LIBERTY LIFE INSURANCE LTD ν. Σταύρου Ζήνωνος κ.α., Αρ. Αγωγής: 5353/04, 23 Απριλίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5353/04 Μεταξύ: LIBERTY LIFE INSURANCE LTD Ενάγουσας και 1. Σταύρου Ζήνωνος 2. Ιωάννας Κυριακίδου 3. Ελεονώρας Σιακατίδου Εναγομένων . . . . . . Μονομερής αίτηση ημ. 23.11.07 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 23 Απριλίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Δ. Διομήδους για Κ. Καλλή & Δ. Καλλή. Για την Εναγόμενη 2 - Καθ΄ης η αίτηση: κ. Γ. Κορφιώτης. . . . . . . ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει την Εναγόμενη 2 - Καθ΄ης η αίτηση να πωλήσει, μεταβιβάσει, διαθέσει, υποθηκεύσει ή καθ΄οιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσει συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία που περιγράφεται στην παρα. (α) της αίτησης. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αντώνη Αντωνίου ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν Οικονομικός Διευθυντής της Ενάγουσας. Το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, διέταξε την επίδοση της υπό εξέταση αίτησης στην άλλη πλευρά κρίνοντας ότι δεν είχε καταδειχθεί το στοιχείο του κατεπείγοντος. Η Καθ΄ης η αίτηση καταχώρισε γραπτή ένσταση. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως: «(α) Η Ενάγουσα δεν δείχνει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλό αγώγιμο δικαίωμα ή και καλές πιθανότητες επιτυχίας, αντίθετα από τα γεγονότα που αναφέρει και τα τεκμήρια που επικαλείται προκύπτει ότι η απαίτηση της εναντίον της Εναγομένης 2 είναι αβάσιμη. (β) Οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας περί δήθεν κινδύνου μη απονομής δικαιοσύνης και/ή αποξένωσης ή επιβάρυνσης του ακινήτου της Εναγόμενης 2 είναι ατεκμηρίωτοι και/ή ασαφείς και/ή χωρίς τις απαιτούμενες λεπτομέρειες. (γ) Η Ενάγουσα επέδειξε κακοπιστία και/ή καθυστέρησε αδικαιολόγητα στην προώθηση της πιο πάνω αγωγής τόσο εναντίον της Εναγομένης 2 όσο και εναντίον των υπολοίπων Εναγομένων. (δ) Το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι σαφώς υπέρ της Εναγομένης 2. (ε) Η Ενάγουσα δεν έχει προβεί σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων που σχετίζονται με την αίτηση.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης: «1. Είμαι η Εναγόμενη 2 στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Έχω διαβάσει την ένορκη δήλωση του κ. Αντώνη Αντωνίου που συνοδεύει την αίτηση της Ενάγουσας, ημερομηνίας 23.11.2007, με την οποία διαφωνώ εκτός στην έκσταση που αφορά γεγονότα που ρητά παραδέχομαι στη συνέχεια ή για γεγονότα τα οποία είναι εμφανή στο φάκελο της πιο πάνω αγωγής. Η Ενάγουσα όχι μόνο δεν έχει καλή βάση αγωγής εναντίον μου στην πιο πάνω αγωγή, αλλά από τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση του κ. Αντώνη Αντωνίου όπως και τα τεκμήρια που την συνοδεύουν, είναι έκδηλο ότι η Ενάγουσα ουδέν δικαίωμα έχει να διεκδικεί από εμένα το ποσό που διεκδικεί. Είναι γεγονός ότι υπέγραψα το έγγραφο που φέρει τον τίτλο «Εγγυητήριο» και αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 1. Το προαναφερόμενο έγγραφο άνευ βλάβης κάθε δικαιώματος μου για την αμφισβήτηση της νομικής εγκυρότητας ή δεσμευτικότητας που έχει για διάφορους λόγους, υπεγράφη στα πλαίσια του διορισμού, του τότε συζύγου μου Εναγόμενου 1, σαν «Συνεργάτη» της Ενάγουσας. Και εάν ακόμη δεχθώ τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι με την υπογραφή μου, στο προαναφερόμενο έγγραφο, έχω εγγυηθεί τον Εναγόμενο 1 για την πιστή τήρηση των συμφωνηθέντων της «Συμφωνίας Διορισμού» ημερομηνίας 27.7.1994, είναι προφανές ότι η «εγγύηση» μου ουδεμία σχέση έχει με τα ποσά που η Ενάγουσα διεκδικεί από εμένα αφού:- (α) Είναι προφανές ότι ο Εναγόμενος 1 έχει τηρήσει πλήρως τα αναφερόμενα στην «Συμφωνία Διορισμού» του με αποτέλεσμα πριν τη λήξη της όπως αναφέρεται στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του κ. Αντώνη Αντωνίου στις 18.4.1997 ο Εναγόμενος να προαχθεί στη θέση του Διακριθέντα Διευθυντή Υποκαταστήματος και την 14.12.2001 ο Εναγόμενος 1 να προαχθεί στη θέση του Ανώτερου Διευθυντή Υποκαταστήματος και να γίνει Περιφερειακός Δειυθυντής στη Λεμεσό με αναδρομική ισχύ από 1.6.01. (β) Είναι επίσης προφανές ότι η «Συμφωνία Διορισμού» του Εναγομένου 1 αφορά περίοδο που λήγει το τέλος του 1999. (γ) Από το Τεκμήριο 2 που συνοδεύει την ένορκη δήλωση του κ. Αντώνη Αντωνίου, σαν η κατάσταση του λογαριασμού που ο Εναγόμενος 1 είχε με την Ενάγουσα παρατηρώ χαρακτηριστικά τα ακόλουθα:- (
- i)H πρώτη εγγραφή έγινε την 30.4.2001 και αφορά αρχικό υπόλοιπο (OPENING BALANCE) £20.877,29 οι υπόλοιπες εγγραφές αφορούν την περίοδο που ακολουθεί με τελευταία την 31.3.2003. (
- ii)Χρεώνεται με τα ακόλουθα μεταξύ άλλων ποσά 5.4.02 35753 0.30 SHARE OPTIONS £10.725,90 1.10.02 BCE ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΣ 30.9.02 £11.632,02 1.11.02 ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΑΦΡΙΚΗΣ £14.355,00 (iii) Χρεώνεται μηνιαία για την περίοδο από 30.4.2001 μέχρι 31.3.2003 με το ποσό των £28,95 ήτοι συνολικό ποσό £694,80 έξοδα ασφαλιστικής κάλυψης λόγω συμμετοχής σε Ομαδικό Σχέδιο Ασφάλισης. (δ) Παρά το ότι στην «Συμφωνία Διορισμού» προβλέπεται ότι το σύστημα μηνιαίας χρηματοδότησης εκ ποσού £1300,00 μηνιαία θα συνεχίσει μέχρι ο λογαριασμός προμηθειών του Εναγόμενου 1 παρουσιάσει πιστωτικό υπόλοιπο ή μέχρι τη λήξη της περιόδου του ειδικού σχεδίου χρηματοδότησης, δηλαδή την 31.12.1999, από το τεκμήριο 2 προκύπτει ότι η Ενάγουσα συνέχισε μετά το 1999 να πληρώνει ή χρηματοδοτεί τον Εναγόμενο με ποσό που το τέλος του 2001 υπερβαίνει τις £2100,00 κάθε μήνα. (ε) Είναι επίσης προφανές ότι ο Εναγόμενος 1 δεν διατήρησε μόνο ένα λογαριασμό με την ενάγουσα ως στην «Συμφωνία Διορισμού» προβλεπόταν αλλά και άλλους λογαριασμούς. (στ) Αναφέρω επίσης ότι η Ενάγουσα ουδέποτε έχει ζητήσει την συγκατάθεση μου ούτε καν με ενημέρωσε, ότι έχει διαφοροποιήσει τους όρους υπηρεσίας ή χρηματοδότησης του Εναγομένου ή ότι του έχει δώσει μετοχές ή έχει μεταφέρει τα υπόλοιπα άλλων λογαριασμών στον αρχικό λογαριασμό του Εναγόμενου 1. Χαρακτηριστικά αναφέρω, ότι το τεκμήριο 1 περιλαμβάνει στην τελευταία του σελίδα δύο πίνακες, οι οποίοι ουδεμία σχέση έχουν με την «Συμφωνία Διορισμού» του Εναγόμενου 1 ημερομηνίας 27.7.1994. Οι πίνακες αυτοί, οι οποίοι από την ημερομηνία που αναφέρουν, προκύπτει ότι έχουν συμφωνηθεί στις 12.2.1999 προβλέπουν άλλη βάση χρηματοδότησης του Εναγόμενου 1 από τα προβλεπόμενα στην «Συμφωνία Διορισμού». Επιπρόσθετα δεν έχω αντιληφθεί, ούτε η Ενάγουσα αναφέρει, ποιον όρο της «Συμφωνίας Διορισμού» ο Εναγόμενος 1 έχει παραβεί ώστε εγώ να κληθώ να καλύψω την παράβαση και προφανώς η Ενάγουσα διεκδικεί από εμένα ποσά που ισχυρίζεται ότι της οφείλει ο Εναγόμενος που αφορούν άλλη περίοδο και άλλες συνθήκες που ίσχυαν από την περίοδο «εγγύησης» μου. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι με τον Εναγόμενο 1 έχουμε χωρίσει από το έτος 1999 αφού από τον Οκτώβριο του 1997 είμαστε σε διάσταση. 10. Επιπρόσθετα προς τα πιο πάνω όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου εκτός των προαναφερόμενων που αποδεικνύουν ότι ουδέν δικαίωμα έχει η Ενάγουσα να διεκδικεί από εμένα το αξιούμενο ποσό, προκύπτουν και άλλα θέματα τα οποία αποτελούν υπεράσπιση μου στην απαίτηση όπως ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά αναφέρω στη συνέχεα, όπως:- (α) Το γεγονός ότι το εγγυητήριο έγγραφο είναι ασυμπλήρωτο και δεν αναφέρει ποια συμφωνία έχω εγγυηθεί. (β) Η τυχόν «εγγύηση μου έχει λήξει. (γ) Οποιαδήποτε υπεράσπιση προβάλλει ο εναγόμενος 1, στην απαίτηση της Ενάγουσας. 11. Εκτός του ότι η ενάγουσα δεν έχει καθόλου βάσιμη απαίτηση εναντίον μου, ουδεμία από τις άλλες προϋποθέσεις που η Νομολογία προβλέπει συντρέχει για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος εναντίον μου και η Ενάγουσα, όπως στη συνέχεια αναφέρω είναι φανερό ότι ενήργησε με κακή πίστη και κατά κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου. 12. Κατόπιν της συμμόρφωσης μου στο διάταγμα του δικαστηρίου ημερομηνίας 24.4.2007, η εκδοθείσα εναντίον μου απόφαση παραμερίσθη και την 24.5.2007, καταχώρησα Έκθεση Υπεράσπισης. 13. Παρά τον παραμερισμό της απόφασης η πλευρά της Ενάγουσας δεν απέσυρε από το Κτηματολόγιο Λεμεσού, τα ΜΕΜΟ 569/05 και 1323/06 τα οποία είχε εγγράψει σαν επιβάρυνση στο ακίνητο που έχω στην οδό Δαμαγήτου 13Β, στη Λεμεσό, το οποίο είναι οικία στην οποία κατοικώ. 14. Η πιο πάνω παράλειψη της Ενάγουσας είχε σαν αποτέλεσμα οι Δικηγόροι μου να αποστείλουν δύο επιστολές ημερομηνίας 1.11.2007 και 12.11.2007 αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται σαν τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση του κ. Αντώνη Αντωνίου. 15. Επιπρόσθετα οι Δικηγόροι μου την 3.12.2007 απέστειλαν και τρίτη επιστολή, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω σαν τεκμήριο 1 αφού διαπίστωσαν ότι η πλευρά της Ενάγουσας σκόπιμα και παράνομα δεν απέσυρε τα δύο ΜΕΜΟ, αφήνοντας τις Κτηματολογικές Αρχές να θεωρούν μια Απόφαση Δικαστηρίου η οποία είχε παραμερισθεί από το Δικαστήριο από τον Μάϊο του 2007, σαν έγκυρη και δεσμευτική. 16. Η απαίτηση μου για απόσυρση των δύο ΜΕΜΟ η οποία ερμηνεύεται από τους Ενάγοντες σαν απόδειξη πρόθεσης μου να πωλήσω ή αποξενώσω ή επιβαρύνω ή μεταβιβάσω το πιο πάνω ακίνητο μου αποσκοπούσε απλώς στην αποκατάσταση των πραγμάτων στην ορθή τους βάση και τη διακοπή της παραπλάνησης των Κτηματολογικών Αρχών. 17. Οι Ενάγοντες έχουν τελικά την 4.1.2008 παραδώσει στο γραφείο των Δικηγόρων μου δύο έντυπα «Ακύρωσης Εγγραφής Δικαστικής Απόφασης» προκειμένου να μεριμνήσω για την απόσυρση του ΜΕΜΟ. Την 7.1.2008 παρέδωσα τα πιο πάνω έντυπα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. 18. Ουδεμία πρόθεση έχω να πωλήσω ή αποξενώσω ή επιβαρύνω ή μεταβιβάσω το πιο πάνω ακίνητο μου στο οποίο κατοικώ με τον γιο μου. Το προαναφερόμενο ακίνητο είναι υποθηκευμένο προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού για ποσό £43.600,00 πλέον τόκο, για εξασφάλιση δανείου το οποίο έκαμα το 2003. 19. Είμαι πρόσωπο που τηρώ τις υποχρεώσεις μου κ αι ουδέποτε έχω αφήσει οποιανδήποτε Δικαστική Απόφαση εναντίον μου ανικανοποίητη. 20. Η πλευρά της Ενάγουσας εκδικητικά και με μεγάλη καθυστέρηση και με προφανή κακοπιστία υπέβαλε την πιο πάνω αίτηση προκειμένου να ασκήσει προς την πλευρά μου αδικαιολόγητη πίεση. 21. Ενδεικτικά αναφέρω τις ακόλουθες ενέργειες της Ενάγουσας που δείχνουν την προφανή κακοπιστία της:- (α) Όπως είναι εμφανές από τον φάκελο της διαδικασίας η πλευρά της Ενάγουσας δεν έχει προωθήσει την εκδίκαση της αγωγής. (β) Ουδεμία προσπάθεια έγινε εκ μέρους της για εξασφάλιση οποιουδήποτε προσωρινού διατάγματος εναντίον του πρωτοφειλέτη Εναγόμενου 1 ο οποίος έχει ακίνητη περιουσία. (γ) Την 4.6.2007 υπέβαλε αίτηση, με την οποία ζήτησε την διαγραφή της Έκθεσης Υπεράσπισης που καταχώρησα, την οποία την 21.12.2007 απέσυρε αφού κατεδικάσθη στα έξοδα.» Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν αντεξετάστηκε κανένας από τους ομνύοντες. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης είναι ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6, Άρθρα 4, 5, 7 και 9, η Δ.48 θ.1-4 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα Άρθρα 31, 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στη γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας γίνεται εκτεταμένη αναφορά τόσο στα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την αίτηση όσο και σε σχετική νομολογία. Αγορεύοντας προφορικά ο κ. Γ. Κορφιώτης υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο των λόγων ένστασης και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και εισηγήθηκε ότι ουδεμία από τις 3 προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος θεμελιούται με κυριότερη την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται από τα όσα αναφέρονται στην αίτηση, την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και τα συνημμένα σε αυτή τεκμήρια. Ισχυρίσθηκε επίσης ο κ. Κορφιώτης ότι είναι προφανές από την ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2 - Καθ΄ης η αίτηση ότι τα αξιούμενα ποσά δεν έχουν σχέση με την ισχυριζόμενη εγγύηση την οποία η Εναγόμενη 2 - Καθ΄ης η αίτηση υπέγραψε όταν ο Εναγόμενος 1 άρχισε να ενεργεί ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς στις εκατέρωθεν θέσεις. Όπου χρειαστεί θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά στις διάφορες εισηγήσεις των δύο πλευρών πιο κάτω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015). Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (Acropol Shipping Co. Ltd. & Others v. Rossis
(1976)1 CLR 38, Constantinides v. Makriyiorgou and Another
(1978)1 CLR 585 και Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557). Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (Odysseos (ανωτέρω)). Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης (Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 η αίτηση βασίζεται και στα Άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Σύμφωνα με το Άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται τόσο στο Άρθρο 4 όσο και στο Άρθρο 5 του Κεφ. 6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς τα άρθρα αυτά κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (Παναγίδου κ.ά. ν. Παναγίδου κ.ά.
(2001)1(Α) ΑΑΔ 396). Επομένως όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το Άρθρο 5 του Κεφ. 6 στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται (Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 CLR 520 και Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231). Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Άρθρου 5 του Κεφ. 6 αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας του εναγομένου προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε επιτύχει ο ενάγων και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το Άρθρο 5 εκτίθενται στο εδάφιο 2 του Άρθρου και είναι τα εξής:
(1)Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής
(2)Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) ΑΑΔ 782 αποσαφηνίστηκε ότι ο όρος αυτός που προσδιορίζει βάσει του Άρθρου 5 του Κεφ. 6 το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
- Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρείται με βάση το Άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
- Από το λεκτικό του Άρθρου 5 του Κεφ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που σκοπείται να δεσμευτεί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντα. Ο ενάγων σχετικά με τις δύο άνω προϋποθέσεις θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, τη φύση και την αξία της ακίνητης περιουσίας τη δέσμευση της οποίας επιζητεί, όσο και την ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται ο ενάγων να λάβει υπέρ του. Διεξήλθα προσεκτικά τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση καθώς επίσης και τις ένορκες δηλώσεις και τα διάφορα τεκμήρια που τις συνοδεύουν. Παράλληλα εξέτασα την αίτηση μέσα στο πλαίσιο των αρχών της νομολογίας έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προωθήθηκαν και αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των αγορεύσεων τους. Δεν θα επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, αφού κρίνω πως κάτι τέτοιο είναι αχρείαστο. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1980). Θα σκιαγραφήσω, εκεί που χρειάζεται, τα ουσιώδη γεγονότα, για να διαφανεί καλύτερα η ουσία της διαφοράς. Όσον αφορά την εξέταση των τριών κριτηρίων προκύπτει από τη νομολογία ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρισμένου δικογράφου. Στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο όπου παρατίθενται πλήρη στοιχεία και λεπτομέρειες για την αξίωση, η οποία αφορά το ποσό των Λ.Κ.63.347,37 πλέον τόκους και έξοδα, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμού, και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Σύμφωνα με το Ειδικά Οπισθογραφημένο κλητήριο, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος 1 ενεργούσε ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος της Ενάγουσας δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας. Ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες του ο Εναγόμενος 1 θα ελάμβανε από την Ενάγουσα διάφορα ωφελήματα όπως προμήθειες και υπερπρομήθειες για προσωπική παραγωγή και παραγωγή ομάδας σύμφωνα με τους πίνακες, τις κλίμακες και τους κανονισμούς της Ενάγουσας. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 1 θα ελάμβανε μηνιαία χρηματοδότηση έναντι των προμηθειών, υπερπρομηθειών και άλλων ωφελημάτων. Οι Εναγόμενες 2 και 3 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα, ξεχωριστά και εις ολόκληρο η κάθε μια μετά του Εναγομένου 1 την πιστή τήρηση της συμφωνίας διορισμού. Ο Εναγόμενος 1 διατηρούσε σχετικό προσωπικό λογαριασμό στην Ενάγουσα με αριθμό 12121141 ο οποίος χρεωνόταν κυρίως με τις διάφορες χρηματοδοτήσεις τις οποίες λάμβανε ο Εναγόμενος 1 από την Ενάγουσα και πιστωνόταν με τις διάφορες προμήθειες και επιδόματα που λάμβανε ο Εναγόμενος 1 από την Ενάγουσα δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας. Την 31.3.03 το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζε ο πιο πάνω λογαριασμός προς όφελος της Ενάγουσας ήταν £63.347,47 πλέον τόκοι προς 7% από 1.1.03. Ενώ αρχικά η προσωπική παραγωγή του Εναγομένου 1 καθώς και η παραγωγή της περιφέρειας του ήταν σε υψηλά επίπεδα, κατά το έτος 2002 οι πιο πάνω παραγωγές μειώθηκαν σημαντικά και κατά τους τελευταίους μήνες του πιο πάνω έτους παρατηρούνταν πολλές ακυρώσεις συμβολαίων. Η Ενάγουσα κάλεσε τον Εναγόμενο 1 τόσο προφορικά όσο και με επιστολή όπως εξετάσει το πιο πάνω θέμα και όπως την ενημερώσει για τις ενέργειες στις οποίες προτίθετο να προβεί για διόρθωση του προβλήματος, προτρέποντας τον να πάρει άδεια για να εξεύρει τρόπους επίλυσης του προβλήματος. Ενώ η Ενάγουσα ανέμενε τις θέσεις του Εναγομένου 1, ο τελευταίος με επιστολή του ημερ. 15.1.03 τερμάτισε την πιο πάνω συμφωνία διορισμού προβάλλοντας αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς παράβασης από την Ενάγουσα των συμβατικών της υποχρεώσεων. Η Εναγόμενη 2 προβάλλει ως λόγους ένστασης ότι η Ενάγουσα στερείται καλής βάσης αγωγής και ότι δεν πρόκειται για σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση (βλ. παραγράφους 3-10 της ενόρκου δηλώσεως της Εναγομένης 2). Μέσα από το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και τα γεγονότα που παρέχονται στην αίτηση και την ένορκη δήλωση του Α. Αντωνίου αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης 2 και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Υπενθυμίζω ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Εκείνο που χρειάζεται σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (Micrologic Comp. Consult. v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802). Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, η ικανοποίηση συναρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις και την τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης. Στην υπό κρίση αίτηση, από το μαρτυρικό υλικό που έχει προσαχθεί στην αίτηση, περιλαμβανομένων και των διαφόρων τεκμηρίων που έχουν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση του Α. Αντωνίου, δεν εξάγεται αυτή η ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Βέβαια έχω πάντοτε κατά νου ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία το παρόν στάδιο δεν είναι το ορθό στάδιο για ουσιαστική αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας ώστε να υπάρχει κατάληξη επί γεγονότων ή ακόμη και να εξαντληθεί πλήρως οποιοδήποτε νομικό επιχείρημα, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι αυτό δεν είναι πρόδηλα αβάσιμο (βλ. Jonitexo v. Adidas και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω)). Παραπέμπω συναφώς στις παραγράφους 3-10 της ενόρκου δηλώσεως της Εναγομένης 2. Είναι γεγονός ότι, όπως αναφέρει και η Εναγόμενη 2 στην παράγραφο 10(α) της ενόρκου δηλώσεως της, το εγγυητήριο έγγραφο είναι ασυμπλήρωτο και δεν αναφέρει ποια συμφωνία η Εναγόμενη 2 έχει εγγυηθεί. Ένας από τους λόγους ένστασης, τους οποίους προβάλλει η Εναγόμενη 2 - Καθ΄ης η αίτηση είναι ότι η Αιτήτρια δεν έχει προβεί σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων που σχετίζονται με την αίτηση. Σύμφωνα με πάγια νομολογία η υποχρέωση για αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των γεγονότων που ο αιτητής γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και τα οποία δυνατόν να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση ενυπάρχει σε διαδικασία μονομερούς αιτήσεως (Demstar Ltd v. Zim Israel Navig. Co. Ltd κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 597, 601). Η υπό κρίση αίτηση είναι μεν μονομερής (ex parte) πλην όμως το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της στην Καθ΄ης η αίτηση η οποία, με την ένσταση της, προέβαλε τους ισχυρισμούς και θέσεις της. Η αίτηση, συνεπώς, έτυχε χειρισμού ως αίτηση δια κλήσεως. Ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της πιο πάνω αρχής - υποχρέωσης. Βέβαια, ο αιτητής σε τέτοια περίπτωση πρέπει να προσέλθει στο Δικαστήριο «με καθαρά χέρια». Επί του προκειμένου στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4th edition, σελ. 563, παρα. 1006 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Effect of Plaintiff´s Conduct. 1006. Plaintiff´s conduct to be regarded. The court takes into consideration the conduct of the party seeking the injunction. Relief will be refused if the plaintiff does not come to the court with clean hands; therefore, where one party to a contract containing mutual covenants fails to perform his part, the other party will not be restrained from committing a breach of a negative covenant on his part. However, the fact that the plaintiff has committed trifling breaches of covenant or trifling breach of another covenant which is altogether of minor importance, will not preclude him from obtaining an injunction. Even if he has been guilty of misconduct in not strictly and honorably performing his part of the agreement, an injunction may be granted where it is quite impossible in the circumstances of the case to estimate the damage to which he would be exposed if it was not granted.» Η Καθ΄ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο καθότι η τελευταία δεν αναφέρθηκε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση στα όσα καταλογίζει σε αυτή στις παραγράφους 11-21 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι η παρούσα αίτηση δεν είναι μονομερής αίτηση. Όμως έχω την άποψη πως, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ειδικότερα τη συγκεκριμένη συμπεριφορά της Ενάγουσας, την οποία θεωρώ απόπειρα αλλοίωσης της όλης εικόνας που αφορά τη συμπεριφορά των συμβαλλομένων πριν και μετά τον τερματισμό της συμφωνίας διορισμού, το γεγονός ότι η παρούσα αίτηση δεν είναι μονομερής, ελάχιστο ή καθόλου ρόλο έχει να διαδραματίσει. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο ικανοποιείται το τρίτο κριτήριο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια είμαι της γνώμης πως ούτε και το τρίτο κριτήριο θεωρείται ότι ικανοποιείται. Με βάση μακρά νομολογία, εφόσον η θεραπεία ενός προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄εξοχήν στο δίκαιο της επιείκειας, το διάταγμα δεν εκδίδεται όπου η αποτίμηση σε χρήμα ως ικανοποιητική θεραπεία μπορεί να γίνει εύλογα. Ακόμη και συνήθης δυσκολία στην αποτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ανάγκη έρεισμα για την έκδοση ή τη διατήρηση σε ισχύ διατάγματος (Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255 και Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1121). Το θέμα που εγείρεται από την Καθ΄ ης η αίτηση και το οποίο προτίθεμαι να εξετάσω, αφορά την επάρκεια της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας. Συγκεκριμένα επί του κινδύνου αποξένωσης της επίδικης ακίνητης περιουσίας. Ο ομνύων στις παραγράφους 29, 30, 31 και 32 της ένορκης δήλωσης του αναφέρεται στον κίνδυνο αποξένωσης υπό της Εναγομένης 2 του επίδικου ακινήτου και ισχυρίζεται ότι είναι κατ' επείγον όπως εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα, διαφορετικά δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και υπάρχει η πιθανότητα η Ενάγουσα να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο δεύτερος λόγος ένστασης είναι ότι οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας περί δήθεν κινδύνου μη απονομής δικαιοσύνης και/ή αποξένωσης ή επιβάρυνσης του ακινήτου της Εναγομένης 2 είναι ατεκμηρίωτοι, ασαφείς και χωρίς τις απαιτούμενες λεπτομέρειες. Το ζήτημα πραγματεύεται σε όλες τις παραμέτρους του η υπόθεση Poltava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301. Γίνεται γενική ανασκόπηση της νομολογίας, κυρίως στην περίπτωση αποξένωσης περιουσίας άλλης από το αντικείμενο της αγωγής όπως είναι και η παρούσα περίπτωση. Εξηγείται ότι το σχετικό κριτήριο, επί τέτοιων διαταγμάτων, είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολο της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντος, στο τέλος της ημέρας, θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο που αν αποδειχθεί κάτι τέτοιο, το Δικαστήριο χορηγεί το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd ν. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, υπεδείχθη ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για την πραγματική πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί (βλ. επίσης Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1(B) Α.Α.Δ. 1121). Πρόκειται για την πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindrance) στην ικανοποίηση της απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος. Είναι ακριβώς γι' αυτό το λόγο που απαιτείται εκ μέρους του ενάγοντος «στερεή μαρτυρία» προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ότι δεν θα ικανοποιηθεί η απόφαση. Δεν πρέπει ακόμα να παραγνωρίζεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να χορηγείται με μεγάλη περίσκεψη και πάντοτε λαμβανομένων δεόντως υπόψη των ειδικών σκοπών του Νόμου και κυρίως ως βοήθημα στη διαδικασία εκτέλεσης, το οποίο στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών που τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Resola Cyprus Ltd v. Χριστοδούλου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, ο ισχυρισμός του αιτητή ήταν ότι οι πληροφορίες του προέρχονταν από κύκλους φιλικά προσκείμενους προς τους εναγόμενους πως οι τελευταίοι προσπαθούσαν να αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Κρίθηκε ότι, αφ' εαυτού ο ισχυρισμός, ήταν αόριστος και δεν αποκάλυπτε την πηγή των πληροφοριών του και για το λόγο αυτό θα έπρεπε να αγνοηθεί. Η προσκομισθείσα εν προκειμένω μαρτυρία διαφέρει ακόμα από όσα έχουν τεθεί στην υπόθεση Phasarias (ανωτέρω). Εκεί αφενός αντεξετάστηκε ο καθ΄ου η αίτηση και διεφάνη ότι όντως υπήρχαν επιβαρύνσεις υπέρ των τραπεζών, αφετέρου δε έγινε αναφορά από τους αιτητές ότι η πηγή των πληροφοριών τους ήταν έγκυροι τραπεζικοί κύκλοι, που ουσιαστικά επιβεβαιώθηκαν από την αντεξέταση του καθ΄ου η αίτηση. Θεωρήθηκε ακόμα, πως η αναφορά σε αξιωματούχους τραπεζών δεν αποτελεί αόριστη πηγή και συνιστούσε επαρκή αποκάλυψη της πηγής της πληροφόρησης. Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ, και αυτή είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου επί του θέματος αυτού, ότι η Αιτήτρια με κανένα τρόπο και με καμιά επί μέρους αναφορά, δεν έχει αποκαλύψει πού στηρίζει τη θέσης της για τον κίνδυνο άμεσης αποξένωσης της επίδικης ακίνητης περιουσίας υπό της Εναγομένης
- Η εν λόγω θέση είναι μια αόριστη πιθανότητα που δεν βασίζεται έστω και σε οποιεσδήποτε ενδείξεις για αποξένωση περιουσιακών στοιχείων. Περαιτέρω, ο κίνδυνος αυτός, να μείνει δηλαδή ανικανοποίητη η δικαστική απόφαση, ουδόλως επεξηγείται με αναφορά σε οποιαδήποτε γεγονότα στην ένορκη δήλωση του Αντώνη Αντωνίου. Δεν υπάρχει καμία απολύτως διασύνδεση του αιτούμενου διατάγματος με οποιαδήποτε φερεγγυότητα της Εναγομένης 2 ούτως ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει παράγοντες που να οδηγούν προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, της ικανοποίησης δηλαδή ή μη της δικαστικής απόφασης σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος. Επομένως, ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η τυχόν δικαστική απόφαση, εκτός και αν εκδοθεί το διάταγμα δεν έχει καταδειχθεί (βλ. C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd v. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ (ανωτέρω)). Δεν χρειάζεται μεν να προσαχθεί ειδική μαρτυρία για την ύπαρξη πρόθεσης της Εναγομένης 2 για αποξένωση ή επιβάρυνση της περιουσίας της, αλλά στην εξέταση του κριτηρίου περί της πιθανότητας να παραμείνει ανικανοποίητη η δικαστική απόφαση, το στοιχείο της πρόθεσης φυσιολογικά έπεται της αποκάλυψης ύπαρξης περιουσίας της Εναγομένης
- Ο κίνδυνος αποξένωσης ή επιβάρυνσης δεν μπορεί να μετρηθεί με οποιοδήποτε αντικειμενικό τρόπο χωρίς να υπάρχουν επαρκή στοιχεία περί της περιουσίας ενός εναγομένου. Εδώ, όπως εξηγήθηκε, δεν υπάρχει καμία ουσιαστική μαρτυρία για την περιουσία της Εναγομένης 2 ούτως ώστε να καταδειχθεί και ο κίνδυνος να παραμείνει ανικανοποίητη η τυχόν απόφαση. Το όλο θέμα επομένως έχει παραμείνει μετέωρο. Ακριβώς σε ότι αφορά τον κίνδυνο μεταβίβασης, έχει λεχθεί στην Κιτρομηλίδου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1165 (ανωτέρω) ότι η απλή και αόριστη αναφορά σε ενδεχόμενο μεταβίβασης περιουσιακού στοιχείου είναι ανεπαρκής για να θεμελιώσει την έκδοση προσωρινού διατάγματος εφόσον δεν υπάρχουν στοιχεία που να παρέχουν ένδειξη ότι ένας εναγόμενος επείγεται να αποξενώσει την περιουσία του. Η στέρηση, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών του στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμεινε χωρίς αντίκρυσμα λόγω άμεσου απτού κινδύνου αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή. Είναι κατά την άποψη μου προφανές ότι η παρούσα δεν είναι μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση. Τέλος, αντιπαρέρχομαι τη δυσαναλογία και αναντιστοιχία μεταξύ του αξιουμένου ποσού και του επίδικου ακινήτου. Αφού το αξιούμενο ποσό είναι Λ.Κ. 63.347,37 πλέον τόκοι και έξοδα, ενώ η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου, είναι Λ.Κ. 171.
- Και τούτο με βάση όσα η Αιτήτρια αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι τα επίδικο ακίνητο είναι υποθηκευμένο προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού για ποσό Λ.Κ. 43.600.- πλέον τόκοι, για εξασφάλιση δανείου το οποίο η Εναγόμενη 2 συνήψε το έτος
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της αίτησης και επομένως αυτά, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 2 - Καθ΄ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας εταιρείας. Τα έξοδα αυτά θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο