με όσα υποστήριξε ο εναγόμενος και σε αντιπαραβολή αφετέρου με την λοιπή υπάρχουσα μαρτυρία δείχνουν την αναλήθεια της θέσης της. Η Μ.Υ.2 άφησε να νοηθεί ότι δεν ήταν υπεύθυνη η ίδια για την παραλαβή των κρεάτων και την πληρωμή τους στον ενάγοντα ενόσω ο εναγόμενος υποστήριξε ότι συνήθως η πεθερά του παραλάμβανε τα κρέατα και πλήρωνε τον ενάγοντα με τα χρήματα που της έδινε ο ίδιος, θέση που κρίνεται ορθή βάσει τόσο της μαρτυρίας του ενάγοντα όσο και των επί τιμολογίων, ως είναι αναμφισβήτητο, υπογραφών της. Παρόλο που η αρχική της αντιμετώπιση ήταν ότι δεν έδινε σημειώσεις για οφειλόμενα υπόλοιπα εφόσον μπορούσε να έμενε ένα μικρό υπόλοιπο που πληρωνόταν με το επόμενο τιμολόγιο, στη συνέχεια αναγνώρισε τα γραφόμενα της τόσο στη σημείωση επί του τιμολογίου με αρ. 00702 του Τεκμηρίου 1Α, από την οποία προέκυψε το οφειλόμενο αρχικά σύμφωνα με τον ενάγοντα υπόλοιπο των ₤1.500, όσο και στις σημειώσεις επί των υποδειχθέντων σ' αυτή τιμολογίων του Τεκμηρίου 6, που προηγούνται της δημιουργίας του εν λόγω υπολοίπου. Από τις σημειώσεις και όσα η ίδια αναγνώρισε ότι έγραψε προκύπτει ότι η εκδοχή της υπεράσπισης ότι αν υπήρχε υπόλοιπο μετά την πληρωμή του τιμολογίου αυτό ήταν μικρό, δηλαδή μερικές λίρες, και εξοφλείτο με το επόμενο τιμολόγιο, δεν είναι ορθή και απορρίπτεται. Αλλά και για τον λόγο διακοπής της συνεργασίας των διαδίκων φαίνεται ότι υπάρχει διαφορά στην μαρτυρία της Μ.Υ.2 με τον εναγόμενο καθότι η πρώτη υποστήριξε ότι η συνεργασία των διαδίκων διακόπηκε επειδή ο γαμπρός της βρήκε αλλού φτηνότερο κρέας ενώ σύμφωνα με τον τελευταίο η συνεργασία διακόπηκε λόγω της αντίδρασης του ενάγοντα μετά τα παράπονα του εναγόμενου για την χρέωση και την ποιότητα του κρέατος. Οι υπάρχουσες διαφορές στη μαρτυρία της υπεράσπισης καταδεικνύουν την έλλειψη της γνησιότητας της προβληθείσας θέσης του εναγόμενου και επιβεβαιώνουν την σαφή και αποδεκτή σχετική θέση του ενάγοντα. Είναι προφανές ότι στους υποδειχθέντες πιο πάνω ισχυρισμούς της Μ.Υ.2 δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα και φανερώνουν ότι ο μοναδικός της στόχος ήταν να βοηθήσει τον εναγόμενο γαμπρό της. Είναι πρόδηλο κατά την αντίληψη μου, κατόπιν της αξιολόγησης της προσφερθείσας μαρτυρίας, ότι από τον Φεβρουάριο του 2001, που ως είναι αναμφισβήτητο ο ενάγοντας δάνεισε με προφορική συμφωνία στον εναγόμενο το ποσό των ₤2.000, μέχρι και τον Απρίλιο του 2001 και παρόλο που ο ενάγοντας εξακολουθούσε να εκτελεί και να παραδίδει στον εναγόμενο παραγγελίες για κρέατα, ο τελευταίος δεν πλήρωνε τα εκδοθέντα τιμολόγια δεδομένου ότι κατέβαλε στον ενάγοντα ποσά προς εξόφληση του δανείου. Η μη πληρωμή των τιμολογίων κατά την περίοδο εκείνη και η εν μέρει πληρωμή των μεταγενέστερα εκδοθέντων τιμολογίων είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του οφειλόμενου στις 27.2.2001 υπολοίπου των ₤1.500, όπως προβάλλει από την σχετική ανάλυση των ποσών στα Τεκμήρια 1 και 2, στο απαιτούμενο με την αγωγή ποσό. Επισημαίνεται τέλος ότι δεν τέθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το απαιτούμενο ποσό δεν αντιπροσωπεύει την αξία πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων του ενάγοντα προς τον εναγόμενο ούτε και αμφισβητήθηκε ουσιαστικά εκ μέρους της υπεράσπισης η αξία των τιμολογίων. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση κρίνεται ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση έχουν ως ο ενάγοντας τα περιέγραψε στην μαρτυρία του, στην οποία βασίζονται τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως προαναφέρθηκε. Συνοπτικά μπορεί να λεχθεί ότι, κατά την διάρκεια της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων κατά την οποία ο ενάγοντας πωλούσε και παρέδιδε κρέατα που του παρήγγελλε ο εναγόμενος για το εστιατόριο του, ο ενάγοντας εξέδιδε τιμολόγια επ΄ ονόματι του εναγόμενου τα οποία υπογράφοντο ότι παρελήφθησαν εκ μέρους του εναγόμενου και επειδή από τις αρχές του 2000 δεν εξοφλούντο εξ ολοκλήρου δημιουργήθηκε ένα υπόλοιπο οφειλόμενο από τον εναγόμενο στον ενάγοντα βάσει των εκδοθέντων τιμολογίων (Τεκμήρια 1Α, 2Α και 2Β), που στις 29.11.2001 ανερχόταν στις ₤3.410,
  2. Παρόλο που ο εναγόμενος ενημερώθηκε για την ύπαρξη του υπολοίπου βάσει κατάστασης που ζήτησε από τον ενάγοντα να του ετοιμάσει, Τεκμήριο 2, και συμφώνησε για την οφειλή του αυτή και το ύψος της, δεν το εξόφλησε καθ' οιονδήποτε χρόνο παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις του προς τον ενάγοντα. Ως προς τη νομική πτυχή του θέματος κρίνεται ότι βάση της παρούσας αγωγής αποτελεί το χρεωστικό υπόλοιπο που προήλθε από συναλλαγές μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου προσωπικά. Το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα βασίζεται στις εν λόγω συναλλαγές και στο Τεκμήριο 2, το οποίο περιλαμβάνει αναλυτικά την αξία των τιμολογίων για την πώληση και παράδοση κρεάτων που περιγράφονται σ' αυτό από τον ενάγοντα στον εναγόμενο, μετά την αφαίρεση των χρημάτων που δόθηκαν εκ μέρους του εναγόμενου, αναγράφεται το απαιτούμενο υπόλοιπο, χωρίς ο εναγόμενος να υποδείξει ότι οποιοδήποτε ποσό του εν λόγω Τεκμηρίου είναι λανθασμένο. Ο ενάγοντας βάσει της προσαχθείσας μαρτυρίας έχει αποδείξει ότι συνεβλήθη με τον εναγόμενο προσωπικά και ως εκ τούτου το απαιτούμενο ποσό οφείλεται από τον τελευταίο προς αυτόν. (βλ. Goodtones Ltd v. A. Pelecanos Signsway Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 640). ´Εχει ικανοποιήσει επίσης το Δικαστήριο ότι τα επίδικα τιμολόγια των Τεκμηρίων 6, 1Α, 2Α και 2Β, αντιπροσώπευαν τη συμφωνία τους με τον εναγόμενο για πώληση και παράδοση σ΄ αυτόν των εμπορευμάτων που αφορούσαν (βλ. Halsbury´s Laws of England, 4η Έκδ., Τόμος 41, σημείωση 3 της παρ. 644). Είναι θεμελιωμένο ότι στις αστικές υποθέσεις το γενικό βάρος της απόδειξης το φέρει ο ενάγων και βασίζεται στην απλή πιθανολόγηση. Όπως λέχθηκε περαιτέρω στην υπόθεση Ιορδάνους ν. Ζήνωνος
(1998)1 Α.Α.Δ. 652: «Το ειδικό βάρος απόδειξης αφορά την ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επιδίκου θέματος ή ενός ισχυρισμού που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε". Στην υπό κρίση υπόθεση, από την προσαχθείσα μαρτυρία, όπως αυτή αξιολογήθηκε, προκύπτει ότι ο ενάγοντας, που φέρει το γενικό βάρος απόδειξης της αξίωσης του, έχει αποδείξει την προς αυτόν οφειλή του εναγόμενου, ενώ ο τελευταίος δεν απέδειξε ότι εξόφλησε τα τιμολόγια που δημιούργησαν το αξιούμενο από τον ενάγοντα ποσό. Δεν μου διαφεύγει ότι στην έκθεση απαίτησης το αξιούμενο ποσό απαιτείται ως χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού. Είναι επίσης δικογραφημένο ότι το εν λόγω υπόλοιπο προέκυψε από την πώληση και παράδοση από τον ενάγοντα στον εναγόμενο κρεάτων με έκδοση τιμολογίων. Η μαρτυρία κατέδειξε ότι η κατάσταση λογαριασμού ετοιμάστηκε από τον ενάγοντα με την καταγραφή των τιμολογίων και των πληρωμών σε χρόνο μεταγενέστερο των συγκεκριμένων συναλλαγών και σύμφωνα με τον ενάγοντα ο εναγόμενος την αποδέχθηκε, ενόσω ο τελευταίος αρνείται ότι υπήρξε τέτοια κατάσταση. Ο εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated), που αποτελεί αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα στηρίζεται στην ύπαρξη λογαριασμού μεταξύ των μερών με κονδύλια και στις δυο πλευρές και στην ύπαρξη συμφωνίας ότι το πληρωτέο ποσό είναι το συμφωνημένο υπόλοιπο ( βλ. Ττόκκου ν. Σεργίου
(1993)1 ΑΑΔ 60). Παρόλο που η εκδοχή του ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση είναι αποδεκτή από το Δικαστήριο, δεν συνάγεται χωρίς αμφιβολία υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης ότι αιτία της αγωγής είναι εκκαθαρισμένος λογαριασμός (βλ. και σύγγραμμα Chitty on Contracts, 24th Edition, Vol. I, General Principles, παραγρ. 1899-1901). Ωστόσο, όπως έχει νομολογηθεί, είναι δυνατόν να αποδοθεί θεραπεία που δεν επιζητείται εφόσον στοιχειοθετούνται τα γεγονότα της έκθεσης απαίτησης για τη θεραπεία αυτή (βλ. Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 ΑΑΔ 400). Στην υπόθεση Alexandros Evangelou Camera House Ltd κ.α. v. Minerva Finance and Investments Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 1734, επαναβεβαιώθηκε η εν λόγω αρχή με αναφορά στη νομολογία και τονίστηκε ότι είναι παραδεκτή η παροχή αρμόζουσας θεραπείας, άσχετα από το ακριβές νομικό πέπλο κάτω από το οποίο τίθεται η απαίτηση, εφόσον στοιχειοθετούνται τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την απαίτηση. Εν όψει των προαναφερθέντων, κρίνεται ότι ο ενάγοντας έχει αποδείξει την απαίτηση του εναντίον του εναγόμενου στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις στη βάση των γεγονότων που προβάλλουν στην έκθεση απαίτησης και συγκεκριμένα απέδειξε ότι το απαιτούμενο ποσό προέκυψε από την παράλειψη του εναγόμενου να εξοφλήσει τα τιμολόγια που εκδόθηκαν για την πώληση και παράδοση κρεάτων σ' αυτόν κατά την χρονική περίοδο μεταξύ των αρχών του 2000 και της 29.11.2001. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για το αντίστοιχο της αξίωσης του ποσό των £3.410,95, δηλαδή για το ποσό των €5.827,95, που αποτελεί το νέο ισχύον στην Κύπρο νόμισμα σύμφωνα με τον περί Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμο αρ.33
(1)/07, πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται επίσης υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ......... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.