ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Γρηγόρη Γρηγορίου, Αρ. Αγωγής.: 3655/07, 15 Μαΐου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής.: 3655/07 Μεταξύ: ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LIMITED, από τη Λευκωσία Ενάγουσας και Γρηγόρη Γρηγορίου, από το Ηνωμένο Βασίλειο Eναγομένου Και Εξ΄Ανταπαιτήσεως: Μεταξύ: ΓΡΗΓΟΡΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εξ΄Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα και 1. ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD, από τη Λευκωσία 2. ELLINAS FINANCE (CUSTODIAN) LTD, από τη Λευκωσία 3. SHARELINK SECURITIES AND FINANCIAL SERVICES LTD, από τη Λευκωσία Εξ΄Ανταπαιτήσεως Εναγομένων -------------- Αίτηση ημερ. 4.1.08 για διαγραφή της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης 15 Μαΐου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους. Για τον Εναγόμενο/Καθ΄ου η αίτηση: κ. Α. Παπαντωνίου. --------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η Ενάγουσα αιτείται τη διαγραφή ολόκληρης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ή μέρους αυτής και πιο συγκεκριμένα των παραγράφων 7(α), (β), (γ) και (δ), 8(β), 11(α), (β), (γ) και (δ), 12(δ)(i)(ii), 12(ε) και (στ), 13(γ), (ε) και (στ), 14, 22(β) και (γ), 23, 24(α), (β), (γ) και (δ), 25Α, 26, 28(α), 35(γ), (στ) και (ζ), 36, 37 και 42 για το λόγο ότι είναι μη ουσιώδεις, και/ή σκανδαλώδεις και/ή ενοχλητικές, και/ή επιπόλαιες, και/ή για το λόγο ότι τείνουν να περιπλέξουν και/ή να καθυστερήσουν και/ή να επηρεάσουν και/ή να δυσχεράνουν τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής και/ή επειδή αποτελούν μαρτυρία και/ή αποσπάσματα νομοθεσίας και/ή αυτούσιες νομικές αρχές. Στην αίτη η, η οποία, ας σημειωθεί ότι δεν συνοδεύεται από ένορκ-+ 75241014 δήλωση, αναφέρεται ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται περιέχονται στο φάκελο της υπόθεσης. Η αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση του Εναγομένου. Παραθέτω αυτούσιους τους λόγους ένστασης: «Α. Δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αφού το αίτημα για διαγραφή της 'Εκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ή για διαγραφή των αναφερόμενων στην αίτηση παραγράφων, είναι ουσιαστικά αβάσιμο, νομικά αστήρικτο, δεν στηρίζεται στο σωστό νομικό βάθρο αφού δεν στηρίζεται στις σωστές Διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας και δεν έχουν ακολουθηθεί οι διαδικασίες που προβλέπονται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Β. Η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή νομική και πραγματική βάση. Γ. Η αίτηση δεν αποκαλύπτει στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση της αιτούμενης θεραπείας, ούτε εξειδικεύει τα σημεία που η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης είναι σκανδαλώδης, επιπόλαιη ή ενοχλητική και για ποιους λόγους είναι έτσι. Δ. Οι Ενάγοντες - Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη και/ή ουσιαστικά στοιχεία που αφορούν την αίτηση. Ε. Οι Αιτητές κάνουν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, αφού ήδη προέβηκαν προηγουμένως σε άλλα δικαστικά διαβήματα. ΣΤ. Οι Αιτητές υποβάλλουν την παρούσα αίτηση με πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων του Εναγομένου και καθυστερημένα. Ζ. Ο Εναγόμενος στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του αναφέρει όλα τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζει την απαίτηση τους, σύμφωνα με τη Δ.19, θ.4. Η. Ο Εναγόμενος στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του: (α) στηρίζεται σε απάτη, διάρρηξη εμπιστεύματος, εκούσια παράλειψη ή υπέρμετρου επηρεασμού και αναφέρουν πλήρεις λεπτομέρειες σε αυτή σύμφωνα με τη Δ.19, θ.5, (β) αναφορικά με τους ισχυρισμούς του για απάτη, οι ισχυριζόμενες απατηλές πράξεις εκτίθενται λεπτομερώς στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και δηλώνει ότι οι πράξεις αυτές έγιναν με απάτη σύμφωνα με τη Δ.19, θ.5. (γ) Οι ισχυρισμοί του Εναγομένου αφορούν και τους Εξ΄Ανταπαιτήσεως Εναγομένους 2 και 3 και δεν μπορούν να διαχωριστούν από αυτούς που αφορούν και τους Ενάγοντες. Θ. Ο Εναγόμενος ειδικεύει καθαρά στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, τους όρους των Επενδυτικών Σχεδίων και αναφέρει σε αυτή τα συμβάντα της υπόθεσης σύμφωνα με τη Δ.19, θ.12. Ι. Ο Εναγόμενος εγείρει στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης όλα τα ζητήματα που δείχνουν ότι η Υπεράσπιση και η Ανταπαίτηση του: (α) ευσταθεί σε νομικά σημεία, (β) εγείρουν όλα τα σημεία που αν δεν εγερθούν: (
- i)θα καταλάβουν τους Ενάγοντες εξ΄απροόπτου, (
- ii)θα εγείρουν ζητήματα που δεν προβλήθηκαν στα ήδη δοθέντα δικόγραφα όπως παραδείγματος απάτης, εντολή ή περιορισμό χρόνου ή γεγονότα που να δείχνουν παρανομία οιουδήποτε είδους, σύμφωνα με τη Δ.19, θ.13. Κ. Η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης περιλαμβάνει τα ουσιώδη περιεχόμενα εγγράφων και την αποτελεσματικότητα των όσο το δυνατό εν συντομία χωρίς να παρατίθεται ολόκληρο ή μέρος αυτών, εκτός όπου οι ακριβείς λέξεις των εγγράφων ή μέρος αυτών είναι ουσιώδεις, σύμφωνα με τη Δ.19, θ.19. Λ. Η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης περιλαμβάνει επιστολές και/ή συνομιλίες και/ή δηλώσεις και/ή ανακοινώσεις/περιστατικά σαν γεγονότα και γίνεται αναφορά γενικά σε αυτές τις επιστολές και/ή επιστολές και/ή συνομιλίες και/ή δηλώσεις και/ή ανακοινώσεις/περιστατικά όπως επιβάλλεται/επιτρέπεται από τη Δ.19, θ.22 σε συνδυασμό με την Δ.19, θ.5. Μ. Η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης αναφέρει τη θεραπεία την οποία απαιτεί ο Εναγόμενος εναλλακτικά/διαζευκτικά, σύμφωνα με τη Δ.20, θ.2. Ν. Επειδή ο Εναγόμενος επιζητεί θεραπεία σχετικά με διάφορες ευκρινείς απαιτήσεις ή ζητήματα παραπόνου που εξάγονται από διαφορετικά και ευκρινή σημεία, αναφέρουν αυτά στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης καθ΄όλη την έκταση των και ευκρινώς, σύμφωνα με τη Δ.20, θ.3. Ξ. Ο Εναγόμενος εγείρει με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης διάφορα νομικά σημεία, σύμφωνα με τη Δ.27, θ.1. Ο. Ο Εναγόμενος έχει ενώσει στην Ανταπαίτηση του διάφορες αιτίες νόμιμα, σύμφωνα με την Δ.13, θ.1. Π. Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν βλάπτονται με οποιοδήποτε τρόπο δια των όσων αναφέρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Ρ. Η Αίτηση αν γινόταν δεκτή θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με απαγόρευση στον Εναγόμενο να προσφύγει στο Δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις του.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία, ουσιαστικά, επαναλαμβάνονται και υιοθετούνται οι λόγοι ένστασης. Κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι περιορίστηκαν στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν και δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε προφορική ή άλλη μαρτυρία. Οι συνήγοροι με γραπτές αγορεύσεις υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Στο παρόν στάδιο θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ σε γενικές γραμμές στο πλαίσιο που διέπει αιτήσεις όπως η παρούσα. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, θ.θ.4 και 26, Δ.27, θ.3 και Δ.48 θ.θ. 2, 3, 7 και 9 (j). Η Δ.19, θ.4 προνοεί ότι κάθε δικόγραφο θα περιέχει, και θα περιέχει μόνο, έκθεση, σε συνοπτική μορφή, των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων στηρίζει την αξίωση ή την υπεράσπιση του ο διάδικος, ανάλογα με την περίπτωση, αλλά όχι τη μαρτυρία προς απόδειξη τους (βλ. επίσης The Annual Practice 1958, Vol. 1, σελ. 448, Williams v. Wilcox, 8 A. & E. 331 και Steuart v. Gladstone, 10 Ch. D. 644). H έννοια του «ουσιώδους» συσχετίζεται εδώ με ό,τι είναι απαραίτητο [βλ. Βruce v. Odhams Press Ltd
(1936)1 K.B. 697, 712 και Παγκύπριος Ετ. Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 685, 689]. Η πιο πάνω πρόνοια, όπως και άλλες συναφείς διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας, αποβλέπουν στον επακριβή προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και συγχρόνως στον αποκλεισμό της πιθανότητας αιφνιδιασμού του αντιδίκου. Η υποχρέωση για αποκάλυψη περιορίζεται στα ουσιώδη γεγονότα. Δεν επεκτείνεται στη μαρτυρία η οποία τα υποστηρίζει ή τις νομικές συνέπειες που συνεπάγεται η ύπαρξη τους [βλ. Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 ΑΑΔ 319, 329] . Η σαφήνεια, η καθαρότητα και η λιτότητα συνιστούν τα βασικά στοιχεία που πρέπει να χαρακτηρίζουν ένα δικόγραφο. Θέση στα δικόγραφα έχουν μόνο τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η αξίωση ή η υπεράσπιση, ανάλογα με την περίπτωση. Γεγονότα αχρείαστα ή άσχετα με τα επίδικα θέματα δεν έχουν θέση στα δικόγραφα. Το ίδιο ισχύει και για τη μαρτυρία με την οποία τα ουσιώδη γεγονότα θα αποδειχθούν. Η Δ.19, θ.26 προνοεί τα ακόλουθα: « The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που θα τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής.» Σύμφωνα με τη Δ.19, θ.26 το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή οποιουδήποτε θέματος σε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο ενδέχεται να τείνει να επηρεάσει, ενοχλήσει ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι, η θέση του Εναγόμενου πως η παρούσα αίτηση δεν στηρίζεται στο σωστό νομικό βάθρο, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η ερμηνεία της πιο πάνω διάταξης δεν παρουσιάζει δυσκολία. Είναι καθαρό από την φρασεολογία της ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής. Η ερμηνεία αυτή συνάδει και με τη νομολογία και την πρακτική που ακολουθείται από τα Αγγλικά Δικαστήρια, με βάση την αντίστοιχη αγγλική Δ.19, θ.27 πριν από την τροποποίηση της (βλ. Supreme Court Practice
(1958)(βλ. Σιακόλας ν. Federal Bank
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1338. Η εξουσία διαγραφής συσχετίζεται με τη Δ.19, θ.4 στις πρόνοιες της οποίας έχω αναφερθεί πιο πάνω. Είναι νομολογημένο ότι οι διάδικοι πρέπει να απολαμβάνουν κάθε δυνατή ελευθερία στη σύνταξη των δικογράφων. Ο κανόνας ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπαγορεύει στους διαδίκους πως να πλαισιώνουν τα δικόγραφα τους πρέπει να τηρείται ιερός. Αλλά ο κανόνας αυτός υπόκειται στον περιορισμό ότι οι διάδικοι δεν πρέπει να παραβιάζουν τους κανόνες που διέπουν τη σύνταξη δικογράφων. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να παρατηρείται κατάχρηση του δικαιώματος αυτού. Αν ένας διάδικος εισαγάγει δικόγραφο που είναι αχρείαστο και τείνει να επηρεάσει, ενοχλήσει ή καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης, τότε αυτό καθίσταται δικόγραφο το οποίο είναι εκτός των δικαιωμάτων του [βλ. Knowles v. Roberts
(1888)38 Ch. D. 263, 270 per Bowen L.J., Mavromoustakis v. Yeroudes
(1965)1 CLR 176 και Williams and Glyns Bank Ltd v. The Ship "Maria"
(1984)1 CLR 821]. ´Oταν οι διάδικοι παραλείπουν να τηρούν ή να επιδεικνύουν την αναγκαία προσήλωση προς τους δικογραφικούς κανόνες το Δικαστήριο δύναται να χρησιμοποιήσει την εξουσία του για διαγραφή θεμάτων in limine ώστε να αποφεύγεται κατάχρηση διαδικασίας. Ο γενικός κανόνας που εφαρμόζεται στη Δ.19, θ.26 αναφορικά με περιεχόμενο δικογράφων που είναι σκανδαλώδες, επιπόλαιο ή ενοχλητικό είναι ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για διαγραφή των δικογράφων ή μέρος αυτών, εφόσον αποτελεί δραστικό μέτρο, πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή και σύνεση και μόνο σε πολύ ξεκάθαρες περιπτώσεις [βλ. Drummond Jackson v. British Medical Association and Others
(1970)1 All E.R. 1094 και Ιn re Pelmako Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246]. Το απλό γεγονός ότι ένα δικόγραφο περιέχει κάποιο αχρείαστο θέμα δεν αποτελεί επαρκή λόγο για υποστήριξη αίτησης με βάση τη Δ.19, θ.26. Μια δήλωση δεν θα διαγραφεί, απλά και μόνο επειδή είναι αχρείαστη, αν είναι κατά τα άλλα αβλαβής [βλ. Rock v. Purssell, 84 L.T.J. 45 και The Annual Practice 1958, σελ.477]. Επίσης δεν διαγράφονται ισχυρισμοί απλά και μόνο διότι είναι αχρείαστοι, εκτός και αν είναι εμφανώς άσχετοι [βλ. Rossage v. Rossage
(1960)1 All E.R. 600]. Aν όμως εντελώς επουσιώδη θέματα καταγράφονται με τέτοιο τρόπο που ο άλλος διάδικος θα πρέπει να απαντήσει σε αυτά, με αποτέλεσμα την πρόκληση εξόδων, ταλαιπωρίας και καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης τότε δικαιολογείται η διαγραφή των ισχυρισμών [βλ. The Annual Practice 1959, σελ. 477]. Το κατά πόσο ένα δικόγραφο ή μέρος του είναι αχρείαστο, σκανδαλώδες ή τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να δυσχεράνει ή να καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. ΄Ενα σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο το αμφισβητούμενο θέμα είναι σχετικό. Το θέμα της σχετικότητας είναι ταυτόσημο με τη δεκτότητα που χρησιμοποιείται για τη μαρτυρία. Εάν ένα θέμα είναι σχετικό τότε θα επιτραπεί να προσκομισθεί και μαρτυρία για απόδειξη του και αντιστρόφως [βλ. Christie v. Christie
(1873)L.R. 8]. H έννοια του «σκανδαλώδους» (scandalous) δεν έχει οριστεί εξαντλητικά. ΄Αλλωστε η φύση της έννοιας δεν νομίζω ότι παρέχει τέτοια δυνατότητα. ΄Ομως στη νομολογία μπορεί κανείς να εντοπίσει ισχυρισμούς από τους οποίους μπορεί να συναχθεί η γενική έννοια του όρου. Θα έλεγα, και τούτο μόνο ενδεικτικά, ότι σκανδαλώδης είναι η αναφορά στο απρεπές, το προσβλητικό ή η διατύπωση κατηγορίας ή υπαινιγμού για απρεπή συμπεριφορά ή κακή πίστη όπου αυτά όλα δεν μπορούν να συναρτηθούν με τις εγγενείς ανάγκες της υπό κρίση υπόθεσης. Σκανδαλώδη θεωρούνται εκείνα τα θέματα τα οποία είναι ανήθικα ή υποβιβαστικά ή γίνονται με σκοπό μόνο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς. ΄Οταν όμως τέτοιοι ισχυρισμοί είναι σχετικοί με τα επίδικα θέματα δεν πρέπει να διαγράφονται [βλ. Christie v. Christie (πιο πάνω)]. "Αχρείαστα" (unnecessary) θέματα είναι εκείνα τα οποία είναι εντελώς επουσιώδη και καταγράφονται με τέτοιο τρόπο ώστε ο διάδικος να πρέπει να απαντήσει σε αυτά και με αυτό τον τρόπο εγείρονται άσχετα θέματα τα οποία θα οδηγήσουν στην πρόκληση εξόδων, ταλαιπωρίας και καθυστέρησης και θα επηρεάσουν τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης [βλ. The Annual Practice 1959, σελ. 477]. Για το πότε ένα δικόγραφο είναι "ενοχλητικό" (embarrassing) σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings 12th Ed. σελ. 147: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matters and so raises issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations.» Εάν οι ισχυρισμοί που παρατίθενται είναι σχετικοί, έστω και αν διατυπώνονται με φλυαρία, δεν θα διαγραφούν και το θέμα μπορεί να αντιμετωπισθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Η συμπερίληψη όμως στο δικόγραφο σχετικών ισχυρισμών διατυπωμένων σε μεγαλύτερη έκταση από αυτή που είναι αναγκαία, ανάμικτων με άσχετους ισχυρισμούς ή με μαρτυρία μπορεί να προκαλέσει δυσχέρεια στον άλλο διάδικο [βλ. Davy v. Garret
(1878)7 Ch. D. 473]. Παρά την αρχή ότι η μακρηγορία από μόνη της δεν αποτελεί κατά κανόνα λόγο διαγραφής, υπάρχει ένα σημείο, το οποίο εξαρτάται από τη φύση της κάθε υπόθεσης, πέραν του οποίου η μακρηγορία ακόμα και αν δεν συνοδεύεται με οποιαδήποτε άλλη παράβαση των κανόνων σύνταξης δικογράφων, αναπόφευκτα έχει σαν συνέπεια τη συσκότιση των επιδίκων θεμάτων, την πρόκληση δυσχέρειας στην άλλη πλευρά και την πρόκληση καθυστέρησης. Ακόμα, πέρα από κάποια όρια, η υιοθέτηση δικογράφου που δεν χαρακτηρίζεται από την αναγκαία συντομία και υπερβαίνει κατά πολύ την έκταση που δικαιολογούν οι ανάγκες της υπόθεσης μπορεί να προσλαμβάνει και τη μορφή κατάχρησης διαδικασίας. Το Δικαστήριο έχει σε τέτοιες περιπτώσεις, σύμφυτη εξουσία να παρέμβει [βλ. Hill v. Hart - Davis 26 Ch. D. 470 και The Annual Practice 1959 σελ. 448]. Το Δικαστήριο έχει επίσης εγγενή ή συμφυή εξουσία να διατάσσει τη διαγραφή επιπόλαιων ή ενοχλητικών δικογράφων. Η εγγενής ή συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου είναι αρκετά ευρεία και είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητη από τις εξουσίες του Δικαστηρίου που πηγάζουν από τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Η εξουσία αυτή και πάλιν πρέπει να ασκείται με πολύ μεγάλη σύνεση και μόνο όπου είναι αναγκαίο για να αποφεύγεται αδικία ή κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου [βλ. The Annual Practice 1958 (πιο πάνω) σελ. 577 - 578 κάτω από την επικεφαλίδα «Inherent Jurisdiction»]. ΄Ενα δικόγραφο είναι επιπόλαιο όταν είναι άνευ ουσίας ή νοήματος και ενοχλητικό όταν ελλείπει η καλή πίστη, είναι χωρίς καμιά προοπτική επιτυχίας ή καταπιεστικό και τείνει να προκαλέσει στην αντίδικη πλευρά αδικαιολόγητη ταλαιπωρία. Ακόμα ένα δικόγραφο μπορεί να είναι ενοχλητικό όταν φαίνεται να είναι αστήρικτο. Το Δικαστήριο εν πάση περιπτώσει είναι εκείνο που θα πρέπει να ασκήσει τη δικαστική διακριτική του ευχέρεια για τον καθορισμό του θέματος κατά πόσο δηλαδή η διαδικασία είναι επιπόλαια ή ενοχλητική [βλ. Higgins v. Woodhall
(1889)6 T.L.R.]. Σκοπός της διακριτικής αυτής ευχέρειας και εξουσίας του Δικαστηρίου είναι να διασφαλίσει δίκαιους όρους διεξαγωγής της δίκης μεταξύ των διαδίκων και να παρεμποδίσει δικόγραφα αόριστα ή από του να τείνουν να αποκρύψουν ή συσκοτίσουν τα πραγματικά θέματα ή ερωτήματα για τα οποία υπάρχει διαφορά μεταξύ των διαδίκων μερών. Η αξίωση ή υπεράσπιση για την οποία διάδικο μέρος δεν δικαιούται να της κάνει χρήση είναι ενοχλητική. ΄Ενα δικόγραφο δεν είναι όμως ενοχλητικό απλώς γιατί οι ισχυρισμοί που περιέχει δυνατό να αποδειχθούν τελικά αναληθείς ως προς τα γεγονότα [βλ. Turguand v. Fearon
(1879)40 L.T. 53] ή γιατί νομικά σημεία που εγείρονται μπορεί να αποδειχθούν ανεφάρμοστα ή να απορριφθούν στο τέλος [βλ. Τοmkinson v. South Eastern Ry
(1887)3 TLR 822] ή διότι αναφέρονται γεγονότα τα οποία ο διάδικος που τα επικαλείται υποχρεούται στην απόδειξη τους [βλ. Lawrence Scott and Electrometers Ltd v. General Electric C. Ltd
(1938)55 R.P.C. 233]. To ερώτημα κατά πόσο ένα δικόγραφο τείνει να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα ενός διαδίκου θα το αποφασίσει το Δικαστήριο ενόψει των ιδιαίτερων συνθηκών της κάθε περίπτωσης [βλ. Russell v. Stubbs
(1913)2 K.B. 200]. H τάση του Δικαστηρίου είναι να διατάσσει τη διαγραφή ενός δικογράφου μόνο όταν εγείρεται θέμα άσχετο ή μη αναγκαίο και είναι ξεκάθαρο ότι είναι τέτοιο [βλ. London Corporation v. Homer
(1914)111 L.T. 512]. Σχετική απόφαση είναι και η Kemsley v. Foot
(1951)All E.R. 331, όπου αποφασίστηκε ότι είναι σοφότερο κάποτε να αφεθεί ένα δικόγραφο ως έχει εκτός εάν πράγματι είναι σοβαρώς ενοχλητικό. Παρόλο ότι η Δ.19, θ.26 ρητά προνοεί ότι το διάταγμα διαγραφής μπορεί να εκδοθεί «σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας», εντούτοις η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται χωρίς καθυστέρηση (promptly) και κατά κανόνα αμέσως μετά την επίδοση του ενοχλητικού (offending) δικογράφου [βλ. Αtt. Gen. of Duchy of Lancaster v. London and North Western Ry
(1892)3 Ch. 274 και Wenlock v. Moloney
(1965)1 WLR 1238] αν και σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να υποβληθεί μετά το κλείσιμο των δικογράφων [βλ. Tucker v. Collinson
(1886)16 Q.B.D. 562] αλλά το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να ακούσει τέτοια αίτηση μετά που η αγωγή οριστεί για ακρόαση [βλ. Cross v. Earl Howe
(1892)62 L. J. Ch. 342 και Βullen & Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings, 12η ΄Εκδοση, σελ. 141]. Προτού ασχοληθώ με την ουσία της αίτησης θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω πρώτα την εισήγηση των Εναγόντων ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί λόγω της καθυστέρησης στην καταχώρισή της. Δεδομένου ότι η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση καταχωρίστηκε στις 3.12.07 και η παρούσα αίτηση στις 4.1.08 κρίνω ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης. Η Δ.27, θ.3 προνοεί τα ακόλουθα: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση, ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί, ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δίκαιη.» Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.27, θ.3 όταν η βάση της αγωγής ή υπεράσπισης που αποκαλύπτεται με τα δικόγραφα δεν έχει βάση συζήτησης, ή στην περίπτωση που φαίνεται ότι είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την απαίτηση ή την υπεράσπιση. Η Δ.27, όπως αναφέρει στον τίτλο της, ρυθμίζει νομικά σημεία που εγείρονται στα δικόγραφα (points of law raised by the pleadings) και συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αμφισβητείται ότι το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος και αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του ανεξάρτητα από τη μαρτυρία που το στηρίζει. Η επιλογή των προνοιών της πιο πάνω διάταξης είναι κατάλληλη μόνο στις περιπτώσεις οι οποίες είναι απλές, προφανείς και ξεκάθαρες. ΄Οπου η διάγνωση του ζητήματος απαιτεί πολλή εξέταση, επιχειρηματολογία και περίσκεψη ή λήψη μαρτυρίας, δεν εφαρμόζονται (βλ. Σιακόλας ν. Federal Bank
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1338, Δημοκρατία ν. Γεωργίου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 704 και Βιομηχ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά. ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1(Β) ΑΑΔ 990). Ο θεσμός αυτός δίδει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική (frivolous or vexatious). Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με εξαιρετική φειδώ (βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246). Σε όποιο βαθμό το αίτημα στηρίζεται στη Δ.27, θ.3 για διαγραφή ολόκληρης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ως επιπόλαιης και/ή ενοχλητικής, πρέπει να υπενθυμίσω και τονίσω πως η διαγραφή δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο και εξέταση του γίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σε αυτό (βλ. Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Πολ. Εφ. 223/05, ημερ. 11.1.07). Διεξήλθα προσεκτικά τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Παράλληλα, εξέτασα την αίτηση μέσα στο πλαίσιο των αρχών της νομολογίας και των θεσμών έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προωθήθηκαν και αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των αγορεύσεων τους. Δεν θεωρώ, με τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω, πως οποιοσδήποτε αντικειμενικός κριτής θα μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα πως το δικόγραφο του Εναγόμενου είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Παρά τις όποιες ατέλειες του, και χωρίς τελεσίδικη κρίση επί τήρησης όλων των δικονομικών κανόνων, θεωρώ πως η τεκμηρίωση κάποιων ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να αποβεί επιτυχής. Είναι γνωστή η αρχή πως εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, δεν διαγράφεται απλώς και μόνο επειδή η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να επιτύχει (βλ. Cyber Group Ltd ν. Χαραλαμπίδου κ.ά.
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1852). Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings, 12th Edition, σελ. 145: «. a pleading or an action is frivolous when it is without substance or groundless or fanciful and it is vexatious when it lacks bona fides and is hopeless or oppressive and tends to cause the opposite party unnecessary anxiety, trouble and expense. Thus a proceeding may be said to be frivolous when a party is trifling with the court or when to put it forward would be wasting the time of the court or when it is not capable of reasoned argument. Again, a proceeding may be said to be vexatious when it is or is shown to be without foundation or where it cannot possibly succeed or where the action is brought or the defence is raised only for annoyance or to gain some fanciful advantage or where it can really lead to no possible good.» Στην προκείμενη περίπτωση καμία εισήγηση δεν έγινε από την Αιτήτρια ότι ισχύουν τα πιο πάνω. Εξάλλου, η πιο πάνω θεσμική διάταξη (Δ.27, θ.3) θα τίθετο σε εφαρμογή μόνο σε μια προφανή και ξεκάθαρη υπόθεση που δεν είναι η παρούσα. Ανεξάρτητα των πιο πάνω, εξετάζοντας το επίδικο δικόγραφο υπό το φως των όσων αναφέρονται στους Bullen & Leake (ανωτέρω) και στη σχετική επί του θέματος νομολογία, είμαι της γνώμης ότι το σύνολο του δεν προσκρούει στις νομικές αρχές και τη νομολογία ώστε να διαγραφεί. Εξάλλου το δικόγραφο του οποίου επιζητείται η διαγραφή είναι κατά τα άλλα αβλαβές και δεν επηρεάζει τα συμφέροντα της αντίδικης πλευράς. Στην υπό κρίση αίτηση θα ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της μη διαγραφής των παραγράφων των οποίων επιδιώκεται η διαγραφή. Ενόψει όλων των πιο πάνω η αίτηση δεν κρίνεται δικαιολογημένη και απορρίπτεται. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Κατά συνέπεια τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου - Καθ΄ου η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας, να καταβληθούν δε μετά το πέρας της αγωγής. (Υπ.) Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο