ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΠΑΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ν. ΜΑΡΩΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ, Αρ. Αγωγής: 5340/02, 23 Απριλίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5340/02 Μεταξύ: ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΠΑΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Ενάγοντας -και- ΜΑΡΩΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ Εναγόμενη -------------------------- HMEΡΟΜΗΝΙΑ: 23 Απριλίου 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κος Βορκάς Για την Εναγόμενη: κα Γεωργιάδου ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων ζητά από την Εναγόμενη ποσό £5.500 ως δικηγορική αμοιβή δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερ. 9.11.
- Σύμφωνα με την ΄Εκθεση Απαίτησης ο Ενάγων, δικηγόρος, κατά ή περί 9.11.2001 συμφώνησε με την Εναγόμενη όπως για τις νομικές υπηρεσίες του, που πρόσφερε σε αυτή υπό μορφή συμβουλών, πολύωρων συσκέψεων, παραστάσεων στην Αστυνομία σε σχέση με διερευνώμενη εναντίον της σοβαρή ποινική υπόθεση του καταβάλει το ποσό των ΛΚ5.500 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Ήταν ρητός ή και σιωπηρός όρος της συμφωνίας ότι ο Ενάγων θα παρείχε τις επαγγελματικές του υπηρεσίες προς την Εναγόμενη σε σχέση με την διερεύνηση των αδικημάτων και μετά την 9.11.
- Η Εναγόμενη στις 9.11.2001 προς επιβεβαίωση της συμφωνίας υπέγραψε σχετική δήλωση με την οποία υποσχόταν να καταβάλει την αμοιβή του το αργότερο 15.12.
- Ο Ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του από 29.10.2001 μέχρι 14.11.2001 σε σχέση με διερευνώμενες ποινικές υποθέσεις υπό μορφή πολύωρων συσκέψεων, συμβουλών, παραστάσεων στην Αστυνομία και στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Περαιτέρω ο Ενάγων παρέσχε τις υπηρεσίες του προς την Εναγόμενη μέχρι την 15.12.2001 και σε σχέση με αστικές υποθέσεις της που είχαν άμεση σχέση με τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Η Εναγόμενη με την Υπεράσπιση της αρνείται ότι οφείλει το ποσό των ΛΚ5.500 για παρασχεθείσες υπηρεσίες σ' αυτή. Επίσης αρνείται ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 1 με την θέληση της και ισχυρίζεται ότι υπέγραψε κατόπιν ψυχικής πίεσης, απειλές ψευδών παραστάσεων, δόλου, απάτης, εκφοβισμού και αθέμιτης επιρροής που ασκήθηκε σε βάρος της την 9.11.2001 από τον Ενάγοντα εκμεταλλευόμενος την σχέση αυτής ως πελάτιδας και εκείνου ως δικηγόρου της και αξιοί ανταπαιτητικώς εναντίον του Ενάγοντα, διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την ακύρωση και/ή ότι είναι άκυρη η γραπτή δήλωση, η παρουσιαζόμενη από τον Ενάγοντα ως γραπτή συμφωνία ημερομηνία 9.11.2001 ως εξασφαλισθείσα ή/και επιτευχθείσα δυνάμει δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή εκφοβισμού και/ή αθέμιτης επιρροής και/ή ψυχικής πίεσης ασκηθείσας σε βάρος της από τον Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας στην Απάντηση του στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγομένης καθώς και την ανταπαίτηση. O Ενάγων για να αποδείξει την υπόθεση του στηρίχθηκε στη δική του μαρτυρία (ΜΕ1) του Ντίνου Φακαλά (ΜΕ2) και της Δέσπως Παπαχρυσοστόμου (ΜΕ3), ενώ η Εναγόμενη στηρίχθηκε στη δική της μαρτυρία (ΜΥ1) και κάλεσε και τρεις μάρτυρες τον σύζυγο της Φίλιππο Δημητριάδη (ΜΥ2), την αδελφή της Βάσω Βιολάρη (ΜΥ3), και τον Τάσο Παναγιώτου ως ΜΥ4, ο οποίος κλήθηκε για αντεξέταση από την πλευρά του Ενάγοντα σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 ως ετροποποιήθηκε. Δεν θα επιχειρήσω να καταγράψω σε έκταση την μαρτυρία των προαναφερθέντων προσώπων καθότι κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Η δοθείσα όμως προφορική και έγγραφη μαρτυρία σε όλη της την έκταση εξετάσθηκαν ενδελεχώς και αξιολογήθηκαν πλήρως από το Δικαστήριο παρά την απουσία ρητής αναφοράς. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των όσων θα ακολουθήσουν θα γίνει μια περιληπτική αναφορά στα όσα λέχθηκαν από τους μάρτυρες. Ήταν η εκδοχή του Ενάγοντα και των μαρτύρων του ο οποίος είναι δικηγόρος και ασκεί το επάγγελμα του στη Λευκωσία ότι στις 29.10.2001 πρωί περίπου ήρθε στο γραφείο του ο κοινοτάρχης της Αγ. Βαρβάρας Ντίνος Φακαλάς, ΜΕ
- Η επίσκεψη του είχε σχέση με δημοσιεύματα στον τύπο ότι και στην Αγ. Βαρβάρα είχαν γίνει δόλιες μεταβιβάσεις κτημάτων και ήθελε να τον συμβουλευτεί σε σχέση με ενέργειες του σαν κοινοτάρχης να δώσει πιστοποιητικά στη Εναγόμενη για να αποκτήσει τίτλους σε διάφορα κτήματα. Θορυβήθηκε γιατί είχαν ήδη γίνει συλλήψεις κοινοταρχών για παρόμοιες υποθέσεις. Ο κ. Φακαλάς πήγε χωρίς ραντεβού και η συνάντηση κράτησε μέχρι το μεσημέρι 4 έως 5 ώρες. Ο κ. Φακαλάς πήγε και την επομένη στο γραφείο του 30.10.2001 πάλι το πρωί, κάθισε αρκετές ώρες 4 έως
- Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ2 μετά που ειδοποίησε προς τούτο την Εναγόμενη ο Ενάγοντας μετά που του ανέφερε τα γεγονότα και την εμπλοκή της Εναγομένης του ανέφερε ότι θα έπρεπε να δει και την Εναγομένη για την υπόθεση. Την Πέμπτη 1.11.2001 ο ΜΕ2 πήγε στο γραφείο του Ενάγοντα μαζί με την η Εναγόμενη. Έμειναν μαζί του μέχρι το μεσημέρι και ξαναήρθαν στις 6.30μ.μ. της ίδιας ημέρας. Κατά τις συναντήσεις αυτές που κράτησαν 5 έως 6 ώρες η Εναγόμενη του εξηγούσε τον τρόπο που έβγαζε τα κοτσιάνια. Επειδή είδε ότι τα γεγονότα όπως του τα διηγήθηκε ήταν τέτοια που πολύ πιθανόν θα οδηγείτο η Εναγόμενη σε καταδίκη, η συμβουλή που της είχε δώσει και την οποία τελικά αποδέχθηκε η Εναγόμενη ήταν αν την καλέσουν στην Αστυνομία για ανάκριση ή κατάθεση, να αρνηθεί να απαντήσει σε ερωτήσεις ασκώντας το δικαίωμα της σιωπής. Επειδή διακατείχετο από φοβία και ήταν αρκετά αναστατωμένη, ήταν σε κακή ψυχολογική κατάσταση, της είπε όταν την καλέσουν στην Αστυνομία να του τηλεφωνήσει και ο ίδιος θα πάει αμέσως εκεί. Την επομένη ημέρα το πρωί 2.11.2001 η Εναγομένη πήγε στο γραφείο του Ενάγοντα μόνη της και κάθισε για αρκετές ώρες 4-5 λέγοντας τα ίδια και δίδοντας του Ενάγοντα και διάφορα έγγραφα. Ήταν πάλι αναστατωμένη και της είπε ότι τις υποθέσεις της θα προσπαθήσει να τις αποποινικοποιήσει και θα τις κάνει αστικές υποθέσεις. Την Δευτέρα 5.11.2001 η Εναγόμενη πήγε το πρωί στο γραφείο του Ενάγοντα, έμεινε 2-3 ώρες και ο λόγος της συνάντησης του ήταν ότι την ζήτησαν από την Αστυνομία. Ο Ενάγοντας της έδωσε θάρρος γιατί πάλι ήταν αναστατωμένη, της επανέλαβε ότι δεν πρέπει να πει οτιδήποτε και ότι έπρεπε να εκμεταλλευτεί το δικαίωμα της να τηρήσει σιγή. Τελικά έφυγε και συμφώνησαν ότι το απόγευμα που θα πήγαινε στην Αστυνομία θα αρνιόταν να απαντήσει σε ερωτήσεις, θα τους έλεγε ότι δεν έκαμε τίποτε και αν αισθανόταν την ανάγκη να ήταν παρών θα του τηλεφωνούσε να πάει εκεί. Πράγματι το απόγευμα του τηλεφώνησε και πήγε εκεί και την είδε να δίνει κατάθεση. Διεκόπη η κατάθεση της και πήγαν σε ένα δωμάτιο η Εναγόμενη, ο σύζυγος της και ο ίδιος. Του είπε ότι άρχισε να δίνει κατάθεση και ότι οι Αστυνομικοί κατάλαβαν ότι τους έλεγε ψέματα. Η θέση η δική του ήταν να μην δώσει κατάθεση, να σιωπήσει αντί να πει ψέματα. Χρειάστηκε μία ολόκληρη ώρα να επιμένει να μην δώσει κατάθεση γιατί αυτό ήταν το συμφέρον της. Τελικά πείστηκε. Της εξήγησε ότι με το να μην δώσει κατάθεση θα μπορούσε ο ίδιος να διαπραγματευτεί με την Αστυνομία την μη δίωξη της προσφέροντας στην Αστυνομία όλη την αλήθεια σε σχέση με τον ρόλο του κτηματολογικού υπάλληλου ονόματι Μακαρίτη για τον οποίο ενδιαφερόταν η Αστυνομία. Τελικά με την άδεια της Αστυνομίας η ανάκριση διεκόπη και η Εναγόμενη μαζί με τον σύζυγο της έφυγαν από την Αστυνομία. Ο ίδιος έμεινε εκεί μιλώντας με τους αστυνομικούς-ανακριτές και τους έκαμε πρόταση να μην διωχθεί ποινικά η Εναγόμενη και να τους πει όλη την αλήθεια. Ως αντιλήφθηκε το ενδιαφέρον των Αστυνομικών ήταν για τον πιο πάνω κτηματολογικό υπάλληλο που διενέργησε τις εγγραφές των κτημάτων. Η απάντηση τους ήταν ότι θα ζητούσαν οδηγίες από τον Γενικό Εισαγγελέα. Προτού φύγει η Εναγόμενη και ο σύζυγος της από το αρχηγείο την ενημέρωσε για τις ενέργειες του προς την κατεύθυνση αυτή. Οι ενέργειες του αυτές κράτησαν 3 περίπου ώρες. Στις 8.11.2001 του ζητήθηκε ραντεβού. Δεν θυμόταν ο Ενάγοντας αν ήταν ο Φακαλάς ΜΕ2 ή η Εναγομένη που το ζήτησε, δεν είχε χρόνο να τους δεχθεί στο γραφείο και τους δέχθηκε στο σπίτι του η ώρα 6.00 μ.μ. Στη συνάντηση ήταν ο Φακαλάς, η Εναγόμενη, ο σύζυγος της και ο Ενάγοντας. Το θέμα προς συζήτηση ήταν να πει η Εναγόμενη στην Αστυνομία την αλήθεια και ποια ήταν αυτή και όλα αυτά υπό τον όρο ότι δεν θα διωκόταν. Ήταν φιλύποπτη και δεν πίστευε ότι μπορούσε να ανταλλαγεί η μαρτυρία της με μη δίωξή της, ρωτούσε συνεχώς αν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Προσπάθησε ο Ενάγοντας να την πείσει να πει την αλήθεια. Ο Ενάγοντας ήταν πολύ αισιόδοξος και της το έλεγε αφού ο κ. Τάσος Παναγιώτου απεδέχθη την εισήγηση του και ήταν θέμα έγκρισης από τον Γενικό Εισαγγελέα. Στο τέλος της συζήτησης έθεσε θέμα πληρωμής για τις υπηρεσίες του λέγοντας ότι συμπεριλαμβάνεται και ο χρόνος που διέθεσε βλέποντας τον ΜΕ2 κ. Φακαλά και ότι για τις υπηρεσίες του θέλει ΛΚ5.000 πλέον ΦΠΑ που ήταν ΛΚ
- Η Εναγόμενη είπε ότι είναι πολλά, ο ίδιος της είπε ότι στην αμοιβή του περιλαμβάνονταν στο ποσό αυτό και οι υπηρεσίες του που θα χρειασθεί λίαν προσεχώς ώσπου να τελειώσει η υπόθεση. Τελικά δεν συμφώνησαν και η Εναγόμενη, ο σύζυγος της και ο Φακαλάς έφυγαν. Της είπε ότι αν δεν πληρωθεί θα σταματήσει να την εκπροσωπεί. Την επόμενη ημέρα το πρωί του τηλεφώνησε ο σύζυγος της Εναγομένης και του είπε ότι τον θέλουν για δικηγόρο τους, αλλά τον παρακάλεσε να κάμει μια έκπτωση στην αμοιβή του και ο ίδιος αρνήθηκε. Το τηλεφώνημα έγινε το πρωί γύρω στις 8.00-8.30 π.μ. Μόλις τελείωσε το τηλεφώνημα μπήκε στο γραφείο του η Εναγόμενη μαζί με τον Φακαλά. Η Εναγόμενη του είπε ότι θα πληρώσει ΛΚ5.000 πλέον ΦΠΑ, αλλά δεν κρατούσε, θα το κανόνιζε σε λίγες ημέρες, 15 ημέρες το πολύ. Της είπε δεν υπάρχει πρόβλημα. Φώναξε την υπάλληλο του για να της υπαγορεύσει την σχετική δήλωση και οπότε εκείνη επενέβη και είπε βάλε τις 15 Δεκεμβρίου για να τον πληρώσει, ο ίδιος δέχθηκε, δακτυλογραφήθηκε το έγγραφο, το υπόγραψε η Εναγόμενη, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Ενώ ανέμενε το έγγραφο να δακτυλογραφηθεί η Εναγόμενη μουρμουρούσε ότι την χρέωσε πολλά χρήματα για τόση λίγη δουλειά. Στη συνέχεια πήγαν στην Αστυνομία στο αρχηγείο η Εναγόμενη και ο ίδιος. Εκεί στο αρχηγείο Αστυνομίας ζήτησε να τον δει ο κ. Τάσος Παναγιώτου και στην παρουσία του Αστυνόμου κ. Ανδρέα Ναούμ, τον ρώτησε αν άφησε κανένα υπονοούμενο προς την Εναγόμενη ότι δήθεν θα πληρώσει στην Αστυνομία με χρήματα που εκείνη θα του έδινε. Του απάντησε αρνητικά και στην επιμονή του γιατί ρωτά τον πληροφόρησε ότι κάπου η Εναγομένη είπε σε κάποιο ότι ο δικηγόρος της εν να ταΐσει την Αστυνομία. Ο Ενάγοντας ζήτησε από τον κ. Παναγιώτου να την φωνάξει να μπει στο γραφείο του. Όταν ήρθε η Εναγόμενη μέσα στην παρουσία των δύο αυτών προσώπων την ρώτησε ευθέως εάν της άφησε υπονοούμενο σχετικά με την αμοιβή του ότι θα πληρώσει την Αστυνομία και η απάντηση της ήταν ότι δεν συνέβη κάτι τέτοιο και το θέμα έληξε. Στη συνέχεια ανακοινώθηκε ότι η απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα ήταν ότι η Εναγόμενη δεν θα διωχθεί ποινικά αν πει την αλήθεια. Η Εναγόμενη συμφώνησε και στη συνέχεια άρχισε να δίνει κατάθεση σε άλλο γραφείο. Έμεινε όλο το πρωινό μαζί της, η κατάθεση της θα συνεχιζόταν και το απόγευμα αλλά επειδή δεν τον χρειαζόταν έφυγε. Οι υπηρεσίες του κράτησαν όλο το πρωινό πέραν των 4 ωρών. Το ίδιο βράδυ ή την επομένη ο Ενάγοντας πήρε τηλέφωνο τον Φακαλά στο χωριό, του είπε τα καθέκαστα και ο ΜΕ2 Φακαλάς του υποσχέθηκε ότι θα την ρωτούσε για να μάθει τι συνέβη και ο Ενάγοντας του είπε επιτακτικά να την πιάσει από το χέρι και να του την φέρει στο γραφείο. Την Δευτέρα 12.11.2001 στις 8.00 π.μ. ήρθε ο κ. Φακαλάς ΜΕ2 με την Εναγόμενη στο γραφείο του Ενάγοντα όπως του είχε ζητήσει ο Ενάγοντας. Όταν μπήκαν μέσα στο γραφείο του Ενάγοντα αυτός με έντονο ύφος άρχισε να της κάνει δριμύτατες παρατηρήσεις για όσα έλεγε για τον ίδιο και για το δήθεν ρόλο του για πληρωμή χρημάτων στην Αστυνομία. Η απάντηση της ήταν, δείχνοντας μάλιστα και έκπληξη, ότι ποτέ δεν είπε τέτοια λόγια. Μετά από 5 έως 10 λεπτά έντονης φραστικής επίθεσης προς αυτή, από τον Ενάγοντα επενέβη ο Φακαλάς ΜΕ2 και της είπε, ότι έπρεπε να πει στον Ενάγοντα την αλήθεια, τι έγινε, γιατί είναι δικηγόρος του και η Εναγομένη τελικά είπε ότι επειδή ζήτησε ΛΚ5.000 υπέθεσε ότι θα πληρώσει την Αστυνομία. Ο Ενάγοντας εξαγριώθηκε και οι φωνές του ακούγονταν έξω από το γραφείο. Της είπε να τον πληρώσει και να πάρει τα χαρτιά της και να φύγει. Η Εναγόμενη άρχισε τα παρακάλια, του ζήτησε συγνώμη, επέμενε και ο Φακαλάς ΜΕ2 να μείνει δικηγόρος της επειδή κατ' επανάληψη του ζήτησε συγνώμη και ο Ενάγοντας αποδέχθηκε. Τις επόμενες ημέρες η Εναγόμενη ξαναήρθε στο γραφείο του και ήθελε συμβουλές σε σχέση με την πώληση των κτημάτων στον Κολώτη, μάλιστα είχε στείλει και επιστολές μέσω άλλου δικηγόρου, του είχε εμπιστευθεί επιταγές ακάλυπτες για να κινήσει αγωγή δια να της εισπράξει και τελικά 3-4 ημέρες πριν τις 15.12.2001 η Εναγόμενη ήρθε και του ζήτησε τον φάκελο της, τις επιταγές και τα συμβόλαια τα οποία της έδωσε. Όταν τελικά δεν τον πλήρωσε 15 Δεκεμβρίου την πήρε τηλέφωνο. Στην αρχή του είπε ότι θα έρθει να πληρώσει, μετά του είπε ότι είναι πολλά που την χρέωσε και τελικά αρνήθηκε να τον πληρώσει. Η εκδοχή της Εναγομένης ήταν ότι στις 30.10.2001 ο κ. Ντίνος Φακαλάς ΜΕ2 της έφερε στο σπίτι του την επαγγελματική κάρτα του Ενάγοντα και της είπε ότι την θέλει να πάει στο γραφείο του. Η ίδια απόρησε για την επιθυμία αυτή του δικηγόρου και ο κ. Φακαλάς της είπε ότι είναι για κάποια κτήματα χωρίς να της δώσει περισσότερες λεπτομέρειες. Την μεθεπόμενη μέρα πήρε τηλέφωνο τον Ενάγοντα ο οποίος θύμωσε γιατί δεν τον πήρε την προηγούμενη μέρα αμέσως μόλις της έδωσε το μήνυμα του ο κ. Φακαλάς. Από το τηλέφωνο της είπε ότι την θέλει για κάποιες εγγραφές κτημάτων που είχε ζητήσει από το Κτηματολόγιο. Της εξήγησε που είναι το γραφείο του και της είπε ότι θα την περιμένει. Πράγματι πήγε στο γραφείο του, κατόπιν πρόσκλησης του, μόνη της το πρωί κατά ή περί την 2.11.2001 και εξήγησε στον Ενάγοντα τι ακριβώς έκανε με τις αιτήσεις σχετικά με τα κτήματα που είχε πληροφορηθεί ότι ανήκαν στην οικογένεια της. Του ανάφερε επίσης ότι υπήρχαν στην περιοχή Κολώτες δύο κτήματα και ότι ο κ. Φακαλάς για αυτά ζήτησε από τον κ. Μακαρίτη να τα γράψει στο όνομα της μητέρας της Εναγομένης διότι έχει έτοιμους αγοραστές καθότι ο κ. Φακαλάς έχει κτηματομεσιτικό γραφείο με την ονομασία ΣΩΛΝΤΙΛΑΚ. Έτσι και έγινε ο κ. Μακαρίτης τα έγραψε στο όνομα της μητέρας της Εναγομένης χωρίς επιτόπια έρευνα και του έδωσε το ποσό των ΛΚ200 που της ζήτησε για να εκδώσει τον τίτλο χωρίς να κάνει επιτόπια έρευνα. Ο κ. Φακαλάς της είχε πει ότι πληροφορήθηκε ότι η οικογένεια της έχει ένα κτήμα στον Κολώτη από παλιά και αυτά τα άλλα δύο ότι ήταν και αυτά δικά τους και θα της έδινε πιστοποιητικό κατοχής για επιτόπια έρευνα. Ο Ενάγοντας μετά που του ανέφερε τα γεγονότα τόνισε να μην αναφέρει τίποτα για τα πιο πάνω, κυρίως για τις 5 σκάλες, και για τον ρόλο του κ. Μακαρίτη, αν την καλέσει η Αστυνομία. Περαιτέρω της έδωσε μια κόλλα και ένα κίτρινο μαρκαδόρο για να γράψει πάνω δεν μιλώ δεν απαντώ, όταν την καλούσε η Αστυνομία και περαιτέρω της είπε να προσέχει γιατί οι Αστυνομικοί είναι καθάρματα, θα την καλοπιάσουν και μετά θα την συλλάβουν. Φώναζε και ασκώντας πάνω της ψυχική πίεση και εκφοβισμό και της έλεγε ότι είναι στην ίδια βάρκα με τον κοινοτάρχη δηλαδή τον κ. Φακαλά και ότι θα πάει φυλακή. Αυτή επέμενε ότι η ίδια υπόγραψε μόνο πιστοποιητικό κατοχής και ο τίτλος θα έβγαινε αφού γινόταν επιτόπια έρευνα από το Κτηματολόγιο. Αν δεν γινόταν ή υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα ας μην της έβγαλαν κοτσιάνι η ίδια δεν εμπλεκόταν. Ο Ενάγοντας παρόλα αυτά συνέχιζε να την πιέζει να την τρομοκρατεί και της είπε να ξαναπάει στο γραφείο του μαζί με τον κ. Φακαλά. Πράγματι πήγε την επόμενη μέρα δηλαδή κατά ή περί την 3.11.2001, κατόπιν της επιμονής και πρόσκλησης του μαζί με τον κοινοτάρχη και ο Ενάγοντας συνέχισε να φωνάζει και να ασκεί πάνω της ψυχολογικό πόλεμο και πίεση και της έλεγε ότι θα πάει φυλακή. Στις 5.11.2001 όταν την κάλεσε η Αστυνομία τηλεφώνησε στον Ενάγοντα αφού ο ίδιος της το είχε ζητήσει και του είπε ότι θα πήγαινε για να δώσει κατάθεση. Αυτός της είπε ότι θα έρθει και αυτός. Πήγε στην Αστυνομία μαζί με τον σύζυγο της. Οι Αστυνομικοί το μόνο που ερευνούσαν ήταν η περίπτωση του Πάνω Όξυ και το κτήμα που πήρε ο κ. Μακαρίτης, με την παράνομη μεταβίβαση του. Ακολούθησε τις οδηγίες του δικηγόρου να μην αναφέρει το όνομα του κ. Μακαρίτη και να μην πει την αλήθεια. Οι Αστυνομικοί κατά τη διάρκεια που συζητούσαν εκεί και αφού κατάλαβαν ότι δεν έλεγε την αλήθεια την ρώτησαν αν ήθελε δικηγόρο και η ίδια τηλεφώνησε στον Ενάγοντα να έρθει. Ο Ενάγοντας ήταν εκεί και περίμενε όπως ο ίδιος της είπε σε κάποιο γραφείο και συναντήθηκαν. Αφού έμειναν μόνοι του είπε ότι δεν ανάφερε τίποτε στους Αστυνομικούς όπως την είχε συμβουλεύσει. Της είπε να φύγει από την Αστυνομία και ότι θα τα κανονίσει εκείνος. Στις 7.11.2001 της τηλεφώνησε ο ίδιος να πάει σπίτι του το επόμενο βράδυ και ότι δούλευε για εκείνη χωρίς να της εξηγήσει πως ακριβώς δούλευε. Στις 8.11.2001 πήγε μαζί με τον κ. Φακαλά και τον σύζυγο της στο σπίτι του. Εκεί ο Ενάγων συνέχιζε να την εκβιάζει και να την τρομοκρατεί ότι θα πάει φυλακή 5-7 χρόνια και ότι ο ίδιος θα προσπαθήσει να την μειώσει. Της έλεγε συνεχώς ότι θα την πάρουν Δικαστήριο και θα τρέχει για πολλά χρόνια και ότι όταν θα πάει φυλακή να μην ανησυχεί και θα έρχεται να της κάνει επίσκεψη. Αυτή επέμενε ότι ήταν αθώα και αυτός της έλεγε ότι είναι αγράμματη και βλάκας και τότε ανάφερε επίσης ότι ήθελε και το ποσό των ΛΚ5.500 για τις υπηρεσίες του. Της είπε ότι επειδή θα πάει πολλά χρόνια αυτή η υπόθεση θα είναι ο δικηγόρος της γι' αυτό θέλει αυτό το ποσό. Περαιτέρω της είπε ότι έχει έξοδα και θα πληρώσει χρήματα και σε άλλους. Τότε η Εναγόμενη θύμωσε και ρώτησε που θα δώσει τα χρήματα και βγήκε έξω από το σπίτι διότι η ίδια θεωρούσε λανθασμένη την συμβουλή του να πει ψέματα στην Αστυνομία και να μην αναφέρει την αλήθεια και εκτός αυτού ήθελε και ένα εξωφρενικό ποσό αδικαιολόγητα. Πριν βγει έξω στο πεζοδρόμιο η Εναγόμενη ανέφερε ότι αύριο θα πήγαινε στην Αστυνομία και θα έλεγε όλη την αλήθεια για τον κ. Μακαρίτη και ότι έγινε και ας πήγαινε φυλακή. Τότε βγήκε έξω ο κ. Φακαλάς και της είπε ότι ο Ενάγοντας δεν θα πάρει αυτός όλα τα χρήματα αλλά θα δώσει και στην Αστυνομία για να την γλυτώσει. Έφυγε χωρίς να συμφωνήσει με το χρηματικό ποσό που της ζήτησε. Στις 9.11.2001 το πρωί ήταν στο κατάστημα της αδελφής της στην οδό Καλυψούς γύρω στις 10.00 π.μ. Τηλεφώνησε από εκεί του Ενάγοντα και του είπε ότι θέλει να πάει μόνη της στην Αστυνομία και να τους πει όσα ήξερε για τον Μακαρίτη και ότι αυτός την είχε βοηθήσει για την εγγραφή των κτημάτων. Περαιτέρω του ανάφερε ότι κάποιος γνωστός της αδελφής της είχε ήδη τηλεφωνήσει στην Αστυνομία και του είπαν να πάει και να πει την αλήθεια και δεν έχουν τίποτε εναντίον της. Ο Ενάγοντας τότε άρχισε να φωνάζει και να της λέει ότι μπλοφάρουν και ότι θέλουν για την συλλάβουν και να μην πάει μόνη της και να πάνε μαζί. Της είπε περαιτέρω να περάσει από το γραφείο του για να μιλήσουν. Αυτή επειδή φοβήθηκε με αυτά που της είπε πήγε στο γραφείο του για να μιλήσουν και να δει τι ήθελε να της πει. Πήγε στο γραφείο του μόνη της γύρω στις 11.00 π.μ. Εκεί ο Ενάγοντας της φώναζε πάλι και συνέχιζε να την εκβίαζε και της έλεγε συνεχώς ότι οι Αστυνομικοί την κοροϊδεύουν για να την συλλάβουν και δεν θα πάρει είδηση. Της είπε ότι θα τηλεφωνήσει στην Αστυνομία να έρθει από το γραφείο του για να την συλλάβουν και προς τούτο πήρε το ακουστικό του τηλεφώνου για να τηλεφωνήσει του Αρχηγού Αστυνομίας κ. Αγγελίδη. Μετά από αυτό φώναξε την κόρη του την Δέσπω και δακτυλογράφησε ένα χαρτί ότι του οφείλει το ποσό των ΛΚ5.
- Μετά από τα πιο πάνω από τον φόβο της ότι θα καλέσει την Αστυνομία να την συλλάβουν και ότι θα πάει φυλακή και την πίεση που της άσκησε τρομοκρατήθηκε και φοβήθηκε και υπέγραψε το Τεκμήριο
- Μόλις το υπόγραψε της είπε πήγαινε στην Αστυνομία και θα ερχόταν και αυτός. Έφυγε κλαίγοντας και πάνω στην σκάλα βρήκε τον κ. Φακαλά του εξήγησε τι έγινε και αυτός της είπε πήγαινε στην Αστυνομία και μην ανησυχεί θα σου δώσω εγώ τα μισά χρήματα αφού αυτός ήταν που την έφερε στον Ενάγοντα και τον βοήθησε και τον ίδιο και δεν έμπλεξε. Η Εναγόμενη πήγε στην Αστυνομία και εκεί ο κ. Τάσος Παναγιώτου τότε Διοικητής του ΤΑΕ, την ρώτησε αν ο Ενάγοντας της είπε αν θα έδινε και χρήματα της Αστυνομίας όπως τον πληροφόρησε ο κ. Παντελής φίλος της αδελφής της τηλεφωνικά. Του είπε ναι αφού έτσι της είπε ο κ. Φακαλάς και έτσι άφησε να εννοηθεί ο Ενάγοντας και ο κ. Φακαλάς προφανώς για να πει τέτοια κουβέντα θα του την είπε ό ίδιος. Φώναξε και τον κ. Ναούμ και της είπαν ότι είναι ψέματα και ότι η Αστυνομία δεν παίρνει χρήματα. Πήγε τότε στο γραφείο του κ. Παναγιώτου που ήτα παρών και ο Ενάγοντας και τον κάκισε γι' αυτό που είπε περί δωροδοκίας της Αστυνομίας. Αυτός άρχισε να φωνάζει και τους είπε ότι είναι σε μένα που τα χρωστά και τηλεφώνησε στο γραφείο του να του στείλουν το Τεκμήριο
- Εκεί της έδωσαν και την επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα που είχε ημερομηνία 8.11.2001 την οποία κατέθεσε σαν Τεκμήριο με την οποία η ίδια δεν θα διωκόταν ποινικά αν έλεγε την αλήθεια. Ήταν η θέση της ότι ο Ενάγοντας γνώριζε από πριν ότι δεν θα προχωρήσουν σε ποινική δίωξη εναντίον της δηλαδή πριν υπογράψει το Τεκμήριο
- Μετά από τα πιο πάνω πήγε για κατάθεση. Ο Ενάγοντας ήρθε στο γραφείο του που θα έδινε κατάθεση και είπε στον ανακριτή να γράψει στην αρχή της κατάθεσης της ότι κατόπιν δικής του συμβουλής αποφάσισε να δώσει κατάθεση και να πει την αλήθεια. Μετά έφυγε από εκεί. Εκεί οι Αστυνομικοί της είπαν ότι εάν ζητούσε χαρτί από την αρχή θα της το εξασφάλιζαν οι ίδιοι και δεν χρειαζόταν να μην τους πει την αλήθεια από την αρχή. Περαιτέρω της ανέφεραν ότι ήξεραν από την αρχή την αλήθεια διότι είχαν κάνει όλες τις έρευνες και δεν υπήρχε κατηγορία ή σύλληψη εναντίον της και ότι ο δικηγόρος της την ξεγέλασε. Το μόνο που ήθελαν από αυτή ήταν να πει για τον κ. Μακαρίτη για να τεκμηριώσουν την υπόθεση εναντίον του. Όταν τους ανέφερε για το χαρτί που της είπε να γράψει δεν μιλώ δεν απαντώ, την ρώτησαν αν ήθελε να κάνει καταγγελία και τους είπε όχι διότι ήθελε να τελειώνει και να πάει σπίτι της μετά από τόσα που έκανε ο Ενάγοντας. Ήταν επίσης η θέση της ότι ο Ενάγων την έμπλεξε σε μια κατάσταση περίπλοκη και χωρίς λόγο αφού δεν είχε κάνει τίποτε κακό. Ουδέποτε της έδειξε τις δικηγορικές αμοιβές και πόσο χρεώνουν και ούτε της είπε να πάει να ρωτήσει αν πράγματι τόσα είναι τα δικηγορικά έξοδα του για τόσες λίγες ώρες που σπατάλησε στην ίδια χωρίς μάλιστα η ίδια να τον διορίσει δικηγόρο της. Ούτε την έβαλε να υπογράψει χαρτί διορισμού δικηγόρου. Η ίδια ουδέποτε τον ήθελε για δικηγόρος της, ο κ. Φακαλάς την πήρε εκεί διότι ο ίδιος φοβόταν για την δική του ασφάλεια και ο ίδιος ο Ενάγοντας ζήτησε να την δει. Τις επόμενες μέρες μετά από τα πιο πάνω πήγε στο γραφείο του για κάτι πωλητήρια έγγραφα. Όμως δεν του ζήτησε νομικές συμβουλές. Ο λόγος που πήγε ήταν διότι της έλεγε να βρει επειγόντως το ποσό των ΛΚ9.000 για να τα δώσουν της εταιρείας Demsola Trading Ltd τα πωλητήρια έγγραφα που αγόρασε τα πιο πάνω κτήματα στον Κολώτη. Αυτή του είπε ότι τα χρήματα τα πήρε ο κ. Φακαλάς ΜΕ2 και διερωτήθηκε γιατί να τα πληρώσει η ίδια. Ο Ενάγοντας της τηλεφώνησε στα μέσα Δεκεμβρίου αν θα τον πληρώσει και του είπε ότι την ξεγέλασε και του υπέγραφε το Τεκμήριο 1 διότι την απειλούσε και την εκφόβιζε. Τότε άρχισε πάλι να της φωνάζει και να την απειλεί ότι θα την στείλει φυλακή και θα της πιτύσει τα αίματα της στους τοίχους. Οι συνήγοροι μετά την ακροαματική διαδικασία με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Στις επιμέρους εισηγήσεις τους θα γίνει αναφορά όπου κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της απόφασης. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας μπορεί να αρχίσει με την καταγραφή ορισμένων αδιαμφισβήτητων γεγονότων που προκύπτουν τόσο από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων όσο και από την έγγραφη και προφορική μαρτυρία. Ο Ενάγων ασκεί την δικηγορία και διατηρεί γραφείο στη Λευκωσία. Στις 29.10.2001 πρωί ο ΜΕ2 Ντίνος Φακαλάς, κοινοτάρχης κατά τον ουσιώδη χρόνο του χωριού Αγίας Βαρβάρας, επισκέφθηκε τον Ενάγοντα για να πάρει συμβουλές γιατί είχε θορυβηθεί από δημοσιεύματα στον τύπο ότι κάποιες εγγραφές κτημάτων για τις οποίες έδωσε πιστοποίηση ήταν παράνομες και φοβόταν μήπως τον συλλάβουν αφού είχαν προηγηθεί άλλες συλλήψεις κοινοταρχών για παρόμοιες υποθέσεις. Η συνάντηση κράτησε 4-5 ώρες. Στις 30.11.2001 ο ΜΕ2 και πάλι επισκέφθηκε τον Ενάγοντα για τον ίδιο λόγο. Στις εν λόγω συναντήσεις ο ΜΕ2 είχε αναφέρει ότι οι πιστοποιήσεις για κτήματα δόθηκαν κατόπιν αιτήσεως της Εναγομένης. Μετά την εν λόγω συνάντηση ο ΜΕ2 επικοινώνησε με την Εναγόμενη και της ανέφερε ότι την ήθελε ο Ενάγων και προς τούτου της έδωσε την επαγγελματική του κάρτα. Στις 2.11.2001 η Εναγόμενη επισκέφθηκε τον Ενάγοντα στο γραφείο του ο οποίος την συμβούλεψε αν κληθεί από την Αστυνομία να μην αναφέρει τίποτε ασκώντας το δικαίωμα της σιωπής. Στις 5.11.2001 και πάλι η Εναγόμενη συναντήθηκε με τον Ενάγοντα αφού την είχε καλέσει η Αστυνομία για κατάθεση και πάλι η συμβουλή του Ενάγοντα να μην πει τίποτε στην Αστυνομία και αν τον χρειαζόταν θα πήγαινε και αυτός εκεί. Στις 5.11.2001 το απόγευμα ενώ έδινε κατάθεση στην Αστυνομία η Εναγόμενη κάλεσε τον Ενάγοντα τηλεφωνικώς. Όταν είδε την Εναγόμενη και τον σύζυγο της αφού διακόπηκε η κατάθεση της, ο Ενάγων την συμβούλεψε να σταματήσει την κατάθεση της. Εκεί με την συγκατάθεση της Αστυνομίας η Εναγόμενη έφυγε χωρίς να ολοκληρώσει την κατάθεση της ενώ ο Ενάγων είδε τους ανακριτές και τον υπεύθυνο του ΤΑΕ κ. Τάσο Παναγιώτου και εισηγήθηκε όπως η Εναγόμενη να πει την αλήθεια για τον κτηματολογικό λειτουργό ονόματι Μακαρίτη εναντίον του οποίου διερευνάτο ποινική υπόθεση με αντάλλαγμα να μην ασκηθεί εναντίον της ποινική δίωξη. Οι ανακριτές δεν είχαν ένσταση αλλά θα έπρεπε να πάρουν οδηγίες από τον Γενικό Εισαγγελέα. Στις 8.11.2001 περί 6.00-7.00 μ.μ. η Εναγόμενη με τον σύζυγο της και τον Φακαλά ΜΕ2 συναντήθηκαν στο σπίτι του Ενάγοντα και εκεί ο Ενάγων ζήτησε από την Εναγόμενη να πληρώσει το ποσό των £5.000 πλέον ΛΚ500 ως ΦΠΑ για τις υπηρεσίες του. Η Εναγόμενη δεν αποδέχθηκε θεωρώντας το ποσό εξωφρενικό για τις λίγες ώρες που ασχολήθηκε με την υπόθεση της. Στις 9.11.2001 το πρωί στο γραφείο του Ενάγοντα η Εναγόμενη υπόγραψε το Τεκμήριο 1 το οποίο είχε ως ακολούθως: «Η υπογεγραμμένη Μάρω Δημητριάδου εξ Αγ. Βαρβάρας, οδός Αγ. Βαρβάρας 4, ΑΔΤ 555234, χρωστώ να πληρώσω στον Δημήτρη Παπαχρυσοστόμου, το ποσό των πέντε χιλιάδων πεντακοσίων λιρών (ΛΚ.5.500.-) δικηγορικά έξοδα συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ για νομικές υπηρεσίες παρασχεθείσες σε μένα σε σχέση με ποινική υπόθεση. Το πιο πάνω ποσό θα το πληρώσω το αργότερον 15.12.2001.» Μετά από αυτό η Εναγόμενη πήγε στην Αστυνομία για να συμπληρώσει την κατάθεση της. Εκεί ο κ. Τάσος Παναγιώτου ήγειρε ζήτημα ότι η Εναγόμενη ανέφερε κάπου ότι ο συνήγορος της θα έδινε λεφτά στην Αστυνομία τόσο στον Ενάγοντα όσο και στην Εναγομένη και προς τούτο είδε ξεχωριστά τον Ενάγοντα και μετά μαζί με την Εναγομένη. Μετά από αυτά ενημερώθηκε η Εναγόμενη για επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα με την οποία διαβεβαιωνόταν ότι δεν θα υπήρχε οποιαδήποτε ποινική δίωξη εναντίον της εάν έλεγε την αλήθεια. Η Εναγόμενη συμπλήρωσε την κατάθεση της το απόγευμα αφού ο Ενάγων είχε ήδη φύγει. Η υπόλοιπη μαρτυρία από τα γεγονότα που έχουν σκιαγραφηθεί ανωτέρω είναι αμφισβητούμενη. Προτού ασχοληθώ με οποιαδήποτε άλλα θέματα προέχει η αξιολόγηση της μαρτυρίας να αποφασισθεί το πλαίσιο γεγονότων που περιβάλλουν την διαφορά. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αξιολόγησα την μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, η ύπαρξη σ΄ αυτές ουσιαστικών αντιφάσεων η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση σε συνδυασμό με τα κατατεθέντα εκ συμφώνου ή άλλως πως τεκμήρια, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα αληθή γεγονότα έθεσαν οι μάρτυρες του Ενάγοντα και ο ΜΥ4 Τάσος Παναγιώτου. Eξετάζοντας την μαρτυρία του Ενάγοντα διαπιστώνεται ότι αυτός ήταν ειλικρινής μάρτυρας ο οποίος ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια. Η μαρτυρία του ήταν σαφής και συνεπής τόσο στην κυρίως εξέταση του όσο και στην αντεξέταση του. Επίσης ο μάρτυρας ΜΕ2 κ. Φακαλάς ήταν πρόσωπο που είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο για τα επίδικα θέματα. Κάποιες μικροαντιφάσεις στην μαρτυρία του Ενάγοντα και ΜΕ2 δεν αλλοιώνουν τη γενική εικόνα ότι ήταν πρόσωπα που είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ειδικότερα ως προς το πως η Εναγομένη πήγε στο γραφείο του Ενάγοντα για πρώτη φορά η διάσταση στη μαρτυρία τους δεν είναι τόσο σημαντική αφού τόσο ό ίδιος ο Ενάγοντας ανέφερε ότι είχε πει στον κ. Φακαλά ΜΕ2 ότι πρέπει να δει ο μάρτυρας την Εναγόμενη για τα γεγονότα που αφορούσε η υπόθεση για την οποία ζήτησε συμβουλή, ενώ ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας την είχε ζητήσει στο γραφείο του. Επί αυτού του σημείου δέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ2 κ. Φακαλά ότι η Εναγομένη πήγε στο γραφείο του Ενάγοντα αφού ο ίδιος επικοινώνησε προς τούτο με την Εναγομένη και πήγαν στο γραφείο του Ενάγοντα την 1.11.2001 μετά από πρόσκληση του Ενάγοντα και όχι γιατί η Εναγόμενη ήθελε νομική συμβουλή. Σημειώνω ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να υποδηλεί ότι μέχρι τότε υπήρχε οποιαδήποτε διερεύνηση από την Αστυνομία για υπόθεση που την αφορούσε ούτε η Εναγομένη είχε αναζητήσει νομική συμβουλή έτσι η θέση του ΜΕ2 είναι πιο αληθοφανής υπό της περιστάσεις. Επίσης η ΜΕ3 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε ούτε στην αντεξέταση και δέχομαι ότι δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην ετοιμασία του Τεκμηρίου 1 αλλά η γραμματέας του Ενάγοντα. Επίσης ο ΜΥ4 Τάσος Παναγιώτου μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν συνεπής και σαφής ως προς τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν στις 9.11.
- Εξετάζοντας τώρα την μαρτυρία της Εναγομένης επισημαίνω ότι ένα από τα ουσιώδη ζητήματα που εγέρθηκαν στην παρούσα αγωγή ήταν η δικογραφημένη θέση της Εναγομένης ότι στο ποσό των ΛΚ5.500 που ζήτησε ο Ενάγοντας περιλάμβανε και ποσό το οποίο θα έδινε στην Αστυνομία ο Ενάγων για να την γλιτώσει από την φυλακή. Στην ένορκη μαρτυρία της στο Δικαστήριο η Εναγόμενη ανέφερε ότι αυτό που της είπε ο Ενάγοντας ήταν ότι έχει έξοδα και θα πληρώσει χρήματα και σε άλλους και ότι η ίδια κατάλαβε ότι θα πλήρωνε την Αστυνομία γιατί ο ΜΕ2 κ. Φακαλάς της είπε ότι ο Ενάγοντας θα πληρώσει και την Αστυνομία από το ποσό που ανέφερε για να την γλυτώσει από την φυλακή και υπέθεσε ότι αυτό του το είχε πει ο Ενάγοντας αφού ήταν φίλος του και ο ίδιος είχε αναφέρει ότι θα πληρώσει και σε άλλους. Σε ένορκη δήλωση της όμως που κατέθεσε στα πλαίσια αιτήσεως ημερ. 9.12.2002 στην παρούσα αγωγή Τεκμήριο 7, η οποία τέθηκε στην μάρτυρα κατά την αντεξέταση της, η τοποθέτηση της ήταν σαφής ότι ο ίδιος ο Ενάγων της ανέφερε ότι μέρος του ποσού των ΛΚ5.500 θα το κατέβαλε στην Αστυνομία για να γλυτώσει την φυλακή η Εναγόμενη. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί της που προβλήθηκαν στην μαρτυρία της δεν καλύπτονται με κανένα τρόπο από τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Υπεράσπιση της και κατά συνέπεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Όμως η αντιφατικότητα της εκδοχής της ως προς τα πιο πάνω στην ένορκη μαρτυρία της στο Δικαστήριο και στην ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 9.12.2002 δείχνουν πρόσωπο που δεν διστάζει να διαφοροποιεί τις εκδοχές του ως η ίδια αντιλαμβάνεται ότι την συμφέρει. Το ζήτημα αυτό δηλαδή το τι περιλάμβανε το ποσό των ΛΚ5.500 το οποίο αξιοί ο Ενάγων βρίσκεται στον πυρήνα της μαρτυρία της Εναγομένης που η επ' αυτού απόρριψη των λεγομένων της θα πρέπει απαρέγκλιτα να οδηγήσει σε πλήρη απόρριψη της μαρτυρίας της. Εν πάση περιπτώσει τα πλείστα όσα ανέφερε η μάρτυρας έρχονται σε αντίθεση με τις δικογραφημένες θέσεις της. Επίσης οι ισχυρισμοί της για το τι διεμείφθει στο Αρχηγείο Αστυνομίας στις 9.11.2001 και είχαν να κάνουν με τα πιο πάνω έρχονται σε αντίθεση με την μαρτυρία του Τάσου Παναγιώτου ΜΥ4, ο οποίος κλητεύθηκε για αντεξέταση από την πλευρά του Ενάγοντα, ως αναφερόμενα από την Εναγόμενη εξ ακοής μαρτυρία. Γενικά η μαρτυρία της ήταν ασαφής χωρίς συνέπεια με την δικογραφημένη της θέση και η έντονη αντιφατικότητα της εκδοχής της και η παρέκκλιση από την Υπεράσπιση της καταδεικνύει αυτό το πράγμα. Συνεπώς απορρίπτω την μαρτυρία της ως αναξιόπιστη, εξαιρώντας βέβαια τα ζητήματα που είναι είτε αδιαμφισβήτητα είτε κοινής αποδοχής. Σε σχέση με την μαρτυρία του συζύγου της Εναγομένης ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα δεν γίνεται αποδεκτή αφού διαφάνηκε από την μαρτυρία του ότι ήταν έντονη η προσπάθεια του να βοηθήσει τη σύζυγο του. Ούτε η μαρτυρία της αδελφής της Εναγομένης μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο στα αμφισβητούμενα γεγονότα αφού η μάρτυρας ανέφερε ότι τα όσα ανέφερε δεν μπορούσε να τα προσδιορίσει χρονικά πότε έγιναν και η οποιαδήποτε αναφορά σε ημερομηνία που αυτά διαδραματίσθηκαν πηγάζει ως αναφέρθηκε από την ίδια την Εναγόμενη η μαρτυρία της οποίας έχει ήδη απορριφθεί ως αναξιόπιστη. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση προκύπτει επιπρόσθετα με τα πιο πάνω μη αμφισβητούμενα γεγονότα ότι η Εναγόμενη πήγε στο γραφείο του Ενάγοντα με τον ΜΕ2 για πρώτη φορά την 1.11.2001 και παρέμεινε στο γραφείο του για 4-5 ώρες και επίσης το απόγευμα της ίδιας μέρας συνάντησαν ξανά τον Ενάγοντα στο γραφείο του. Στις 8.11.2001 ο Ενάγων μετά από συμβουλή που έδωσε προς την Εναγόμενη να πει την αλήθεια στην Αστυνομία εάν δεν ασκηθεί εναντίον της ποινική υπόθεση ζήτησε το ποσό των ΛΚ5.00 πλέον ΦΠΑ σε αυτό αναφέρθηκε από τον Ενάγοντα ότι περιλαμβάνει και τις υπηρεσίες που προσέφερε στον Φακαλά αλλιώς ο Ενάγων θα έπαυε να την εκπροσωπεί ως δικηγόρος της. Την 9.11.2001 η Εναγόμενη αποδέχθηκε το εν λόγω ποσό και υπέγραψε το Τεκμήριο 1 το οποίο ετοιμάσθηκε από την Εναγόμενη. Μετά τις 9.11.2001 είδε την Εναγόμενη 12.11.2001 αφού την είχε καλέσει ο ίδιος για παραστάσεις. Επίσης κάποιες επιταγές και συμβόλαια που πήρε η Εναγόμενη στον Ενάγοντα μετά τις 9.11.2001 δεν έγινε οποιαδήποτε νομική εργασία και η Εναγόμενη τα παράλαβε λίγες μέρες πριν τις 15.12.
- Ως είχε αναφερθεί ο Ενάγοντας με το αιτητικό της αγωγής ζητά από την Εναγόμενη το ποσό των ΛΚ5.500 ως δικηγορική αμοιβή δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 9.11.
- Από το λεκτικό του Τεκμηρίου 1 προκύπτει ότι αυτό αποτελεί απλώς αναγνώριση χρέους και όχι συμφωνία και ως έχει νομολογιακά υποδειχθεί αυτό δεν μπορεί και δεν δημιουργεί αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα ούτε βάση αγωγής (βλ. Ιγνατίου κ.α. ν. Λεμονάρη
(2004)1Γ ΑΑΔ 1562 σελ. 1566). Ως εκ τούτου δεν αποδείχθηκε γραπτή συμφωνία που έγινε μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένης για την δικηγορική αμοιβή του. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, ενόψει της δικογραφημένης θέσης του Ενάγοντα στις παραγράφους 2 και 3 των λεπτομερειών της Έκθεσης Απαίτησης, η οποία δεν στηρίζεται στο Τεκμήριο 1, αλλά σε συμφωνία η οποία επιβαιώθηκε από το Τεκμήριο 1 προχωρώ να εξετάσω αν προκύπτει έγκυρη προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για το απαιτούμενο ποσό ως δικηγορική αμοιβή, για τις προσφερθείσες προς αυτήν υπηρεσίες λαμβάνοντας υπόψη ότι στην Υπεράσπιση της η Εναγόμενη αρνείται ότι έγινε συμφωνία και το Τεκμήριο 1 ισχυρίζεται ότι το υπέγραψε κάτω από πίεση και/ή εκφοβισμό, το οποίο έχει εξετασθεί πιο πάνω και δεν αποτελεί γραπτή συμφωνία. Ως έχει νομολογηθεί εφόσον στοιχειοθετούνται τα γεγονότα στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης για την παροχή θεραπείας αυτή μπορεί να αποδοθεί χωρίς να έχει επιζητηθεί (βλ. Kenedy Hotels v, Indjirdjian
(1992)1 AAΔ 400 στη σελ. 407). Ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ως προσδιορίζεται από την παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης έχει ως ακολούθως: «Κατά ή περί 9.11.2001 συμφώνησε με την Εναγόμενη όπως για τις νομικές υπηρεσίες του, που πρόσφερε σε αυτή υπό μορφή συμβουλών, πολύωρων συσκέψεων, παραστάσεων στην Αστυνομία στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων στο Αρχηγείο Αστυνομίας σε σχέση με διερευνώμενη εναντίον της σοβαρή ποινική υπόθεση του καταβάλει το ποσό των ΛΚ5.500 συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ. Ήταν ρητός ή και σιωπηρός όρος της συμφωνίας ότι ο Ενάγων θα παρείχε τις επαγγελματικές του υπηρεσίες σε σχέση με την διερεύνηση των αδικημάτων και μετά την 9.11.
- Η Εναγόμενη στις 9.11.2001 προς επιβεβαίωση της συμφωνίας υπέγραψε σχετική δήλωση με την οποία υποσχόταν να καταβάλει την αμοιβή του το αργότερο 15.12.2001». Επίσης στην παράγραφο 3 αναφέρεται: «Ο Ενάγων από 29.10.2001 μέχρι 14.11.2001 παρείχε τις υπηρεσίες του προς την Εναγόμενη σε σχέση με διερευνώμενες ποινικές υποθέσεις υπό μορφή πολύωρων συσκέψεων, συμβουλών, παραστάσεων στην Αστυνομία και στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Περαιτέρω ο Ενάγων παρέσχε τις υπηρεσίες του προς την Εναγόμενη μέχρι την 15.12.2001 σε σχέση με αστικές υποθέσεις της που είχαν άμεση σχέση με τα υπό διερεύνηση ποινικά αδικήματα, αυτή δε πάντοτε υποσχόταν να καταβάλει την αμοιβή». Από την μαρτυρία του Ενάγοντα προκύπτει ότι το ποσό των ΛΚ5.500 που ζήτησε ως δικηγορική αμοιβή από την Εναγόμενη δεν αφορούσε μόνο τις νομικές υπηρεσίες του προς την Εναγόμενη σε σχέση με διερευνώμενη εναντίον της σοβαρή ποινική υπόθεση ως η δικογραφημένη του θέση αλλά αφορούσε και υπηρεσίες που προσέφερε στο ΜΕ2 κ. Φακαλά από 29.10.2001 χωρίς να αναφέρεται στη δικογραφημένη του θέση. Επίσης στο Τεκμήριο 1 ημερομηνίας 9.11.2001 που υπέγραψε η Εναγόμενη 1 δεν γίνεται αναφορά σε υπηρεσίες που δόθηκαν στον κ. Φακαλά αλλά μόνο στην ίδια. Επίσης η αναφορά στο δικόγραφο ότι παρέσχε υπηρεσίες προς την Εναγόμενη από 29.10.2001 μέχρι 14.11.2001 δεν έχει αποδειχθεί αφού ως η μαρτυρία κατέδειξε μόνο ο ΜΕ2 κ. Φακαλάς αναζήτησε και πήρε τις νομικές υπηρεσίες του Ενάγοντα από 29.10.2001 μέχρι 30.11.2001 και 1.11.2001 η Εναγόμενη πήγε στο γραφείο του Ενάγοντα μετά από παράκληση του ιδίου χωρίς μέχρι τότε να αναζητήσει η ίδια νομικές συμβουλές. Η Εναγόμενη δεν πήγε τουλάχιστον την 1.11.2001 ως πελάτης που επέλεξε τον δικηγόρο του αλλά γιατί ο ΜΕ2 την κάλεσε. Για αυτό οποιαδήποτε μέχρι τότε δικηγορική αμοιβή δεν θα μπορούσε να αφορούσε την Εναγόμενη αλλά τον ΜΕ2 κ. Φακαλά ο οποίος αναζήτησε τις νομικές συμβουλές του Ενάγοντα. Καμία σχέση αντιπροσώπευσης της Εναγόμενης από τον κ. Φακαλά δεν αποκαλύφθηκε λαμβάνοντας δε υπόψη την δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση παράγραφος 3(α) ο Φακαλάς πήγε στο γραφείο του Ενάγοντα αναζητώντας νομικές συμβουλές «ισχυριζόμενος ότι η Εναγόμενη τον ξεγέλασε λαμβάνοντας από αυτόν διάφορα πιστοποιητικά για λογαριασμό της μητέρας της έλαβε τίτλους ιδιοκτησίας επί διαφόρων ακινήτων». Επιλογή δικηγόρου φαίνεται από τα γεγονότα ως έχουν εξακριβωθεί από την Εναγόμενη να έγινε στις 2.11.2001 όπου η ίδια ζήτησε να δει τον Ενάγοντα μόνη της. Ερωτηματικό δημιουργεί γιατί ο Ενάγων δέχθηκε να την εκπροσωπήσει αφού είχε ήδη παράσχει υπηρεσίες στον κ. Φακαλά η υπόθεση του οποίου έρχετο σε σύγκρουση με την Εναγόμενη αφού ο κ. Φακαλάς είχε παράπονο από τις ενέργειες της. Όμως τις 2.11.2001 δεν υπάρχει μαρτυρία ότι διερευνάτο εναντίον της Εναγομένης σοβαρή ποινική υπόθεση ως η προσδιορισθείσα για τις υπηρεσίες του Ενάγοντα προς αυτή με βάση την Έκθεση Απαίτησης. Μόνο στις 5.11.2001 καλείται στην Αστυνομία να δώσει κατάθεση. Ζοφερό είναι και το αν και τότε διερευνάτο οποιαδήποτε ποινική υπόθεση εναντίον της αφού, ως ο Ενάγων προσδιόρισε, την Αστυνομία την ενδιέφερε ο κτηματολογικός λειτουργός ονόματι Μακαρίτης. Δεν τέθηκαν στοιχεία ότι υπήρχε εναντίον της διερευνώμενη ποινική υπόθεση εκτός από το ότι, ως ανέφερε ο Ενάγων, η κατάθεση της δόθηκε κάτω από προειδοποίηση. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο Ενάγων πρόσφερε οποιαδήποτε υπηρεσία μετά τις 9.11.2001 και μέχρι 14.11.2001 ως η δικογραφημένη του θέση σε σχέση με διερευνώμενες ποινικές υποθέσεις αφού στις 9.11.2001 είχαν πληροφορηθεί ότι δεν θα ασκείτο ποινική δίωξη εναντίον της με βάση επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα 8.11.2001 ότι αυτή δεν θα διώκετο ποινικά και έδωσε προς τούτο σχετική κατάθεση εναντίον του υπαλλήλου του Κτηματολογίου ονόματι Μακαρίτη. Συνάντηση που είχε ο Ενάγων με την Εναγομένη και τον κ. Φακαλά στις 12.11.2001 από την μαρτυρία προέκυψε ότι αυτή έγινε κατόπιν απαίτησης του Ενάγοντα για παραστάσεις ως προς τα λεγόμενα της Εναγόμενης για πληρωμή της Αστυνομίας από τον Ενάγοντα και δεν ήταν στα πλαίσια συνάντησης δικηγόρου πελάτη για νομικές υπηρεσίες. Δεν αποδείχθηκε επίσης ότι προσφέρθηκαν οποιεσδήποτε υπηρεσίες μέχρι 15.12.2001 για αστικές υποθέσεις, ως η δικογραφημένη του θέση, αφού από την μαρτυρία προέκυψε ότι αν και η Εναγόμενη του έφερε κάποια έγγραφα και ακάλυπτες επιταγές δεν προχώρησε με αυτά αφού η Εναγόμενη πήρε τα εν λόγω έγγραφα 3-4 μέρες πριν τις 15.12.
- Ως εκ τούτου ο Ενάγων απέτυχε να αποδείξει την συμφωνία που επικαλείται και τους όρους αυτής στην Έκθεση Απαίτησης, ούτε απέδειξε ότι προσέφερε τις νομικές υπηρεσίες για τις οποίες ζήτησε το ποσό των ΛΚ5.500 και ως εκ τούτου η αγωγή υπόκειται σε απόρριψη. Ακόμα όμως και αν η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα αφορούσε και συμφωνία της Εναγόμενης και για τις προσφερθείσες προς τον κ. Φακαλά νομικές υπηρεσίες, με βάση τα γεγονότα όπως έχουν διαπιστωθεί δεν θα συνιστούσε έγκυρη συμφωνία ως προς το μέρος αυτό της αμοιβής των υπηρεσιών του Ενάγοντα προς τον κ. Φακαλά από την Εναγόμενη αφού δεν αποκαλύπτεται αντιπαροχή. Ως πιο πάνω αναφέρθηκε δεν έχουν συνδεθεί οι συσκέψεις και συμβουλές προς τον Φακαλά με οποιοδήποτε τρόπο με την Εναγόμενη που να δικαιολογούν έγκυρη συμφωνία. Μέρος όμως της συμφωνίας που αφορούσε υπηρεσίες προσφερθείσες προς την Εναγόμενη θα μπορούσε θεωρητικά να διασωθεί και ο Ενάγων να δικαιούται μέρος του πιο πάνω ποσού ως προσφερθείσες προς αυτή υπηρεσίες όμως ενόψει του ότι από την μαρτυρία δεν τέθηκαν αναλυτικά οι χρεώσεις για τις ώρες των συσκέψεων, των συμβουλών και άλλων υπηρεσιών του προς την Εναγόμενη, αλλά ένα κατ' αποκοπή ποσό που περιλάμβανε την αμοιβή του για υπηρεσίες τόσο του κ. Φακαλά όσο και της Εναγόμενης υπάρχει κενό ως προς το ποσό που αντιστοιχεί στις προσφερθείσες νομικές υπηρεσίες προς την Εναγόμενη και ως εκ τούτου η απαίτηση δεν θα μπορούσε να επιτύχει ούτε για αυτό το μέρος. Ενόψει των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εξετάζοντας την ανταπαίτηση της Εναγόμενης λαμβάνοντας υπόψη ότι η μαρτυρία της έχει απορριφθεί δεν υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ως εκ τούτου η Ανταπαίτησης απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της Εναγόμενης και υπέρ του Ενάγοντα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο