← Κύπρος

MANUTRACO LIMITED ν. ELCABEL CYPRUS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2708/06, 15 Μαΐου, 2008

MANUTRACO LIMITED ν. ELCABEL CYPRUS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2708/06, 15 Μαΐου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2708/06 Μεταξύ MANUTRACO LIMITED Εναγόντων και ELCABEL CYPRUS LIMITED Εναγομένων Αίτηση ημερ. 4.1.2008 Ημερομηνία: 15 Μαΐου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κα Δημητρίου Για Καθ' ων η Αίτηση: κ. Θρασυβούλου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με μονομερή αίτηση εξασφαλίστηκε εκ μέρους των αιτητών-εναγόντων στις 4.1.2008 παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο παγοποιείτο και/ή παρεμποδίζετο και/ή δεσμεύετο και/ή απαγορεύετο στην εναγόμενη εταιρεία και/ή στους αντιπροσώπους της και/ή στους τραπεζίτες της να μεταφέρουν και/ή μετακινήσουν και/ή χρησιμοποιήσουν και/ή εισπράξουν και/ή διαφορετικά αποξενώσουν ή διαθέσουν με οποιοδήποτε τρόπο ποσό μέχρι £30.000 ή το ισόποσο σε Ευρώ 51.258 που είναι κατατεθειμένο στο όνομα της εναγομένης σε τραπεζικό λογαριασμό της στην Τράπεζα Κύπρου (με λεπτομέρειες του υποκαταστήματος και του αριθμού λογαριασμού) ή σε οποιαδήποτε άλλη τράπεζα, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και την πλήρη ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Το εν λόγω διάταγμα ορίστηκε για αναθεώρηση (returnable) στις 11.1.2008, οπότε οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι αντέδρασαν αρνητικά στη διατήρηση του σε ισχύ με αποτέλεσμα της διεξαγωγή της παρούσας διαδικασίας αφού καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους τους στις 25.1.

  1. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας όλα τα θέματα που αφορούν την έκδοση του διατάγματος και τη διατήρηση του σε ισχύ εξετάζονται εξ υπαρχής. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που καταχωρήθηκε στις 18.4.2006, οι εναγόμενοι ανέθεσαν στους ενάγοντες την αντιπροσώπευση τους σε δημόσιο διαγωνισμό προσφορών που προκήρυξε η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου (στο εξής η «ΑΗΚ») κατά το 2002 για την αγορά ηλεκτρικών καλωδίων και με τις ενέργειες των εναγόντων οι εναγόμενοι κέρδισαν το πρώτο τμήμα του διαγωνισμού και προμήθευσαν την εν λόγω Αρχή με ηλεκτρικά καλώδια συνολικής τελικής αξίας US$3.942.
  2. Βάσει συμφωνίας των διαδίκων οι εναγόμενοι θα κατέβαλλαν σταδιακά στους ενάγοντες προμήθεια ύψους 2.5% επί της συνολικής τελικής αξίας των ηλεκτρικών καλωδίων. Παρόλο που οι εναγόμενοι με κάποια καθυστέρηση κατέβαλαν US$48.619 μέχρι τον Οκτώβριο του 2005, παρέλειψαν να καταβάλουν στους ενάγοντες την οφειλόμενη προμήθεια για τις τελευταίες εισπράξεις που ανέρχεται στις £24.075,36, ποσό που απαιτούν οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή πλέον £900 ως αποζημίωση ή τραπεζικούς τόκους από 1.11.2005 μέχρι 30.3.2006 καθώς και £135 κατά μήνα από 1.4.2006 μέχρι εξοφλήσεως ως αποζημιώσεις για τόκους επί του απαιτούμενου ποσού. Στην υπεράσπιση τους που καταχωρήθηκε στις 13.11.2006, οι εναγόμενοι πέραν των προδικαστικών τους ενστάσεων αναφορικά με το ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή καθότι δεν είναι εγγεγραμμένοι εμπορικοί αντιπρόσωποι βάσει του νόμου και ότι η αγωγή είναι πρόωρη λόγω της συμφωνίας των διαδίκων ότι η προμήθεια των εναγόντων θα πληρωνόταν υπό όρους σ' αυτούς από τους εναγόμενους μέχρι και τις 31.12.2006, δεν δέχονται ουσιαστικά ότι οι ενάγοντες τους αντιπροσώπευαν στον κατακυρωθέντα υπέρ τους δημόσιο διαγωνισμό, αλλά παραδέχονται ότι συμφώνησαν να τους καταβάλουν ποσό 2,5% ως προμήθεια επί της αξίας της προσφοράς και τους κατέβαλαν έναντι της προμήθειας το αναφερθέν από τους ενάγοντες ποσό των US$48.619, προς ικανοποίηση παράκλησης των εναγόντων και όχι προς εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης, ενώ το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας προμήθειας θα τους κατέβαλαν μέχρι τις 31.12.2006, νοουμένου ότι δεν θα υπήρχε οποιαδήποτε αξίωση από την ΑΗΚ που να πηγάζει από τον διαγωνισμό. Ουδέποτε οι εναγόμενοι παραδέχθηκαν ότι οφείλουν το διεκδικούμενο από τους ενάγοντες ποσό και αρνούνται τους λοιπούς ισχυρισμούς των εναγόντων. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελούν το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.48 θ.θ.1, 2 και 7 καθώς και η διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 4.1.2008 που συνοδεύει την αίτηση ο Γεώργιος Ανδρέου, ο οποίος είναι διευθύνων σύμβουλος των εναγόντων και εξουσιοδοτημένος να προβεί σ' αυτήν, αναφέρει ότι είναι γνώστης όλων των γεγονότων της υπόθεσης και υιοθετεί όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης της αγωγής, υποστηρίζοντας ότι ο υπολογισμός της προμήθειας δυνάμει της συμφωνίας των διαδίκων και της εμπορικής πρακτικής θα πρέπει να γίνει στη βάση του πραγματικού ποσού εκτέλεσης του συμβολαίου και όχι βάσει του ποσού της προσφοράς, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι (Τεκμήρια 1 και 2) και σύμφωνα με το τιμολόγιο των εναγομένων, Τεκμήριο 3, η οφειλόμενη προμήθεια είναι αυτή που διεκδικείται από τους ενάγοντες, των οποίων η αξίωση είναι ισχυρή και τεκμηριωμένη. Οι εναγόμενοι παρόλο που ως εταιρεία τυπικά είναι κυπριακή, ανήκει ουσιαστικά σε αλλοδαπούς και ενεργοποιείται στην ελεύθερη ζώνη εμπορίου στη Λάρνακα όπου ισχύει καθεστώς παρόμοιο με εκείνο των υπεράκτιων εταιρειών και εξ όσων γνωρίζει ο ενόρκως δηλών η εναγόμενη εταιρεία δεν έχει περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο ή στο εξωτερικό. Μετά την εκτέλεση του επίδικου συμβολαίου με την ΑΗΚ οι εναγόμενοι υπέγραψαν νέο συμβόλαιο που βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο της εκτέλεσης του και ο αποκλειστικός διαχειριστής για την εκτέλεση των συμφωνιών και τις εισπράξεις που είναι ο γενικός διευθυντής των εναγομένων, Γεώργιος Φιωράκης, μεταφέρει τα ποσά από τις πληρωμές που γίνονται από την ΑΗΚ στον τραπεζικό λογαριασμό των εναγομένων εκτός Κύπρου σε σύντομο χρονικό διάστημα. Δίνοντας στοιχεία του τραπεζικού λογαριασμού των εναγομένων στην Τράπεζα Κύπρου, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβε από την διεύθυνση της ΑΗΚ, στο λογαριασμό αυτό κατατέθηκε ποσό £400.000 περίπου και κατά τις προσεχείς μέρες μετά την ολοκλήρωση της εκτέλεσης του συμβολαίου με την ΑΗΚ ο γενικός διευθυντής των εναγομένων, σύμφωνα με την πάγια τακτική τους, θα αποσύρει κάθε υπόλοιπο από τον λογαριασμό και θα φύγει από την Κύπρο. Αυτό του είχε λεχθεί και από τον γενικό διευθυντή των εναγομένων σε συνάντηση που είχαν τον Ιούνιο του 2006 κατά την οποία διαφάνηκε η αρνητική θέση των εναγομένων σε σχέση με την απαίτηση των εναγόντων και οι εναγόμενοι προειδοποίησαν τους ενάγοντες ότι δεν θα μπορέσουν να εισπράξουν οποιοδήποτε ποσό εφόσον δεν διατηρούν στην Κύπρο οποιοδήποτε ποσό από τις εισπράξεις. Αν δεν εκδοθεί επειγόντως το αιτούμενο διάταγμα οι εναγόμενοι δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν σε οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα αγωγή λόγω έλλειψης πόρων ή/και περιουσίας τους στην Κύπρο ή το εξωτερικό και οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, ενόσω το αίτημα τους είναι ορθό και δίκαιο. Η ένσταση των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων έχοντας ως νομικό υπόβαθρο το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, την Δ.48, τον περί Ελευθέρων Ζωνών Νόμο Ν. 69/1975(όπως έχει τροποποιηθεί), τον περί Διακίνησης Κεφαλαίων Νόμο Ν. 115(Ι)/2003, τα άρθρα 43 (Ελευθερία Εγκατάστασης), 49 (Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών), 56 έως 60 (Ελεύθερη Διακίνηση Κεφαλαίων) και 119 και 120 (Μέτρα Διασφάλισης) της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, τη συμφυή εξουσία και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, περιέχει τους ακόλουθους λόγους ένστασης. Ότι το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης είναι ελλιπές και δεν δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος, ότι οι ενάγοντες κακόπιστα και/ή εσκεμμένα απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα μη προβαίνοντας σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των γεγονότων παραβαίνοντας την υποχρέωση τους να ενεργούν με τη μέγιστη καλή πίστη και δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ώστε να ζητούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του προς όφελος τους, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις βάσει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 ούτε του άρθρου 9 του Κεφ. 6 για την έκδοση του επίδικου διατάγματος κατεπειγόντως, ότι οι ενάγοντες ενήργησαν με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση επιζητώντας την έκδοση του επίδικου διατάγματος που δεν είναι δίκαιο και εύλογο να διατηρηθεί, ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση των εναγόντων είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και πάσχει νομικά, ότι το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας ενώ το ύψος του ποσού που δεσμεύεται με το διάταγμα υπερβαίνει το ποσό της αξίωσης και την κλίμακα της αγωγής. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ημερομηνίας 25.1.2008 του Γεώργιου Φιωράκη, μέλους του διοικητικού συμβουλίου των εναγομένων και εξουσιοδοτημένου από αυτούς να προβεί στην ένορκη του δήλωση, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος των εναγόντων που είναι αντίθετοι με τους δικούς του ισχυρισμούς. Ισχυρίζεται ότι γίνεται προσπάθεια δημιουργίας γεγονότων σε βάρος των εναγομένων με αναλήθειες, απόκρυψη και διαστρέβλωση γεγονότων με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα είναι αναληθές ότι οι εναγόμενοι δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν σε ενδεχόμενη απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον τους. Οι εναγόμενοι έχουν αποκτήσει με μίσθωση από την Κυπριακή Δημοκρατία τον Μάρτιο του 2001 ακίνητο στην Βιομηχανική Περιοχή Ελεύθερου Εμπορίου στη Λάρνακα (Τεκμήριο Α), που λήγει στις 28.2.2018 με δικαίωμα ανανέωσης μέχρι και 99 χρόνια και με βάση εκτίμηση ημερομηνίας 6.2.2007 (Τεκμήριο Β) η αγοραία αξία του ακινήτου ανήρχετο στο ποσό των £910.000, ενώ επί του ακινήτου υπάρχει υποθήκη προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου ύψους £225.
  3. Επίσης οι εναγόμενοι είναι ιδιοκτήτες μηχανημάτων, εξοπλισμού και οχημάτων αξίας πέραν των Ευρώ 2.000.000, που είναι αναγκαία για τη λειτουργία του εργοστασίου που βρίσκεται εντός του προαναφερθέντος ακινήτου και συνεπώς η οικονομική τους κατάσταση καταδεικνύει ότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων είναι ανυπόστατοι. Το καθεστώς που διέπει την εταιρεία των εναγομένων δεν επηρεάζει την εύρωστη οικονομική τους κατάσταση δεδομένου ότι έχουν καταργηθεί οι συναλλαγματικοί περιορισμοί ενόψει της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ενόσω μάλιστα το ονομαστικό κεφάλαιο της ανέρχεται σε £3.000.000 και εργοδοτεί προσωπικό καταβάλλοντας ψηλούς φόρους στην Κυπριακή Δημοκρατία, έχει δε κερδίσει δύο διαγωνισμούς πολλών εκατομμυρίων Ευρώ που προκήρυξε η ΑΗΚ δίδοντας μάλιστα και εγγυητική λήξεως 30.6.2009 μέσω της Τράπεζας Κύπρου στην ΑΗΚ ποσού Ευρώ 628.890 (Τεκμήριο Γ). Το νέο συμβόλαιο με την ΑΗΚ θα ολοκληρωθεί περί τα τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου 2008 και υπολείπονται παραδόσεις εμπορευμάτων αξίας τουλάχιστον Ευρώ 3.000.000, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος των εναγόντων είναι αναληθείς. Περαιτέρω, είναι προφανές ότι οι ενάγοντες σύμφωνα με όσα οι ίδιοι ισχυρίζονται παρέμειναν αδρανείς από τον Ιούνιο του 2006 και αόριστα επικαλούνται πρόσφατη πληροφόρηση από τους διευθυντές της ΑΗΚ, επιτυγχάνοντας την έκδοση του επίδικου διατάγματος μονομερώς, ενόσω μάλιστα η συνάντηση που επικαλείται ο ενόρκως δηλών των εναγόντων έγινε τον Φεβρουάριο του 2006 και όχι τον Ιούνιο του 2006, όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης των εναγόντων. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντος ότι οι ενάγοντες απέκρυψαν την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων που δείχνουν την οικονομική ευρωστία των εναγομένων ενώ μπορούσαν με έρευνα εύλογα να διαπιστώσουν την πραγματική κατάσταση και γνώριζαν την ύπαρξη του εργοστασίου των εναγομένων, στοιχεία που αν αποκαλύπτονταν το Δικαστήριο ενδεχομένως να μην εξέδιδε το επίδικο διάταγμα. Υιοθετώντας τους λοιπούς λόγους ένστασης ο ενόρκως δηλών εισηγείται ότι το επίδικο διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί δεδομένου και ότι η αίτηση των εναγόντων είναι καταχρηστική, άδικη, καταπιεστική και εκβιαστική. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης οι ενόρκως δηλώσαντες δεν αντεξετάστηκαν και οι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν με τις γραπτές τους αγορεύσεις σε εισηγήσεις οι οποίες θα αναφερθούν πιο κάτω όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επίδικων θεμάτων της αίτησης. Ως προς τη νομική πτυχή, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas

(1984)1 AAΔ 263, η έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με την απόφαση Inter Depol Limited v. Kyriakos Papavassiliou Ltd
(1984)1 ΑΑΔ 769, ακόμη και αν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται θεραπείας ο ενάγοντας, πρέπει να ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Κarydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis
(1975)1 AAΔ 321, Acropol Shipping Company Ltd v. Rossis
(1976)1 ΑΑΔ 38, Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 AAΔ 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 AAΔ 231, G. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1979)1 AAΔ 689, Μ. & M. Transport Co. Ltd v. Eteria Astikon Leoforion Lemessou Ltd
(1981)1 AAΔ 605, Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557, National Bank v. Motovia Ltd
(1987)1 AAΔ 303, Metro Shipping v. Global Cruises
(1989)1 ΑΑΔ 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 ΑΑΔ 54, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α. (πιο πάνω) έχει αναλυθεί με σαφήνεια το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και έχει λεχθεί ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης που έχει ενώπιον του, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό. Ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη, αναφορά γίνεται κατά κανόνα στη δικογραφία, κυρίως στην έκθεση απαιτήσεως, σε συσχετισμό με τη νομική βάση της απαίτησης. Σε σχέση με το κριτήριο της πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία αρκεί βάσει της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης υπό το φως της προσφερόμενης μαρτυρίας να καταδειχθεί μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αναφορικά δε με το τρίτο κριτήριο μόνο τότε ικανοποιείται όταν δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η θεραπεία που επιζητείται. Εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της δίκης η έκδοση ή η διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποκλείεται. Όπως λέχθηκε ωστόσο στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης αλλά και άλλα δεδομένα που μπορεί να εμποδίσουν την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα πρέπει να αποφεύγεται να λέγεται από το Δικαστήριο οτιδήποτε καθώς και να ασκείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθεί η αναφορά δηλώσεων που πιθανόν να θεωρηθεί ότι προδικάζει τα επίδικα θέματα που θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω)). Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί, η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος, έχει ως συνέπεια ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει, όταν η απόκρυψη είναι τέτοια που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο, το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να μην είχε εκδώσει το διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω) αναφέρονται τα εξής: «Είναι βασική αρχή δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει και τους δύο διάδικους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα "audi alteram partem". Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης, για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό έχει νομοθετηθεί με το εδάφιο
(1)του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση....» Χρήσιμα όμως είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Demstar Ltd. ν. Zim Israel Navigation
(1996)1 ΑΑΔ 597, τα οποία υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Ahmad Zein κ.α. ν. Παράσχος Καμπανελλάς Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 606: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 CLR 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 CLR 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1987)1 CLR 297. Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93 ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου 1993). Στη Zachariades v. Liveras and others
(1989)1 CLR 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα, με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co.,
(1939)4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) για να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και άλλου, υπόθεση αρ. 93(89, ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1990 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co, και άλλων, Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 11/89, και 12/89, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 1990, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρηση της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (CA), The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink´s Mat Ltd v. Elombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Stavros Hotel Apartments Limited και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 8181, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1995). Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Περαιτέρω στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Xρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 λέχθηκαν τα εξής: «Όπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυροδικείου ΑΡ. 157/90 - 30.5.96), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Επιπρόσθετα, σύμφωνα πάλι με τη νομολογία, ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος ουσιαστικά δεν υφίστατο με αποτέλεσμα να ελλείπει το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς, παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά (βλ. Stavros Hotel Apartments (No.2)
(1994)1 AAΔ 836 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 AAΔ 947). Πρέπει να επισημανθεί ότι όταν το εκδοθέν διάταγμα είναι τύπου Mareva, σύμφωνα με τη νομολογία θα πρέπει να ικανοποιηθούν επιπρόσθετα πέραν της ύπαρξης καλής συζητήσιμης υπόθεσης εναντίον του εναγομένου, τόσο η ύπαρξη εντός της δικαιοδοσίας περιουσιακών στοιχείων τα οποία ανήκουν στον εναγόμενο όσο και ο πραγματικός κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων αυτών με σκοπό την παρεμπόδιση του ενάγοντα να ικανοποιήσει δικαστικά ενδεχόμενη απόφαση υπέρ του. Εκτενής ανάλυση αναφορικά με διατάγματα τέτοιας φύσεως γίνεται στην υπόθεση Poltava Petroleum Co. v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1301, όπου λέχθηκε ότι η κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα δικά της περιστατικά αλλά και έχουν εκτεθεί κάποιοι από τους παράγοντες που είναι σχετικοί ως προς το πώς και πότε ικανοποιείται το αποδεικτικό βάρος του αιτητή για την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Επισημάνθηκε επίσης ότι δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση περιουσίας ενόσω απαιτείται με ικανή μαρτυρία να αποδειχθεί η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος. Επίσης, αν και στη νομική βάση της αίτησης γίνεται αναφορά και στο άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως και στα άρθρα 5 και 7 τα οποία ωστόσο δεν είναι σχετικά με το επίδικο αίτημα των εναγόντων, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επιδιώχθηκε βασικά δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), θέση που αποκλειστικά προωθήθηκε κατά την ακρόαση της αίτησης. Μπορεί να αναφερθεί όμως ότι όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω), με αναφορά στην απόφαση ABP Holdings Ltd κ.α. v. Α. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 694, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου που θεσπίστηκε μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται, χωρίς να αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) κρίθηκε ότι μόνο όπου το αντικείμενο της αγωγής είναι το επίδικο, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 4 του Κεφ. 6 και σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορεί να εξεταστεί το άρθρο αυτό ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Εξετάζοντας αρχικά τον ισχυρισμό περί μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, τα οποία θα ασκούσαν βαρύνουσα σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου και σε σχέση με το κατεπείγον του θέματος ώστε να εκδοθεί το διάταγμα μονομερώς, επισημαίνεται ότι όπως τονίστηκε στη νομολογία η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου να γνωρίζει ουσιώδη γεγονότα, τα οποία είναι γεγονότα που μπορούν εξ αντικειμένου να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και σε όσα σχετίζονται με το επείγον του θέματος. Σύμφωνα με τον κ. Θρασυβούλου, οι αιτητές στην υπό κρίση αίτηση δεν ήρθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθότι απέκρυψαν την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων και λεπτομέρειες για την οικονομική τους ευρωστία εφόσον ενεργούσαν ως εμπορικοί τους αντιπρόσωποι και μπορούσαν να τα ανεύρουν με εύλογη επιμέλεια, δεδομένου ότι γνώριζαν την ύπαρξη του εργοστασίου των εναγομένων στην Λάρνακα, έχοντας επιδώσει την υπό κρίση αίτηση και το εκδοθέν διάταγμα σε υπάλληλο των εναγομένων στο εν λόγω εργοστάσιο. Η μη αμφισβήτηση των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για την οικονομική κατάσταση των καθ' ων η αίτηση, μέσω της ένορκης δήλωσης του Γεώργιου Φιωράκη, ο οποίος δεν αντεξετάστηκε εκ μέρους των αιτητών, καταδεικνύει ότι οι αιτητές σκόπιμα απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος μονομερώς και γι' αυτό το λόγο αυτό θα πρέπει να ακυρωθεί. Επί των θεμάτων αυτών η κα Δημηρίου υποστήριξε ότι οι αιτητές δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απέκρυψαν στοιχεία και γεγονότα που δεν γνώριζαν. Έχοντας υπόψη τους προβληθέντες ισχυρισμούς στο σύνολο τους καθώς και την υπάρχουσα βάσει των ενόρκων δηλώσεων των μερών μαρτυρία, προβάλλει κατά την αντίληψη μου ότι οι αιτητές γνώριζαν ότι οι καθ' ων η αίτηση διατηρούν εργοστάσιο στη Βιομηχανική Περιοχή Ελεύθερου Εμπορίου στη Λάρνακα λόγω των μεταξύ τους σχέσεων, έχοντας μάλιστα ισχυριστεί στην έκθεση απαίτησης τους ότι οι εναγόμενοι είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο που λειτουργεί στην εν λόγω περιοχή με κύριο σκοπό την κατασκευή και εμπορία ηλεκτρικών καλωδίων. Τα δεδομένα αυτά φανερώνουν ότι η θέση του ενόρκως δηλούντος των αιτητών ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν έχει περιουσιακά στοιχεία, τουλάχιστον στην Κύπρο, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ενόσω είναι φανερό ότι οι αιτητές γνώριζαν ότι υπήρχε περιουσία των καθ' ων η αίτηση στην Κύπρο, πέραν από χρήματα σε τραπεζικό λογαριασμό, και δεν το αποκάλυψαν στο Δικαστήριο. Τόσο η δραστηριοποίηση των εναγομένων στην Κύπρο για αρκετά χρόνια όσο και η λειτουργία του εργοστασίου τους αλλά και η εν γένει οικονομική τους δυνατότητα και ευρωστία που προβάλλει από την μαρτυρία τους, πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκαν από τους αιτητές δεδομένου ότι ο ενόρκως δηλών των καθ' ων η αίτηση δεν αντεξετάστηκε, είναι γεγονότα που ακόμη και αν θεωρηθεί ότι δεν ήταν στο πεδίο της γνώσης των αιτητών, με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσαν να διαπιστωθούν από αυτούς προτού αποταθούν στο Δικαστήριο για το επίδικο διάταγμα. Αναμφίβολα τα γεγονότα αυτά ήταν ουσιώδη και αν είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο κατάλληλο στάδιο θα μπορούσε να οδηγήσουν σε διαφορετική εξέλιξη την υπόθεση. Παρατηρείται συνεπώς ότι οι αιτητές-ενάγοντες παρουσίασαν παραπλανητικά, όταν προσέφυγαν μονομερώς στο Δικαστήριο για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, την εικόνα ότι οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι δεν δραστηριοποιούνται ουσιαστικά στην Κύπρο και ότι θα μεταφέρουν άμεσα τα χρήματα, τα οποία υπέδειξαν ότι είναι το μόνο περιουσιακό τους στοιχείο στη χώρα, εκτός Κύπρου. Πέραν αυτού ορθή κρίνεται και η θέση του κ. Θρασυβούλου ότι οι αιτητές αόριστα επικαλέστηκαν πληροφορίες για ολοκλήρωση του νέου συμβολαίου που υπέγραψαν οι καθ' ων η αίτηση με την ΑΗΚ σε σύντομο χρόνο, τις προσεχείς λίγες ημέρες όπως το έθεσαν. Αν και επικαλέστηκαν οι αιτητές ότι το νέο συμβόλαιο των καθ' ων η αίτηση θα ολοκληρωθεί πολύ σύντομα δεν αμφισβήτησαν την προβληθείσα θέση των καθ' ων η αίτηση ότι αυτό θα συμβεί πολύ αργότερα. Το ουσιωδέστερο όμως θέμα που σχετίζεται με το στοιχείο του κατεπείγοντος είναι ότι οι αιτητές από το 2006, μάλιστα πριν την καταχώρηση της αγωγής, είχαν προειδοποιήσει τους καθ' ων η αίτηση ότι θα λάβουν μέτρα για παγοποίηση των ποσών που θα οφείλοντο στην εταιρεία των εναγομένων από άλλες προσφορές και έκτοτε ο χρόνος παρήλθε χωρίς να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια προς αυτή τη κατεύθυνση. Τα δυο αυτά στοιχεία ξεκάθαρα πλέον σ' αυτό το στάδιο δείχνουν ότι ουσιαστικά το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν υφίστατο όταν οι αιτητές προσέφυγαν μονομερώς προς έκδοση του διατάγματος. Μπορεί εύλογα να λεχθεί ότι οι αιτητές-ενάγοντες παρουσίασαν τα δεδομένα διαφορετικά απ' ό,τι ήταν στην πραγματικότητα και αυτή τους η συμπεριφορά οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1953, ..«Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας». Όλα τα πιο πάνω λαμβανόμενα υπόψη από κοινού αλλά και κάθε ένα ξεχωριστά καταδεικνύουν την έκταση της εκ μέρους των αιτητών απόκρυψης των γεγονότων τα οποία θα έπρεπε να ήταν σε γνώση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης. Προκύπτει ότι υπήρξε σοβαρή παραπλάνηση του Δικαστηρίου και η απόφαση του ενδεχόμενα να ήταν εντελώς διαφορετική εφόσον το Δικαστήριο αποστερήθηκε της πλήρους εικόνας της υπόθεσης, όπως θα έπρεπε να είχε. Ως εκ τούτου για το μόνο λόγο της απόκρυψης ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου το προσωρινό διάταγμα μπορεί και πρέπει να ακυρωθεί χωρίς να εξεταστεί η ουσία της υπόθεσης των αιτητών. Ωστόσο για να δοθεί πληρέστερη εικόνα της υπόθεσης ως προς τα τρία κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη, όπως προαναφέρθηκε και τα οποία σύμφωνα με την κα Δημητρίου συντρέχουν εν προκειμένω, σε αντίθεση με τον κ.Θρασυβούλου που εισηγήθηκε ότι δεν συντρέχει το τρίτο κριτήριο, μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως σοβαρή υπόθεση για εκδίκαση δεδομένου ότι είναι αποδεκτή από τους καθ' ων η αίτηση η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων αλλά και η οφειλή ποσού λόγω προμήθειας που έπρεπε να καταβάλουν οι καθ' ων η αίτηση στους αιτητές, υπάρχει ωστόσο διαφωνία ως προς τον τρόπο υπολογισμού του ποσού και τον χρόνο πληρωμής του (βλ. Τεκμήρια 1 και 2 της ένορκης δήλωσης των αιτητών). Χωρίς να αποφαίνομαι επί της ουσίας της διαφοράς δεδομένου ότι στο παρόν στάδιο δεν είναι επιτρεπτό να εξαχθούν τελικά συμπεράσματα επί του πραγματικού και νομικού καθεστώτος, ενόψει των προβληθεισών θέσεων των διαδίκων θεωρώ ότι πληρούται η προϋπόθεση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. Και το δεύτερο κριτήριο που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας ενόψει των προαναφερθέντων δεδομένων για το πρώτο κριτήριο μπορεί να θεωρηθεί ότι ικανοποιείται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο τουλάχιστον για μέρος του απαιτούμενου ποσού, ενόψει και της θέσης των εναγομένων ότι δεν κατέβαλαν το σύνολο του ποσού της προμήθειας. Όσον αφορά δε το τρίτο κριτήριο αυτό δεν ικανοποιείται εφόσον η μόνη ζημιά των αιτητών είναι χρηματική και οι απαιτούμενες αποζημιώσεις υπολογίσιμες. Εξετάζοντας εν προκειμένω και τις ειδικότερες προϋποθέσεις που αφορούν τα διατάγματα τύπου Mareva, αναμφίβολα υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία μέσα στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ενόψει της συνεχούς δραστηριοποίησης των καθ' ων η αίτηση στην Κύπρο αλλά δεν μπορεί να συναχθεί υπό τα δεδομένα της υπόθεσης ότι συντρέχει η προϋπόθεση της ύπαρξης κινδύνου αποξένωσης των στοιχείων αυτών με σκοπό την παρεμπόδιση των εναγόντων να ικανοποιήσουν δικαστικά ενδεχόμενη απόφαση υπέρ τους. Αντίθετα με όσα επικαλέστηκαν οι αιτητές, οι καθ' ων η αίτηση παρουσίασαν στοιχεία που καταρρίπτουν αυτόν τον κίνδυνο, ενόσω όπως ήδη αναφέρθηκε η επαγγελματική δραστηριότητα των καθ' ων η αίτηση στην Κύπρο και η οικονομική τους ευρωστία δεν αμφισβητήθηκε από τους αιτητές. Παρόλο που το αντικείμενο της αγωγής είναι χρήματα, τόσο η φύση, η οικονομική υπόσταση και η λειτουργία της εναγόμενης εταιρείας στην Κύπρο όσο και η διάρκεια της καθιέρωσης της επιχείρησης της, όπως διαφάνηκε μέσα από την διαδικασία, ανεξάρτητα του αν ανήκει ή όχι σε αλλοδαπούς, αλλά και το γεγονός ότι είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο είναι παράγοντες που συνηγορούν στην εξαγωγή του πιο πάνω συμπεράσματος. Αν όντως εξάλλου είχε εκφρασθεί εκ μέρους των εναγομένων πρόθεση απομάκρυνσης των περιουσιακών τους στοιχείων από την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου από το έτος 2006, δεν δικαιολογείται η παρατηρηθείσα καθυστέρηση των αιτητών να αιτηθούν την έκδοση του επίδικου διατάγματος ούτε και παρουσιάστηκε οποιοδήποτε στοιχείο για το πιστωτικό μητρώο ή την συμπεριφορά των καθ' ων η αίτηση που να οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα. Η κατάληξη του Δικαστηρίου για την μη ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου και λόγω της μη συνδρομής των προϋποθέσεων για την διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος σε ισχύ οδηγεί και στην κρίση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ των αιτητών στην παρούσα υπόθεση. Όλοι οι παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη δείχνουν ότι δεν υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η τυχόν απόφαση εναντίον των εναγομένων θα παραμείνει ανικανοποίητη. Ως προς τους λοιπούς προβληθέντες ισχυρισμούς του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων, θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ότι παρόλο που δεν θεωρώ σωστή τη διατύπωση επί του διατάγματος αναφορικά με την ισχύ του «μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής και την πλήρη ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης», διαζευκτικά με την ορθή διατύπωση «μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου», παρατηρώ ότι, παρά το ότι μετά την έκδοση του το διάταγμα επιδόθηκε αφού ορίστηκε επιστρεπτέο, τότε δεν λήφθηκαν ένδικα διαβήματα από τους εναγόμενους ως προς αυτό το θέμα και στο παρόν στάδιο οι προϋποθέσεις έκδοσης του εξετάζονται εξ υπαρχής. Θα συμφωνήσω επίσης ότι δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί το υπό κρίση διάταγμα με ποσό που υπερβαίνει την κλίμακα της αγωγής αλλά ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θεωρώ ότι δεν είναι αναγκαία οποιαδήποτε ενασχόληση με το θέμα. Για τους προαναφερθέντες λόγους το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 4.1.2008 ακυρώνεται στην ολότητα του με έξοδα εναντίον των αιτητών-εναγόντων και υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση-εναγομένων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.