← Κύπρος

Marketrends Financial Planning Ltd κ.α. ν. Koni Constructions Ltd, Αρ. Αγωγής: 455/01, 19 Μαϊου, 2008

Marketrends Financial Planning Ltd κ.α. ν. Koni Constructions Ltd, Αρ. Αγωγής: 455/01, 19 Μαϊου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. ΛΙΑΤΣΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 455/01 Μεταξύ:

  1. Marketrends Financial Planning Ltd, από Λευκωσία
  2. Marketrends Financial Services Ltd, από Λευκωσία Εναγόντων -και- Koni Constructions Ltd, από Λευκωσία Εναγομένων ---------------------- Και ως ετροποποιήθη δυνάμει δικαστικού διατάγματος ημερ.26.1.06: Μεταξύ:
  3. Marketrends Financial Planning Ltd, από Λευκωσία
  4. Marketrends Financial Services Ltd, από Λευκωσία Εναγόντων -και- Koni Constructions Ltd, από Λευκωσία Εναγομένων ------------------------------ Και δι' ανταπαιτήσεως Koni Constructions Ltd, από Λευκωσία Εναγόντων -και-
  5. Marketrends Financial Planning Ltd, από Λευκωσία
  6. Λάμπρος Χριστοφή, από Λευκωσία Δι΄ανταπαιτήσεως Εναγομένων ---------------------- Και ως ετροποποιήθη δυνάμει δικαστικού διατάγματος ημερ. 6.11.07: Μεταξύ:
  7. Widehorizon Financial Planning Ltd, από Λευκωσία
  8. Aspis Holdings Public Company Ltd, από Λευκωσία Εναγόντων -και- Koni Constructions Ltd, από Λευκωσία Εναγομένων Και δι' ανταπαιτήσεως Koni Constructions Ltd, από Λευκωσία Εναγόντων -και-
  9. Aspis Holdings Public Company Ltd, από Λευκωσία
  10. Λάμπρου Χριστοφή, από Λευκωσία Δι' ανταπαιτήσεως Εναγόμενων 19 Μαϊου,
  11. Για τους ενάγοντες-εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους: κ. Δ. Κρονίδης. Για την εναγόμενη-εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα: κ. Π. Αγγελίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εναγόμενη εταιρεία ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ιδιοκτήτρια πενταόροφου κτιρίου, το οποίο βρίσκεται επί της λεωφόρου Αθαλάσσης και της οδού Πειραιώς στο Δήμο Στροβόλου (θα αναφέρεται στη συνέχεια ως το ακίνητο). Το ακίνητο αποτελείται από δύο υπόγεια, ισόγειο, μεσοπάτωμα και τέσσερις ορόφους. Στις 4.8.2000, υπεγράφη μεταξύ της εναγόμενης και της ενάγουσας 2 εταιρείας αγοραπωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 1, το οποίο θα αναφέρεται στη συνέχεια ως η πρώτη συμφωνία πώλησης), δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων η πώληση του ακινήτου. Καθορίστηκε ως συνολικό τίμημα πώλησης το ποσό των Λ.Κ.620.000, και ως τρόπος πληρωμής του τιμήματος ο ακόλουθος: «1) Λ.Κ.4.000,00 με την υπογραφή του παρόντος εγγράφου. 2) Λ.Κ.596.000,00 με την μεταβίβαση. Νοείται ότι οιονδήποτε ποσό ήθελε πληρωθεί προς οιονδήποτε τρίτον σε σχέση με οιονδήποτε θέμα το οποίο επηρεάζει το πωλούμενο κτήμα και νοουμένου ότι η εν λόγω πληρωμή θα γίνει εν γνώσει του πωλητή από τον αγοραστή, θεωρείται ως πληρωμή έναντι του ποσού των Λ.Κ.596.000,
  12. 3) Ποσό Λ.Κ.20.000,00 (είκοσι χιλιάδων) υπό τη μορφή 200.000 μετοχών της Εταιρείας MarkeTrends Financial Services ονομαστικής αξίας Λ.Κ.0.10, που θα εγγραφούν επ' ονόματι της Alambra Marketing Ltd με την μεταβίβαση.» Ας σημειωθεί πως οι μέτοχοι της εναγομένης και της Alambra Marketing Ltd είναι ταυτόσημοι. Η πρώτη συμφωνία πώλησης προνοούσε επίσης ότι υπόκειτο από πλευράς της ενάγουσας 2 στην επικύρωσή της υπό του Διοικητικού Συμβουλίου της. Την ίδια ημέρα, 4.8.2000, υπεγράφη ακόμη μια συμφωνία (Τεκμήριο 2, η οποία θα αναφέρεται στη συνέχεια ως η συμφωνία εγγύησης). Ένα από τα μέρη αυτής της συμφωνίας ήταν η εναγόμενη εταιρεία. Η ταυτότητα του δεύτερου μέρους τελεί υπό αμφισβήτηση. Ενώ στο προοίμιο της συμφωνίας αυτής φέρεται ως αντισυμβαλλόμενος κάποιος Λάμπρος Χριστοφή, προσωπικά, ο οποίος είναι ο εξ ανταπαιτήσεως 2 εναγόμενος, την υπογράφει, στο τελικό της μέρος, ως συμβαλλόμενη η ενάγουσα 2 εταιρεία. Η συμφωνία εγγύησης αυτή αναφέρεται στις μετοχές που καταβλήθηκαν ως μέρος του ανταλλάγματος της αγοράς του ακινήτου δυνάμει της πρώτης συμφωνίας. Συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλομένων η μεταβίβαση προς την εναγόμενη ή προς οποιοδήποτε πρόσωπο ήθελε υποδείξει, των 200.000 αυτών μετοχών και παρέχεται επίσης εγγύηση ως προς την ελάχιστη τιμή της κάθε μίας από τις πιο πάνω μετοχές. Καθορίζεται ως τέτοια ελάχιστη τιμή το ποσό των Λ.Κ.3 ανά μετοχή, έτσι που στο σύνολό τους να καλύπτουν ποσό Λ.Κ.600.
  13. Στις 6.10.2000 η εναγόμενη εταιρεία ως πωλήτρια, και οι ενάγουσα 1 εταιρεία, θυγατρική της ενάγουσας 2, ως αγοράστρια, προχώρησαν σε συμφωνία πώλησης του ιδίου ακινήτου (Τεκμήριο 5, η οποία θα αναφέρεται στη συνέχεια ως η δεύτερη συμφωνία πώλησης). Στο προοίμιο της συμφωνίας αυτής γίνεται αναφορά στην πρώτη συμφωνία πώλησης, και αναφέρεται: «EΠΕΙΔΗ οι Πωλητές έχουν υπογράψει συμφωνία πώλησης που αφορά το κτήμα με αριθμό εγγραφής J 2058, Τοποθεσία Περνέρες, Στρόβολος, Λευκωσία, Φ./Σχέδιο ΧΧΙ/62 W 1, τεμάχιο 1971 (που θα αναφέρεται μαζί με το κτίριο που βρίσκεται πάνω σ΄ αυτό ως το ακίνητο) με την Marketrends Financial Services Ltd, μητρική εταιρεία των Αγοραστών (που θα αναφέρεται ως MFS) και ΕΠΕΙΔΗ οι Πωλητές και η MFS επιθυμούν την ακύρωση της συμφωνίας αυτής και την αντικατάσταση της με την παρούσα συμφωνία (που θα αναφέρεται ως η Συμφωνία) και ΕΠΕΙΔΗ οι Πωλητές είναι οι αποκλειστικοί ιδιοκτήτες του πιο πάνω κτήματος και έχουν ανεγείρει πάνω στο κτήμα ένα κτίριο σύμφωνα με τους όρους και τις προδιαγραφές των σχετικών πολεοδομικών και οικοδομικών αδειών καθώς και σύμφωνα με τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας...» Το πιο πάνω προοίμιο συμφωνήθηκε όπως καταστεί αναπόσπαστο μέρος της δεύτερης συμφωνίας πώλησης. Ως τίμημα πώλησης καθορίστηκε και πάλι το ποσό των Λ.Κ.620.000, και ως τρόπος πληρωμής ο πιο κάτω: «(α) Κ£4.000 έχει ήδη καταβληθεί πριν την υπογραφή της Συμφωνίας, (β) Ποσό Κ£50,000 θα καταβληθεί με την υπογραφή της Συμφωνίας, (γ) Κ£542,000 θα καταβληθεί με την μεταβίβαση. Εννοείται ότι οποιοδήποτε ποσό καταβληθεί από τους Αγοραστές προς οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο σε σχέση με οποιαδήποτε απαίτηση που επηρεάζει ή επιβαρύνει το ακίνητο, και εφόσον αυτή η πληρωμή θα γίνεται μετά από την κοινοποίηση στους Πωλητές της πρόθεσης των Αγοραστών να προχωρήσουν σε τέτοια πληρωμή, θα θεωρείται ως πληρωμή έναντι του ποσού των Κ£546,
  14. (δ) Ποσό Κ£24,000 (Είκοσι Τεσσάρων Χιλιάδων) με την μεταβίβαση και/ή εγγραφή στο όνομα των Πωλητών ή όπως αυτοί θα ήθελαν να υποδείξουν 240,000 μετοχών της MFS ονομαστικής αξίας Κ£0.10σ κατά τον χρόνο μεταβίβασης του ακίνητου στο όνομα των Αγοραστών.» Όλοι οι όροι της δεύτερης συμφωνίας πώλησης καθορίζονται ως ουσιαστικοί και ως παρέχοντες στο αθώο μέρος το δικαίωμα τερματισμού της. Περαιτέρω, η δεύτερη αυτή συμφωνία τελούσε υπό την αίρεση «να επικυρωθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο των Αγοραστών καθώς και να εξασφαλιστεί μέσα σε δέκα μέρες από την υπογραφή της Συμφωνίας ικανοποιητική γνωμάτευση για την δομική κατάσταση του κτιρίου που κτίστηκε πάνω στο ακίνητο από εξειδικευμένο μηχανικό». Ολοκληρώνοντας το μέρος αυτό των αδιαμφισβήτητων γεγονότων, καταγράφω ότι η ενάγουσα 2 κατέβαλε έναντι του τιμήματος πώλησης Λ.Κ.4.000 (Τεκμήριο 4) με την υπογραφή της πρώτης συμφωνίας πώλησης και περαιτέρω ποσό Λ.Κ.25.058,12 στις 14.9.2000 (Τεκμήριο 3), υπό μορφή πληρωμής φόρων που αφορούσαν το ακίνητο. Αδιαμφισβήτητο παραμένει επίσης πως έτερο ποσό Λ.Κ.50.000 καταβλήθηκε δυνάμει των συμφωνιών πώλησης. Ό,τι αμφισβητείται σε σχέση με το ποσό αυτό είναι η ημερομηνία που καταβλήθηκε και το κατά πόσο αυτό αφορούσε την πρώτη ή τη δεύτερη συμφωνία πώλησης. Έχοντας καταγράψει ένα φάσμα γεγονότων που παραμένουν αδιαμφισβήτητα και τα οποία είναι, πιστεύω, ικανοποιητικά για να καταστήσουν πιο εύκολη την παρακολούθηση της απόφασης και της επίδικης διαφοράς, προχωρώ στην αποτύπωση των ουσιαστικών δικογραφημένων θέσεων των δύο πλευρών. Οι ενάγοντες θέτουν πως τη συμφωνία εγγύησης υπέγραψε η ενάγουσα 2 εταιρεία και ότι η συμφωνία αυτή περιείχε λάθη και/ή σύγχυση ως προς την ταυτότητα των συμβαλλομένων μερών και/ή τις υποχρεώσεις τους, τέτοιας μορφής, που οδηγούσαν σε ακυρότητά της. Ισχυρίζονται ακόμη πως προτού προηγηθεί οποιαδήποτε μεταβίβαση του ακινήτου στην ενάγουσα 2, και λόγω κοινής απόφασης και/ή συμφωνίας της ενάγουσας 2 με την εναγόμενη και μετά από επαναδιαπραγμάτευση στην οποία συμμετείχε και η ενάγουσα 1, ακυρώθηκε η πρώτη συμφωνία πώλησης του ακινήτου και συνήφθη η δεύτερη συμφωνία. Είναι περαιτέρω δικογραφημένος ισχυρισμός των εναγόντων ότι η ισχύς της δεύτερης συμφωνίας πώλησης τελούσε υπό την αίρεση της έγκρισής της από το Διοικητικό Συμβούλιο της ενάγουσας 1, το οποίο στις 23.10.2000, την τερμάτισε και/ή δεν την επικύρωσε, κοινοποιώντας τη σχετική απόφασή του στους εναγόμενους, με επιστολή των δικηγόρων της (Τεκμήριο 7). Ως λόγο τερματισμού θέτουν πως το ακίνητο δεν πληρούσε τις πρόνοιες και/ή προδιαγραφές των αρχιτεκτονικών σχεδίων και/ή αδειών. Ως προς τη δεύτερη συμφωνία πώλησης, είναι ισχυρισμός των εναγόντων ότι η ενάγουσα 1 κατέβαλε έναντι του συμφωνημένου τιμήματος ποσό £50.000, πέραν και επιπρόσθετα του καταβληθέντος ήδη από την ενάγουσα 2 παραδεκτού ποσού των Λ.Κ.29.058,
  15. Αξιώνουν οι ενάγοντες, δυνάμει των πιο πάνω, την επιστροφή από την εναγόμενη εταιρεία ποσού Λ.Κ.79.058,12, ήτοι του συνολικού ποσού που κατέβαλαν σε αναφορά με τις δύο συμφωνίες πώλησης. Ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη εταιρεία, παραλείποντας, παρά τη νόμιμη ακύρωση και/ή τερματισμό των πιο πάνω συμφωνιών, να επιστρέψουν σε αυτούς τα πληρωθέντα ποσά, πλούτισε αδικαιολόγητα και/ή χωρίς νόμιμη αιτία και/ή χωρίς να παραχωρήσει οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Η εναγόμενη εταιρεία, στη δικογραφημένη υπεράσπισή της, παραδέχεται την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.4.000, ισχυρίζεται όμως πως ήταν ρητός όρος της πρώτης συμφωνίας πώλησης ότι το εν λόγω ποσό θα κρατείτο ως αποζημιώσεις για τα έξοδά της. Παραδέχεται επίσης ότι τόσο η πρώτη, όσο και η δεύτερη συμφωνία πώλησης, υπόκειντο στην επικύρωσή τους από τα Διοικητικά Συμβούλια των εναγόντων. Ισχυρίζεται όμως πως η ενάγουσα 1 παρέλειψε να εξασφαλίσει μέχρι τις 16.10.2000, ως όφειλε, ικανοποιητική γνωμάτευση για τη δομική κατάσταση του ακινήτου. Έτσι, ενεργώντας σε αντίθεση με τις πρόνοιες της μεταξύ τους συμφωνίας, παραλείπει, αντισυμβατικά και παράνομα, να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της. Είναι ουσιαστικός ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο τερματισμός της δεύτερης συμφωνίας πώλησης από την ενάγουσα 1, με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 23.10.2000, είναι παράνομος, καθότι, αφενός δεν εξασφαλίστηκε η σχετική έκθεση του εμπειρογνώμονα σε σχέση με τη δομική κατάσταση του κτιρίου εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, και, αφετέρου, καθότι ο λόγος τερματισμού δεν αφορούσε τη δομική αυτή κατάσταση. Ανταπαιτητικά αξιώνει εναντίον του εξ ανταπαιτήσεως εναγομένου 2 διαφυγόν κέρδος ή και απώλεια ίση με Λ.Κ.600.000, δυνάμει της συμφωνίας εγγύησης και λόγω μη πώλησης σε υπερτιμημένη τιμή των 200.000 μετοχών οι οποίες αναφέρονται στην πρώτη συμφωνία πώλησης. Εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 εδράζεται η ανταπαίτηση σε ισχυριζόμενη παράβαση της πρώτης συμφωνίας πώλησης. Είναι ισχυρισμός της εναγόμενης-εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας ότι η πρώτη αυτή συμφωνία δεν τερματίστηκε καθ΄ οιονδήποτε νόμιμο τρόπο και ανταξιώνει ειδικές αποζημιώσεις ύψους Λ.Κ.100.000, ως απώλεια ενοικίων λόγω εκκένωσης του ακινήτου, καθώς επίσης και γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Στην Υπεράσπισή τους οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι αρνούνται τις εναντίον τους αξιώσεις. Ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 2 αρνείται ότι εγγυήθηκε προσωπικά οτιδήποτε ή ότι ανέλαβε οποιαδήποτε προσωπική υποχρέωση αναφορικά με τις επίδικες συμφωνίες. Η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της ότι η πρώτη συμφωνία πώλησης τερματίστηκε, μετά από συμφωνία όλων των μερών, γύρω στις 6.10.2000, οπόταν και υπογράφηκε η δεύτερη συμφωνία, η οποία και την αντικατέστησε. Ως αποτέλεσμα δε, τερματίστηκε και η όποια συμφωνία εγγύησης, αφού αυτή ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την πρώτη συμφωνία πώλησης. Οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα ουδεμία ζημιά υπέστη αφού η πρώτη συμφωνία ακυρώθηκε και ουδέποτε απώλεσε την κατοχή ή την ιδιοκτησία του ακινήτου της. Ισχυρίζονται, καταληκτικά, ότι έστω κι αν εντοπιστεί πως παρέβησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και πάλι δεν νομιμοποιείται η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα σε αποζημιώσεις αφού δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά, δεδομένου ότι η αξία του ακινήτου είναι μεγαλύτερη από το ποσό που κάλυπταν οι μεταξύ τους συμφωνίες πώλησης. Θέτουν δε, επιπρόσθετα, πως τελικά το ακίνητο πωλήθηκε λίγο μετά τα επίδικα γεγονότα σε τρίτους χωρίς η εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα να υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Μοναδικός μάρτυρας για τους ενάγοντες προς απόδειξη της απαίτησής τους, ήταν ο Διευθύνων Σύμβουλός τους Λάμπρος Χριστοφή. Κατέθεσε γύρω από τις συνθήκες υπογραφής των δύο συμφωνιών πώλησης, καθώς επίσης και της συμφωνίας εγγύησης. Ήταν ουσιαστικός ισχυρισμός του πως η πρώτη συμφωνία πώλησης και η συμφωνία εγγύησης υπεγράφησαν ταυτόχρονα, στις 4.8.00, με συμβαλλόμενη και στις δύο την ενάγουσα 2 εταιρεία. Ως προς τα ποσά που καταβλήθηκαν ήταν η θέση του πως η ενάγουσα 2 εταιρεία κατέβαλε με την υπογραφή της πρώτης συμφωνίας πώλησης Λ.Κ.4.000, και, λίγο αργότερα, στις 14.9.2000, προς διευθέτηση φορολογικών υποχρεώσεων της εναγόμενης-ιδιοκτήτριας του ακινήτου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η μεταβίβασή του, επιπρόσθετο ποσό Λ.Κ.25,058.
  16. Ήταν επίσης βασικός ισχυρισμός του, ότι τόσο η πρώτη συμφωνία πώλησης, όσο και η συμφωνία εγγύησης, ακυρώθηκαν με τη σύμφωνη γνώμη όλων των συμβαλλομένων λόγω προβλήματος νομιμότητας της συμφωνίας εγγύησης. Έτσι, πάντα σύμφωνα με το μάρτυρα, τα συμβαλλόμενα μέρη προχώρησαν σε νέες διαπραγματεύσεις και τελικά στην υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας πώλησης. Για φορολογικούς μάλιστα λόγους, συνεστήθη η ενάγουσα 1 εταιρεία, στην οποία θα εγγραφόταν και το ακίνητο. Η εναγόμενη συμφώνησε στην υπογραφή της δεύτερης αυτής συμφωνίας πώλησης και στην ακύρωση της πρώτης, αφού έλαβε, δυνάμει της δεύτερης συμφωνίας πώλησης, περαιτέρω αντάλλαγμα Λ.Κ.50.
  17. Το ποσό αυτό το κατέβαλε η ενάγουσα 2, προς όφελος της ενάγουσας 1, η οποία και της το επέστρεψε στη συνέχεια. Επεξηγώντας ο μάρτυρας για ποιο λόγο στη σχετική απόδειξη πληρωμής του ποσού των £50.000 (Τεκμήριο 6) αναγράφεται ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε δυνάμει του αγοραπωλητηρίου εγγράφου της πρώτης συμφωνίας πώλησης, κατέθεσε ότι αυτό έγινε γιατί κατά το χρόνο καταβολής του δεν είχε ακόμη υπογραφεί η δεύτερη συμφωνία. Ως προς τη δεύτερη αυτή συμφωνία, ήταν η θέση του ότι τερματίστηκε νόμιμα, με επιστολή του δικηγόρου της ενάγουσας 1 (Τεκμήριο 7), την 23.10.2000, καθότι το ακίνητο δεν πληρούσε τις πρόνοιες της σχετικής άδειας οικοδομής, παραβιάζοντας έτσι τη μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνία. Αντεξεταζόμενος επέμενε στους βασικούς ισχυρισμούς του, τονίζοντας ότι ο ίδιος χειρίστηκε εκ μέρους των εναγόντων το όλο ζήτημα πώλησης του ακινήτου. Σχετικά με τη συμφωνία εγγύησης επέμενε ότι αυτή έγινε ταυτόχρονα με την πρώτη συμφωνία πώλησης και αρνήθηκε υποβολή ότι έγινε αργότερα. Επέμενε επίσης πως συμβαλλόμενη σε αυτή ήταν η ενάγουσα 2 και όχι ο ίδιος προσωπικά, αρνούμενος ανάλογη υποβολή του συνήγορου υπεράσπισης. Ως προς τα ποσά που καταβλήθηκαν από τους ενάγοντες με βάση τις συμφωνίες πώλησης, αρνήθηκε υποβολή ότι στο σύνολό τους πληρώθηκαν προς εφαρμογή της πρώτης συμφωνίας. Επέμενε ότι η πληρωμή των Λ.Κ.50.000 έγινε δυνάμει της δεύτερης συμφωνίας πώλησης και κατόπιν παραστάσεων και παράκλησης του διευθυντή της εναγομένης, Άκη Σίμωνος, ο οποίος αντιμετώπιζε τότε οικονομικά προβλήματα. Συμφωνήθηκε δε από κοινού να ακυρωθεί η πρώτη συμφωνία πώλησης και η συμφωνία εγγύησης και να υπογραφεί η δεύτερη συμφωνία. Η εναγόμενη, προς υποστήριξη της υπεράσπισής της, αλλά και για θεμελίωση της ανταπαίτησής της, παρουσίασε τη μαρτυρία του Διευθύνοντα Συμβούλου και μετόχου της Άκη (Χριστόδουλου) Σίμωνος και τριών ακόμη μαρτύρων. Ο Άκης Σίμωνος, βασικός μάρτυρας για την πλευρά της εναγομένης, κατάθεσε ότι ήταν το πρόσωπο το οποίο διαπραγματεύθηκε εκ μέρους της τις επίδικες συμφωνίες. Προτού προχωρήσει σε οποιαδήποτε συζήτηση με τους εκπροσώπους των εναγόντων ενημέρωνε το δικηγόρο του, τον οποίο και συμβουλευόταν. Του είχε τονίσει ο νομικός του σύμβουλος ότι θα έπρεπε να ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός και να προσέχει το Λάμπρο Χριστοφή «γιατί δεν ήταν και ο καλύτερος άνθρωπος στο παζάρι». Τον συμβούλευσε μάλιστα να ζητήσει τη γνώμη του, ιδίως αν υπάρχει θέμα καταβολής του αντιτίμου μέσω μετοχών γιατί «υπάρχει και η πιθανότητα να εισχωρήσει και κάποια παρανομία στη σύμβαση». Το απόγευμα της 4.8.2000 και οι δύο πλευρές κατέληξαν στην πρώτη συμφωνία πώλησης. Επειδή προτάθηκαν στο μάρτυρα και μετοχές της ενάγουσας 2 ως μέρος του τιμήματος αγοράς, ζήτησε και πάλι τη γνώμη του δικηγόρου του, ο οποίος του υπογράμμισε ότι η ίδια η εταιρεία δεν μπορούσε να εγγυηθεί τις μετοχές της γιατί αυτό ήταν παράνομο. Με βάση αυτή τη συμβουλή ζήτησε όπως αναλάβει προσωπική εγγύηση της αξίας των μετοχών ο Λάμπρος Χριστοφή. Έτσι κι έγινε, και προς το σκοπό αυτό ετοιμάστηκαν τα έγγραφα-συμφωνίες, τα οποία και υπέγραψε στις 4.8.2000 ο μάρτυρας. Πάντα σύμφωνα με τη θέση του, επειδή ο Λάμπρος Χριστοφή είχε εγκαταλείψει το γραφείο του προτού συμπληρωθεί η ετοιμασία των εγγράφων, άλλος υπάλληλος της ενάγουσας 2 ανέλαβε να αποστείλει στο μάρτυρα την επόμενη μέρα υπογραμμένες τις συμφωνίες. Πράγματι, την επομένη, τις πήρε. Αρχικά δεν πρόσεξε ότι στο τέλος της συμφωνίας εγγύησης υπέγραφε ως συμβαλλόμενη η ενάγουσα 2 εταιρεία. Το αντιλήφθηκε λίγες μέρες αργότερα, όταν πλέον η μεταβίβαση του ακινήτου καθυστερούσε. Απέστειλε σειρά επιστολών στην ενάγουσα 2 προκειμένου να ολοκληρωθεί η μεταξύ τους συμφωνία. Διαμαρτυρήθηκε επίσης για το γεγονός ότι τη συμφωνία εγγύησης δεν υπέγραψε προσωπικά ο Λάμπρος Χριστοφή. Συγκεκριμένος υπάλληλος της ενάγουσας 2 τον διαβεβαίωνε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα, καθότι θα λάμβανε προς το σκοπό αυτό τραπεζική εγγύηση. Ως προς το ποσό που έλαβε η εναγόμενη, ο μάρτυρας συμφώνησε ότι όντως ανήρχετο στο συνολικό ύψος των Λ.Κ.79,058.
  18. Ήταν όμως η θέση του πως το ποσό αυτό λήφθηκε δυνάμει της πρώτης συμφωνίας πώλησης και προτού λάβει χώρα η δεύτερη. Δέχθηκε επίσης ο μάρτυρας ότι η χρήση του ακινήτου δεν ήταν σύμφωνη με την πολεοδομική άδεια, καθότι οι δύο από τους τέσσερις ορόφους χρησιμοποιούνταν ως γραφεία, αντί διαμερίσματα. Τόνισε όμως ότι δεν υπήρχε νομικό πρόβλημα για τη μετατροπή τους σε γραφεία, ούτε αυτό συνεπάγετο οποιοδήποτε ουσιαστικό κόστος, γιατί το οίκημα βρισκόταν σε εμπορική ζώνη και επιτρεπόταν η χρήση γραφείων. Διέθετε δε αρκετό χώρο στάθμευσης. Επεξηγώντας στη συνέχεια τους λόγους που οδήγησαν στην υπογραφή της δεύτερη συμφωνίας πώλησης, κατάθεσε ότι η ενάγουσα 2, για φορολογικούς λόγους, ήθελε όπως το ακίνητο μεταβιβαστεί σε μια νέα, θυγατρική της, εταιρεία, την ενάγουσα
  19. Έτσι, στις 6.10.2000, και μετά από διαβουλεύσεις δύο ωρών, κατέληξαν στη δεύτερη συμφωνία πώλησης. Επειδή οι ενάγοντες ήγειραν θέμα ακύρωσης της πρώτης συμφωνίας πώλησης, πράγμα το οποίο ο ίδιος δεν ήθελε, συμφώνησε τελικά, μετά από εισήγηση του δικηγόρου του, να συμπεριληφθεί στη δεύτερη συμφωνία ο όρος για ακύρωση της πρώτης. Ήξερε όμως, καθότι τον συμβούλευσε σχετικά ο νομικός του σύμβουλος, ότι ο όρος αυτός ήταν χωρίς νομική αξία, αφού δέσμευε τρίτο πρόσωπο το οποίο δεν ήταν μέρος της συμφωνίας. Τελικά, και ενώ ο μάρτυρας ανέμενε την υλοποίηση των συμφωνιών, έλαβε την επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 7) από το δικηγόρο των εναγόντων. Σε σχέση με το χρόνο παραλαβής της επιστολής αυτής, ήταν η θέση του ότι προγήθηκε δική του επιστολή (Τεκμήριο 14). Στο τελικό στάδιο της κατάθεσής του, και δίδοντας λεπτομέρειες προς στοιχειοθέτηση της ανταπαίτησης της εναγόμενης, ο μάρτυρας ανάφερε ότι μετά την πιο πάνω συμπεριφορά των εναγόντων, και λόγω των οικονομικών υποχρεώσεων που είχε, αναζήτησε νέους αγοραστές για να πωλήσει το ακίνητο. Τελικά πωλήθηκε σε τρίτη εταιρεία για το ποσό των £700.
  20. Δεν μπορούσε να πωληθεί σε ψηλότερη τιμή, καθότι, λόγω της πτώσης που παρατηρήθηκε τότε στις αξίες των μετοχών, υπήρξε και πτώση της αγοράς ακινήτων επί της λεωφόρου στην οποία βρισκόταν το επίδικο. Ήταν η θέση του ότι η πρώτη συμφωνία πώλησης δεν ακυρώθηκε νόμιμα κι ότι αν αυτή εφαρμοζόταν μέχρι το τέλος η εναγόμενη θα λάμβανε Λ.Κ.1.200.
  21. Αντί του ποσού αυτού, και πέραν των Λ.Κ.79.058, που παραδέχεται ότι έλαβε, πήρε Λ.Κ.700.000 από την πιο πάνω πώληση του ακινήτου. Επιπρόσθετα, απώλεσε η εναγόμενη και ενοίκια έξη μηνών γιατί προχώρησε στην εκκένωση του κτιρίου από τους ενοικιαστές προκειμένου να γίνει κατορθωτή η υλοποίηση της πρώτης συμφωνίας πώλησης. Την απώλεια αυτή των ενοικίων την καθόρισε σε Λ.Κ.5.000 μηνιαίως. Περαιτέρω ο μάρτυρας κατάθεσε πως η εναγόμενη απώλεσε επιπρόσθετα ποσά ενοικίων Λ.Κ.63.000 για την περίοδο Αυγούστου 2000 - Απριλίου 2001, οπόταν τελικά το ακίνητο πωλήθηκε στην τρίτη εταιρεία. Για τον υπολογισμό του ποσού αυτού έλαβε υπόψη του την ενοικίαση του κτιρίου από την τρίτη αυτή εταιρεία σε άλλο νομικό πρόσωπο με ενοίκιο Λ.Κ.84.000 ετησίως. Αντεξεταζόμενος επέμενε στους βασικούς του ισχυρισμούς, τόσο σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής της πρώτης συμφωνίας πώλησης, της συμφωνίας εγγύησης και τους λόγους που οδήγησαν στην υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας, όσο και αναφορικά με τα ποσά που εισέπραξε η εναγόμενη εταιρεία. Παραδέχθηκε ότι οι ενάγοντες ουδέποτε έλαβαν κατοχή του ακινήτου και συμφώνησε σε υποβολή ότι η συμφωνία εγγύησης ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη και αποτελούσε συνέχεια της πρώτης συμφωνίας πώλησης. Επέμενε στον ισχυρισμό του ότι το ακίνητο δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε σημαντικό πρόβλημα και ότι η έκδοση καλυπτικής άδειας για τους χώρους που διαμορφώθηκαν ως γραφεία ήταν τυπική διαδικασία. Επαναλαμβάνοντας τη θέση του πως τελικά το ακίνητο πωλήθηκε σε τρίτη εταιρεία για το ποσό των £700.000, αρνήθηκε υποβολή ότι η αξία του ήταν Λ.Κ.1.200.
  22. Η μαρτυρία της ΜΥ2, Άννας Καζαμία, υπαλλήλου κατά τον ουσιώδη χρόνο εταιρείας στην οποία διευθυντής ήταν ο ΜΥ1, προσφέρθηκε προκειμένου να καταδειχθεί πως πράγματι η πρώτη συμφωνία πώλησης και η συμφωνία εγγύησης στάληκαν από τους ενάγοντες στο ΜΥ1 την 5.8.
  23. Ήταν η θέση της μάρτυρος ότι παρέλαβε την ημέρα αυτή, κατόπιν οδηγιών του ΜΥ1, ένα φάκελο ο οποίος περιείχε «ένα συμφωνητικό» και τον παρέδωσε στη συνέχεια στο ΜΥ
  24. Αντεξεταζόμενη ανάφερε ότι δεν είναι σε θέση σήμερα να αναγνωρίσει το συμβόλαιο που παρέλαβε. Ο ΜΥ3 Μιχαήλ Μιχαήλ, πολιτικός μηχανικός, πρόσφερε μαρτυρία σχετικά με το επίδικο ακίνητο και τις άδειες που το κάλυπταν. ΄Ηταν ο μελετητής και επιβλέπων μηχανικός του συγκεκριμένου έργου. Κατάθεσε ότι αρχικά η άδεια οικοδομής προέβλεπε για δύο ορόφους διαμερίσματα και δύο ορόφους γραφεία. Στην πράξη όμως έγιναν όλα γραφεία. Αρχές του 2001, και μετά από σχετική αίτηση στην αρμόδια αρχή, λήφθηκε πολεοδομική άδεια (Τεκμ. 18) για αλλαγή χρήσης κι έτσι η όποια παρανομία υπήρχε εξαλείφθηκε. Ήταν η θέση του ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε σημαντικό το οποίο να δημιουργούσε πρόβλημα στην έκδοση της πολεοδομικής άδειας, το δε κόστος αλλαγής της χρήσης ήταν λιγότερο από Λ.Κ.1.
  25. Τελευταίος μάρτυρας της εναγόμενης ήταν ο Αιμίλιος Τσίγγης, λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολογικό γραφείο Λευκωσίας. Σκοπός της παρουσίας του ήταν η αναφορά στο φάκελο μεταβίβασης του επίδικου ακίνητου. Από τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του κατέθεσε ότι στις 26.4.2001 έγινε δεκτή στο Επαρχιακό Κτηματολογικό γραφείο Λευκωσίας πράξη μεταβίβασης (Τεκμ. 20) του ακινήτου από την εναγόμενη εταιρεία, ως πωλήτρια, στην εταιρεία Brutal Holdings Ltd ως αγοράστρια. Ως τίμημα πώλησης δηλώθηκε το ποσό των Λ.Κ.700.000, τίμημα το οποίο είχε εκτιμηθεί και είχε εγκριθεί από τον Κλάδο Εκτιμήσεων του Κτηματολογίου. Αντεξεταζόμενος, επεξήγησε τη διαδικασία που ακολουθείται όταν λαμβάνει χώρα πώληση και μεταβίβαση ακινήτου μέσω του Κτηματολογίου. Κατάθεσε ότι προτού λάβει χώρα η μεταβίβαση ο σχετικός φάκελος μεταβιβάζεται στον Κλάδο Εκτιμήσεων προκειμένου να εξεταστεί κατά πόσο το τίμημα πώλησης που έχει δηλωθεί αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα. Εάν και εφόσον γίνει αποδεκτό ότι το δηλωθέν ποσό είναι λογικό, εγκρίνεται από τον Κλάδο Εκτιμήσεων το τίμημα αυτό. Προκειμένου να καταλήξει η αρμόδια υπηρεσία του Κτηματολογίου στη λογικότητα του ποσού, προχωρεί στη σύγκριση διαφόρων γειτονικών ακινήτων και κτιρίων, κάνοντας έτσι ενδελεχή έλεγχο. Σκοπός της εκτίμησης είναι ο καθορισμός των μεταβιβαστικών τελών. Με άδεια του Δικαστηρίου, και ως απόρροια προηγούμενης ενδιάμεσης απόφασης η οποία αντικείμενο είχε την ανάκληση παραδεκτού γεγονότος, επανακλητεύθηκε ο ΜΥ1 Άκης Σίμωνος. Αποκλειστικός σκοπός της μαρτυρίας του αυτής ήταν η αναφορά του στην τιμή πώλησης του ακινήτου στην εταιρεία Brutal Holdings Ltd. Επέμενε ότι το τίμημα ήταν Λ.Κ.700.000, ποσό το οποίο ενέκρινε και το Κτηματολόγιο και ανάλογα πληρώθηκαν τα μεταβιβαστικά τέλη. Λήφθηκαν έναντι αυτού του τιμήματος σε μετρητά κάτι περισσότερο από Λ.Κ.500.000 και επιπλέον δόθηκαν τρία διαμερίσματα από την αγοράστρια εταιρεία. Αντεξεταζόμενος επέμενε στη θέση του ως προς το τίμημα πώλησης του ακινήτου στην τρίτη εταιρεία, τονίζοντας ότι κατά την περίοδο της πώλησης δεχόταν πιέσεις από τράπεζες για εξόφληση υποχρεώσεών του, οι δε τιμές των ακινήτων είχαν μειωθεί λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Αρνήθηκε υποβολή ότι στην πραγματικότητα το ακίνητο πωλήθηκε για το ποσό των Λ.Κ.1.050.000 και διευκρίνισε ότι η αξία των τριών διαμερισμάτων τα οποία δόθηκαν ως αντάλλαγμα από την Brutal Holdings Ltd ήταν γύρω στις Λ.Κ.160.
  26. Στον καθορισμό της αξίας αυτής κατέληξε αφού πήρε προηγουμένως τη γνώμη φίλου του αρχιτέκτονα. Προς υπεράσπιση των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων προσφέρθηκε η μαρτυρία του ιδίου του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου 2 και ενός ακόμη μάρτυρα, του εκτιμητή ακινήτων Πόλυ Κουρουσίδη. Ο Λάμπρος Χριστοφή, όπως προαναφέρθη Διευθύνων Σύμβουλος των εναγόντων, υιοθέτησε τα όσα ανάφερε στη μαρτυρία που παρουσίασε για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης των εναγόντων. Αρνήθηκε ότι ο ίδιος υπέγραψε προσωπικά ως εγγυητής τη συμφωνία εγγύησης, Τεκμ.
  27. Επεξηγώντας τους λόγους που οδήγησαν στον τερματισμό της δεύτερης συμφωνίας πώλησης, ανάφερε ότι οι ενάγοντες αναζητούσαν, για σκοπούς στέγασής τους, γραφεία σε κτίρια τα οποία θα πληρούσαν όλες τις προϋποθέσεις νόμιμης χρήσης τους. Όταν διαπιστώθηκε δε ότι το επίδικο ακίνητο παρέβαινε τους όρους της πολεοδομικής άδειας, αποφασίστηκε και ο τερματισμός της συμφωνίας πώλησης. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε ότι η παραβίαση των όρων της πολεοδομικής άδειας και η χρησιμοποίηση διαμερισμάτων ως γραφείων στο επίδικο ακίνητο, ήταν σοβαρή παρανομία. Αρνήθηκε δε υποβολή ότι ο Σίμωνος ανάφερε στους ενάγοντες το πρόβλημα που υπήρχε σε σχέση με την παραβίαση των όρων αδείας. Ήταν η τελική θέση του μάρτυρα ότι η πρώτη συμφωνία πώλησης ακυρώθηκε κοινή συναινέσει από τη δεύτερη συμφωνία πώλησης, η οποία και την αντικατέστησε. Ο μάρτυρας Κουρουσίδης κατάθεσε ότι μετά από παράκληση των συνηγόρων των εναγόντων ετοίμασε γραπτή εκτίμηση (Τεκμ. 23) σε σχέση με το επίδικο ακίνητο. Σκοπός της ήταν ο εντοπισμός της αγοραίας αξίας του επίδικου ακίνητου σε δύο συγκεκριμένες ημερομηνίες: Τον Οκτώβριο του 2000 και τον Απρίλιο του
  28. Χρησιμοποιώντας τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης κατέληξε ότι κατά την πρώτη ημερομηνία αυτή ήταν Λ.Κ.978.613 και κατά τη δεύτερη Λ.Κ.1.045,
  29. Αντεξεταζόμενος επεξήγησε τη μεθοδολογία που ακολούθησε. Δέχθηκε ότι δεν μίλησε με τον ιδιοκτήτη του επίδικου ακίνητου, ούτε και βρήκε συγκριτικό παρόμοιο με το επίδικο ακίνητο. Πρόσθεσε ότι τα συγκριτικά ακίνητα που έλαβε υπόψη του είχαν ξεχωριστούς τίτλους και τόνισε πως όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των υπό σύγκριση ακινήτων τα έλαβε υπόψη του προβαίνοντας στην εκτίμηση. Δέχθηκε επίσης ότι δεν γνώριζε την τιμή πώλησης του συγκεκριμένου ακίνητου, ούτε και προέβηκε σε σχετικό έλεγχο στο Κτηματολόγιο. Κατέληξε, αναφέροντας ότι για σκοπούς της έκθεσής του δεν εισήλθε μέσα στο επίδικο ακίνητο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων, αφού ανέλυσε την προφορική και γραπτή μαρτυρία, εισηγήθηκε ότι προκύπτει ξεκάθαρα πως η απαίτηση των εναγόντων δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους. Πρόσθεσε ότι η εκ μέρους τους παραδοχή ότι τους καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.79.058,12 έναντι του τιμήματος αγοράς του επίδικου ακινήτου και η πλήρης απουσία ανταλλάγματος που προκύπτει από τη μη ολοκλήρωση της αγοράς, είναι αρκετά για να στοιχειοθετήσουν την αξίωση των εναγόντων. Ως προς την ανταπαίτηση κάλεσε το Δικαστήριο να αξιολογήσει θετικά τη μαρτυρία που δόθηκε προς υπεράσπιση των δι΄ ανταπαιτήσεως εναγομένων. Εισηγήθηκε, κατ΄ ακολουθία, ότι τα εμπλεκόμενα μέρη εκ συμφώνου ακύρωσαν την πρώτη συμφωνία πώλησης και τη συμφωνία εγγύησης, προχωρώντας στη σύναψη και υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι ούτως ή άλλως θα πρέπει να απορριφθεί ως αναξιόπιστη η θέση των εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων ότι ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 2 υπέγραψε υπό την προσωπική του ιδιότητα τη συμφωνία εγγύησης. Στήριξε την εισήγησή του αυτή σε σειρά από λόγους τους οποίους, στην έκταση που αυτό είναι απαραίτητο, θα αναφερθεί το Δικαστήριο σε κατοπινό στάδιο. Κατέληξε, εισηγούμενος ότι εν πάση περιπτώσει οι εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν, προσφέροντας ικανοποιητική μαρτυρία, τις δικογραφημένες αξιώσεις τους σχετικά με το ύψος της ζημιάς που ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, αφού τόνισε τη διαφορετική νομική υπόσταση των εναγόντων, εισηγήθηκε ότι το γεγονός πως η ενάγουσα 2 δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στην υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας πώλησης, την αποστερεί από του να επικαλείται τους όρους της. Κατ΄ ακολουθία, πρόσθεσε, και με βάση την απορρέουσα έλλειψη συμβατικής σχέσης (privity of contract), ο όρος που εμπεριέχεται στη δεύτερη συμφωνία πώλησης για τερματισμό της πρώτης συμφωνίας είναι χωρίς ισχύ και δεν επηρεάζει τη δεσμευτικότητα της πρώτης συμφωνίας πώλησης, η οποία παραμένει αναλλοίωτη. Καθότι, δεν μπορεί μια νέα σύμβαση να τερματίζει σύμβαση στην οποία εμπλεκόμενοι ήταν διαφορετικοί συμβαλλόμενοι. Ολοκληρώνοντας ο κ. Αγγελίδης κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία που πρόσφερε η πλευρά των εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης, οι οποίες, κατά τη θέση του, θεμελιώνουν τον ισχυρισμό της πλευράς των πελατών του ότι συμβαλλόμενος σε αυτή ήταν ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 2 προσωπικά. Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ: Είναι γεγονός ότι τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν την απαίτηση των εναγόντων παραμένουν ουσιαστικά χωρίς αμφισβήτηση. Αποτελεί κοινή συνισταμένη της μαρτυρίας των δύο πλευρών ότι έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης καταβλήθηκε στους εναγόμενους το συνολικό ποσό των Λ.Κ.79.058,
  30. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι η επιδερμική προσπάθεια που εκδηλώθηκε σε κάποιο στάδιο από τους εναγόμενους να εισηγηθούν πως μέρος του καταβληθέντος ποσού, Λ.Κ.4.000, θα κάλυπτε έξοδα που πιθανό να υφίσταντο από τη μη τήρηση της συμφωνίας, παρέμεινε, ελλείψει σχετικής μαρτυρίας, μετέωρη και χωρίς θεμελίωση. Όπως αστήρικτη παρέμεινε επίσης η δικογραφημένη θέση τους, παράγρ. 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης, πως το πιο πάνω ποσό των Λ.Κ.4.000 δεν θα υπολογιζόταν στην πληρωμή του τιμήματος. Ρητά αναφέρεται στην πρώτη συμφωνία πώλησης, Τεκμ. 1, και σε ευθυγράμμιση με τις θέσεις των εναγόντων, ότι στο τίμημα πώλησης περιλαμβάνεται το πιο πάνω ποσό των Λ.Κ.4.
  31. Με στήριξη στα πιο πάνω είναι χωρίς δυσκολία που καταλήγει το Δικαστήριο ότι όντως το σύνολο του καταβληθέντος ποσού ήταν μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς του ακινήτου. Ό,τι παρέμεινε υπό αμφισβήτηση είναι ποια από τις ενάγουσες εταιρείες κατέβαλε μέρος του τιμήματος αυτού, ήτοι τις Λ.Κ.50.
  32. Σε αυτό το σημείο είναι η θέση των εναγόντων, όπως προβάλλει μέσα από τη δοθείσα μαρτυρία, ότι το ποσό αυτό δόθηκε από την ενάγουσα 2 προς όφελος της ενάγουσας 1, δυνάμει της δεύτερης συμφωνίας πώλησης. Η αντίστοιχη θέση των εναγομένων, όπως επίσης προωθήθηκε από την προσφερθείσα μαρτυρία, είναι ότι το ποσό καταβλήθηκε μεν από την ενάγουσα 2 αλλά προς υλοποίηση της πρώτης συμφωνίας πώλησης. Χωρίς κανένα δισταγμό η κατάληξη του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού είναι ότι το πιο πάνω ποσό καταβλήθηκε υπό τις συνθήκες και για τους λόγους που η πλευρά των εναγόντων παρέθεσε. Τα όσα περί αντιθέτου επιχείρησαν να προβάλουν οι εναγόμενοι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και δεν γίνονται αποδεκτά, καθότι, αφενός, αντιστρατεύονται τις δικογραφημένες τους θέσεις και, αφετέρου, καταρρίπτονται από το περιεχόμενο των δύο συμφωνιών, Τεκμ. 1 και
  33. Δικαιολογώ την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου: Στην παράγρ. 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης αναφέρεται ξεκάθαρα «Σε σχέση με την παράγραφο 12 της Έκθεσης Απαίτησης η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες αρ. 1 κατέβαλαν μέχρι σήμερα προς αυτή το ποσού των Λ.Κ.50,000.00- το δε υπόλοιπο ποσό εκ Λ.Κ.4,000.00- κατεβλήθει σ΄ αυτήν πριν από την υπογραφή της Συμφωνίας ημερ. 6.10.2000.» Περαιτέρω, το περιεχόμενο των Τεκμ. 1 και 5, συνδυαζόμενο, συνάδει με τα όσα κατέθεσε σχετικά ο μάρτυρας των εναγόντων Λάμπρος Χριστοφή και καταρρίπτει τις ανάλογες θέσεις του μάρτυρα των εναγομένων Άκη Σίμωνος. Το Τεκμ. 1, σε αναφορά με τον τρόπο πληρωμής του τιμήματος, προβλέπει ότι πέραν των Λ.Κ.4.000 της προκαταβολής το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.596.000 θα καταβαλλόταν με τη μεταβίβαση του ακινήτου. Συνεπώς, δεν υπήρχε λόγος να πληρωθεί δυνάμει της πρώτης αυτής συμφωνίας ενδιάμεσα άλλο ποσό, όπως αυτό των Λ.Κ.50.
  34. Περαιτέρω, στη δεύτερη συμφωνία πώλησης, Τεκμ. 5, γίνεται ρητή αναφορά σε πληρωμή συγκεκριμένου ποσού Λ.Κ.50.000 με την υπογραφή αυτής της συμφωνίας. Με δεδομένο ότι τελικά μόνο ένα ποσό πληρώθηκε του ύψους των Λ.Κ.50.000, στερείται λογικής και πειστικότητας η θέση των εναγομένων ότι αυτό καταβλήθηκε δυνάμει της πρώτης συμφωνίας πώλησης. Ό,τι υπολείπεται να καταγραφεί ως σημαντικό σε σχέση με την απαίτηση είναι το επίσης αναντίλεκτο γεγονός της πλήρους έλλειψης ανταλλάγματος, δεδομένου ότι η οποιαδήποτε συμφωνία αγοράς δεν ολοκληρώθηκε, αφού δεν έλαβε χώρα ούτε κατοχή του ακινήτου από τους ενάγοντες, ούτε, τελικά, και μεταβίβασή του σε αυτούς. Όπως δε παραμένει αδιαμφισβήτητο, το ακίνητο μεταβιβάστηκε λίγους μήνες αργότερα, τον Απρίλιο του 2001, σε τρίτη εταιρεία. Τα πιο πάνω είναι αρκετά για να θεμελιώσουν και το βάθρο στήριξης της αξίωσης των εναγόντων. Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Καλησπέρας v. Δρυάδη κ.ά.

(1998)1 ΑΑΔ 867, 879: «Αδιαμφισβήτητο είναι ότι, βάσει των γενικών αρχών του δικαίου, χρηματικό ποσό, το οποίο καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο έναντι ανταλλάγματος, το οποίο δεν παρέχεται, είναι ανακτητέο ως χρέος (money had and received). Ό,τι παραγνωρίζεται από τον εφεσείοντα, είναι ότι το ποσό καταβλήθηκε αποκλειστικά για την απόκτηση της ιδιοκτησίας του διαμερίσματος. Η απουσία ανταλλάγματος ήταν πλήρης. Ανάλογα απόλυτη ήταν και η υποχρέωση του εφεσείοντα να επιστρέψει το ποσό στους εφεσίβλητους, για την αποκατάστασή τους.» Η ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ: Η ανταπαίτηση έχει ως κεντρικό άξονά της την πρώτη συμφωνία πώλησης. Οι αξιώσεις των εξ ανταπαιτήσως εναγόντων εδράζονται στον ισχυρισμό τους ότι η πρώτη αυτή συμφωνία ουδέποτε τερματίστηκε νόμιμα. Μέσα από τα όσα σχετικά κατάθεσε ο ΜΥ1, Άκης Σίμωνος, επιχείρησαν να στηρίξουν τη θέση τους αυτή. Αντίθετη ήταν η προσέγγιση των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων. Είναι ο ουσιαστικός τους επί του θέματος ισχυρισμός ότι με συμφωνία όλων των εμπλεκομένων μερών η πρώτη συμφωνία πώλησης, Τεκμ. 1, ακυρώθηκε και αντικαταστάθηκε από τη δεύτερη, Τεκμ.
  1. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους βασικούς αυτούς μάρτυρες κατά την πορεία της παράθεσης της μαρτυρίας τους στο Δικαστήριο και εξέτασα τα όσα σχετικά παρέθεσαν υπό το πρίσμα των ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθέντων, χωρίς ένσταση, Τεκμηρίων. Τόσο η εικόνα που απεκόμισα, όσο και η σύγκριση της προφορικής μαρτυρίας με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων, με οδηγούν στην, χωρίς κανένα δισταγμό, αποδοχή της μαρτυρίας του Λάμπρου Χριστοφή και στην κατάληξη ότι σε αυτή αποτυπώνεται η πραγματικότητα και μόνο. Αιτιολογώντας την προσέγγιση του Δικαστηρίου καταγράφω τα ακόλουθα: Είναι παραδεκτό από τους εναγόμενους - εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες, στη δικογραφημένη Έκθεση Υπεράσπισής τους, παράγρ. 11, ότι όντως το ποσό των Λ.Κ.50.000 καταβλήθηκε από την ενάγουσα 1 δυνάμει της δεύτερης συμφωνίας πώλησης. Άλλωστε, παρεμβάλλω, η ενάγουσα αυτή ήταν συμβαλλόμενο μέρος μόνο στην πιο πάνω συμφωνία. Το πιο πάνω ποσό δόθηκε πριν την υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας, όπως επιμαρτυρεί και το Τεκμ.
  2. Συνεπώς, το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει τη θέση του Λάμπρου Χριστοφή ότι προηγήθηκαν διαπραγματεύσεις και προϋπήρξε επαφή των μερών προκειμένου να οδηγηθούν στη νέα συμφωνία πώλησης, Τεκμ.
  3. Αντίθετα, εκθεμελιώνει τη θέση του Άκη Σίμωνος ότι η δεύτερη συμφωνία ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης δύο ωρών αμέσως πριν την υπογραφή της στα γραφεία των εναγόντων. Σημαντικότερο όμως είναι ότι το περιεχόμενο του Τεκμ. 5 συνάδει και στηρίζει τη βασική θέση των εναγόντων, όπως και αποτυπώθηκε μέσα από τη μαρτυρία του διευθυντή τους Λάμπρου Χριστοφή, πως όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη συμφώνησαν στην ακύρωση ή τερματισμό της πρώτης συμφωνίας πώλησης και στην αντικατάστασή της με τη δεύτερη. Ήταν το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του Λ. Χριστοφή ότι για συγκεκριμένους λόγους τα ενδιαφερόμενα μέρη ήλθαν σε επαφή και συναποφάσισαν την ακύρωση της πρώτη συμφωνίας πώλησης με την υπογραφή και αντικατάστασή της από τη δεύτερη. Στο Τεκμ. 5 καταγράφεται ρητά ότι οι εναγόμενοι, ως πωλητές, την υπέγραφαν επιθυμώντας την ακύρωση της πρώτης συμφωνίας και σε αντικατάστασή της. Ο κ. Αγγελίδης επικέντρωσε την προσοχή του στο γεγονός ότι η ενάγουσα 2 δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στο Τεκμ. 5, και, συνεπώς, η έλλειψη συμβατικής σχέσης δεν της επέτρεπε τη χρήση ή επίκληση όρων της συμφωνίας αυτής. Με όλο το σεβασμό η εισήγηση αυτή του ευπαίδευτου συνήγορου παραβλέπει την εξής, σημαντική για την υπόθεση, παράμετρο: Ότι είναι η πλευρά των πελατών του που ανταπαιτητικά αξιώνει επικαλούμενη δικαιώματα εδραζόμενα σε σύμβαση την οποία συμφώνησε να ακυρώσει και να αντικαταστήσει με μεταγενέστερη, λαμβάνοντας μάλιστα και χρηματικό ποσό, Λ.Κ.50.000, ως μέρος του τιμήματος και προς εφαρμογή της μεταγενέστερης αυτής συμφωνίας. Εν πάση όμως περιπτώσει, στο παρόν στάδιο της απόφασης, το θέμα του προαναφερθέντος περιεχομένου του Τεκμ. 5 τίθεται στη βάση αξιολόγησης της αξιοπιστίας των δύο πιο πάνω ουσιαστικών μαρτύρων των εμπλεκομένων μερών, γύρω από την αντικρουόμενη θέση τους κατά πόσο συμφωνήθηκε ακύρωση ή όχι της πρώτης συμφωνίας πώλησης. Το σύνολο των αδιαμφισβήτητων στοιχείων συνάδει με τις αναφορές του Λ. Χριστοφή περί τερματισμού της πρώτης συμφωνίας με συναίνεση των εμπλεκομένων μερών και αντικατάστασής της με τη δεύτερη. Συγκεκριμένα, η αναφορά στο Τεκμ. 5 για ακύρωση της πρώτης συμφωνίας, η καταβολή μέρους του τιμήματος, Λ.Κ.50.000, δυνάμει της δεύτερης συμφωνίας και το γεγονός ότι το ποσό των Λ.Κ.4.000, που δόθηκε ήδη δυνάμει της πρώτης συμφωνίας, είχε συμπεριληφθεί στο τίμημα πώλησης της δεύτερης, υποστηρίζουν όσα κατάθεσε ο Λ. Χριστοφή περί τερματισμού της πρώτης συμφωνίας πώλησης. Επικαλούμενος ο κ. Αγγελίδης την πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γιωργούλλα Καραολή κ.ά. v. Γιώργου Λαούρη κ.ά. Πολ. Έφ. 206/06, ημερ. 29.2.2008, εισηγήθηκε ότι τα λεχθέντα στην απόφαση της πλειοψηφίας σε σχέση με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα τροποποίησης σύμβασης, καλύπτουν και τα γεγονότα της υπό εκδίκαση υπόθεσης. Δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο η προσέγγιση αυτή του ευπαίδευτου συνήγορου. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω απόφαση κατέληξε, κατά πλειοψηφία, ότι η μονομερής ενέργεια των εφεσιβλήτων να ταχυδρομήσουν τίτλους μη διαπραγματεύσιμων μετοχών, δεν είχε καμία σημασία και άφηνε τις συμβατικές τους υποχρεώσεις άθικτες. Συμβατικές υποχρεώσεις που περιστρέφοντο γύρω από αγορά μετοχών «ισότιμες με όλες τις άλλες διαπραγματεύσιμες μετοχές και άμεσα ήταν διαπραγματεύσιμες». Ήταν η κατάληξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου πως η ισχυριζόμενη τροποποίηση της σύμβασης αφορούσε στο ουσιαστικότερο μέρος της, το οποίο προέβλεπε για την παραχώρηση μετοχικών τίτλων, οι οποίοι όμως δεν θα μπορούσαν να είναι διαπραγματεύσιμοι στο ΧΑΚ και επομένως ούτε και ισότιμοι. Συνεπώς, τυχόν αποδοχή της θέσης του δικηγόρου των εφεσιβλήτων, ότι δηλαδή η συμφωνία τροποποιήθηκε, θα σήμαινε ότι «εξ΄ αιτίας της μονομερούς ενέργειας των εφεσιβλήτων να ταχυδρομήσουν τίτλους, άλλους από αυτούς που είχαν συμφωνηθεί και της απλής παραλαβής και κράτησης τους από τους εφεσείοντες, θα άλλαζε ριζικά ο χαρακτήρας και η φύση της σύμβασης και ιδιαίτερα της αντιπαροχής που οι εφεσείοντες συμφώνησαν να πάρουν, χωρίς οι εφεσείοντες να έχουν με τρόπο θετικό δώσει την συγκατάθεση τους για μια τέτοια αλλαγή». Ό,τι είναι σημαντικό στην υπόθεση Καραολή (ανωτέρω) για σκοπούς της υπό κρίση υπόθεσης, είναι οι αναφορές του Ανωτάτου Δικαστηρίου - υιοθετώντας τα όσα τίθενται στο σύγγραμμα Indian Contract Law and Specific Relief Acts, 10η Έκδοση, σελ. 512 - στις αρχές που διέπουν το ζήτημα απαλλαγής συμβαλλόμενου μέρους από τις υποχρεώσεις του για εκπλήρωση συμβατικών του δεσμεύσεων, ως αποτέλεσμα ενεργειών του ετέρου μέρους: «Ένα συμβαλλόμενο μέρος, για να θεωρηθεί ότι απαλλάσσει το άλλο από την υποχρέωση εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων ή να δεχθεί διαφοροποίηση του ανταλλάγματος σε ένα σημαντικό σημείο, θα πρέπει να εκδηλώσει την πρόθεσή του με κάποιο σαφή τρόπο ή ενέργεια, η οποία να μην αφήνει περιθώρια αμφιβολίας ως προς τις προθέσεις του». Υπαγωγή των δεδομένων της υπόθεσης στις πιο πάνω νομολογιακές αρχές καταδεικνύει το αβάσιμο των εισηγήσεων της πλευράς των εναγομένων-εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων επί του πιο πάνω ζητήματος. Η αποδοχή της μαρτυρίας του Λ. Χριστοφή περί διαπραγματεύσεων μεταξύ όλων των ενδιαφερομένων μερών και κατάληξης σε συμφωνία ακύρωσης της πρώτης συμφωνίας πώλησης και, συνακόλουθα, απαλλαγής των συμβαλλομένων μερών από τις πρόνοιές της, υποστηρίζεται, όπως ήδη κατέγραψα, από την πορεία των γεγονότων και την υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας. Η απόφαση δε των εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων να απαλλάξουν την ενάγουσα 2 από την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, επιβεβαιώνεται και εκδηλώνεται περαιτέρω, με τον πιο σαφή τρόπο και χωρίς κανένα περιθώριο αμφιβολίας, με την ενέργειά τους να προχωρήσουν στη σύναψη της δεύτερης συμφωνίας πώλησης, αποδεχόμενοι το ποσό της προκαταβολής των Λ.Κ.4.000 της πρώτης συμφωνίας ως μέρος του τιμήματος αγοράς για τη δεύτερη και λαμβάνοντας επιπρόσθετο ποσό Λ.Κ.50.000 έναντι του τιμήματος πώλησης και δυνάμει της δεύτερης αυτής συμφωνίας. Όλα αυτά ισοδυναμούν με απαλλαγή της ενάγουσας 2 από τις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις είχε δυνάμει της πρώτης συμφωνίας πώλησης. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου, με βάση την αποδοχή της πιο πάνω θέσης των εναγόντων, ότι τα γεγονότα ως προς την πορεία της πρώτης συμφωνίας πώλησης, την ακύρωσή της και την αντικατάστασή της με τη δεύτερη, εκτυλίχθηκαν όπως ο μάρτυρας Λ. Χριστοφή κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ιδιαίτερα δε ότι η μεταξύ των διαδίκων πρώτη συμφωνία τερματίστηκε, κοινή συναινέσει, και αντικαταστάθηκε από τη δεύτερη. Eodem modo quo oritur, eodem modo dissolvitur - ότι έχει δημιουργηθεί με συμφωνία μπορεί να εξαλειφθεί με συμφωνία. Έτσι κι έγινε στην υπό εκδίκαση υπόθεση. Οι εκπρόσωποι των διαδίκων συμφώνησαν να τερματίσουν και τερμάτισαν τη συμφωνία Τεκμ.
  4. Η ενέργειά τους αυτή είχε ως αποτέλεσμα να παύσουν να υφίστανται μεταξύ των μερών δικαιώματα και υποχρεώσεις. Ο τερματισμός και η ανυπαρξία πλέον της πρώτης συμφωνίας εκθεμελιώνει και το υπόβαθρο στήριξης των αξιώσεων που ανταπαιτητικά έθεσαν οι εναγόμενοι επικαλούμενοι παράβασή της, με αναπόδραστο αποτέλεσμα και την απόρριψή τους. Ανάλογα, βεβαίως, συμπαρασύρεται σε απόρριψη και η ανταπαίτηση εναντίον του εξ ανταπαιτήσεως εναγομένου 2, Λ. Χριστοφή. Καθόσον η συμφωνία εγγύησης, Τεκμ. 2, όπως είναι κοινή θέση, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πρώτη συμφωνία πώλησης, της οποίας και εγγυάται το σχετικό με τις μετοχές όρο του τιμήματος. Έστω όμως κι αν ήταν διαφορετική η κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς την τύχη της πρώτης συμφωνίας πώλησης, η αξίωση εναντίον του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου 2 και πάλι θα ήταν έκθετη σε απόρριψη. Θα εξηγήσω τους λόγους: Η συμφωνία εγγύησης, Τεκμήριο 2, είναι η βάση στήριξης της εναντίον του Χριστοφή απαίτησης. Εδράζεται η αξίωση των εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων στη θέση ότι ο Χριστοφή, προσωπικά, δεσμεύθηκε, υπογράφοντας το Τεκμήριο
  5. ως προς την αξία των αναφερόμενων μετοχών. Το όλο ζήτημα κατέστη πολύπλοκο καθότι ενώ αναφέρεται ως μέρος στην πρώτη παράγραφο του Τεκμηρίου 2 ο Χριστοφή, στο τέλος της αναγράφεται ως συμβαλλόμενη η ενάγουσα 2-εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 εταιρεία, για την οποία ως διευθυντής της υπογράφει ο Χριστοφή. Αυτό αποτέλεσε και τη γενεσιουργό αιτία της μεταξύ των διαδίκων διάστασης. Οι εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες ισχυρίζονται ότι συμβαλλόμενος και εγγυητής της αξίας των μετοχών είναι ο Χριστοφή προσωπικά. Αντίθετα, ο ίδιος θέτει ότι συμβαλλόμενη είναι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 εταιρεία και ότι ο ίδιος υπέγραψε υπό την ιδιότητα του διευθυντή της. Το ίδιο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 συνάδει με την πιο πάνω θέση του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου
  6. Εάν υπέγραφε προσωπικά ως εγγυητής ο Χριστοφή δεν θα είχαν νόημα σειρά από άλλες αναφορές στο Τεκμήριο αυτό. Αναφορές που σχετίζονται με τον όρο «πωλητές», ο οποίος χαρακτηρίζει, στην πρώτη παράγραφο του Τεκμηρίου 2, τον Χριστοφή. Έχουν όμως λογική εξήγηση και σημασία εάν «πωλητές» ήταν η ενάγουσα 2 εταιρεία. Συγκεκριμένα, αναφέρονται μεταξύ άλλων στο Τεκμήριο 2 «Επειδή οι Πωλητές επιθυμούν να παραχωρήσουν από τις μετοχές τους στον Αγοραστή», «Επειδή μεταξύ των πωλητών και του αγοραστή υπεγράφη αγοραπωλητήριο έγγραφο (παράρτημα 1 της παρούσης) το οποίο περιέχει πρόνοια στην παράγραφο Α.3 αυτού η οποία χρειάζεται ειδική συμφωνία», «
  7. Οι μετοχές που θα μεταβιβάσουν οι Πωλητές στον Αγοραστή..», «
  8. .... Νοείται ότι η πώληση μετοχών σε τιμή ψηλότερη της Λ.Κ.3,00, δεν θα δημιουργεί οποιοδήποτε πλεόνασμα προς όφελος των Πωλητών.» Πέραν όμως του περιεχομένου του Τεκμηρίου 2 και η αξιολόγηση της εξωγενούς μαρτυρίας που δόθηκε προς το σκοπό διασαφήνισης της ιδιότητας του υπογράψαντος τη συμφωνία εγγύησης, καταδεικνύει ότι συμβαλλόμενο μέρος ήταν η ενάγουσα 2 εταιρεία κι όχι ο Λάμπρος Χριστοφή προσωπικά. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο Χριστοφή κι ως προς το ζήτημα αυτό κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια και μόνο. Αντίθετα, τα όσα σχετικά κατέθεσε ο Άκης Σίμωνος δεν συνάδουν με τη λογική και συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις. Αιτιολογώντας την προσέγγιση του Δικαστηρίου καταγράφω ότι ο Σίμωνος άφησε να πλανάται αρχικά ότι η δεύτερη σελίδα - και τελευταία - του Τεκμηρίου 2 αντικαταστάθηκε προτού σταλεί στον ίδιο και προστέθηκε στη νέα σελίδα το όνομα της ενάγουσας 2 εταιρείας. Αυτό βεβαίως δεν δικαιολογήθηκε πώς ήταν δυνατό να γίνει, δεδομένου ότι, όπως παραδέχθηκε ο Σίμωνος, ο ίδιος είχε ήδη υπογράψει στη σελίδα αυτή και παρέμενε η υπογραφή του Χριστοφή. Συνεπώς, με τυχόν αντικατάσταση, η νέα, δεύτερη σελίδα, δεν θα ήταν λογικό να έφερε πλέον την υπογραφή του Σίμωνος. Πέραν τούτου όμως, και πιο σημαντικό, είναι οι αντικρουόμενες και αυτοαναιρούμενες επί του θέματος θέσεις του Σίμωνος. Ήταν κεντρικό σημείο της μαρτυρίας του ότι βρισκόταν σε συνεχή επαφή με το δικηγόρο του κατά το χρόνο των διαπραγματεύσεων. Κατ΄ επανάληψη δε τόνισε την προτροπή του συνηγόρου του να είναι προσεκτικός, καθότι ο Χριστοφή «δεν ήταν και ο καλύτερος άνθρωπος στο παζάρι» και μάλιστα να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός ούτως ώστε να βεβαιωθεί ότι η εγγύηση για την αξία των μετοχών να δινόταν προσωπικά από το Χριστοφή και όχι εκ μέρους της εταιρείας. Έτσι εχόντων των πραγμάτων, πάντα κατά το Σίμωνος, δεν μπορεί να είναι φυσιολογική, ούτε να ταυτίζεται με τη λογική η «παράλειψη» του να εντοπίσει ότι στη δεύτερη σελίδα του Τεκμ. 2 ο Χριστοφή υπογράφει εκ μέρους της εταιρείας κι όχι προσωπικά. Αναμενόμενο θα ήταν ότι το συγκεκριμένο σημείο της συμφωνίας εγγύησης θα ήταν το πρώτο που θα έλεγχε ο Σίμωνος, έστω κι αν την πήρε στα χέρια του την επόμενη μέρα. Όπως φυσιολογικό θα ήταν, αφού αποτελούσε κορυφαίο γι΄ αυτόν ζήτημα, να διαμαρτυρηθεί τις επόμενες μέρες σχετικά στην άλλη πλευρά. Παρά όμως το γεγονός ότι είχε επανειλημμένα γραπτή επικοινωνία με τους ενάγοντες, τίποτα σχετικό ανάφερε. Στοιχείο που καταρρίπτει και το μέρος της μαρτυρίας του ότι διαμαρτυρήθηκε προφορικά σε αξιωματούχους των εναγόντων. Λαμβανομένου υπόψη του τρόπου που ενεργούσε ο Σίμωνος, της γραπτής δηλαδή αποτύπωσης όλων των παραπόνων και παρατηρήσεών του, όπως καταδεικνύουν τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεκμήρια, και λογικό και αναμενόμενο θα ήταν να θέσει κατά τον ίδιο, γραπτό, τρόπο ό,τι σχετικό με τη συμφωνία εγγύησης δεν τον εύρισκε σύμφωνο, αφού ήταν για τον ίδιο κορυφαίο ζήτημα. Επιγραμματικά προσθέτω ότι η μαρτυρία της ΜΥ2 που δόθηκε για να στηρίξει τις αναφορές του Σίμωνος περί λήψης του Τεκμηρίου 2 την επόμενη μέρα, δεν προσθέτει οτιδήποτε. Η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τι έγγραφα παρέλαβε και εν πάση περιπτώσει, έστω κι αν παρέλαβε τα συγκεκριμένα, αυτό δεν είναι αρκετό, για τους λόγους που έχω ήδη εκθέσει, να στηρίξει και να επιβεβαιώσει τις αναφορές του Σίμωνος. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, είναι σκόπιμο να εξετάσω, ακολουθώντας την πάγια τακτική, το ζήτημα της απόδειξης του ύψους των αποζημιώσεων. Θα αποφευχθεί έτσι άλλη διαδικασία σε περίπτωση που το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνει ότι είναι λανθασμένη η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο ζήτημα της ακύρωσης της πρώτης μεταξύ των μερών συμφωνίας πώλησης. Ο ενάγοντας διεκδικεί αποζημιώσεις για παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας. Πρόσωπο το οποίο αποκηρύττει τη σύμβαση, υπαναχωρώντας νόμιμα από αυτή, δικαιούται σε αποζημίωση για ζημιά, την οποία υπέστη λόγω της μη εκπλήρωσής της. Το λογικά προβλεπτό της ζημιάς, όπως διαγράφεται από τη σύμβαση, είναι το μέτρο της αποζημίωσης. Ο κρίσιμος δε χρόνος για τον καθορισμό της είναι, κατά κανόνα, ο χρόνος της διάρρηξης και επίμετρο η διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της αξίας του ακινήτου κατά το χρόνο της διάρρηξης [Καλησπέρας (ανωτέρω), σελ. 879-880]. Έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί ότι η αποκατάσταση στη θέση που θα ευρίσκετο το αναίτιο μέρος κατά το χρόνο διάρρηξης συμφωνίας, αποτελεί τη βάση του κανόνα ο οποίος διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων, νοουμένου ότι οι αποζημιώσεις είναι δίκαιες μεταξύ του υπαίτιου και του αναίτιου μέρους. Η αποκατάσταση του αθώου μέρους έχει ως λόγο την τοποθέτησή του στη θέση την οποία θα απολάμβανε αν η συμφωνία εφαρμοζόταν (Κατερίνα Χαραλάμπους v. Ασπασίας Αχιλλέως κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 1058, 1072). Προσθέτω, ολοκληρώνοντας τον κύκλο της νομικής προσέγγισης ως προς το ζήτημα των αποζημιώσεων σε συνάρτηση με αξιούμενες ειδικές ζημιές, το, επιβεβλημένα, αυστηρό πλαίσιο απόδειξής τους με συγκεκριμένη, σαφή και αποδεκτή μαρτυρία. Με καθοδήγηση τις πιο πάνω αρχές, επανέρχομαι στα γεγονότα της υπόθεσης, καταγράφοντας, εκ προοιμίου, ότι ασάφεια, αοριστία και έλλειψη τεκμηρίωσης καλύπτει τη μαρτυρία της πλευράς των εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων γύρω από αυτό το ζήτημα. Ελλείψει μαρτυρίας παραμένει άγνωστη η αγοραία αξία του επίδικου ακίνητου κατά τον κρίσιμο χρόνο της ισχυρισθείσας διάρρηξης. Η αναζήτηση από τους εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες θεμελίωσης του μέρους αυτού της αξίωσής τους με τη χρησιμοποίηση ως μέτρου αποζημίωσης της συμφωνίας που συνήψαν λίγους μήνες μετά, με τρίτη εταιρεία, με ύψος τιμήματος τις Λ.Κ.700.000, χωρίς παραπομπή στην αγοραία αξία της οικοδομής κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Το γεγονός ότι το αρμόδιο τμήμα εκτιμήσεων του Επαρχιακού Κτηματολογικού γραφείου Λευκωσίας συμφώνησε με το πιο πάνω τίμημα, δεν μεταβάλλει το όλο ζήτημα. Υπενθυμίζω ότι δεν δόθηκε καμιά μαρτυρία από τον αρμόδιο εκτιμητή, ούτως ώστε να επεξηγηθεί ο τρόπος εκτίμησης και οι όλες συνθήκες που οδήγησαν στον καθορισμό, το Δεκέμβριο του 2000, του πιο πάνω ποσού ως αγοραίας αξίας του ακινήτου. Αντίθετα, οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι πρόσφεραν τη μαρτυρία εκτιμητή ακινήτων, ο οποίος και κατάθεσε, Τεκμ. 23, τη σχετική εκτίμησή του και επεξήγησε αναλυτικά τη μεθοδολογία που ακολούθησε. Η επιστημονικότητα του λόγου του και η αιτιολόγηση των απαντήσεών του, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης της ακρίβειας της κατάληξής του ως προς την εξετασθείσα αγοραία αξία του ακινήτου. Επί του θέματος ο Σίμωνος ισχυρίστηκε ότι αναγκάστηκε να πωλήσει το ακίνητο σε πολύ χαμηλή τιμή καθότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και πιεζόταν από τράπεζες. Πρόσθεσε ακόμη ότι το δεδομένο χρόνο πώλησης του ακινήτου σε τρίτη εταιρεία οι τιμές των ακινήτων παρουσίαζαν πτώση λόγω υποχώρησης του δείκτη τιμών του ΧΑΚ. Η μαρτυρία του για την τιμή που αναγκάστηκε να πωλήσει τελικά το ακίνητο δεν γίνεται αποδεκτή. Τα όσα την περιβάλλουν, και τα οποία έθεσε ο μάρτυρας προς υποστήριξη των θέσεών του, είναι αφύσικα και χωρίς λογική στήριξη. Η πώληση στο ισχυριζόμενο ποσό των Λ.Κ.700.000, έγινε τρεις μόλις μήνες μετά τη δεύτερη συμφωνία πώλησης. Η αόριστη και γενική αναφορά σε οικονομικά προβλήματα και πτώση των τιμών δεν είναι συμβατή με λήψη απόφασης για άμεση πώληση ενός ακινήτου στη μισή σχεδόν τιμή και με απώλεια Λ.Κ.500.000. Ενέργεια αυτής της μορφής θα ήταν αναμενόμενη μόνο ως αποτέλεσμα πολύ σοβαρών λόγων και ακραίων καταστάσεων. Τέτοια στοιχεία δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ολοκληρώνοντας ως προς το ζήτημα των αξιούμενων αποζημιώσεων καταγράφω, επιγραμματικά, ότι δεν προσφέρθηκε ίχνος νομικά αναγκαίας μαρτυρίας προς απόδειξη της ισχυριζόμενης απώλειας ενοικίων. Η απλή αναφορά του Σίμωνος σε ύπαρξη τέτοιας ζημιάς και ο καθορισμός από τον ίδιο του ύψους της, δεν είναι ικανοποιητικά στοιχεία προς τεκμηρίωση του είδους αυτού της απαίτησης. Ακόμη και ο υπολογισμός στο οποίο αυθαίρετα προέβηκε με βάση τη μετέπειτα ενοικίαση του οικήματος από τρίτη εταιρεία, πάσχει. Ενώ δηλαδή αναφέρεται σε ενοικίαση ολόκληρου του κτιρίου με ενοίκιο Λ.Κ.84.000 ετησίως, παραβλέπει ότι στην παράγραφο 18 της Έκθεσης Υπεράσπισης - Ανταπαίτησης η απαίτηση περί απώλειας ενοικίων καλύπτει μέρος, δύο ορόφους, του ακινήτου. Περαιτέρω, αυτοανατρέπεται, στις τελευταίες παραγράφους της γραπτής του δήλωσης, παράγρ. 34 και 35 του Τεκμ. Α, ως προς τη χρονική διάρκεια της απώλειας λόγω μη ενοικίασης, υπολογίζοντας μάλιστα δύο φορές μέρος της απώλειας αυτής. Μία ως απώλεια ενοικίων για τους δύο κατ΄ ισχυρισμό ενοικιαζόμενους ορόφους, και, παράλληλα, ως απώλεια ενοικίων για ολόκληρο το ακίνητο. Έστω λοιπόν κι αν πετύχαιναν στη βάση της ανταξίωσής τους οι εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες, θα απουσίαζε η απαραίτητη μαρτυρία ως προς την απώλεια και το ύψος των αποζημιώσεων. ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΑ: Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας 1 και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €85.430 (αντίστοιχο του ποσού των Λ.Κ.50.000), πλέον νόμιμο τόκο και απόφαση υπέρ της ενάγουσας 2 και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €49.649 (αντίστοιχο του ποσού των Λ.Κ.29.058,12), πλέον νόμιμο τόκο. Οι εναγόμενοι να καταβάλουν επίσης τα έξοδα των εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον ΦΠΑ. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το, αδιαμφισβήτητο, ποσό της απόφασης σε σχέση με την ενάγουσα 2 υπερβαίνει την ανάλογη δικογραφημένη αξίωση (κατά Λ.Κ.58,12), το συνταχθέν για σκοπούς εκτέλεσης κείμενό της (drawn up judgment) να ετοιμαστεί με την καταχώρηση ανάλογα τροποποιημένου δικογράφου. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων και εναντίον της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, στην κλίμακα που αυτή αφορούσε και σε σχέση με τη διαδικασία που αυτή κάλυπτε. Τα έξοδα επίσης να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.