← Κύπρος

CPC PARKING LTD κ.α. ν. CARAMONDANI BROS LTD, Αγωγή Αρ.15783/98, 13 Mαίου, 2008

CPC PARKING LTD κ.α. ν. CARAMONDANI BROS LTD, Αγωγή Αρ.15783/98, 13 Mαίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.15783/98 Μεταξύ:

  1. C.P.C. PARKING LTD, από Λευκωσία
  2. TOFARCO LTD, από Λευκωσία Εναγόντων - και - CARAMONDANI BROS LTD, από Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία: 13 Mαίου, 2008 Εμφανίσεις: Για ενάγουσες: κ. Φρακάλας Για εναγόμενη: κ. Πισίας Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αντιδικία των διαδίκων έχει στο επίκεντρο την καταλληλότητα του συστήματος στάθμευσης (στο εξής το Σύστημα) που εγκατέστησε η εναγόμενη σε χώρο στάθμευσης της ενάγουσας αρ. 1, κατόπιν γραπτής συμφωνίας ημερ. 9.6.1994 (στο εξής η Συμφωνία) με την ενάγουσα αρ.
  3. Οι ενάγουσες καταλογίζουν στην εναγόμενη παραβίαση της Συμφωνίας και με την αγωγή τους αξιώνουν αποζημιώσεις ύψους εκατοντάδων χιλιάδων λιρών. Κατά την εξέλιξη, όμως, της ακροαματικής διαδικασίας περιόρισαν την αξίωση τους στις £36.000, ποσό που αντιπροσωπεύει το κόστος αντικατάστασης του Συστήματος. Διατείνονται, σχετικά, ότι η εναγόμενη αφ΄ ενός μεν δεν τους παρέδωσε νομότυπα το Σύστημα, το οποίο ουδέποτε ολοκλήρωσε και, αφ΄ ετέρου, το Σύστημα παρουσίασε τέτοια προβλήματα που τις ανάγκασαν να το αντικαταστήσουν, κάτι που, όπως είναι παραδεκτό, έγινε το 2002 με δαπάνη ύψους £36.
  4. Η εναγόμενη, αφού επισημαίνει ότι με την ενάγουσα αρ. 1 δεν την συνδέει οποιαδήποτε συμβατική σχέση, αρνείται ότι το Σύστημα δεν ήταν σύμφωνο με τις προδιαγραφές ή ότι ήταν ελαττωματικό. Το Σύστημα, ισχυρίζεται, τέθηκε σε λειτουργία το Νοέμβριο του 1994 και κάποια προβλήματα που παρουσιάσθηκαν, για τα οποία δεν ευθύνεται η ίδια, επιδιορθώθηκαν. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με ρητό όρο της Συμφωνίας αν η ενάγουσα αρ. 2 δεν ήταν ικανοποιημένη με το Σύστημα όφειλε να ζητήσει την αφαίρεση του μέσα σε δύο μήνες αφ΄ ότου τέθηκε σε λειτουργία, κάτι που δεν έπραξε. Αντί τούτου επέλεξε να το κρατήσει, παρόλο που η ίδια της απέστειλε και σχετική επιστολή ημερ. 30.11.
  5. Τέλος, αντεπιτιθέμενη, καταλογίζει στην ενάγουσα αρ. 2 παραβίαση της Συμφωνίας και ανταπαιτεί £6.506, ποσό που αντιπροσωπεύει οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει της Συμφωνίας ως και για επιπρόσθετες εργασίες και/ή για προμήθεια εξαρτημάτων και/ή για συντήρηση του Συστήματος. Από τη θεώρηση της μαρτυρίας των τεσσάρων μαρτύρων - δύο για τις ενάγουσες και δύο για την εναγόμενη - και της πληθώρας των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια εντοπίζονται παραδεκτά ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Παρατίθενται όπως πιο κάτω και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου:- Οι ενάγουσες είναι αδελφές εταιρείες με βασικό μέτοχο τον πολιτικό μηχανικό Κ. Τοφαρίδη (ΜΕ.1), ο οποίος είναι διευθύνων σύμβουλος της ενάγουσας αρ. 2 και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας αρ.
  6. Η ενάγουσα αρ. 1 είναι ιδιοκτήτρια κτηριακού συγκροτήματος στη λεωφόρο Ευαγόρου, στη Λευκωσία, στα τρία υπόγεια και ισόγειο του οποίου λειτουργεί επιχείρηση χώρου στάθμευσης. Το εν λόγω συγκρότημα αναγέρθηκε από την ενάγουσα αρ. 2, η οποία είναι εργοληπτική εταιρεία, με επιβλέποντα μηχανικό του έργου τον ΜΕ.
  7. Η Συμφωνία (τεκμ.3), η οποία συνάφθηκε μεταξύ της ενάγουσας αρ.2 ως εργολάβου του έργου και της εναγόμενης ως υπεργολάβου, προέβλεπε (βασικά) τα ακόλουθα:-
  8. Η εναγόμενη ανέλαβε να εγκαταστήσει το Σύστημα σύμφωνα με τα σχέδια, τις συμφωνηθείσες προδιαγραφές και στη βάση των υποδείξεων του ΜΕ.1 αντί του συμφωνηθέντος κατ΄ αποκοπή ποσού των £28.400, πλέον Φ.Π.Α.
  9. Με την υπογραφή της Συμφωνίας η ενάγουσα αρ. 2 θα κατέβαλλε στην εναγόμενη ως προκαταβολή το ποσό των £1.000, ενώ το υπόλοιπο συμφωνήθηκε να καταβληθεί δύο μήνες μετά την επιτυχή λειτουργία του Συστήματος, θέμα που θα αποφασιζόταν από τον ΜΕ.
  10. Αν το Σύστημα, μέσα στην αναφερθείσα περίοδο των δύο μηνών, κρινόταν από τον ΜΕ.1 ως μη ικανοποιητικό θα έπρεπε να αφαιρεθεί. Σε τέτοια περίπτωση, η εναγόμενη θα κατακρατούσε μόνο το ποσό της προκαταβολής και δεν θα είχε οποιαδήποτε άλλη αξίωση και
  11. Η εναγόμενη συμφώνησε να συντηρεί δωρεάν το Σύστημα για ένα χρόνο, ενώ για το δεύτερο η αμοιβή της θα ήταν £
  12. Η ίδια αμοιβή συμφωνήθηκε και για τα επόμενα τρία χρόνια πλέον αυξήσεις εργατικών στη βάση του κώδικα που ίσχυε στην οικοδομική βιομηχανία. Περαιτέρω, η εναγόμενη ανάλαβε την υποχρέωση να επιδιορθώνει οποιαδήποτε ελαττώματα παρουσίαζε το σύστημα εντός 24 ωρών. Το Σύστημα, σύμφωνα με τη Συμφωνία, θα έπρεπε να εγκατασταθεί και να τεθεί σε λειτουργία μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου 1994, κάτι όμως που έγινε αρχές Νοεμβρίου 1994 (βλ. τεκμ. 4-5, 41-45, 65). Μερικές ημέρες μετά την εγκατάσταση του Συστήματος, στις 22/11, η ενάγουσα διατύπωσε παράπονα (τεκμ.6) σε σχέση με τη λειτουργία του Συστήματος, τα οποία επανέλαβε και στις 29/11 (τεκμ.7 και 8). Η εναγόμενη αντέδρασε την επομένη (τεκμ.46) αναφέροντας ότι τα παρουσιασθέντα προβλήματα, τα οποία χαρακτήρισε φυσιολογικά, διορθώθηκαν και ότι το Σύστημα λειτουργούσε κανονικά. Τόνιζε, επίσης, ότι ήταν έτοιμη να το αφαιρέσει αν μέχρι τέλος του χρόνου της δήλωναν γραπτώς ότι δεν ήταν ικανοποιημένοι με το Σύστημα, όπως προνοούσε η μεταξύ τους Συμφωνία. Παρά το περιεχόμενο του τεκμ.46, η ενάγουσα αρ. 2 ζήτησε συνάντηση (τεκμ.29) για συζήτηση των προβλημάτων που παρουσίαζε το Σύστημα με σκοπό την επίλυσή τους. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 5/12 (τεκμ.9) και στις 16.1.95 η εναγόμενη πληροφορούσε την ενάγουσα αρ. 2 (τεκμ.47) ότι όλες οι ατέλειες του Συστήματος εξέλειπαν και την καλούσε να παρουσιασθεί για την τελική του παράδοση. Παράλληλα, παρέτεινε την αναφερθείσα περίοδο των δύο μηνών μέχρι 31.1.95 και ζητούσε όπως μέχρι τότε - αν δεν της ζητούσαν να αφαιρέσει το Σύστημα - να της εξοφληθεί το ποσό της Συμφωνίας. Η ενάγουσα αρ. 2 αντέδρασε στις 23/1 (τεκμ.10), ξεκαθαρίζοντας ότι θα προχωρούσε σε εξόφληση μετά την παρέλευση ενός μηνός από την επίλυση όλων των προβλημάτων και νοουμένου ότι το Σύστημα θα λειτουργούσε κανονικά και σύμφωνα με τις προδιαγραφές. Έκτοτε παρήλθαν μερικές εβδομάδες χωρίς ανταλλαγή τηλεομοιοτύπων και στις 20.2.95 η εναγόμενη έκδωσε το υπ΄ αρ. 1516 τιμολόγιο (τεκμ.56), με το οποίο χρέωνε την ενάγουσα αρ. 2 με το ποσό των £30.888, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, για την εγκατάσταση του Συστήματος. Ακολούθησαν, όπως προκύπτει από το τηλεομοιότυπο ημερ. 27/2 της εναγόμενης (τεκμ.66), συναντήσεις μεταξύ εκπροσώπων των δύο Εταιρειών με αποτέλεσμα τη δέσμευση της εναγόμενης για επίλυση δύο προβλημάτων που σχετίζονταν με το λογισμικό (software) του Συστήματος. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, στις 17.3.95 (τεκμ.74), η ενάγουσα αρ. 2 κατέβαλε στην εναγόμενη, πέραν της προκαταβολής των £1.000, ακόμη £25.920 και μέχρι 30.5.95 διαπιστώνεται «εκεχειρία» στην ανταλλαγή τηλεομοιοτύπων. Έκτοτε όμως, μέχρι και το Μάιο του 1998, ανταλλάγησαν μεταξύ τους σωρεία τηλεομοιοτύπων ή επιστολών σε σχέση με τη λειτουργία του Συστήματος (τεκμ.11-28 και 30-36 από την ενάγουσα αρ. 2, 48-55 και 67-73 από εναγόμενη), στο περιεχόμενο των οποίων - αν κριθεί αναγκαίο - θα γίνει αναφορά στο κατάλληλο στάδιο. Επί του παρόντος σημειώνεται ότι η ενάγουσα αρ. 2 εξόφλησε και τρία τιμολόγια ημερ. 16.6.95, 27.6.95 και 4.9.95 (τεκμ.57, 58 και 59), τα οποία της έκδωσε η εναγόμενη για κάποιες επιπρόσθετες, όπως φαίνεται, εργασίες καταβάλλοντας το συνολικό ποσό των £604,80 (τεκμ.75). Δεν εξόφλησε, όμως, άλλα πέντε (τεκμ.60-64) για τα οποία η εναγόμενη εγείρει ανταπαίτηση, επιπρόσθετα με την ανταπαίτηση για το υπόλοιπο του ποσού της Συμφωνίας. Τέλος, είναι παραδεκτό ότι στις 21.6.02 η ενάγουσα αρ. 1 συνήψε συμφωνία με την Εταιρεία K.P. PARPAS ENTERPRISES LTD (τεκμ.40), αποτέλεσμα της οποίας ήταν η αντικατάσταση του Συστήματος (τεκμ. 37, 38 και 39) αντί του ποσού των £36.000 - όπως δηλώθηκε - το οποίο αξιώνεται εναντίον της εναγόμενης με την παρούσα αγωγή. Έχοντας σκιαγραφήσει το αδιαμφισβήτητο πλαίσιο της υπόθεσης, προχωρώ σε παράθεση σύνοψης της εκατέρωθεν προσκομισθείσας μαρτυρίας. Προέρχεται από τους Τοφαρίδη (ΜΕ.1) και Ιωνά (ΜΕ.2), οι οποίοι κατέθεσαν για τις ενάγουσες και από τους Καραμοντάνη (ΜΥ.1) και Ιακώβου (ΜΥ.2), οι οποίοι κατέθεσαν για την εναγόμενη. Ο ΜΕ.1 υποστήριξε ότι το Σύστημα δεν ήταν σύμφωνο με τις προδιαγραφές και αποδείχθηκε στην πράξη ελαττωματικό. Επομένως, η εναγόμενη θα πρέπει να καταδικασθεί στο κόστος που επωμίσθηκαν οι ενάγουσες για αντικατάσταση του, ενώ η ενάγουσα αρ. 2 δεν υποχρεούται να εξοφλήσει το υπόλοιπο της Συμφωνίας, ούτε τα πέντε τιμολόγια που έκδωσε η εναγόμενη και τα οποία παραμένουν απλήρωτα. Πιο αναλυτικά:- Το Σύστημα, ισχυρίσθηκε, ναι μεν τέθηκε σε λειτουργία στις αρχές Νοεμβρίου του 1994 αλλά ευθύς εξ αρχής παρουσίασε προβλήματα τα οποία, παρά τις προσπάθειες της εναγόμενης, ουδέποτε επιλύθηκαν. Επομένως, η εναγόμενη ουδέποτε ολοκλήρωσε το Σύστημα το οποίο ουδέποτε παραδόθηκε νομότυπα στις ενάγουσες και συνεπώς ο σχετικός όρος της Συμφωνίας για αφαίρεση του Συστήματος μέσα σε δύο μήνες - στην περίπτωση που ο ίδιος έκρινε ότι το Σύστημα δεν ήταν της απόλυτης έγκρισης του - δεν εφαρμόζεται. Του υποβλήθηκε ότι η προθεσμία των δύο μηνών άρχισε στις 4/11 (τεκμ.46) και παρατάθηκε με το τεκμ.47 μέχρι 31.1.95 αλλά δεν ζήτησε την αφαίρεση του Συστήματος γιατί το είχε εγκρίνει, υποβολή με την οποία διαφώνησε. Τα προβλήματα που παρουσίασε το Σύστημα, τόνισε, προσδιορίζονται λεπτομερώς στα τηλεομοιότυπα/επιστολές της ενάγουσας αρ. 2 τεκμ. 6-27 και ήταν τα ακόλουθα:-
  13. Τα λογισμικά (software) του Συστήματος ήταν εκτός προδιαγραφών και η προσπάθεια που άρχισε να καταβάλλει η εναγόμενη από τις 13.3.95 για αντικατάσταση ή βελτίωση τους δεν απέδωσε. Έτσι, το (δήθεν εκσυγχρονισμένο) πρόγραμμα δεν ήταν σε θέση να δίδει:- (α) Στοιχεία για τον αριθμό των εισιτηρίων που πληρώθηκαν στο μηχάνημα καθώς και για τον αριθμό εισιτηρίων με ποινή (penalty tickets). (β) Έκθεση (report) για τον αριθμό των έγκυρων εισιτηρίων που εκδόθηκαν και πληρώθηκαν είτε μέσω του μηχανήματος είτε στους υπάλληλους, καθώς και το ποσό του κάθε εισιτηρίου και (γ) Στοιχεία σε σχέση με το πόσες φορές ανοίχθηκαν οι μπάρες εισόδου και εξόδου από τους υπαλλήλους αντί αυτόματα. Τα πιο πάνω προβλήματα, επεσήμανε, είχαν ως αποτέλεσμα να μην έχει η ενάγουσα αρ. 1 ακριβή στοιχεία για την πληρότητα του χώρου στάθμευσης, πράγμα που ήταν αναγκαίο για την ορθή λειτουργία του.
  14. Οι δοκοί, που άνοιγαν και έκλειναν για να εισέρχονται και να εξέρχονται τα οχήματα στο χώρο στάθμευσης, σε αρκετές περιπτώσεις είτε δεν άνοιγαν καθόλου είτε κατέβαιναν και κτυπούσαν τα οχήματα, με αποτέλεσμα να τους προκαλούν ζημιές τις οποίες πλήρωναν οι ενάγουσες.
  15. Κατά διάφορους περιόδους το Σύστημα κατέρρεε ή σταματούσε να δουλεύει, με αποτέλεσμα να απασχολείται προσωπικό για εργασίες οι οποίες θα έπρεπε να εκτελούνται αυτόματα.
  16. Το μηχάνημα πληρωμής ήταν συνεχώς ελαττωματικό. Η προσπάθεια που κατέβαλε η εναγόμενη για επιδιόρθωση του, παρά το ότι το αφαίρεσε και το είχε για τρεις μήνες, δεν απέδωσε.
  17. Η εναγόμενη δεν ήταν σε θέση να συντηρεί ή να διατηρεί σε ικανοποιητική λειτουργία το Σύστημα, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλλε και παρά τις επαφές που είχε με τους κατασκευαστές. Η πιο πάνω κατάσταση, κατέληξε, συνεχίσθηκε μέχρι το 1998 οπόταν η εναγόμενη εγκατέλειψε το εργοτάξιο, κάτι που οδήγησε τις ενάγουσες να συνάψουν προκαταρκτική συμφωνία με την εταιρεία K.P. PARPAS για αντικατάσταση του Συστήματος η οποία υλοποιήθηκε, όπως ήδη σημειώθηκε, το
  18. Οι θέσεις που προώθησε η εναγόμενη κατά την αντεξέταση του μάρτυρα απέβλεπαν αφ΄ ενός μεν στην κατάρριψη των ισχυρισμών για ελαττωματικότητα του Συστήματος και αφ΄ ετέρου στην προώθηση της ανταξίωσης της. Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα ο μάρτυρας επέμενε σ΄ όσα καταλόγισε στο Σύστημα, επικαλούμενος και έκθεση ειδικού, όπως τον απεκάλεσε, του ηλεκτρονικού και ηλεκτρολόγου μηχανικού Ιωνά (ΜΕ.2), η οποία, όμως, δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω ειδικός, ισχυρίσθηκε, παρακολουθούσε το Σύστημα από το Μάιο μέχρι το Σεπτέμβριο του 1994, κάτι που προφανώς οφείλεται σε μη σκόπιμο λάθος του μάρτυρα, κι αυτό γιατί το Σύστημα εγκαταστάθηκε το Νοέμβριο του
  19. Σ΄ ότι αφορά την ανταξίωση της εναγόμενης, διατύπωσε τη θέση ότι το υπόλοιπο της Συμφωνίας και τα τεκμ. 60-64 δεν εξοφλήθηκαν ως ένδειξη διαμαρτυρίας λόγω της μη εκπλήρωσης από την εναγόμενη των συμφωνηθέντων και η εναγόμενη δεν δικαιολογείται να επικαλείται τη μη υπογραφή συμβολαίου για συντήρηση, γιατί συντήρηση προϋποθέτει παραλαβή και το Σύστημα, λόγω των προβλημάτων που ανάφερε, ουδέποτε παρελήφθη. Η μαρτυρία του ΜΕ.2 - κάτοχου πιστοποιητικού (Full Technological Certificate) του City & Guilds Λονδίνου και τεχνικού της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου από το 1973 μέχρι το 2005 που αφυπηρέτησε - συνοψίζεται ως ακολούθως:- Το επίπεδο γνώσης του στα λογισμικά είναι αρκετά ικανοποιητικό, κι αυτό γιατί ασχολήθηκε στα ψηφιακά κέντρα της Αρχής από το 1986 ενώ από το 2000 μέχρι το 2005 ήταν προϊστάμενος στο διεθνές τηλεφωνικό κέντρο το οποίο είναι καθαρά ηλεκτρονικό-ψηφιακό. Τέλος του 1995 του ζητήθηκε από τον ΜΕ.1 να εμπλακεί στην παρούσα υπόθεση ως σύμβουλος και υπ΄ αυτή την ιδιότητα παρεβρέθη σε δοκιμές του Συστήματος. Κατ΄ αυτές διαπίστωσε ότι το Σύστημα παρουσίαζε προβλήματα τόσο στο λογισμικό (software), δηλαδή στα προγράμματα ελέγχου του Συστήματος, όσο και στο μηχανικό (hardware) του σκέλος. Συγκεκριμένα:-
  20. Το σοβαρότερο μηχανικό πρόβλημα αφορούσε τη μπάρα που ανοιγόκλεινε κατά την έξοδο των οχημάτων, η οποία κάτω υπό κάποιες συνθήκες μπορούσε να χτυπήσει το εξερχόμενο όχημα. Περαιτέρω, τα ηλεκτρομαγνητικά πηνία που ήταν τοποθετημένα στο έδαφος για να ελέγχουν πότε ένα όχημα βρίσκεται στην κατάλληλη θέση δυσλειτουργούσαν, δηλαδή αναγνώριζαν πιο ελαφριά μεταλλικά αντικείμενα με αποτέλεσμα να ανοίγει η μπάρα σε μικρότερα αντικείμενα, ενώ οι μετρητές που ήταν τοποθετημένοι στα τρία υπόγεια και ισόγειο έδειχναν λανθασμένες ενδείξεις με αποτέλεσμα να μη γνωρίζει κάποιος ανά πάσα στιγμή πόσα οχήματα υπήρχαν στο χώρο στάθμευσης. Τα περιστατικά κτυπήματος οχημάτων από τη μπάρα, ανάφερε κατά την αντεξέταση, τα πληροφορήθηκε από τους υπαλλήλους του χώρου στάθμευσης και εξήγησε ότι οφείλονταν στο γεγονός ότι όταν άνοιγε η μπάρα στο πρώτο αυτοκίνητο ο οδηγός του επόμενου προχωρούσε χωρίς να αναμένει να κλείσει, κι αυτό γιατί του δημιουργείτο η εντύπωση ότι μπορούσε να περάσει. Σ΄ ότι δε αφορά το πρόβλημα με τα ηλεκτρομαγνητικά πηνία, τα οποία παρέμειναν τα ίδια όταν αλλάχθηκε το Σύστημα, έγινε προσπάθεια για να αντιμετωπισθεί με προσθήκη από την εναγόμενη νέων αισθητήρων, η οποία δεν απέδωσε και αρνήθηκε υποβολή ότι κανένα πρόβλημα δεν παρουσίαζαν τα ηλεκτρομαγνητικά πηνία. Τέλος, διευκρίνισε ότι οι μετρητές δεν επηρέαζαν το Σύστημα αλλά τους πελάτες, με αποτέλεσμα να προκαλείται συνωστισμός.
  21. Το πρόβλημα με το λογισμικό, υποστήριξε, το εντόπισε στην ανεπαρκή επικοινωνία του κεντρικού υπολογιστή με τα διάφορα υποσυστήματα, με αποτέλεσμα τη δυσλειτουργία των υποσυστημάτων. Πιο συγκεκριμένα:- (α) Ο αυτόματος δέκτης πληρωμής έχανε πολλές φορές την επικοινωνία με τον κεντρικό υπολογιστή, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να γίνει πληρωμή. Εξηγώντας περαιτέρω τη θέση του - κατά την αντεξέταση - ανάφερε ότι ο δέκτης δεν έδιδε στον πελάτη τα ορθά ρέστα με αποτέλεσμα η πληρωμή να γίνεται κατευθείαν στο ταμείο και όχι αυτόματα. Του υποβλήθηκε ότι στα τεκμ. 6-27 δεν υπάρχει παράπονο για τέτοιο πρόβλημα και ρωτήθηκε αν το πρόβλημα παρουσιάσθηκε μετά το
  22. Η απάντηση του ήταν ότι, μετά το 1998 οι περισσότερες λειτουργίες του Συστήματος ήταν χειροκίνητες και αρνήθηκε υποβολή ότι ο αυτόματος δέκτης πληρωμής δεν παρουσίαζε κανένα πρόβλημα. (β) Ο κεντρικός υπολογιστής δεν ήταν σε θέση να δίδει εντολές για το πότε θα άνοιγαν ή θα έκλειναν οι μπάρες. Του υποβλήθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε, υποβολή με την οποία διαφώνησε. (γ) Τα μηχανικά συστήματα πληρωμής είχαν πρόβλημα, δηλαδή όταν η πληρωμή γινόταν στον εκεί υπάλληλο κι όχι αυτόματα δεν καταγραφόταν στη βάση δεδομένων (data basis). Παρόμοια, δεν γινόταν καταγραφή στη βάση δεδομένων και στην περίπτωση που ο υπάλληλος πατούσε το κουμπί για ν΄ ανοίξουν οι μπάρες. Ρωτήθηκε - κατά την αντεξέταση - αν οι συμφωνηθείσες προδιαγραφές προέβλεπαν τέτοιες καταγραφές και απάντησε ότι παρόλο που είδε τους όρους της Συμφωνίας δεν θυμάται. Του ζητήθηκε, στο σημείο αυτό, να ξαναδιαβάσει τους όρους για να τοποθετηθεί. Απάντησε ότι «αν πιστοποιείτε ότι δεν καταγράφεται δεν χρειάζεται» και (δ) Το Σύστημα δεν ήταν σε θέση να εκτυπώνει εκθέσεις (reports) των διαφόρων συναλλαγών. Το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να εκτυπώνει γραφικά ότι έδειχνε η οθόνη, αλλά όχι ψηφιακά. Του υποβλήθηκε ότι το Σύστημα εκτύπωνε ό,τι συμφωνήθηκε και απάντησε ότι οι εκθέσεις που έδιδε δεν ήταν κατάλληλες για ένα λογιστή. Τα διάφορα προβλήματα που εντόπισε στο Σύστημα, κατέληξε, τα έφερε σε γνώση του ΜΕ.1 και στις συναντήσεις που ακολούθησαν ο ΜΥ.1 ανάλαβε να τα επιδιορθώσει. Μάλιστα, σε κάποιο στάδιο, τα προβλήματα καταγράφηκαν και από ειδικό των κατασκευαστών, ο οποίος συμβούλευσε την αναβάθμιση του λογισμικού και υποσχέθηκε να βοηθήσει την εναγόμενη για να φέρει το Σύστημα σε κανονική λειτουργία, κάτι που τελικά δεν έγινε κατορθωτό. Η εναγόμενη, υποστήριξε ο εμπορικός της διευθυντής ΜΥ.1, εκπλήρωσε πλήρως τις συμβατικές της υποχρεώσεις και τα όποια ελαττώματα καταλογίσθηκαν στο Σύστημα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το ότι το Σύστημα ήταν καθόλα λειτουργικό υποστηρίχθηκε και από τον ΜΥ.2, ο οποίος είχε επιβλέψει τις εργασίες εγκατάστασης. Αναλυτικότερα:- Αμφότεροι ισχυρίσθηκαν ότι ασχολούνται με εγκαταστάσεις συστημάτων χώρων στάθμευσης από το 1990 με αποτέλεσμα να αποκτήσουν μεγάλη εμπειρία. Περαιτέρω, ο μεν ΜΥ.1 έτυχε, όπως ανάφερε, ειδικής εκπαίδευσης για το Σύστημα στην Ολλανδία, ο δε ΜΥ.2 είναι προσοντούχος ηλεκτρολόγος μηχανικός, μέλος του ΕΤΕΚ, κάτοχος άδειας από την ΑΤΗΚ για απεριόριστα τηλεπικοινωνιακά σημεία και πιστοποιητικού ικανότητας του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων (τεκμ.76

(1)-76
(4)). Το Σύστημα, ισχυρίσθηκαν, ήταν καθόλα λειτουργικό και κάποια προβλήματα που παρουσιάσθηκαν αρχικά διορθώθηκαν, με αποτέλεσμα να παραδοθεί στην ενάγουσα αρ. 2 μέσα Ιανουαρίου 1995 σε καλή και λειτουργίσιμη κατάσταση. Τους υποβλήθηκε ότι λόγω των προβλημάτων που παρουσίασε το Σύστημα ουδέποτε έγινε τελική παράδοση, υποβολή με την οποία διαφώνησαν. Εκ του προκειμένου ο ΜΥ.1 παρέπεμψε στον όρο της Συμφωνίας σύμφωνα με τον οποίο ο ΜΕ.1 αν δεν ικανοποιείτο πλήρως με το Σύστημα θα έπρεπε να καλέσει την εναγόμενη να το αφαιρέσει εντός δύο μηνών. Επικαλέσθηκε, επίσης, την έκδοση του τιμολογίου ημερ. 20.2.95 (τεκμ.56) έναντι του οποίου η ενάγουσα αρ. 2 κατέβαλε στις 17.3.95 (τεκμ.74) ποσό £25.920, πέραν της προκαταβολής των £1.000, αφ΄ ενός μεν για στήριξη της θέσης του ότι έγινε παράδοση και αφετέρου για τεκμηρίωση της αντίστοιχης ανταξίωσης της εναγόμενης. Αντικρούοντας ένα προς ένα τα ελαττώματα που καταλόγισαν οι μάρτυρες της άλλης πλευράς στο Σύστημα, ισχυρίσθηκαν (βασικά) τα ακόλουθα:-
  1. Τα παράπονα της ενάγουσας αρ. 2 σε σχέση με τις μπάρες εξετάσθηκαν επιτόπου και διαπιστώθηκε ότι λειτουργούσαν κανονικά. Το ότι σε κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις, πρόσθεσε ο ΜΥ.1, οι μπάρες έπεσαν σε εισερχόμενα ή εξερχόμενα αυτοκίνητα οφειλόταν στη βιασύνη κάποιων οδηγών να ακολουθήσουν το προπορευόμενο όχημα. Δηλαδή, μόλις άνοιγε η μπάρα και έμπαινε ή έβγαινε το πρώτο στη σειρά αυτοκίνητο ακολουθούσε το επόμενο χωρίς ο οδηγός του να΄ χει σειρά. Εν πάση περιπτώσει, τόνισε, από τις αρχές του 1996 και μετέπειτα δεν τους υποβλήθηκε κανένα παράπονο σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Παρέπεμψε, σχετικά, στο τεκμ.20 που ετοίμασε ο ΜΕ.1, το περιεχόμενο του οποίου απορρίφθηκε από την εναγόμενη με το τεκμ.
  2. Μέσα στο Μάιο-Ιούνιο του 1995 το παράπονο της ενάγουσας αρ. 2 ήταν με τις μαγνητικές κάρτες (card readers), τις μηνιαίες δηλαδή κάρτες πρόσβασης πελατών στο χώρο στάθμευσης. Το παράπονο, εξήγησαν, ήταν ότι το Σύστημα δεν αναγνώριζε τις κάρτες αυτές με αποτέλεσμα να μην ανοίγουν οι μπάρες ώστε να μπορεί ο πελάτης να εισέρχεται ή να εξέρχεται. Εξέτασαν επιτόπου το παράπονο και διαπίστωσαν ότι το πρόβλημα οφειλόταν στις μεταμεσημεριανές ψηλές θερμοκρασίες και επιλύθηκε με την τοποθέτηση καλύμματος.
  3. Τα προβλήματα που παρουσίασε, σε κάποιες περιπτώσεις, το αυτόματο μηχάνημα πληρωμής δεν οφείλονταν στο Σύστημα, αλλά σε στραβά κέρματα. Το διαπίστωσε, ανάφερε ο ΜΥ.2, όταν εξέτασε το μηχάνημα επιτόπου και όταν αφαίρεσαν τα στραβά κέρματα επαναλειτούργησε κανονικά. Όσον αφορά το χειροκίνητο μηχάνημα πληρωμής, εξήγησε ο ΜΥ.1, αυτό ήταν εφεδρικό και χρησιμοποιείτο μόνο όταν δεν λειτουργούσε το αυτόματο. Για πρώτη δε φορά παραπονέθηκε γι΄ αυτό ο ΜΕ.1 το Μάρτη ή Απρίλη του 1997 (τεκμ.49) και η εναγόμενη, χωρίς να έχει υποχρέωση, το αφαίρεσε και αφού επιδιορθώθηκε από τους κατασκευαστές στην Ολλανδία το επανεγκατέστησε αρχές Ιουλίου του ίδιου χρόνου.
  4. Το παράπονο ότι τα ηλεκτρομαγνητικά πηνία αναγνώριζαν μικρότερα των αυτοκινήτων αντικείμενα δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιου ελαττώματος του Συστήματος. Τα ηλεκτρομαγνητικά πηνία, εξήγησε ο ΜΥ.2, αναγνωρίζουν μεταλλικά αντικείμενα και ένας χώρος στάθμευσης προορίζεται μόνο για αυτοκίνητα. Επομένως, αν άνοιγαν οι μπάρες και για μικρότερα αντικείμενα - όπως ήταν τα αμαξάκια που χρησιμοποιούσε η ενάγουσα αρ. 2 στις οικοδομικές της εργασίες - δεν ήταν ελάττωμα του Συστήματος. Περαιτέρω, το Σύστημα μόνο μια φορά κατέρρευσε και αυτό λόγω της διακοπής ηλεκτρικού ρεύματος κι όχι λόγω ελαττώματος του Συστήματος.
  5. Τέλος, σ΄ ότι αφορά το λογισμικό (software), το παράπονο του ΜΕ.1, ανάφερε ο ΜΥ.1, ήταν ότι δεν έδιδε λεπτομερείς εκθέσεις (reports). Αυτό, τόνισε, επαναλάμβανε συνέχεια στις επιστολές του και η απαίτηση του ήταν ότι ήθελε λεπτομερείς εκθέσεις, κάτι που ήταν εκτός των συμφωνηθέντων προδιαγραφών. Τελικά, κατέληξε, αρχές Αυγούστου 1997 η εναγόμενη, χωρίς να έχει καμιά συμβατική υποχρέωση, προμήθευσε την ενάγουσα αρ. 2 με αναβαθμισμένο (upgrated) λογισμικό, αφενός μεν σαν ένδειξη καλής θέλησης και αφετέρου για να εξοφληθεί το υπόλοιπο της Συμφωνίας ως και τα πέντε απλήρωτα τιμολόγια. Η ενάγουσα αρ. 2, όμως, όχι μόνο δεν προχώρησε σε εξόφληση αλλά αρνήθηκε να υπογράψει και συμβόλαιο για τη μετέπειτα συντήρηση του Συστήματος, με αποτέλεσμα η εναγόμενη να εγκαταλείψει το εργοτάξιο μέσα στο
  6. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την ίδια προσοχή εξέτασα και τη μαρτυρία τους έχοντας συνεχώς κατά νου τις εγγράφους προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν στις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους. Το πρώτο ζήτημα που προβάλλει προς εξέταση είναι η θέση που προώθησε ο ΜΕ.1 ότι το Σύστημα, λόγω των προβλημάτων που παρουσίασε, ουδέποτε παραλήφθηκε από την ενάγουσα αρ.
  7. Η θέση αυτή, κατά την άποψή μου, δεν ευσταθεί. Το Σύστημα, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, τέθηκε σε λειτουργία αρχές Νοεμβρίου του 1994 και το γεγονός ότι στις 17.3.95 η ενάγουσα αρ. 2 κατέβαλε, πέραν της προκαταβολής, στην εναγόμενη ακόμη £25.920 αναιρεί τη θέση του ΜΕ.1 ότι ουδέποτε το Σύστημα παραλήφθηκε. Υπενθυμίζω, στο σημείο αυτό, ότι η Συμφωνία προέβλεπε ότι το συμφωνηθέν ποσό θα καταβαλλόταν δυο μήνες μετά την επιτυχή λειτουργία του Συστήματος και η διενεργηθείσα πληρωμή υποδεικνύει ότι παραλήφθηκε αφού εγκρίθηκε από τον ΜΕ.
  8. Επισημαίνεται, επί του προκειμένου, ότι όπως προκύπτει από τη σωρεία των επιστολών που απέστειλε η ενάγουσα αρ.2 στην εναγόμενη, ο ΜΕ.1 ήταν ιδιαίτερα σχολαστικός και απαιτητικός σ΄ ότι αφορά το επίπεδο λειτουργίας του Συστήματος και αδυνατώ να δεχθώ ότι ενέκρινε την πληρωμή ημερ. 17.3.95 χωρίς να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις του. Εν πάση περιπτώσει, έχω την άποψη ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση ότι το Σύστημα ουδέποτε παραλήφθηκε τη στιγμή που λειτουργούσε για τόσα χρόνια, έστω με κάποια προβλήματα όπως είναι η μαρτυρία των μαρτύρων που κατέθεσαν για τις ενάγουσες. Αντίθετα, η θέση των μαρτύρων της εναγόμενης ότι το Σύστημα παραλήφθηκε μέσα Ιανουαρίου του 1995 - εξ ου και η πληρωμή των £25.920 που έγινε μετά από δυο μήνες, όπως ήταν ο σχετικός όρος της Συμφωνίας - εναρμονίζεται πλήρως στα περιστατικά που συνθέτουν την υπόθεση και, επομένως, γίνεται αποδεκτή. Έπεται ότι η σχετική θέση του ΜΕ.1 δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω κατάληξης, το επόμενο ζήτημα που προβάλλει προς εξέταση είναι κατά πόσο τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν μετά την παραλαβή οφείλονται σε ελαττωματικότητα του Συστήματος, όπως είναι η θέση των μαρτύρων των εναγουσών, ή σε άλλες αιτίες, όπως είναι η θέση των μαρτύρων της εναγόμενης. Τα ελαττώματα του Συστήματος, υποστήριξαν οι ΜΕ.1 και 2, ήταν τόσο μηχανικά όσο και λογισμικά. Σ΄ ότι αφορά τα ισχυριζόμενα μηχανικά προβλήματα είναι έκδηλο ότι στη σχετική μαρτυρία του ΜΕ.2 δεν μπορεί να δοθεί καμιά βαρύτητα. Αυτό γιατί ο εν λόγω μάρτυρας δεν επικαλέσθηκε ειδικότητα σ΄ ότι τα αφορά. Ό,τι επικαλέσθηκε είναι ικανοποιητικό επίπεδο γνώσης στα λογισμικά λόγω της μακρόχρονης ενασχόλησης του με τον τομέα αυτό. Συνακόλουθα, θα δεχθώ ότι έχει αποκτήσει πραγματική εμπειρία σ΄ ότι αφορά τα λογισμικά (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 ΑΑΔ 984) και η μαρτυρία του θα προσεγγισθεί ως μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Οι εμπειρογνώμονες, όπως κατ΄ επανάληψη έχει τονισθεί (βλ. Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 ΑΑΔ 41, Cybarco Ltd v. Kovascik
(2001)1 (Γ) AAΔ 2013), υπέχουν υποχρέωση να δίδουν στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους, έτσι ώστε το δικαστήριο να μπορεί να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο ΜΕ.2 ενεπλάκη στην υπόθεση, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ένα και πλέον χρόνο μετά την εγκατάσταση και λειτουργία του Συστήματος. Έκθεση, σ΄ ότι αφορά τα προβλήματα που ισχυρίσθηκε ότι παρουσίαζε το λογισμικό μέρος του Συστήματος, δεν φαίνεται να έχει ετοιμάσει ούτε τέτοια έκθεση παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο, παρά την περί του αντιθέτου δήλωση του ΜΕ.
  1. Εν πάση περιπτώσει, δεν ήταν σε θέση:-
  2. Να διευκρινίσει πότε παρουσιάσθηκαν τα προβλήματα στον αυτόματο δέκτη πληρωμής και για ποιο λόγο έχανε την επικοινωνία του με τον κεντρικό υπολογιστή. Είναι προφανές ότι αν τα προβλήματα παρουσιάσθηκαν μετά το 1998 - όπως του υποβλήθηκε - τότε γι΄ αυτά η εναγόμενη δεν ευθύνεται γιατί είχε ήδη εγκαταλείψει το εργοτάξιο. Περαιτέρω, η παράλειψη του μάρτυρα να αναφερθεί στην αιτία του ισχυριζόμενου προβλήματος στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση σ΄ ότι αφορά την ελαττωματικότητα ή όχι του Συστήματος.
  3. Να εξηγήσει κατά πόσο η μη καταγραφή των πληρωμών, που γίνονταν κατευθείαν στον υπάλληλο του χώρου στάθμευσης, στη βάση δεδομένων ήταν εντός ή εκτός των συμφωνηθέντων προδιαγραφών. Παρόμοια, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει κατά πόσο οι λεπτομερείς εκθέσεις, που απαιτούσαν οι ενάγουσες από το Σύστημα, ήταν εντός ή εκτός των προδιαγραφών και
  4. Γενικά, με τη μαρτυρία του δεν έδωσε στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων του. Στην πραγματικότητα, η μαρτυρία του δεν ήταν τίποτα άλλο παρά καταγραφή κάποιων προβλημάτων που, κατά την άποψή του, παρουσίαζε το λογισμικό, κι αυτό ένα και πλέον χρόνο μετά την εγκατάσταση και λειτουργία του Συστήματος, χωρίς να τα συνδέσει με τις συμφωνηθείσες προδιαγραφές και χωρίς αναφορά στις αιτίες. Για όλα τα πιο πάνω στη μαρτυρία του ΜΕ.2 δεν θα δώσω καμιά βαρύτητα και προχωρώ στην εξέταση της μαρτυρίας του ΜΕ.1 Ο ΜΕ.1 όπως ήδη έχει σημειωθεί, ήταν ο επιβλέπων μηχανικός και σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας η αποδοχή ή απόρριψη του Συστήματος ήταν στην απόλυτη κρίση του. Λίγες ημέρες μετά την εγκατάσταση του Συστήματος, στις 22 και 29.11.94, διατύπωσε γραπτώς παράπονα ή παρατηρήσεις (τεκμ. 6, 7 και 8) σ΄ ότι αφορά τη λειτουργία του. Η εναγόμενη αμέσως, στις 30/11 (τεκμ.46), του υπενθύμισε ρητό όρο της Συμφωνίας ότι ήταν έτοιμη να το αφαιρέσει αν μέχρι τέλους του χρόνου της δήλωνε γραπτώς ότι δεν ήταν ικανοποιημένος. Δεν το έπραξε. Αντί τούτου, στις 27.3.95, ενέκρινε την πληρωμή ποσού £25.920 στοιχείο που αφ΄ ενός μεν αναιρεί, όπως ήδη επισημάνθηκε, τη θέση του ότι το Σύστημα ουδέποτε παρελήφθη και αφ΄ ετέρου υποδηλεί ότι για να εγκρίνει την πληρωμή είχε εγκρίνει και το Σύστημα. Επομένως, εμποδίζεται να παραπονείται ότι τα λογισμικά του Συστήματος - το οποίο ο ίδιος είχε εγκρίνει, κι αυτό αφού λειτούργησε για τέσσερις και πλέον μήνες - ήταν εκτός προδιαγραφών και η σχετική θέση που προώθησε δεν ευσταθεί. Αντ΄ αυτής δέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ.1 ότι, δηλαδή, η εναγόμενη, χωρίς να έχει συμβατική υποχρέωση, δέχθηκε σε κατοπινό στάδιο να εφοδιάσει την ενάγουσα αρ. 2 με αναβαθμισμένο λογισμικό για τους λόγους που εξήγησε. Κατ΄ ακολουθία της κατάληξης αυτής, το ερώτημα που εγείρεται είναι αν τα μεταγενέστερα προβλήματα που παρουσιάσθηκαν κατά τη λειτουργία του Συστήματος ήταν τέτοια που το καθιστούσαν ελαττωματικό, σε βαθμό τεκμηρίωσης της θέσης του ότι η εναγόμενη παραβίασε τη Συμφωνία. Η απάντηση, κατά την άποψή μου, είναι αρνητική. Απλή ανάγνωση των όρων της συμφωνίας αποκαλύπτει ότι ο μάρτυρας, ως επιβλέπων μηχανικός, είχε πλήρη επίγνωση ότι κατά τη λειτουργία του Συστήματος θα παρουσιάζονταν προβλήματα, εξ ου και ο όρος που έθεσε στις προδιαγραφές ότι όταν θα παρουσιάζονταν η εναγόμενη όφειλε να τα επιδιορθώνει εντός 24 ωρών από τη στιγμή που θα την καλούσαν. Παράπονο ότι η εναγόμενη δεν ανταποκρινόταν στις σχετικές κλήσεις δεν ηγέρθη. Προβλήθηκε, όμως, ότι δεν ήταν σε θέση να συντηρεί ή διατηρεί σε ικανοποιητική λειτουργία το Σύστημα, κι αυτό παρά τις προσπάθειες που κατέβαλλε. Έχοντας καταλήξει ότι τα λογισμικά του Συστήματος ήταν εντός των συμφωνηθέντων προδιαγραφών, τα ελαττώματα που επικαλέσθηκε ο μάρτυρας περιορίζονται σε εκείνα που αφορούν τις μπάρες, τις καταρρεύσεις του Συστήματος και στο μηχάνημα πληρωμής. Εξέτασα τη σχετική μαρτυρία και κρίνω ότι τα παράπονα που διατύπωσε είναι αφ΄ ενός μεν υπερβολικά και αφ΄ ετέρου δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οφείλονται σε ελαττωματικότητα του Συστήματος. Πιο συγκεκριμένα:-
  5. Ισχυρίσθηκε ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι μπάρες είτε δεν άνοιγαν καθόλου είτε κατέβαιναν και κτυπούσαν τα οχήματα που εισέρχονταν ή εξέρχονταν στο χώρο στάθμευσης. Τα σχετικά, όμως παράπονα έπαυσαν να υπάρχουν μετά το 1996 και η αντικατάσταση του Συστήματος που αποφασίσθηκε το 1998 και υλοποιήθηκε το 2002 δεν συνδέθηκε με αυτά. Εν πάση περιπτώσει, από τα διάφορα τεκμήρια προκύπτει ότι το ισχυριζόμενο πρόβλημα με τις μπάρες δεν ήταν συχνό και κάθε φορά που η ενάγουσα αρ. 2 καλούσε την εναγόμενη να το επιδιορθώσει αυτή ανταποκρινόταν άμεσα. Περαιτέρω, οι σχετικές εξηγήσεις που έδωσαν οι μάρτυρες της εναγόμενης κρίνονται καθ΄ όλα λογικές και αξιόπιστες και ως τέτοιες τις αποδέχομαι πλήρως. Δηλαδή, ο λόγος που σε κάποιες περιπτώσεις έπεσαν οι μπάρες σε οχήματα ήταν απόρροια της βιασύνης των οδηγών να ακολουθήσουν το προπορευόμενο όχημα, χωρίς να αναμένουν τη σειρά τους. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται ακόμη ένα παράπονο. Αφορά την αναγνώριση από τα ηλεκτρομαγνητικά πηνία μικρότερων απ΄ ότι τα αυτοκίνητα αντικειμένων. Ούτε αυτό κρίνεται να ευσταθεί. Αφ΄ ενός μεν γιατί, όπως εξήγησε ο ΜΥ.2, ο ρόλος των ηλεκτρομαγνητικών πηνίων είναι η αναγνώριση μεταλλικών αντικειμένων και, αφ΄ ετέρου, ένας χώρος στάθμευσης προορίζεται για αυτοκίνητα. Αν, επομένως, οι ενάγουσες επέτρεπαν την είσοδο και έξοδο στο χώρο στάθμευσης μικρότερων αντικειμένων, όπως π.χ. τα αμαξάκια που ανέφεραν οι μάρτυρες της εναγόμενης, αυτό δεν εξισώνεται και με ελάττωμα του Συστήματος. Περαιτέρω, σύμφωνα με αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, τα εν λόγω πηνία δεν αντικαταστάθηκαν το 2002 όταν οι ενάγουσες εγκατέστησαν νέο σύστημα, στοιχείο που υποδηλεί ότι ανταποκρίνονταν στην αποστολή τους.
  6. Ο ισχυρισμός ότι το Σύστημα κατά διαφόρους περιόδους κατέρρεε ή σταματούσε να δουλεύει κρίνεται γενικός και αόριστος. Αντίθετα, η μαρτυρία των μαρτύρων της εναγόμενης ότι μόνο μια φορά κατέρρευσε κι αυτό λόγω ηλεκτρικού ρεύματος είναι καθόλα πειστική και, επομένως, γίνεται αποδεκτή,
  7. Ο ισχυρισμός ότι το μηχάνημα πληρωμής ήταν συνεχώς ελαττωματικό παρέμεινε ατεκμηρίωτος, ενώ η θέση των μαρτύρων της εναγόμενης ότι τα προβλήματα που παρουσίασε σε κάποιες περιπτώσεις οφείλονταν σε στραβά νομίσματα ήταν καθόλα πειστική και ως τέτοια γίνεται αποδεκτή. Παρόμοια, γίνεται αποδεκτή και η θέση τους και σ΄ ότι αφορά το χειροκίνητο μηχάνημα πληρωμής, για το οποίο προβλήθηκε παράπονο για πρώτη φορά το 1997, δηλαδή τρία και πλέον χρόνια μετά την εγκατάσταση και λειτουργία του Συστήματος και, τέλος
  8. Αδυνατώ να δεχθώ ότι παρόλο που το Σύστημα παρουσίασε ευθύς εξ αρχής ποικίλα και σοβαρά προβλήματα, όπως ισχυρίσθηκε, όχι μόνο δεν ζήτησε την αφαίρεση του μέσα στη συμφωνηθείσα προθεσμία των δύο μηνών αλλά το χρησιμοποίησε για οκτώ ολόκληρα χρόνια από τα οποία τα τέσσερα ήταν χωρίς συντήρηση από την εναγόμενη. Για όλα τα πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΕ.1 δεν γίνεται αποδεκτή, ενώ αντίθετα γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία των ΜΥ.1 και 2 η οποία κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και τεκμηριωμένη. Κατ΄ ακολουθία της αξιολόγησης που έγινε ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Επισημαίνω ιδιαίτερα τα ακόλουθα:-
  9. Το Σύστημα τέθηκε σε λειτουργία αρχές Νοεμβρίου του 1994 και τα όποια προβλήματα παρουσίασε επιδιορθώθηκαν από την εναγόμενη μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου 1995, ως το τηλεομοιότυπο που απέστειλε στην ενάγουσα αρ. 2 στις 16.1.95 (τεκμ.47).
  10. Σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας, το συμφωνηθέν ποσό των £28.400 πλέον ΦΠΑ θα έπρεπε να εξοφληθεί από την ενάγουσα αρ. 2 δυο μήνες μετά την επιτυχή λειτουργία του Συστήματος, θέμα που θα αποφάσιζε κατά την απόλυτη κρίση του ο επιβλέπων μηχανικός ΜΕ.
  11. Διαφορετικά η εναγόμενη υποχρεούταν να αφαιρέσει το Σύστημα και σε τέτοια περίπτωση θα κατακρατούσε το ποσό της προκαταβολής εκ £1.000, χωρίς άλλη απαίτηση.
  12. Ο ΜΕ.1 ουδέποτε κάλεσε την εναγόμενη να αφαιρέσει το Σύστημα, παρά το γεγονός ότι η εναγόμενη σε δύο περιπτώσεις, στις 30.11.94 και 16.1.95 (τεκμ.46 και 47), του γνωστοποιούσε ότι αν δεν ήταν ικανοποιημένος τότε θα προχωρούσε σε αφαίρεσή του.
  13. Δύο μήνες μετά την επιδιόρθωση από την εναγόμενη όλων των προβλημάτων που παρουσίασε το Σύστημα, στις 17.3.95, η ενάγουσα αρ. 2 της κατέβαλε ποσό £25.920 έναντι του τιμολογίου ημερ. 20.2.95 (τεκμ.56). Με το εν λόγω τιμολόγιο η εναγόμενη χρέωσε την ενάγουσα αρ. 2 με το ποσό των £28.400 πλέον ΦΠΑ, όπως προνοούσε η Συμφωνία, καθώς επίσης και £200 για κάρτες πρόσβασης. Παρέμεινε, επομένως, οφειλόμενο υπόλοιπο £3.
  14. Μέσα στο 1995 η εναγόμενη χρέωσε την ενάγουσα αρ. 2 με το συνολικό ποσό των £604,80 ως τα τιμολόγια τεκμ. 57, 58 και 59 τα οποία η ενάγουσα αρ. 2 εξόφλησε. Παρέλειψε, όμως, να εξοφλήσει άλλα πέντε τιμολόγια που έκδωσε μεταγενέστερα η εναγόμενη (τα τεκμ.60-64) συνολικού ποσού £2.538 προβάλλοντας αστήρικτες δικαιολογίες. Αφορούσαν, βασικά, ισχυρισμούς ότι το Σύστημα ουδέποτε παραλήφθηκε γιατί ήταν ελαττωματικό ή μη σύμφωνο με τις προδιαγραφές, ισχυρισμοί που όπως έχει κριθεί δεν ευσταθούσαν και
  15. Μέσα στο 1998 η εναγόμενη εγκατέλειψε το εργοτάξιο για δύο λόγους. Ο πρώτος γιατί η ενάγουσα αρ. 2 παρέλειψε να της εξοφλήσει τα αναφερθέντα τιμολόγια και, ο δεύτερος, γιατί αρνήθηκε να υπογράψει συμβόλαιο για τη μετέπειτα συντήρηση του Συστήματος. Τέσσερα χρόνια μετά, μέσα στο 2002, οι ενάγουσες προχώρησαν σε αντικατάσταση του Συστήματος με κόστος που επωμίσθηκε η ενάγουσα αρ.
  16. Είναι φανερό ότι ως αποτέλεσμα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή η αγωγή είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Κρίνω όμως χρήσιμο να εξετάσω, σε συντομία, ακόμη μια θέση που προώθησε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης. Αφορά την εισήγηση ότι, τελικά, η συζήτηση για το αν ήταν ή όχι κατάλληλο το Σύστημα είναι αχρείαστη, αφού το κόστος αντικατάστασης το επωμίσθηκε η ενάγουσα αρ. 1 με την οποία η εναγόμενη δεν έχει καμιά συμβατική σχέση. Η εισήγηση, κατά την άποψή μου, είναι βάσιμη. Η Συμφωνία συνομολογήθηκε μεταξύ ενάγουσας αρ. 2, η οποία ενεργούσε ως εργολάβος του έργου και της εναγόμενης ως υπεργολάβου. Συμβατική σχέση μεταξύ ενάγουσας αρ. 1 - η οποία ως εργοδότης επωμίσθηκε και το κόστος αντικατάστασης του Συστήματος χωρίς να το αξιώσει από τον εργολάβο, προφανώς λόγω της σχέσης τους - και εναγόμενης δεν υπάρχει. Ενόψει τούτου, έχω την άποψη ότι η ενάγουσα αρ. 1 μόνο στη βάση της αρχής του παράλληλου όρου (collateral warranty) θα μπορούσε να εγείρει αξίωση εναντίον της εναγόμενης. Μαρτυρία, όμως, ότι η Συμφωνία ήταν αποτέλεσμα παραστάσεων της εναγόμενης προς την ενάγουσα αρ. 1, προκειμένου να της ανατεθεί από την ενάγουσα αρ. 2 η εγκατάσταση του Συστήματος, δεν προσκομίσθηκε. Συνεπώς η εν λόγω αρχή δεν τυγχάνει εφαρμογής. Παραθέτω σχετικά αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα ΒUILDING CONTRACTS, του D. Keating, 4η έκδοση, σελ.
  17. 175: «
  18. Relationship between sub-contractors and employer Α sub-contractor who has entered into a contract with the main contractor to which the employer is not a party has no cause of action against the employer for the price of work done or goods supplied under his contract, unless he sues under a valid assignment. Neither has he any lien on goods supplied, the property in which has passed to the main contractor. Conversely the employer has no claim in contract against a sub-contractor unless he can rely on a collateral warranty. Collateral warranty If a sub-contractor or supplier warrants the quality of his work or goods, as the case may be, in consideration of the employer causing the contractor to enter into a contract with the sub-contractor or supplier, the employer can sue the sub-contractor or supplier for loss caused by breach of that warranty. In Shanklin Pier Ltd v. Detel Products the plaintiffs were owners of a pier which they wished to have repaired and repainted, and for this purpose had engaged a contractor and had specified the use of bituminous paint. The defendants then warranted to the plaintiffs that their paint would be suitable for repainting the pier, would give a surface impervious to rust and would have a life of seven to ten years. In reliance on this warranty the plaintiffs instructed the contractor to place an order for, and to use, the defendants´ paint in lieu of the bituminous paint. The defendants´ paint was a complete failure, and the plaintiffs recovered damages from the defendants for breach of the warranty referred to, although the contract for the sale of the paint was between the defendants and the contractor.» Για όλα τα πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος της εναγόμενης και εναντίον αμφοτέρων των εναγουσών. Όσον αφορά την ανταπαίτηση αυτή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση προς όφελος της εναγόμενης και εναντίον της ενάγουσας αρ. 2 για €11.116,16 (£6.506) πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Τα έξοδα, τόσο της αγωγής όσο και της ανταπαίτησης, να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.