← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χριστίνας Παναγή, Αρ. Αγωγής: 2561/07, 30 Απριλίου 2008

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χριστίνας Παναγή, Αρ. Αγωγής: 2561/07, 30 Απριλίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2561/07 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων -και- Χριστίνας Παναγή Εναγομένης -------------------------- Αίτηση ημερ. 25.6.2007 για συνοπτική απόφαση εναντίον της Εναγομένης HMEΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Απριλίου 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κα Χούρη Για την Εναγόμενη-Καθ'ης η Αίτηση: κος Νικολαϊδης ---------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες με την καταχώρηση στις 18.4.2007 ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, αξιώνουν εναντίον της Εναγομένης, το ποσό των £3.642,41πλέον τόκους και έξοδα, ποσά τα οποία κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας τράπεζας, οφείλονται προς αυτήν από χρήση πιστωτικής κάρτας (VISA CART) αρ. 4548-9104-7363-2026 την οποία εξέδωσαν σε αυτήν με όριο £500 επειδή ο λογαριασμός της Εναγομένης παρουσίαζε υπέρβαση και καθυστερήσεις οι Ενάγοντες με επιστολές τους ημερομηνίας 8.4.2005 και 30.1.2007 ακύρωσαν την κάρτα και κάλεσαν την Εναγόμενη να εξοφλήσει κάθε οφειλόμενο ποσό Με την υπό συζήτηση αίτηση, η Ενάγουσα επιζητεί την έκδοση απόφασης σε βάρος της Εναγομένης, ως το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με βάση τη συνοπτική διαδικασία, καθότι, ως ισχυρίζονται, η Εναγόμενη στερείται υπεράσπισης. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.18, θ.1-2 και 9(α) και Δ.48, θ.1-4, 9. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων που υποστηρίζει την αίτηση, τίθεται με την ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, ημερ. 25.6.2007, η οποία και την συνοδεύει. Επίσης στην ένορκη δήλωση του επισυνάπτονται τρία τεκμήρια, σχετικά με την υπόθεση. Στην ένορκη δήλωσή του, ο Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού, υπάλληλος των Εναγόντων-Αιτητών, αφού εξηγεί την εμπλοκή του και τη γνώση του στα γεγονότα που αφορούν την αγωγή, επιβεβαιώνει την απαίτηση όπως αυτή έχει καταγραφεί στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ενώ παράλληλα, αξιώνει την έκδοση απόφασης σε βάρος και της Εναγομένης-Καθ'ης η Αίτηση στα πλαίσια της παρούσας, προβάλλοντας τη θέση ότι η ως άνω Eναγόμενη δεν έχει καμία απολύτως υπεράσπιση. Η Εναγόμενη, η οποία καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης μέσω δικηγόρου, στις 9.10.2007 καταχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην ως άνω αίτηση για έκδοση απόφασης σε βάρος της με συνοπτική διαδικασία. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Ειδικότερα, προβάλλεται η θέση ότι η Εναγόμενη 3 έχει πολύ καλή υπεράσπιση αφού στα ποσά της απαίτησης υπάρχουν παράνομες και ανεπίτρεπτες χρεώσεις. Η συμφωνία ημερ. 2.4.1999 υπογράφηκε πριν την έναρξη του Νόμου 160

(1)/1999. Κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας παροχής VISA CARD βρισκόταν σε ισχύ ο Περί Τόκου Νόμος 2/77 σύμφωνα με το άρθρο 3 του οποίου το ανώτατο επιτρεπόμενο ποσοστό επιτοκίου ήταν 9% και ότι οι ισχυρισμοί των Εναγόντων για δικαίωμα ανατοκισμού είναι παράνομος. Τα γεγονότα υποστηρίζονται στην ένορκο δήλωση της Εναγομένης στην οποία αναπτύσσονται και εξειδικεύονται οι λόγοι ένστασης και επιπρόσθετα αναφέρει ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν πληρεί τις προϋποθέσεις της Δ.18.1 αφού κάνει αναφορά στην έκθεση απαίτησης και δεν αποτελεί μαρτυρία και ο ενόρκως δηλών δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η Ενάγουσα μετά από άδεια του Δικαστηρίου καταχώρησε συμπληρωματική ένορκο δήλωση του κ. Παπαλαμπριανού με την οποία περιόρισε την απαίτηση της για τόκους μόνο σε 9% αφού ως ισχυρίζεται απώλεσε επιστολή της προς την Εναγόμενη με την οποία την πληροφορούσε για αύξηση του επιτοκίου από 9% σε 14% και περιόρισε την απαίτηση ως ακολούθως: Ποσό ΛΚ3.433,05 πλέον τόκο 9% από 16.10.2007 επί του ποσού των ΛΚ3.342,79 μέχρι εξοφλήσεως. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατά την ακροαματική διαδικασία, δεν αντεξέτασαν τους ενόρκως δηλούντες, περιοριζόμενοι έτσι στην ανάπτυξη των θέσεων και των επιχειρημάτων τους για τα ζητήματα τα οποία ανεφύησαν στα πλαίσια της παρούσας. Όπως έχει νομολογηθεί, η αίτηση για συνοπτική απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, εφόσον παρακάμπτει τη συνήθη διεξαγωγή της δίκης και επομένως η εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και όπου κατά τρόπο εμφανή τα γεγονότα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση. Όπου ο εναγόμενος στην ένορκη δήλωσή του δίνει αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικαστεί, ή όπου ικανοποιείται το Δικαστήριο ότι υπάρχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση, ή αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που μπορεί να κριθούν ως αρκετά για να δώσουν στην Εναγόμενο-Καθ΄ης η Αίτηση τη δυνατότητα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε θα πρέπει να δίδεται αυτό το δικαίωμα στον τελευταίο. Εφόσον ο Ενάγων-Αιτητής ικανοποιήσει τις δικονομικές προϋποθέσεις της Δ.18, το βάρος μετατίθεται στην πλευρά του εναγομένου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση, δίνοντας προς τούτο αρκετές λεπτομέρειες προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου. Όπως διαπιστώνεται από την ίδια την Δ.18 κ.1(α) των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας και επανειλημμένα έχει επιβεβαιωθεί μέσω της Νομολογίας, θα πρέπει, για να μπορεί το Δικαστήριο να επιληφθεί και εξετάσει την ουσία αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, να πληρούνται τρεις προκαταρκτικές προϋποθέσεις. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ αναφέρονται τα ακόλουθα: "Είναι νομολογημένο ότι για την ενεργοποίηση της διαδικασίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιηθούν οι πιο κάτω προϋποθέσεις από τον αιτητή:
  1. καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου δυνάμει του θ.1 της Δ.2,
  2. καταχώριση εμφάνισης από τον εναγόμενο,
  3. η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι καθώς πιστεύει - ο ομώσας - δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή." Στην υπό συζήτηση περίπτωση από το φάκελο της διαδικασίας, αβίαστα προκύπτει ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις πληρούνται. Το κλητήριο ένταλμα στην υπό συζήτηση αγωγή είναι ειδικά οπισθογραφημένο, δυνάμει της Δ.2 θ.6, ενώ ο εναγόμενος 2 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στις 27.3.
  4. Όσον αφορά την τρίτη προαναφερόμενη προϋπόθεση και την καταλληλότητα του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση να ορκιστεί, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποκαλύπτει τον θεμελιακό χαρακτήρα της προϋπόθεσης αυτής, η οποία άπτεται κατ' ουσίαν της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται κατά τρόπο που να συμμορφώνεται ουσιαστικά με τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.
  5. Η Δ.18, επιτάσσει όπως η επαλήθευση της απαίτησης γίνει από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Θα πρέπει πάντως να τονιστεί ότι ο σχετικός θεσμός δεν κάνει αναφορά σε "προσωπική γνώση", αλλά για "θετική γνώση", γεγονός που παρέχει έτσι την δυνατότητα να ορκιστεί για τα πιο πάνω θέματα και άτομο το οποίο έχει θετική γνώση για τα επίδικα ζητήματα. (Βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω) και Ευάγγελου Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ. Είναι φανερό από όσα εκτίθενται από τον ομνύοντα ότι ο τελευταίος ήταν πρόσωπο ικανό να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπό συζήτηση υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής. Ο δηλών στην προκειμένη περίπτωση αναφέροντας ότι γνωρίζει τα γεγονότα της αγωγής από έγγραφα που κατέχει, το γεγονός ότι έχει ανατεθεί σε αυτόν η παρακολούθηση του λογαριασμού των εναγομένων και η ετοιμασία της κατάστασης των προβληματικών λογαριασμών, μεταξύ αυτών και του λογαριασμού των εναγομένων τον οποίο επισυνάπτει και προσυπογράφει, καταδεικνύει ότι ικανοποιείται το κριτήριο της θετικής γνώσης. Όπως εξάλλου έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Pathe Frairies Cinema Ltd v. United Electric Theatres Ltd
(1914)3 KB 1253, ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα βρίσκονται εντός της προσωπικής γνώσης του, κρίθηκε ικανοποιητική. Μετά την διαπίστωση ότι η ένορκη δήλωση της πλευράς των Εναγόντων-Αιτητών είναι επαρκής, κατά τρόπο που να ικανοποιούνται όλες οι δικονομικές προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται με την Δ.18, θα πρέπει να εξετασθεί το ζήτημα κατά πόσο, με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου εγείρεται καλόπιστη υπεράσπιση από την πλευρά της Εναγομένης, αφού το βάρος μετά την πλήρωση των προϋποθέσεων της Δ.18 θ.1 μετατίθεται στους ώμους της τελευταίας. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η εξουσία η οποία παρέχεται στο Δικαστήριο με βάση τη Δ.18 θα πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ λόγω της «ιδιαίτερης» φύσης της διαδικασίας. Πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμία υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή (Βλ. Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment and Finance Ltd
(2003)1 ΑΑΔ. Εναγόμενος που μέσω των γεγονότων τα οποία τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργεί τη πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πρέπει να λαμβάνει την άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεσή του, έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση. (N. V. Caterches v P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1Γ ΑΑΔ,
(1912)και Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε. 2001 1ΑΑΔ 419). Ως έχει αναφερθεί πιο πάνω η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι έχει καλή Υπεράσπιση και μέσα από την ένσταση και ένορκο δήλωση της εγείρει ζητήματα παράνομης χρέωσης τόκων και επιβαρύνσεων οι οποίες υπερβαίνουν το ποσοστό 9% ετησίως το οποίο προβλέπεται από την επίδικη συμφωνία κατά παράβαση του Περί Τόκου Νόμου 2/77. Αν και από την συμπληρωματική ένορκο δήλωση των Εναγόντων περιορίστηκε η απαίτηση τους σε τόκο στο ποσοστό 9% παραμένει το ζήτημα παράνομης χρέωσης τόκου αφού στην απαίτηση τους ζητούν κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 160
(1)/99 το οποίο η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν ισχύει αφού αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον Ν. 2/77. Τα πιο πάνω επιτρέπουν στο Δικαστήριο να διαβλέψει το ενδεχόμενο καλόπιστα εγειρόμενης Υπεράσπισης. Δεν συμφωνώ με τη θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των Αιτητών ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι ασαφείς και αόριστοι αφού στην ένορκη δήλωση της Εναγομένης που συνοδεύει την ένσταση δίδονται λεπτομέρειες των εν λόγω ισχυρισμών και γενικά στοιχείων επί των οποίων εδράζεται η προτιθέμενη υπεράσπιση. Το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης αποκαλύπτει τέτοιες λεπτομέρειες που δείχνουν ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης και εγείρουν δικάσιμο θέμα εναντίον της απαίτησης το οποίο χρήζει εκδίκαση. Με βάση τα πιο πάνω δεν δικαιολογείται στη βάση των αρχών που πιο πάνω έχουν εκτεθεί, η στέρηση της δυνατότητας της Εναγομένης να προβάλει την υπεράσπισή της, πέραν και ανεξάρτητα αν στο τέλος της ημέρας θα μπορούσε να επιτύχει. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα θα επιβαρυνθεί η πλευρά των Εναγόντων-Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. Η υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα. (Υπ.) .......... Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.