← Κύπρος

Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λίμιτεδ ν. Χρίστου Ιορδάνους κ.α., Αρ. Aγωγής: 13803/03, 20/5/2008

Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λίμιτεδ ν. Χρίστου Ιορδάνους κ.α., Αρ. Aγωγής: 13803/03, 20/5/2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 13803/03 Μεταξύ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λίμιτεδ Εναγόντων -και-

  1. Χρίστου Ιορδάνους
  2. Δέσπως Ιορδάνους Εναγομένων --------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20/5/2008 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Ντ. Γιάγκου Για Εναγόμενους: κος Γ. Ιωάννου ------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι διαζευτικές βάσεις και απαιτήσεις των εναγόντων στηρίζονται σε συμφωνία ενοικιαγοράς δυνάμει της οποίας χρηματοδοτήθηκαν στον εναγόμενο 1, με εγγυήτρια τη σύζυγό του - εναγόμενη 2, διάφορα ηλεκτρικά είδη. Επιπλέον ο εναγόμενος 1 ενεχυρίασε προς εξασφάλιση του ρηθέντος συμβολαίου και προς όφελος των εναγόντων αριθμό μετοχών. Η υπεράσπιση των εναγομένων, σε πολύ αδρές γραμμές είναι ότι η συμφωνία είναι εικονική. Ζήτησε δάνειο και οι ενάγοντες του εισηγήθηκαν τον καταρτισμό της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς. Ειδικότερα ότι αξιωματούχοι των εναγόντων εισηγήθηκαν στον εναγόμενο 1 να τους παρουσιάσει τιμολόγιο με πωλήτρια τη σύζυγό του, εναγόμενη
  3. Είναι ακόμα η θέση τους ότι οι δηλώσεις που περιέχονται στο επίδικο συμβόλαιο αποσπάσθηκαν διά δόλου και ψευδών παραστάσεων. Ουσιαστικά στις λεπτομέρειες δόλου και ψευδών παραστάσεων που δικογραφούνται, επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί τους περί εικονικής συμφωνίας και ότι οι ενάγοντες εισηγήθηκαν, κατάρτισαν, σύναψαν, αποδέχθηκαν και προσυπόγραψαν το επίδικο συμβόλαιο με πλήρη γνώση ότι ολόκληρο το περιεχόμενό του ήταν αναληθές, εικονικό και αντίθετο με το νόμο. Ανταπατούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι το επίδικο συμβόλαιο είναι άκυρο. Στην πορεία οι ενάγοντες αιτήθηκαν και ενεκρίθη τροποποίηση της απαίτησής τους. Πρόσθεσαν καινούργιες παραγράφους σύμφωνα με τις οποίες αν για οποιοδήποτε λόγο αποδειχθεί ότι η συμφωνία ήταν εξ υπαρχής άκυρη, οι εναγόμενοι συνεργούντες στην ακυρότητα υποχρεούνται να αποκαταστήσουν το αξιούμενο ποσό προς όφελος των εναγόντων, ως αχρεωστήτως καταβληθέν και το οποίο οι εναγόμενοι αδικαιολόγητα έχουν πλουτιστεί και ως money had and received. Οι εναγόμενοι στην υπεράσπισή τους, επί της τροποποιηθείσας απαίτησης, επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους και απορρίπτουν τους νέους ισχυρισμούς των εναγόντων για το λόγο ότι η συμφωνία είναι εξ υπαρχής άκυρη και κατ΄ αντίθεση του Νόμου και ότι δεν δικαιούνται καμιάς θεραπείας δυνάμει του επίδικου συμβολαίου. Ανταπαιτούν, τέλος, δήλωση και απόφαση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία είναι για τους πιο πάνω λόγους άκυρη. Προς ολοκλήρωση του δικογραφικού τοπίου να προστεθεί ότι οι ενάγοντες απαντώντας στην ανταπαίτηση ουσιαστικά αρνούνται τα περί εικονικότητας της συναλλαγής. Περαιτέρω είναι η θέση τους ότι οι εναγόμενοι εμποδίζονται διά της υπογραφής τους να προβάλλουν ισχυρισμούς για εικονικότητα, αλλά και λόγω της συμπεριφοράς τους γιατί για μεγάλο χρονικό διάστημα αναγνώριζαν τη συμφωνία ως έγκυρη και δεσμευτική. Επιπλέον, εμποδίζονται διά των παραστάσεων και των γραπτών τους δηλώσεων, διακηρύξεων και υπογραφών στο συμβόλαιο. Επαναλαμβάνουν ότι ανεξαρτήτως της εγκυρότητας του εγγράφου οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν και ευθύνονται να αποζημιώσουν τους ενάγοντες. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Με δικογραφημένο πλέον το επίδικο πλαίσιο οι ενάγοντες προσκόμισαν τέσσερεις μάρτυρες προς απόδειξη της απαίτησής τους, ενώ από την πλευρά των εναγομένων έδωσε μαρτυρία ο εναγόμενος
  4. Ο Σάββας Γεωργιάδης, ΜΕ1, που εργάζεται στους ενάγοντες κατέθεσε ότι το Μάρτιο του 2003 οι εναγόμενοι πήγαν στα γραφεία τους και ζήτησαν χρηματοδότηση. Τους ζήτησαν χρήματα που πιθανόν να τα χρησιμοποιούσαν και για την αγορά μετοχών. Τους εξήγησε ότι δεν δίνουν δάνεια αλλά δεν είχαν πρόβλημα να χρηματοδοτήσουν μέρος της περιουσίας τους με λογικά ποσά με μορφή ενοικιαγοράς. Τους υπέδειξαν διάφορα ηλεκτρικά είδη, όπως περιγράφονται στο τιμολόγιο Τεκμήριο 2, για τα οποία παρουσιάστηκε ως ιδιοκτήτης η εναγόμενη 2 που προθυμοποιήθηκε να τα πωλήσει στους ενάγοντες με σκοπό την ενοικιαγορά τους από τον εναγόμενο
  5. Τους υπέβαλαν διάφορες ερωτήσεις και αφού τους υπέδειξαν τα αντικείμενα που αναφέρονται στο τιμολόγιο, ετοίμασε το τιμολόγιο των χρηματοδοτηθέντων αντικειμένων, το οποίο οι εναγόμενοι διάβασαν και επιβεβαίωσαν ότι είναι ορθό. Επίσης τους διαβεβαίωσαν ότι ο πωλητής ήταν απόλυτος ιδιοκτήτης των αντικειμένων και υπεγράφηκαν τα διάφορα έγγραφα. Πρόκειται για το έγγραφο χρηματοδότησης και το τιμολόγιο, Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Επειδή γνώριζαν ότι οι εναγόμενοι είναι ευυπόληπτοι και επειδή τους πρότειναν για περαιτέρω εξασφάλιση με τα έγγραφα ενεχυρίασης μετοχών ημερομηνίας 21.2.00, Τεκμήρια 3, 4 και 5 αντίστοιχα, με τα οποία ο εναγόμενος 1 επιβάρυνε προς όφελος των εναγόντων για εξασφάλιση οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού, δεν προχώρησαν σε έλεγχο και επιθεώρηση των αντικειμένων γιατί βασίστηκαν στις δηλώσεις-διαβεβαιώσεις καθώς και στις υπογραφές τους. Δόθηκαν τα χρήματα της ενοικιαγοράς που πιστώθηκαν στο λογαριασμό του εναγόμενου 1 κατόπιν οδηγιών της δικαιούχου εναγόμενης 2 (Τεκμήριο 6). Ήταν η θέση του ότι τα χρήματα δεν δόθηκαν χαριστικά αλλά ήταν το όφελος των εναγομένων από τη χρηματοδότηση. Απαιτούν το ποσό των ΛΚ17.391,35 και επιστροφή των αντικειμένων καθώς και των ενεχυριασθεισών μετοχών για να πωληθούν και το προϊόν της είσπραξης να κατατεθεί έναντι του χρέους. Οι εναγόμενοι αναγνώρισαν το χρέος τους και ως απόδειξη τούτου πλήρωσαν το ποσό των ΛΚ9.781,
  6. Καμιά παρανομία δεν υπάρχει στη συμφωνία ενοικιαγοράς αλλά και αν ακόμα βρεθεί ότι η συμφωνία είναι εικονική αξιώνουν το ποσό ως πραγματικά καταβληθέν. Αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι τα έγγραφα συμπληρώθηκαν και υπογράφτηκαν στην παρουσία του και το τιμολόγιο το συμπλήρωσε ο ίδιος και υπογράφτηκε μπροστά του. Τα στοιχεία του τα είπε ο πωλητής, η εναγόμενη 2, και τα έγραψε στο τιμολόγιο. Του είπε ότι άξιζαν ΛΚ20.000 και το δέχτηκε. Σε ερώτηση γιατί στη γραπτή του κατάθεση, έγγραφο Α, ανέφερε για μετοχές, κατέθεσε ότι δεν ήξερε αν τα χρήματα τα ήθελαν για να αγοράσουν μετοχές, πιθανό να τα χρησιμοποιούσαν για να αγοράσουν μετοχές. Αρνήθη ότι οι τιμές του τιμολογίου είναι εκτός πραγματικότητας, έτσι τους διαβεβαίωσε ο πελάτης και δεν έχουν υποχρέωση να εκτιμούν τα αντικείμενα ούτε και τα είδε, γιατί βασίζονται στις διαβεβαιώσεις του πελάτη. Σε ερώτηση γιατί ανέφερε στη δήλωσή του ότι οι εναγόμενοι τους υπέδειξαν τα αντικείμενα, απάντησε ότι πρόκειται περί λάθους και εννοεί ότι τους είπαν οι εναγόμενοι. Αρνήθη ότι επρόκειτο για εικονικό συμβόλαιο. Δέχτηκε ότι η εναγόμενη 2 δεν οφείλει κανένα ποσό ενώ αρνήθη σε ανάλογη υποβολή ότι δεν οφείλει κανένα ποσό ούτε και ο εναγόμενος
  7. Δεν γνώριζε, επίσης, ποιος πλήρωσε το ποσό των ΛΚ9.781,
  8. Επειδή έκαμε αναφορά στη δήλωσή του για τυχόν ακυρότητα του εγγράφου και στην ερώτηση τι τελικά ισχύει απάντησε ότι το συμβόλαιο είναι έγκυρο, αλλά αν είναι άκυρο να πάρουν τουλάχιστον τα χρήματα που σαν τράπεζα τους έδωσαν. Το τιμολόγιο είναι έντυπο της τράπεζας, το οποίο έδωσε στην εναγόμενη 2, και είναι νόμιμο γιατί το αποδέχτηκε και το υπέγραψε. Σε ερωτήσεις επί του συμβολαίου ενοικιαγοράς εξήγησε ότι σαν τράπεζα δεν είδε τα αντικείμενα, ούτε και τα παρέδωσε στον αγοραστή. Η παράδοση έγινε απευθείας μέσω της τράπεζας. Ο Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, ΜΕ2, εργάζεται στους ενάγοντες, από το 2000, στο τμήμα παρακολούθησης προβληματικών λογαριασμών και είναι υπεύθυνος παρακολούθησης του επίδικου λογαριασμού. Ετοίμασε και παρουσίασε καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα, καθώς και επιστολή τερματισμού της συμφωνίας, Τεκμήριο
  9. Ως προς τα υπόλοιπα και χάριν συντομίας επανέλαβε ότι το συμβόλαιο είναι έγκυρο και ότι τα χρήματα δεν δόθηκαν χαριστικά στους εναγόμενους και έκαμε αναφορά στο υπόλοιπο και τους τόκους. Αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι όσα γνωρίζει είναι μέσα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Δεν γνώριζε αν ήταν εικονική η συμφωνία γιατί δεν ήταν παρών και στη δήλωσή του, έγγραφο Β, ανέφερε ότι η συμφωνία δεν είναι εικονική καθ΄ υπόδειξιν της τράπεζας γιατί έτσι συνηθίζεται. Η Ρίτσα Κωνσταντίνου, ΜΕ3, εργάζεται στο τμήμα παραλαβής συμβολαίων των εναγόντων. Εξήγησε τι είναι το "φαινόμενο 2000" που αναγράφεται στο επίδικο συμβόλαιο, πρόκειται για τη συμβατότητα των ηλεκτρονικών υπολογιστών λόγω της αλλαγής του 2000, ενώ αντεξεταζόμενη εξήγησε ότι δεν είχε εμπλοκή στο συμβόλαιο, ούτε γνώριζε οτιδήποτε άλλο. Τέλος ο Παντελής Μιχαηλίδης, ΜΕ4, προϊστάμενος του τμήματος αγωγών κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού που τύπωσε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι το τιμολόγιο το κατάρτισε αρμόδιος υπάλληλος που κατάρτισε και το έγγραφο ενοικιαγοράς. Το τιμολόγιο καταρτίστηκε από τον υπάλληλο γιατί ήταν ιδιωτική πράξη και η τράπεζα πάντα έχει τιμολόγια και τα συμπληρώνει σε τέτοιες περιπτώσεις. Όταν αναφέρθηκε σε ιδιωτική πράξη, εννοεί ότι δεν υπήρχε έμπορος ή dealer και είναι παράλειψη που δεν διορθώθηκε στο συμβόλαιο ότι δεν υπήρχε έμπορος. Αρνήθη ότι επρόκειτο για εικονική συμφωνία και δεν συνηθίζουν να βλέπουν τα αντικείμενα αλλά στηρίζονται στις διαβεβαιώσεις του πωλητή. Ο εναγόμενος 1, από την πλευρά του, κατέθεσε γραπτή δήλωση, έγγραφο Γ. Σύμφωνα με τη δήλωση ήθελε να αιτηθεί δάνειο για αγορά μετοχών. Πήγε στη Λαϊκή Τράπεζα και του εξήγησαν ότι λόγω περιοριστικών μέτρων από την Κεντρική Τράπεζα δεν μπορούσαν να του παραχωρήσουν δάνειο. Τον παρέπεμψαν στους ενάγοντες όπου ο ΜΕ1 του επιβεβαίωσε την αδυναμία της Λαϊκής να παραχωρήσει δάνειο λόγω των περιοριστικών μέτρων. Του εξήγησε ότι οι ενάγοντες δεν είχαν τέτοιο πρόβλημα και ότι το κάμνει συχνά με πελάτες και είναι μια απλή διαδικασία. Τον ερώτησε αν είχε ηλεκτρικά είδη ή οποιαδήποτε άλλα είδη για να τεθούν ως εξασφάλιση και του απάντησε αρνητικά αφού δεν άρχισαν ακόμα να κτίζουν σπίτι. Τότε του είπε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα και να πάει με τη σύζυγό του και πως όλα αυτά είναι λεπτομέρειες και κανένας δεν τα ελέγχει, ούτε τα λαμβάνει υπόψη. Πήγαν με τη σύζυγό του και ο ΜΕ1 τους είπε ότι είναι καλύτερα να κάμουν τρία δάνεια των ΛΚ20.000 αντί ένα των ΛΚ60.000 και έφερε τρεις αιτήσεις και τρία τιμολόγια τα οποία συμπλήρωσε ο ίδιος και τους τα έδωσε να υπογράψουν. Ήταν η θέση του ότι πρόκειται για εικονικά δάνεια. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν διάβασε το συμβόλαιο γιατί ο ΜΕ1 του είπε ότι επρόκειτο για μια απλή διαδικασία για την παραχώρηση του δανείου. Ακολούθησε τις εισηγήσεις του ΜΕ1 που ήταν αξιωματούχος της τράπεζας. Του είπε ότι το δάνειο θα μπορούσε να του παραχωρηθεί με το να φέρει τις μετοχές προς ενεχυρίαση και να βάλουν τη σύζυγό του ως πωλητή και τον ίδιο ως αγοραστή ηλεκτρικών ειδών και ότι επρόκειτο για απλή διαδικασία. Του είπε, ο ΜΕ1, ότι αυτός ήταν ο τρόπος που κάνουν τα δάνεια και εκείνο που ζήτησε ήταν δάνειο για αγορά μετοχών. Παντρεύτηκε το 1999 και δεν είχε ακόμα κτίσει σπίτι για να έχει ηλεκτρικά είδη. Ο ΜΕ1 έπιασε τρία τιμολόγια και τα συμπλήρωσε και έβαλε τα ηλεκτρικά είδη και τις αξίες και του είπε ότι έτσι κάμνουν και με άλλους πελάτες. Δεν θυμόταν αν πλήρωσε έναντι του δανείου. Το θέμα ήταν απλό. Ζήτησε δάνειο για αγορά μετοχών και ο τρόπος που έγιναν τα έγγραφα ήταν κατόπιν οδηγιών αξιωματούχου της τράπεζας, του ΜΕ
  10. Ήταν τέλος η θέση του ότι δεν οφείλει τίποτε στους ενάγοντες. Οι δυο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις. Η πλευρά των εναγόντων με αναφορά στην μαρτυρία και στα σχετικά έγγραφα εισηγείται ότι η συμφωνία είναι έγκυρη. Οι εναγόμενοι που έφεραν και το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού τους περί εικονικότητας της συμφωνίας, παραπέμπουν επί τούτου σε σχετική νομολογία, δεν το έχουν αποσείσει. Είναι η θέση τους ότι ο εναγόμενος αναγνώρισε την υπογραφή του επι του σχετικού συμβολαίου και έλαβε τα χρήματα ενώ τα έγγραφα ετοιμάστηκαν με υπόδειξη των εναγομένων οι οποίοι και εμποδίζονται να ισχυρίζονται ανυπαρξία αντικειμένων. Εάν όμως η συμφωνία ήθελε κριθεί άκυρη, είναι η θέση τους ότι οι εναγόμενοι έχουν προσποριστεί όφελος απο άκυρη πράξη, τα ποσά δεν τους δόθηκαν χαριστικά, και ως εκ τούτου υποχρεούνται να αποκαταστήσουν τα επίδικα ποσά. Η πλευρά των εναγομένων εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία κατέδειξε εικονικότητα της συναλλαγής, παρέπεμψε προς τούτο σε νομολογία, και συνεπώς η αξίωση θα πρέπει να απορριφθεί. Ήταν ακόμα η θέση του κ. Ιωάννου ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα αξιούμενα ποσά. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Κρίνω πως προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, τόσο για λόγους πρακτικούς όσο και για την καλύτερη παρακολούθηση, θα ήταν ορθότερο αλλά και πιο πρόσφορο να τεθεί το νομικό υπόβαθρο της συναλλαγής της ενοικιαγοράς που αποτελεί τη βάση της αγωγής, αλλά και της "εικονικότητας" σε τέτοιου είδους συναλλαγές, αφού αυτό αποτελεί κατ΄ ουσία και τη βάση της υπεράσπισης. Στο σύγγραμμα Benjamin´s SALE OF GOODS 5th Ed. 46, η σύμβαση της ενοικιαγοράς καθορίζεται ως εξής: "At common law, a hire-purchase agreement may be defined as a contract for the hiring of goods under which there is conferred on the hirer an option to buy the goods". Δύο χαρακτηριστικά στοιχεία πρέπει να προϋπάρχουν σε τέτοια συναλλαγή. "First that during the currency of the agreement the property in the goods remains in the owner, while the hirer has an option to buy the goods but not a binding obligation to do so". (Benjamin - ανωτέρω). Η ιστορική αναδρομή στο θεσμό, κρίνω πως είναι αχρείαστη. Αρκεί να αναφερθεί ότι αυτού του είδους η συναλλαγή αναγνωρίστηκε ήδη από το 1895 σε δύο αποφάσεις του Αγγλικού Εφετείου. Για περισσότερες λεπτομέρειες παραπέμπω στο πιο πάνω σύγγραμμα. Περιγραφή της φύσης αυτού του είδους της συναλλαγής γίνεται στην υπόθεση Polsky v. S & A Services

(1951)1 All ER 185: "The defendants carry on the business of financing purchases of motorcars. This has now become quite a common and well known class of business and is carried out in this way. The would-be purchaser of a motor car who is unable, or unwilling, to pay the full amount at the time of purchase enters into an agreement with a finance company whereby the latter acquires a car from a dealer. As a general rule the would-be purchaser has to find some portion of the purchase money, which he may pay either to the dealer or to the finance company, and the latter finds the rest of the money and buys the car from the dealer. The car then becomes the property of the company, which lets it out on hire-purchase terms to the purchaser, and it follows that the car remains the property of the finance company until the full purchase price is paid". Συνοψίζοντας τα περί ενοικιαγοράς συνάγεται πως σε μια συνήθη και γνήσια συναλλαγή εμπλέκονται και συμβάλλονται τρία διαφορετικά πρόσωπα. Ο πωλητής του αντικειμένου, ο προτιθέμενος αγοραστής και ο χρηματοδοτικός οργανισμός. Ο προμηθευτής μεταβιβάζει τα εμπορεύματα στον χρηματοδοτικό οργανισμό, ο οποίος αφού τα αποκτήσει πληρώνει στον προμηθευτή την αξία τους και η σχέση του προμηθευτή τόσο με το χρηματοδοτικό οργανισμό όσο και τον προτιθέμενο αγοραστή τερματίζεται. Ακολούθως ο χρηματοδοτικός οργανισμός, ως ιδιοκτήτης του αντικειμένου τα ενοικιάζει στον προτιθέμενο αγοραστή-ενοικιαστή με τους όρους της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Η διαφορά μεταξύ πώλησης και ενοικιαγοράς εξηγείται στο σύγγραμμα The Law of Hire-Purchase 1966, 47 και τίθεται ως εξής: "A genuine hire-purchase agreement is, in fact, the very antithesis of the type of the transaction envisaged by the Bills of Sale Acts. In a bill of sale, the owner of the goods transfers the property in the goods to the grantee of the bill; he retains possession of the goods and gives a right to seize them to the grantee. In a hire-purchase agreement, on the other hand, the owner of the goods transfers no property in the goods to the hirer, but himself retains the right to seize them in the event of breach". Στην πορεία όμως του θεσμού τα γεγονότα αλλά και οι συναλλαγές δεν έπαιρναν πάντοτε τη μορφή αυτή αλλά ούτε και εξελίχθηκαν με το σαφή και ξεκάθαρο αυτό τρόπο. Προέκυψε εκ των πραγμάτων ανάγκη ανίχνευσης των συναλλαγών για τα διαφανεί αν μια τέτοια συμφωνία ήταν όντως προϊόν γνήσιας συμφωνίας ενοικιαγοράς, ή αν εξυπηρετούσε άλλους σκοπούς, όπως για παράδειγμα το δανεισμό. Έτσι στην υπόθεση Polsky (ανωτέρω), ανεγνωρίσθη η αρχή ότι το Δικαστήριο κατά την ανεύρεση της πραγματικής φύσης της συναλλαγής και την ανακάλυψη της πραγματικής πρόθεσης των μερών εξετάζει όχι μόνο τα έγγραφα αλλά και πίσω από αυτά. Λέχθηκαν επί τούτου τα εξής: "The Court has to determine whether the transaction in question is a genuine sale by the original owner of the chattel to the person who is finding the money and a genuine re-letting by the latter to the original owner on hire-purchase terms, or whether the transaction, though taking that form, is nothing more than a loan of money on the security of goods.. ..The Court is to look through or behind the documents and to get at the reality; and, if in reality the documents are only given as a security for money, then they are bills of sale. The question, indeed, is simply one of fact." Οι πιο πάνω αρχές έχουν αναγνωρισθεί και από την Κυπριακή νομολογία. Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.ά
(2001)1 Α.ΑΔ. 1432, εξηγήθηκε ότι σε σχέση με τη σύμβαση ως ενοικιαγοράς το εγχείρημα αυτής της φύσης εξετάζει την ουσία της συμφωνίας και όχι απλώς τις λέξεις της και περαιτέρω ότι είναι παραδεκτή η δυνατότητα υπέρβασης των όρων ή των λέξεων ή και των εγγράφων που τα μέρη χρησιμοποίησαν στη σύμβαση. Το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να αναδείξει την αληθινή φύση της συναλλαγής απαλλάσσοντάς την από οτιδήποτε διαπιστώνεται ότι αποτελεί μάσκα ή επικάλυψή της. Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.ά
(2002)1 Α.Α.Δ. 2067, υπεδείχθη ότι τα ευρήματα ως προς το υπόβαθρο της συμφωνίας, συναρτώμενα με το παραδεκτό εξωγενούς μαρτυρίας προς τους όρους της σύμβασης είναι δυνατή και παραδεκτή στη βάση του ισχυρισμού περί πλασματικότητας και όχι αποκαλυπτική της συναλλαγής. Δεν είναι άλλωστε χωρίς σημασία αυτό που ο Pearson L.J. είπε στην υπόθεση Financings Ltd v. Stimson
(1962)3 All ER 386, 391 σε σχέση με αυτού του είδους τις συναλλαγές. "This hire-purchase, as unhappily so often happens with hire-purchase transactions, creates complicated, artificial and obscure legal relationships between the parties". Η γνησιότητα της σύμβασης ως ενοικιαγοράς, όπως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα Hire-Purchase, δεν επηρεάζεται ακόμη και εάν η πρόθεση ή ο σκοπός του ενοικιαγοραστή είναι το δάνειο, αν στην πραγματικότητα η συναλλαγή έγινε με την πραγματική πώληση και επανενοικίαση των αντικειμένων. Απαραίτητος όρος και προϋπόθεση όπως εξηγείται στη σελ. 53 είναι: "There is evidence of a genuine sale and a genuine hiring and not in truth a loan transaction of the security of goods, this method of finance should be upheld". Η νομολογία αποκαλύπτει ότι για να μπορεί να θεμελιωθεί πλασματικότητα στη συναλλαγή θα πρέπει να συμμετέχουν αλλά και να εμπλέκονται σε αυτήν και τα δύο μέρη στη συμφωνία. Καθοριστική επί του θέματος είναι η αγγλική υπόθεση Snook and West Riding Investments Ltd
(1967)1 All ER 518 στην οποία εξηγήθη ότι: "As regards the contention of the plaintiff that the transactions between himself, Auto Finance and the defendants were a "sham", it is, I think, necessary to consider what, if any, legal concept is involved in the use of this popular and pejorative word. I apprehend that, if it has any meaning in law, it means acts done or documents executed by the parties to the "sham" which are intended by them to give to third parties or to the court the appearance of creating between the parties legal rights and obligations different from the actual legal rights and obligations (if any) which the parties intend to create. But one thing, I think, is clear in legal principle, morality and the authorities (see Yorkshire Railway Wagon Co v. Maclure and Stoneleigh Finance ltd v. Phillips), that for acts of documents to be a "sham" with whatever legal consequences follow from this, all the parties thereto must have a common intention that the acts or documents are not to create the legal rights and obligations which they give the appearance of creating. No unexpressed intentions of a "shammer" affect the rights of a party whom he deceived. There is an express finding in this case that the defendants were not parties to the alleged "sham". So this contention fails". Σχετική ακόμη είναι και η υπόθεση North Central Wagon Finance Co v. Brailsford
(1962)1 All ER 502, 506. Συνάγεται εκ της νομολογίας ότι είναι απαραίτητη προϋπόθεση η κοινή πρόθεση μεταξύ χρηματοδοτικού οργανισμού και του προτιθέμενου αγοραστή για τον καταρτισμό εγγράφων που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, ή που δημιούργησαν δικαιώματα και υποχρεώσεις διαφορετικά από το τι κατεγράφη στα έγγραφα. Η πιο πάνω αρχή ανεγνωρίσθη και από την Κυπριακή νομολογία (Barclays Bank Plc κ.ά v. J.G.L (Constructions) Ltd κ.ά
(2000)1 Α.Α.Δ.1726), όπου έγινε δεκτό ότι η γνώση και συμμετοχή του οργανισμού στην εικονικότητα αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση. Υπεδείχθη ότι θα πρέπει να υπάρχει γνώση πραγματική ή εξ επαγωγής εκ μέρους της τράπεζας για καταστρατήγηση του Νόμου. Και αυτό, και αν ακόμη ετίθετο θέμα συνέργειας μεταξύ προμηθευτών και αγοραστών προς εξασφάλιση δανειοδότησης επί ανύπαρκτων αντικειμένων. Τέλος στο σύγγραμμα Chitty on Contracts 24η έκδοση, Τόμος ΙΙ, σελ. 462-463 στην παράγραφο 3215 αναφέρεται ότι: "In order that the transaction should be considered to be a sham, it is not sufficient if one party alone, eg. the hirer intends to deceive the other into thinking that the transaction is genuine. There must be a common intention that the acts or documents are not to create the legal rights and obligations which they give the appearance of creating". Όπως δε εξηγήθηκε στην Eastern Distributors v. Golderinga
(1957)2 All ER 525, δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει ιδιοκτήτη οχήματος από του να το πωλήσει σε χρηματοδοτικό οργανισμό, να εισπράξει το τίμημα και να το επιστρέψει με δόσεις. Και νοουμένου ότι η πώληση είναι γνήσια και όχι πλασματική απολήγει ισχυρή η σύμβαση ενοικιαγοράς που την ακολουθεί. Εννοείται, όσο και αν στόχος ήταν, σε τελική ανάλυση, ο δανεισμός χρημάτων με ασφάλεια το αντικείμενο της πώλησης-ενοικιαγοράς. Με βάση τις πιο πάνω αρχές και παραμέτρους θα κριθεί και θα αξιολογηθεί η προσκομισθείσα μαρτυρία για την ανάδειξη της αληθινής φύσης της συναλλαγής, με γνώμονα βέβαια ότι το βάρος αποδείξεως είναι στους ώμους εκείνου που επικαλείται την πλασματικότητα της συμφωνίας που εν προκειμένω είναι οι εναγόμενοι. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Πριν προχωρήσω στην επί μέρους αξιολόγηση της μαρτυρίας κρίνω σκόπιμο να αναφέρω πως, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρος έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέγει την αλήθεια. Και μέσα σε αυτά τα πλαίσια, και σε συνάρτηση και με άλλους παράγοντες και παραμέτρους που αναγνωρίζει η νομολογία ότι καθορίζουν και οριοθετούν το μέτρο κρίσης ενός μάρτυρα θα αξιολογηθεί η μαρτυρία στο σύνολό της. Η εντύπωση βέβαια που αφήνει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο, δεν μπορεί να είναι αποσυνδεμένη και απομονωμένη από τα λεγόμενα του αλλά και της ουσίας των ισχυρισμών του. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του τίθεται στην βάσανο της αξιολόγησης και της αντιπαραβολής της με την υπόλοιπη μαρτυρία στην βάση της κοινής λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας. Έχω παρακολουθήσει με πολλή προσοχή τόσο τους μάρτυρες που προσκόμισαν οι ενάγοντες όσο και τον εναγόμενο όταν κατέθεταν ενώπιόν μου και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας έλαβα υπόψη μου όλους τους πιο πάνω παράγοντες, αλλά και τα γενικότερα στοιχεία που αναγνωρίζει η νομολογία ως συνιστώντες παραμέτρους αξιολόγησης ενός μάρτυρα, σε συνάρτηση βέβαια με τα διάφορα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Είναι σαφές ότι επί της ουσίας της διαφοράς η μόνη σχετική μαρτυρία ήταν του ΜΕ1 και του εναγόμενου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, σε συνάρτηση με τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν θα ρίξει φως στην αληθή φύση της συναλλαγής. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 διακατείχετο από αστάθεια και αβεβαιότητα. Το στοιχείο αυτή βεβαιώθηκε, κυρίως, κατά την αντεξέταση. Έμμεσα βεβαίωσε τον εναγόμενο σε ορισμένους από τους βασικούς ισχυρισμούς του. Είναι προφανές ότι ο ΜΕ1 εξ αρχής γνώριζε ότι το ενδιαφέρον του εναγόμενου 1 ήταν η δανειοδότηση για σκοπούς αγοράς μετοχών. Η μαρτυρία του ότι πιθανόν τα χρήματα να τα χρησιμοποιούσαν για αγορά μετοχών είναι σχετική, έστω και αν αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι δεν ήξερε αν τα ήθελε για αγορά μετοχών, αλλά πιθανόν να τα χρησιμοποιούσαν για αγορά μετοχών. Δεν είναι δε καθόλου τυχαίο που ο εναγόμενος κατέθεσε, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι στους ενάγοντες τον παρέπεμψε η Λαϊκή Τράπεζα γιατί, όπως του είπαν, δεν είχαν περιορισμούς στο δανεισμό. Το ζήτημα βέβαια δεν είναι τι ακριβώς ήθελε να κάμει το ποσό ο εναγόμενος, αλλά το γεγονός ότι ο μάρτυρας γνώριζε ότι αποτάθηκαν κοντά του για σκοπούς δανειοδότησης και όχι χρηματοδότησης. Από αυτή τη σκοπιά η μαρτυρία του ότι οι εναγόμενοι πήγαν στα γραφεία τους και ζήτησαν χρηματοδότηση είναι εσφαλμένη. Ο εναγόμενος αποτάθηκε κοντά του για δάνειο. Σημειώνω πως στη συνέχεια ο ΜΕ1 επιβεβαίωσε αυτό που κατέθεσε ο εναγόμενος, την αδυναμία δηλαδή της τράπεζας προς δανεισμό. Και δεν υπάρχει τίποτε το επιλήψιμο, ως έχει ήδη εξηγηθεί, αν ο στόχος των εναγομένων ήταν ο δανεισμός των χρημάτων με ασφάλεια τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς. Το ζητούμενο όμως είναι η ύπαρξη ή όχι των χρηματοδοτηθέντων αντικειμένων. Άμεσα συναρτημένη με αυτό είναι και η σχετική αντιφατική μαρτυρία του ΜΕ1, αποκαλυπτική όμως της αληθούς πρόθεσης των εναγομένων, ότι ενώ από τη μια πήγαν στα γραφεία τους και ζήτησαν χρηματοδότηση, από την άλλη ότι τους εξήγησε ότι δεν δίνουν δάνεια. Και κρίνω πως είναι αντιφατικό γιατί αν οι εναγόμενοι πήγαν για χρηματοδότηση, τότε τι σχέση είχε το δάνειο και η εξήγηση που τους έδωσε ότι δεν κάνουν δάνεια. Οι ενάγοντες είναι χρηματοδοτικός οργανισμός και ακριβώς η χρηματοδότηση που αν όντως, όπως κατέθεσε, ζήτησαν οι εναγόμενοι ήταν μέσα στα πλαίσια των εργασιών τους. Οπότε αν οι εναγόμενοι ζήτησαν χρηματοδότηση είναι άτοπο και παράξενο να τους εξηγήσει ότι δεν κάνουν δάνεια. Άρα κάθε άλλη συζήτηση επί του θέματος ήταν αχρείαστη. Είναι όμως αποκαλυπτικό γιατί ακριβώς βεβαιώνει τον εναγόμενο ότι πήγε κοντά τους για δάνειο και όχι για χρηματοδότηση κάποιων αντικειμένων γιατί εκείνο που ήθελε ήταν να αιτηθεί δάνειο για αγορά μετοχών. Γι΄ αυτό και αποτάθηκε στη Λαϊκή Τράπεζα που τον παρέπεμψαν για τους λόγους που εξήγησε στους ενάγοντες και ο ΜΕ1 του βεβαίωσε την αδυναμία της Τράπεζας να παράσχει δάνειο. Είναι χαρακτηριστική και θα έλεγα ιδιαίτερα κατατοπιστική η μαρτυρία του ΜΕ
  1. Ότι οι εναγόμενοι ζήτησαν χρήματα που πιθανό να τα χρησιμοποιούσαν και για αγορά μετοχών. Ουσιαστικά επιβεβαίωσε τον εναγόμενο ότι εκείνο που αναζητούσε ήταν δάνειο, άλλως δεν θα είχε κανένα λόγο να αναφερθεί σε δανεισμό προς αγορά μετοχών. Δεν παραγνωρίζω ότι του είπε του εναγόμενου ότι δεν παραχωρούν μεν δάνεια, αλλά από την άλλη ευθέως του είπε, και όχι μόνο, αλλά του εξήγησε ως εναλλακτική πρόταση δανεισμού και εισήγηση τη χρηματοδότηση και ότι δεν είχαν πρόβλημα να χρηματοδοτήσουν μέρος της περιουσίας τους με μορφή χρηματοδότησης. Παρεμβάλλω πως σύμφωνα με τον εναγόμενο ο ΜΕ1 του εξήγησε ότι δεν έχουν δανειστικούς περιορισμούς και τα δάνεια γίνονται με χρηματοδότηση. Από τα πιο πάνω το πρώτο βέβαιο εύρημα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι ο εναγόμενος αποτάθηκε στους ενάγοντες με σκοπό το δανεισμό για αγορά μετοχών και όχι γιατί είχε πρόθεση να αγοράσει δια της μεθόδου της χρηματοδότησης κάποια αντικείμενα. Από τη μαρτυρία του ΜΕ1 εξάγεται επίσης πως ο ίδιος εξήγησε στον εναγόμενο ότι δεν έχουν πρόβλημα να χρηματοδοτήσουν μέρος της περιουσίας τους. Συναφής προς τούτο είναι η μαρτυρία του εναγόμενου ότι ο ΜΕ1 του εξήγησε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα, πρόκειται περί απλής διαδικασίας και πως το κάμνει συχνά με πελάτες και τον ερώτησε αν έχει ηλεκτρικά ή άλλα είδη για να τεθούν ως εξασφάλιση. Είναι αποκαλυπτική επ΄ αυτού η μαρτυρία του εναγόμενου, που επιβεβαιώνει ότι όντως τον παρέπεμψαν στους ενάγοντες για να αιτηθεί το δάνειο. Ο ΜΕ1 του είπε ότι μπορούσε να του παραχωρηθεί το δάνειο με το να φέρει τις μετοχές του προς ενεχυρίαση και να βάλουν τη σύζυγό του ως πωλητή και τον ίδιο ως αγοραστή ηλεκτρικών ειδών και ότι πρόκειται για απλή διαδικασία. Αυτή η αντίληψη ήταν διάχυτη στη μαρτυρία του εναγόμενου που ως κατέθεσε δεν έκαμε τίποτε περισσότερο από όσα ο ΜΕ1 του είπε. Ήταν ακόμα η θέση του ότι ήταν η εισήγηση του ΜΕ1 να βάλουν τη σύζυγό του ως πωλητή και τον ίδιο ως αγοραστή κάποιων ηλεκτρικών ειδών, παρόλο που δεν είχαν τέτοια αντικείμενα διασυνδέοντας μάλιστα το θέμα με το γεγονός ότι δεν είχαν κτίσει ακόμα σπίτι για να έχουν τέτοια αντικείμενα. Και ότι ο ΜΕ1 του είπε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα και όλα αυτά είναι τυπικά. Και τέλος ότι το επίδικο τιμολόγιο ήταν εφεύρημα και επινόηση του ΜΕ1 που ως αναντίλεκτως διεφάνη τέτοια τιμολόγια υπάρχουν στο γραφείο του και το συμπλήρωσε ο ίδιος, όπως και την επίδικη συμφωνία. Ο ΜΕ1 κατέθεσε ότι τα αντικείμενα τα υπέδειξε ο εναγόμενος, αλλά δεν προχώρησαν να τα δουν και να τα επιθεωρήσουν και δέκτηκαν την αξία τους γιατί βασίστηκαν στις διαβεβαιώσεις του εναγόμενου και της συζύγου του. Ανάλογη ήταν και η μαρτυρία του ΜΕ
  2. Ότι δεν υπάρχει υποχρέωση της τράπεζας να δει τα αντικείμενα οπότε και δεν επιφέρει ακυρότητα στη σύμβαση έχει αρκούντως αναλυθεί στην υπόθεση Barclays Bank (ανωτέρω), στην οποία εξηγήθηκε ότι η τράπεζα δεν αναμένεται να ελέγχει, να ερευνά ή να ενδιαφέρεται για τα διαμειβόμενα μεταξύ του αγοραστή και των προμηθευτών, ότι δηλαδή συνέργησαν μεταξύ τους για την καταστρατήγηση του Νόμου. Συνεπώς από αυτή την άποψη δεν υπάρχει οτιδήποτε το αντινομικό. Όμως δεν είναι εδώ που εστιάζεται το ζήτημα. Το τιμολόγιο από μόνο του καθώς και σειρά άλλων στοιχείων αναδεικνύουν την επικάλυψη που επιχειρήθηκε και σηματοδοτούν την όλη συναλλαγή που έγινε. Ότι υπάρχουν τιμολόγια στα γραφεία των εναγομένων τα οποία και συμπληρώνουν ανάλογα, και πάλι δεν μπορεί να θεωρηθεί και δεν είναι επιλήψιμο. Το ερώτημα όμως είναι πώς ακριβώς χρησιμοποιούνται τα τιμολόγια αυτά. Το συγκεκριμένο τιμολόγιο φέρει τη σφραγίδα για σκοπούς ΦΠΑ μόνο. Πρόκειται για τιμολόγιο που σε μια αληθή χρηματοδότηση εκδίδεται από την τράπεζα προς τον αγοραστή των αντικειμένων. Εκείνο που στην πραγματικότητα έγινε και δημιουργεί ακριβώς αμφιβολίες για την ύπαρξη των αντικειμένων είναι ότι το τιμολόγιο αυτό είτε θα έπρεπε να εκδίδετο από τους ενάγοντες προς τον εναγόμενο, είτε θα έπρεπε να εκδιδόταν από τον πωλητή, δηλαδή τη σύζυγο του εναγόμενου 1 προς την τράπεζα. Άλλως πως θα αποκτούσαν οι ενάγοντες την κυριότητα-ιδιοκτησία των αντικειμένων και ακολούθως να τα χρηματοδοτήσουν στον εναγόμενο
  3. Παραπέμπω επ' αυτού, και πως ακριβώς έτσι έχουν τα πράγματα, στις διαβεβαιώσεις του εμπόρου, υπο στοιχείο 5 του συμβολαίου ενοικιαγοράς, ότι ο πωλητής, δηλαδή η εναγομένη 2, προσφέρει τα αγαθά προς πώληση στους ενάγοντες και ότι η παράδοση τους θα γίνει απο τους ενάγοντες στον εναγόμενο 1, ενω σύμφωνα με τον όρο 3 της διαβεβαίωσης η μεταβίβαση της κυριότητας θα γίνει στους ενάγοντες. Στην προκειμένη περίπτωση, ως αναγράφεται, εκδόθηκε στο όνομα του αγοραστή αντί της Λαϊκής Τράπεζας μόνο για σκοπούς ΦΠΑ. Η εξήγηση της ΜΕ3 για τη σφραγίδα ήταν ότι μπαίνει για σκοπούς ΦΠΑ όταν τα αντικείμενα έχουν ΦΠΑ για να μπορούν να τα διεκδικήσουν από τον αγοραστή και μπαίνει η σφραγίδα για να φαίνεται η κυριότητα των αντικειμένων. Όπως εξηγήθη στην υπόθεση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), τέτοια σύμβαση εξυπακούει ότι ο χρηματοδότης, εν προκειμένω οι ενάγοντες, είναι ιδιοκτήτες των αντικειμένων. Ως ιδιοκτήτες, λοιπόν, συμφωνούν να τα ενοικιάσουν στον αντισυμβαλλόμενο, τον εναγόμενο 1, στον οποίο αναγνωρίζεται η δυνατότητα, εφόσον τηρήσει τους όρους ενοικίασης, να τα αγοράσει. Μπορεί βέβαια να εξηγήθηκε ότι ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας των αντικειμένων από τους χρηματοδότες να μην είναι εξ ορισμού ουσιώδους σημασίας για τη φύση της συναλλαγής ως ενοικιαγοράς, πλην όμως το ζήτημα ανάλογα με τα γεγονότα που προβάλλουν κάθε φορά αποκτά ειδική αξία και βαρύτητα ως προς την αναζήτηση της αληθούς φύσης της συναλλαγής και αν αυτή είναι γνήσια ή πλασματική. Προστίθεται ότι η πιο πάνω αναφορά λέχθηκε σε συνάρτηση με τον τρόπο απόκτησης των αντικειμένων και όχι αν πραγματικά υπήρχαν ή όχι τα αντικείμενα. Στην υπόθεση Karflex Ltd v. Poole
(1993)All ER Rep. 46 και σε σχέση με την ύπαρξη ή όχι των αντικειμένων λέχθηκαν τα εξής: ". . . If due regard be had to the express terms of the agreement it becomes apparent that it must according to the intention of the parties, have been a condition attached to the contract, as they described themselves, where in fact the owners, and that that condition attached to the contract from the beginning and went to the root of the contract, so that upon a breach of the condition of liability on the part of the defendant came to an end." Στην ίδια απόφαση ο Goddard, J το θέμα το έθεσε ως εξής: "I think it desirable to say that where a person is letting out furniture or goods of any description on hire-purchase he does thereby impliedly warrant, not that he will at some time become possessed of the property during the currency of the agreement, but that he is the owner of the property at the time when he lets it out." Δεν μπορεί βέβαια να αποκλειστεί, ούτε και απαγορεύεται, η πώληση των αντικειμένων απευθείας στον αγοραστή και ακολούθως να χρηματοδοτηθεί από τον χρηματοδοτικό οργανισμό, πλην όμως η σφραγίδα ότι αφορά το ΦΠΑ όχι μόνο περιπλέκει τα πράγματα, αλλά καταμαρτυρεί τον τρόπο αλλά και τη σπουδή του ΜΕ1, αφού αυτός ήταν ο εμπνευστής της όλης συναλλαγής. Γιατί πρέπει να υπενθυμίσω εδώ πως όλα αυτά έγιναν από το ΜΕ1, σύμφωνα και με τη δική του παραδοχή. Αυτός ήταν που εισηγήθηκε το δανεισμό δια της μεθόδου της χρηματοδοτήσεως και αυτός πήρε και συμπλήρωσε το τιμολόγιο και τη συμφωνία. Ο εναγόμενος, όπως κατέθεσε, δεν έκαμε τίποτε άλλο παρά να ακολουθήσει τις οδηγίες του ΜΕ
  1. Και πρόκειται για ένα γεγονός που αναδεικνύεται μέσα από την ίδια τη λογική των πραγμάτων και τα σχετικά έγγραφα όπως ουσιαστικά τα κατέθεσε και ο ΜΕ
  2. Πέραν όμως των πιο πάνω, υπάρχουν και σειρά άλλων στοιχείων από τα οποία το Δικαστήριο μπορεί να εξάξει διάφορα συμπεράσματα. Το περιεχόμενο του τιμολογίου από μόνο του δημιουργεί αμφιβολίες περί της ορθότητάς του. Η θέση του ΜΥ1 ήταν πως, ούτως ή άλλως, δεν είχαν τέτοια αντικείμενα να χρηματοδοτήσουν αφού δεν είχαν ακόμα κτίσει σπίτι, ότι όλα όσα καταγράφονται στο τιμολόγιο είναι αναληθή και ανύπαρκτα, αποτελούν δε επινόηση του ΜΕ1 αφού ο ίδιος τα εισηγήθηκε και τα κατέγραψε με ουσιαστικό σκοπό ως προς το τελικό ζητούμενο το δανεισμό των χρημάτων που αναζητούσε για να αγοράσει μετοχές. Ήταν σε τελική ανάλυση η θέση του ότι επιδίωξε δανεισμό χρημάτων και όλα όσα έγιναν ήταν κατόπιν οδηγιών του αξιωματούχου των εναγόντων, του ΜΕ
  3. Για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας θα πρέπει να λεχθεί ότι ο εναγόμενος ήταν απόλυτα σταθερός στις θέσεις του. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις ούτε και έχω διακρίνει τάση ή διάθεση ψεύδους σε αυτά που κατέθετε. Αντίθετα μάλιστα μεγάλο μέρος της μαρτυρίας και της εκδοχής του, άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα επιβεβαιώθηκε από το ΜΕ
  4. Η θέση του ΜΕ1 ήταν ότι βασίστηκε σε εκείνα που του είπαν ο εναγόμενος και η σύζυγός του χωρίς άλλη βάσανο τόσο ως προς την ύπαρξη των αντικειμένων όσο και ως προς την αξία τους. Το γεγονός πάντως είναι ότι ο ΜΕ1 δεν άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις, ούτε και η μαρτυρία του περίκλειε όλα τα αναγκαία και απαραίτητα στοιχεία, που θα μπορούσε με ασφάλεια και βεβαιότητα το Δικαστήριο να στηριχθεί. Οι εντυπώσεις βέβαια που αφήνουν οι μάρτυρες στο Δικαστήριο, ως έχει ήδη λεχθεί, από μόνες τους μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να είναι αρκετές για εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί της αξιοπιστίας, ενώ σε άλλες, όπως είναι και η παρούσα, αντιπαραβάλλονται και με τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν. Έτσι η κρίση επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν μπορεί παρά αναποφεύκτως να γίνει και με αναφορά και σε αντιπαραβολή με τα διάφορα έγγραφα. Έχω ήδη προβεί σε κάποιες αξιολογήσεις και παρατηρήσεις επί του τιμολογίου. Στην όψη του παρουσιάζει αδυναμίες και δημιουργεί αμφιβολίες. Στο περιεχόμενό του οι αδυναμίες αρχίζουν να δημιουργούν υποψίες. Η ιδιοκτησία δεν είναι μια θεωρητική και αόριστη κατάσταση, αλλά πραγματική, που αν μη τι άλλο προϋποθέτει γνώση και αντίληψη του αντικειμένου και κυρίως ενόψει και της φύσης της συναλλαγής, ουσιαστική γνώση της αξίας του. Προκύπτει από το περιεχόμενο του τιμολογίου ότι η αξία ενός εκάστου πωλουμένου αντικειμένου, ως είναι προφανές, δεν είχε σημασία για το συντάκτη της. Ότι όμως είχε σημασία ήταν το τελικό ποσό της χρηματοδότησης. Έτσι ενώ καταγράφονται διάφορα είδη, πέντε τον αριθμό, δίπλα, παρόλο που υπάρχει ειδικός προς τούτο χώρος, δεν αναγράφεται η αξία ή και η τιμή πώλησής τους. Η γενικότητα με την οποία καταγράφηκαν και η αοριστία ως προς την αξία τους συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση. Οπότε σαφώς πλέον τίθεται εν αμφιβόλω η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι στηρίχθηκε στην αξία που του είπε η εναγόμενη
  5. Δέχτηκε, ως κατέθεσε, ότι άξιζαν ΛΚ20.000, ενώ στην ερώτηση πώς γνώριζε τα αντικείμενα και τα έγραψε στο τιμολόγιο ήταν η θέση του ότι του τα είπε η εναγόμενη
  6. Σημειώνω ότι στη γραπτή του δήλωση, έγγραφο Α, ανέφερε ότι υπέβαλε ερωτήσεις επί των αντικειμένων, ενώ αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι του είπαν οι εναγόμενοι τα αντικείμενα και την αξία τους την οποία και δέχτηκε. Σημειώνω ακόμα την αντίφαση ότι ενώ στην κυρίως εξέταση κατέθεσε ότι τους υπέδειξαν τα αντικείμενα, που σαφώς εννοείται ότι τα είδε, αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι πρόκειται περί λάθους και ότι εννούσε ότι τους τα είπαν οι εναγόμενοι. Αν όμως οι εναγόμενοι πραγματικά του ανέφεραν την αξία ενός εκάστου αντικειμένου, μια και υπέβαλλε και ερωτήσεις επ΄ αυτών, θα έπρεπε τουλάχιστον να την είχε καταγράψει στο τιμολόγιο. Πρόκειται συναφώς για διάφορα αντικείμενα και το γεγονός ότι δεν καταγράφηκε η αξία ενός εκάστου αντικειμένου δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες σε αυτά που κατέθεσε ο ΜΕ1, όπως και για το αν πραγματικά υπήρχαν. Η ξεχωριστή αξία των αντικειμένων είναι προφανές ότι δεν απασχόλησε το ΜΕ1, πλην βέβαια της συνολικής τους τιμής που αναγράφεται στο τέλος και που είναι το ποσό της χρηματοδότησης χωρίς κάποια άλλη αναφορά ή επεξήγηση. Και το ερώτημα που τίθεται είναι αν η συνολική τιμή πραγματικά αντιπροσωπεύει την αξία ενός εκάστου αντικειμένου. Και από αυτή την άποψη το ζήτημα δεν μπορεί να διακριβωθεί και παραμένει μετέωρο. Ούτε καν αληθοφανές δεν μπορεί να κριθεί το περιεχόμενο του τιμολογίου. Υπάρχει όμως ακόμα ένα σημαντικό στοιχείο το οποίο οδηγεί τις υποψίες που δημιουργούνται από τα μέχρι τώρα προκύπτοντα σε βεβαιότητα. Είναι τα έγγραφα ενεχυρίασης των μετοχών, Τεκμήρια 3, 4 και 5 που διασυνδέονται άμεσα με τη συμφωνία χρηματοδότησης. Το πρώτο που εξάγεται από τα έγγραφα αυτά είναι ότι φέρουν ημερομηνία προγενέστερη του επίδικου συμβολαίου ενοικιαγοράς. Φέρουν ημερομηνία 21.2.00 ενώ το επίδικο συμβόλαιο φέρει ημερομηνία 10.3.
  7. Το πώς ακριβώς έγινε η ενεχυρίαση των μετοχών έχει εξηγηθεί από το ΜΕ1 στη γραπτή του δήλωση, Έγγραφο Α. Όπως επί λέξει εξηγά: "επειδή γνωρίζαμε ότι οι εναγόμενοι ήταν ευυπόληπτοι άνθρωποι και επειδή μας πρότειναν για περαιτέρω εξασφάλιση με τα έγγραφα ενεχυρίασης των μετοχών ημερομηνίας 21.1.00 . . . και με τα οποία ο εναγόμενος 1 επιβάρυνε προς όφελός μας για εξασφάλιση οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού δυνάμει του συμβολαίου ενοικιαγοράς . . . δεν προχωρήσαμε σε έλεγχο και/ή επιθεώρηση των αντικειμένων γιατί βασιστήκαμε στις δηλώσεις, διαβεβαιώσεις και τις υπογραφές των εναγομένων 1 και 2 και δεν θεωρούσαμε ότι υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα". Μελέτη των εγγράφων αυτών αποκαλύπτει την πλήρη σύγχυση που διακατείχε το πρόσωπο που ανέλαβε τη συμπλήρωση και τον καταρτισμό τους. Συγχύζουν πλήρως και εμπλέκουν τις τραπεζικές εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας με εκείνες του Χρηματοδοτικού Οργανισμού, που όπως άλλωστε κατέθεσε και ο ΜΕ1 δεν προβαίνει σε δάνεια παρά μόνο σε ενοικιαγορές αντικειμένων. Πρόκειται κατ΄ αρχήν για τυποποιημένα έγγραφα τα οποία συμπληρώνονται στα κενά τους σημεία. Αναφέρονται στις εξασφαλίσεις που παρέχει ένας πιστωτής στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα. Είναι αρκούντως κατατοπιστικοί οι όροι 1 και 2 της συμφωνίας, σύμφωνα με τους οποίους: "
  8. Επειδή η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, που στη συνέχεια θα ονομάζεται "η Τράπεζα" συμφώνησε να παρέχει και/ή να συνεχίσει να παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή γραμμάτια ή ομόλογα ή δάνεια τακτής προθεσμίας, προσωπικά και/ή από κοινού με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα προς εμένα ή προς τον . . . που στη συνέχεια θα ονομάζονται "ο πρωτοφειλέτης" και/ή με άλλο τρόπο να δίνει προς τον πρωτοφειλέτη πίστωση ή να παρέχει τραπεζικές διευκολύνσεις για τέτοια περίοδο που η τράπεζα θα αποφασίσει κατά την κρίση της και/ή να δώσει οποιαδήποτε παράταση χρόνου για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού πληρωτέου από τον πρωτοφειλέτη προς την τράπεζα.
  9. Για εξασφάλιση της Τράπεζας για τις πιο πάνω διευκολύνσεις κατάθεσα στην Τράπεζα τους τίτλους των μετοχών που αναφέρονται στον πιο κάτω πίνακα, τις οποίες ενεχυρίασα στην Τράπεζα . . . ως συνεχή εξασφάλιση (security) για την πληρωμή σε πρώτη ζήτηση προς την τράπεζα κάθε χρηματικού ποσού που από καιρό σε καιρό θα οφείλεται ή θα παραμένει απλήρωτο προς την τράπεζα σε οποιονδήποτε λογαριασμό από τον πρωτοφειλέτη . . .". Όπου αναγράφεται Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, έχει παρεμβληθεί ενδιάμεσα και συμπληρωθεί χειρόγραφα η λέξη "Χρηματοδοτήσεις". Επίσης στο σημείο που τίθενται οι υπογραφές υπάρχει τυπωμένη η φράση "Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ" και χειρόγραφη παρεμβολή της λέξης "Χρηματοδοτήσεις". Τέλος, και αρκετά χαρακτηριστικό ότι στον όρο 1, αμέσως μετά τη φράση "τακτής προθεσμίας", συμπληρώθηκε χειρόγραφα η φράση "και/ή με τη μορφή συμβολαίων ενοικιαγοράς". Προστίθεται ότι ως προς τα υπόλοιπα, δηλαδή, οι λέξεις τράπεζα, τραπεζικές διευκολύνσεις και πρωτοφειλέτης παρέμειναν ως είχαν. Οι αναγραφόμενες μετοχές ενόψει της πιο πάνω διατύπωσης δόθηκαν ως εγγύηση για δάνεια, που ως συνάγεται, είχε ο εναγόμενος 1 με τη Λαϊκή Τράπεζα. Πουθενά στα έγγραφα αυτά δεν γίνεται αναφορά στο επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς όπως και αντιστρόφως ανάλογα, όπως ευθέως δέχτηκε και ο ΜΕ1, καμιά αναφορά δεν γίνεται ούτε και στο επίδικο έγγραφο χρηματοδότησης, στα έγγραφα εγγύησης και ενεχυρίασης των μετοχών. Το γεγονός βέβαια ότι ο εναγόμενος 1 ενεχυρίασε μετοχές προς όφελος των εναγόντων προς εξασφάλιση του συμβολαίου ενοικιαγοράς δεν συνιστά παρανομία ούτε και πλήττει το κύρος της σύμβασης, λαμβανομένης υπόψη της ελευθερίας του συμβάλλεσθε (Αντωνιάδου κατωτέρω). Διάφορα όμως σημαντικά θέματα που ανακύπτουν μέσα από τα έγγραφα αυτά τίθενται προς προβληματισμό και δημιουργούν άλλα πρόσθετα από τα μέχρι τώρα προκύπτοντα σοβαρά ερωτηματικά. Το σχόλιο αυτό γίνεται αφού, όπως σαφώς εξάγεται από τους πιο πάνω όρους των εγγράφων, αφορούν τραπεζικές διευκολύνσεις και δάνεια και όχι χρηματοδοτήσεις. Το ένα ερώτημα είναι πώς συμπλέκονται και πώς μπορούν να συνυπάρξουν τραπεζικές εργασίες, δηλαδή δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις ενός τραπεζικού οργανισμού με δάνεια υπό μορφή συμβολαίων ενοικιαγοράς. Το άλλο που κατά την κρίση του δικαστηρίου κρίνεται ως το σημαντικότερο είναι γιατί οι ενάγοντες να αναζητήσουν πρόσθετη εξασφάλιση επί ενός συμβολαίου ενοικιαγοράς αντικειμένων αξίας ΛΚ20.000 και ουσιαστικά να βασιστούν στις ενεχυριάσεις των μετοχών του εναγόμενου
  10. Αυτή εξάλλου ήταν και η ουσία της μαρτυρίας του ΜΕ1 επί του θέματος αυτού. Και πως εν τοιαύτη περιπτώσει βασίστηκαν στις διαβεβαιώσεις τους και δεν επιθεώρησαν τα αντικείμενα. Αν ως θέμα αρχής των εναγόντων είναι να μην επιθεωρούν ούτε και να κάμνουν τους εκτιμητές των αντικειμένων, όπως κατέθεσε ο ΜΕ1 αλλά και ο ΜΕ4, τότε θα έπρεπε, ως θέμα και πάλι αρχής για κάθε ενοικιαγορά που καταρτίζουν να αναζητούν πρόσθετες εξασφαλίσεις. Σε αντίθεση όμως προς τα πιο πάνω ο ΜΕ1 σε σχετικές επί του θέματος ερωτήσεις κατέθεσε ότι βασίζονται στις εγγυήσεις του πωλητή ότι είναι κάτοχος των αντικειμένων και στις διαβεβαιώσεις του πελάτη. Όπως χαρακτηριστικά το έθεσε κάμνουν χιλιάδες χρηματοδοτήσεις και βασίζονται στις διαβεβαιώσεις του πελάτη. Και το ερώτημα πλέον που τίθεται είναι γιατί ειδικά στην παρούσα υπόθεση δεν βασίστηκαν στις διαβεβαιώσεις του πελάτη, δηλαδή στο τιμολόγιο και στις σχετικές δηλώσεις του συμβολαίου ενοικιαγοράς και αναζήτησαν άλλες ουσιαστικές εξασφαλίσεις. Τι ήταν εκείνο που ανησύχησε ή προξενούσε δυσπιστία και αμφιβολία στους ενάγοντες και στο ΜΕ1 και αναζήτησαν άλλες διασφαλίσεις και στηρίχθηκαν στις εξασφαλίσεις δια της ενεχυρίασης των μετοχών. Ένα ακόμα ερώτημα που τίθεται είναι πότε και ποιος προέβηκε στις χειρόγραφες επεμβάσεις στο έγγραφο. Και το σημαντικότερο είναι πώς χρησιμοποίησαν προγενέστερα έγγραφα που αφορούσαν ήδη ενεχυριάσεις μετοχών για δάνεια προς τη Λαϊκή Τράπεζα. Οι μετοχές ως συνάγεται ήταν ήδη ενεχυριασμένες στη Λαϊκή Τράπεζα. Επιβεβαίωση τούτου αποτελεί συνημμένη, στο Τεκμήριο 5, επιστολή της Τράπεζας ημερομηνίας 3.2.00 απευθυνόμενη στην εταιρεία Options Eurocongress Ltd σύμφωνα με την οποία η Τράπεζα δεν ενδιαφερόταν πλέον ως ενεχυρούχος δανειστής από το έγγραφο ενεχυρίασης ημερομηνίας 8.9.99 για 15.000 μετοχές που κατείχε ο εναγόμενος. Ακολούθως στις 21.2.00 καταρτίστηκαν τα έγγραφα ενεχυρίασης μετοχών Τεκμήρια 3, 4 και 5, χωρίς να δοθεί μαρτυρία για ποιο σκοπό δόθηκαν οι προγενέστερες αυτές εξασφαλίσεις, αφου το επίδικο συμβόλαιο καταρτίστηκε στις 10.3.
  11. Συναφώς προς αυτά, ακόμα ένα ερώτημα που τίθεται, είναι αν υπήρχαν και άλλες προγενέστερες χρηματοδοτήσεις του εναγόμενου και πως τα προγενέστερα αυτά έγγραφα χρησιμοποιήθηκαν ως ενέχυρο και για την επίδικη συμφωνία. Δεδομένου μάλιστα ότι καμιά αναφορά και συσχετισμός δεν γίνεται μεταξύ των εγγράφων αυτών. Είναι ακόμα εξίσου χαρακτηριστικό αλλά και περίεργο το γεγονός, που δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα και αμφιβολίες, ότι η κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασαν οι ενάγοντες προς απόδειξη της οφειλής του εναγόμενου 1 είναι καταστάσεις λογαριασμού της Marfin Popular Bank Ltd, Τεκμήρια 8 και 10, που αναφέρονται και αφορούν όμως το επίδικο έγγραφο χρηματοδότησης. Κατατέθηκε επίσης και κατάσταση λογαριασμού της Λαϊκής Χρηματοδοτήσεις, Τεκμήριο
  12. Και δεν μπορεί να λεχθεί ότι πρόκειται περί λάθους γιατί και οι δύο καταστάσεις λογαριασμού της Τράπεζας αναφέρονται στον επίδικο αριθμό του συμβολαίου ενοικιαγοράς που είναι
  13. Είναι ακόμα ενδιαφέρον να λεχθεί ότι οι δύο καταστάσεις της Τράπεζας (Τεκμήρια 8 και 10), έχουν σφραγιστεί με σφραγίδα της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ χωρίς να δοθεί προς τούτο κάποια εξήγηση. Η αντινομία αυτή και αντιφατικότητα παρέμεινε ανεξήγητη, όπως ανεξήγητη παρέμεινε και η εμπλοκή της Τράπεζας Marfin με το οφειλόμενο ποσό της επίδικης χρηματοδότησης. Εδώ θα πρέπει να υπενθυμίσω μέρος από τη μαρτυρία του εναγόμενου. Ήταν η βασική του θέση ότι πήγε στην Τράπεζα για να αιτηθεί δάνειο ύψους ΛΚ60.
  14. Τον παρέπεμψαν στους ενάγοντες και από εκεί και πέρα όπως συνάγεται απο τη μαρτυρία του, πέραν της θέσης του περί ανυπαρξίας των αντικειμένων, ως προς τα υπόλοιπα, εκείνο που κατέθεσε ήταν ότι ακολούθησε τις οδηγίες του ΜΕ
  15. Θα προσθέσω εδώ το εξής. Κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι το δάνειο των ΛΚ60.000 που ζήτησε έγινε σε τρία έγγραφα χρηματοδότησης με τα ίδια αντικείμενα, στο ένα έγγραφο ανέφερε ότι μέχρι και γκαράζ έβαλε ο ΜΕ
  16. Βέβαια σημειώνω ότι δεν προσκομίστηκε περαιτέρω μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση. Η προχειρότητα όμως με την οποία παρουσιάζεται η επίδικη συναλλαγή, η εμπλοκή της Τράπεζας, η ταυτόχρονη ύπαρξη λογαριασμού για το επίδικο συμβόλαιο τόσο με την Τράπεζα όσο και με τους ενάγοντες, καθώς και η ενεχυρίαση ήδη ενεχυριασθεισών μετοχών που προϋπήρχε της συναλλαγής, πόρρω απέχουν από μια απλή σύμβαση ενοικιαγοράς αντικειμένων, όπως ουσιαστικά προσπάθησε ο ΜΕ1 να την παρουσιάσει. Η εμπλοκή της τράπεζας με τα έγγραφα ενεχυριάσης μετοχών και τις καταστάσεις λογαριασμού ως στοιχείο και δεδομένο, από μόνο του δημιουργεί εύλογα ερωτήματα και δημιουργεί σοβαρά ρήγματα στη φύση της συναλλαγής των διαδίκων. Η μαρτυρία του εναγόμενου, που ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε, αντιπαραβαλλόμενη με τα πιο πάνω έγγραφα αλλά και τη μαρτυρία του ΜΕ1 αναδεικνύει αφενός την ορθότητα των ισχυρισμών του και αφετέρου μια συμφωνία δανείου επικαλυμμένη υπό το πέπλο συμφωνίας ενοικιαγοράς. Σύνοψη των πιο πάνω ως προς τις συνθήκες σύναψης της επίδικης συμφωνίας αναδεικνύουν ότι ελλείπει παντελώς η γνήσια πρόθεση των μερών στη σύναψη μιας αληθούς και πραγματικής συμφωνίας ενοικιαγοράς. Κάθε ξεχωριστό στοιχείο ή δεδομένο παρουσιάζεται ασύνδετο και ανακόλουθο με τα υπόλοιπα. Άλλα στοιχεία παρουσιάζονται αδύναμα, άλλα με κενά και άλλα συμπλεκόμενα μεταξύ τους δημιουργούν έντονες αμφιβολίες ως προς την ύπαρξη αντικειμένων προς χρηματοδότηση. Στην ουσία καμιά σημασία δεν φαίνεται να προσδόθηκε στα αντικείμενα που ούτως ή άλλως αυτά αποτελούσαν τη βάση και έθεταν σε εφαρμογή τις πρόνοιες του Νόμου για τη χρηματοδότησή τους. Όλα τα πιο πάνω με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αναδεικνύουν συμφωνία δανείου με την ενεχυρίαση μετοχών, με επικάλυψη συμφωνίας ενοικιαγοράς ηλεκτρικών ειδών. Και παρά ταύτα να μη δίδεται, πέραν της απλής και γενικής καταγραφής τους στο τιμολόγιο, καμιά σημασία στην ύπαρξη των χρηματοδοτούμενων αντικειμένων. Προστίθεται σε όλα αυτά και ο αντιφατικός τρόπος προσέγγισης του ΜΕ1 στα διάφορα θέματα και ερωτήσεις που του έθετε η υπεράσπιση και η προσπάθειά του αναλόγως της περιπτώσεως να δώσει υπόσταση στο επίδικο συμβόλαιο. Όπως για παράδειγμα και αναλόγως ότι στηρίχθηκε στις διαβεβαιώσεις και δηλώσεις του συμβολαίου και άλλοτε στα έγγραφα ενεχυρίασης μετοχών. Που βεβαίως ως στοιχείο αξιολόγησης της μαρτυρίας του την κλονίζει ακόμα περισσότερο. Ούτε ακόμα και στο θέμα της προκαταβολής δεν φαίνεται ο ΜΕ1 να έστρεψε την προσοχή του. Σύμφωνα με τον όρο 2(α) του συμβολαίου ενοικιαγοράς ο μισθωτής συμφωνεί ότι μόλις υπογραφτεί η συμφωνία θα πληρώσει το σύνολο της προκαταβολής όπως προσδιορίζεται στο παράρτημα "εμπορεύματα", με αντάλλαγμα του δικαιώματος το οποίο του δίνεται, να προβεί στην αγορά των αγαθών. Στο παράρτημα "εμπορεύματα", που αποτελεί τη δήλωση του εμπόρου, δηλαδή της εναγόμενης 2, στο υπό στοιχείο 1, η εναγόμενη 2 δήλωσε μεταξύ άλλων ότι η προκαταβολή δεν έχει με κανένα τρόπο αυξηθεί πέρα από το ποσό που έχει ληφθεί από την ίδια. Στον Πίνακα Α, που αναγράφονται τα διάφορα ποσά, δεν έχει καταγραφεί οποιοδήποτε ποσό ως προκαταβολή. Δεν υπάρχει επίσης μαρτυρία ότι η εναγόμενη 2 έλαβε οποιοδήποτε ποσό προκαταβολής από το σύζυγό της, εναγόμενο 1, ούτε και το σχετικό τιμολόγιο αναγράφει οτιδήποτε. Είναι πασιφανές πως τόσο η δήλωση του εμπόρου, όσο και τα άλλα που καταγράφονται στο επίδικο συμβόλαιο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Και όμως είναι επ΄ αυτών, των αναληθών διαβεβαιώσεων, που πλειστάκις κατέθεσε ο ΜΕ1 ότι στηρίχθηκε. Τι είδους συναλλαγή ήταν αυτή χωρίς, αν μη τι άλλο, να κινήσει την περιέργεια του ΜΕ1 το ζήτημα αυτό. Με τη σημαντική όμως προσθήκη ότι ο ίδιος, ο ΜΕ1, κατάρτισε τόσο το τιμολόγιο όσο και το έγγραφο χρηματοδότησης, ως ο αποκλειστικός εμπνευστής του τρόπου καταρτισμού τους. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι τα διατάγματα ελέγχου που ρύθμιζαν διάφορα θέματα, μεταξύ των οποίων και την προκαταβολή, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 3
(1)του Νόμου 32/66 καταργήθηκαν από το σχετικό κυρωτικό διάταγμα ΚΔΠ47/95, πλην όμως δεν είναι σε σχέση με την εγκυρότητα του εγγράφου ως προς το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της προκαταβολής που γίνεται η πιο πάνω αναφορά, αλλά ως πρόσθετο στοιχείο και ως ακόμα ένας κρίκος της αλυσίδας που αναδεικνύει το αναληθές των σχετικών δηλώσεων και διαβεβαιώσεων που καταγράφονται στην επίδικη συμφωνία. Και είναι πρόδηλο ότι ανατρέπει εκ βάθρων τη μαρτυρία του ΜΕ1, ότι στηρίχθηκε στις διαβεβαιώσεις των εναγομένων που αναγράφονται στην επίδικη συμφωνία, αφού γνώριζε, και μάλιστα πάρα πολύ καλά, ως ο συντάκτης όλων των εγγράφων, ότι κάθε δήλωση και κάθε διαβεβαίωση δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Γι' αυτό ακριβώς και αναζήτησε ουσιαστικές εξασφαλίσεις με τα προγενέστερα έγγραφα ενεχυρίασης των μετοχών. Και ως φυσιολογικό και αυτονόητο, βέβαια, επακόλουθο οι ενάγοντες, όπως βέβαια και η εναγόμενη 2, ποτέ δεν ήταν ιδιοκτήτες των επίδικων αντικειμένων δυνάμει του τιμολογίου, Τεκμήριο 2, ως αναγράφεται στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαιτήσεως, τα οποία και βρίσκονται στην κατοχή του εναγόμενου
  1. Ακόμα ένα θέμα που προκύπτει, και δεδομένου ότι δεν καταβλήθηκε οποιαδήποτε προκαταβολή, όπως απαιτείται από τον πιο πάνω όρο, είναι φανερό ότι δεν υπήρξε προς όφελος του εναγόμενου, το αντάλλαγμα να δικαιούται, ως οι σχετικές πρόνοιες των όρων 2 (α) και 3 της συμφωνίας, για να προβεί στην αγορά των αντικειμένων. Σειρά σοβαρών ανακριβειών, ελλείψεων και παραλείψεων καθώς και αναληθειών εδραιώνουν τη θέση του εναγόμενου ότι το αιτούμενο και επιτευχθέν δάνειο, συγκαλύφθηκε κάτω από το πέπλο ενοικιαγοράς προσδίδοντας στη συμφωνία τα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας συμφωνίας. Η ανυπαρξία αντικειμένων προς χρηματοδότηση αναδεικνύεται ως βέβαιο γεγονός. Ως μια ευρύτερη αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1, πέραν της αντιπαραβολής της με τα διάφορα τεκμήρια, που όπως έχει εξηγηθεί δημιουργεί πληθώρα αντινομιών και κενών, είναι ότι ο μάρτυρας διακατείχετο από πλήρη αστάθεια και αντιφατικότητα. Η μαρτυρία του ήταν σαφώς εμποτισμένη με αβεβαιότητα, συγχυσμένη και ασαφής. Έτσι, και πέραν των όσων έχουν ήδη αναφερθεί, ενώ διαφώνησε σε σχετική ερώτηση ότι ο εναγόμενος 1 δεν οφείλει κανένα ποσό, συμφώνησε, σε σχετική υποβολή, ότι η εναγόμενη 2 όντως δεν οφείλει κανένα ποσό στους ενάγοντες. Η μαρτυρία του επί του συγκεκριμένου αυτού θέματος δημιούργησε πρόσθετες δυσκολίες στους ενάγοντες, αφού αναγκάστηκαν να προσκομίσουν άλλη, πρόσθετη, μαρτυρία σε μια προσπάθεια να ανατρέψουν την επί τούτου μαρτυρία του και να προσπαθήσουν να αποδείξουν ότι οφείλει και η εναγόμενη 2 τα αξιούμενα ποσά. Να σημειωθεί πως η εναγόμενη 2 ενάγεται υπό την ιδιότητά της ως εγγυητής του εναγόμενου
  2. Και η επιπλοκή αυτή, με την προσκόμιση άλλης αντικρουστικής ουσιαστικά μαρτυρίας, δημιούργησε πρόσθετα προβλήματα αξιοπιστίας της μαρτυρίας του, αλλά και γενικότερο ζήτημα αξιοπιστίας της υπόθεσης των εναγόντων. Με τελικό αναπάντητο ερώτημα, καθόσον αφορά την εναγόμενη 2, αν τελικά οφείλει κάποιο ποσό στους ενάγοντες. Τέλος, όχι όμως και έσχατο αποτελεί το μέρος της μαρτυρίας του ότι καμιά παρανομία δεν υπάρχει στη συμφωνία ενοικιαγοράς, αλλά και αν ακόμα βρεθεί ότι η συμφωνία είναι εικονική τότε αξιώνουν το ποσό ως πραγματικά καταβληθέν. Αντεξετάστηκε, ως ήταν αναμενόμενο, επ΄ αυτού και ρωτήθηκε αν ο ίδιος διαπίστωσε κάποια ακυρότητα, εξ ου και έκαμε την πιο πάνω αναφορά, και απάντησε αρνητικά. Σε ερωτήσεις επί του ίδιου θέματος απάντησε ότι αν το συμβόλαιο είναι άκυρο, τουλάχιστον να πάρουν τις ΛΚ20.000 που σαν Τράπεζα έδωσαν στον εναγόμενο. Οι πιο πάνω απαντήσεις του μάρτυρα δημιουργούν σοβαρότατο, αν όχι και καταλυτικό, ρήγμα στη μαρτυρία του. Η διφορούμενη πιθανολόγηση του μάρτυρα με διαζευκτικές εκδοχές επί των γεγονότων πλήττουν κατά την άποψη του Δικαστηρίου κάθε θεμέλιο που θα μπορούσε να υποστηρίξει τους διάφορους ισχυρισμούς του αλλά και τη βάση και την ουσία της απαίτησης. Είναι νομολογημένο ότι η προβολή διαζευκτικών εκδοχών επί γεγονότων που έπρεπε να γνωρίζει ο μάρτυρας κλονίζει αφ΄ εαυτής το θεμέλιο των δικογραφημένων θέσεων. Τα γεγονότα μπορούν να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες, αλλά διαζεύξεις ως προς το τι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα δεν χωρούν (El Fath Co v. EDT Shipping κα
(1992)1 ΑΑΔ 1255 και Πατούρη ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 218). Με άλλα λόγια ούτε και ο ίδιος ήταν βέβαιος γι΄ αυτά που κατέθετε, εν σχέση με την εγκυρότητα του συμβολαίου ενοικιαγοράς, παρόλο που αυτός συνέταξε τόσο το τιμολόγιο όσο και τη συμφωνία ενοικιαγοράς. Όλα τα πιο πάνω αθροιστικά αντικριζόμενα και συνολικά συνεκτιμούμενα, ως διαδοχικές ενέργειες της συναλλαγής ως συνόλου, οδηγούν αβίαστα στην επιβεβαίωση της αλήθειας των ισχυρισμών του εναγόμενου 1 ότι όλα όσα καταγράφηκαν στα έγγραφα ήταν έμπνευση του ΜΕ1 ως ο καταλληλότερος τρόπος για τη δανειοδότηση του εναγόμενου με σκοπό να αγοράσει μετοχές. Έχω αναφερθεί στη μαρτυρία του εναγόμενου και ότι άφησε καλές εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Ήταν διάχυτο στη μαρτυρία του αλλά και στον τρόπο που κατέθετε ότι έλεγε την αλήθεια. Επιβεβαιώνεται όμως μέσα από τα ίδια τα έγγραφα που κατατέθηκαν αλλά και έμμεσα από το ΜΕ1. Στην υπόθεση Polsky (ανωτέρω), και σε συνάρτηση με τα αναλυόμενα θέματα υπεδείχθηκαν τα εξής: "It seems to me that one of the most satisfactory ways of deciding what the true nature of the transaction was it to see whether the documents themselves accurately set out the deal between the parties as it took place and at the time when it took place, or whether the facts, or some of them, therein recorded do not truly represent that which happened, but give the transaction what I may call an innocent appearance." Όλες οι πιο πάνω διαπιστώσεις οδηγούν με βεβαιότητα ότι όλα όσα αναγράφονται στο έγγραφο χρηματοδότησης καθώς και στο τιμολόγιο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Καταγράφηκαν και υπογράφηκαν ως αποτέλεσμα επινόησης αλλά και πρωτοβουλίας του ΜΕ1 και ως μια πλασματική και αναληθής μέθοδος επικάλυψης δανεισμού. Ποτέ δεν υπήρχαν αντικείμενα προς χρηματοδότηση και ποτέ οι εναγόμενοι όσο και οι ενάγοντες είχαν σκοπό ή πρόθεση να καταρτίσουν μια πραγματική και αληθή σύμβαση ενοικιαγοράς αντικειμένων. Έχοντας συνεπώς υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας και τα έγγραφα και συνοψίζοντας τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των ουσιωδών θεμάτων, καταλήγω ότι η χρηματοδότηση έγινε επί ανύπαρκτων αντικειμένων. Και τούτο γιατί αν το κάθε ένα από τα πιο πάνω που έχουν αναλυθεί, αποσπασματικά και απομονωμένα ενδεχομένως δεν οδηγούν με ασφάλεια πουθενά, αφού μπορούν να θεωρηθούν ως μια γενική και αόριστη ένδειξη για την αληθινή φύση της συναλλαγής, αντικριζόμενα όμως συνολικά και ως διαδοχικές ενέργειες της συναλλαγής ως συνόλου, δημιουργούνται όχι μόνο αμφιβολίες αλλά σοβαρές υπόνοιες και υποψίες για την εγκυρότητα της συναλλαγής και της συμφωνίας χρηματοδότησης. Υποψίες όχι μόνο ως προς τις πραγματικές προθέσεις των μερών και της συνέργειάς τους προς εξασφάλιση δανείου επί ανύπαρκτων αντικειμένων, αλλά σοβαρές σε βαθμό βεβαιότητας υπόνοιες και υποψίες ότι οι ενάγοντες όχι μόνο γνώριζαν και συνέργησαν στην πλασματική αυτή συναλλαγή, αλλά το κυριότερο ότι η όλη συναλλαγή ήταν δική τους επινόηση έχοντας τον πρώτο, άμεσο και ενεργό ρόλο. Η κατάληξη του Δικαστηρίου μοιραία αποτελεί πλήγμα κατά της εγκυρότητας της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Το ενδιαφέρον των μερών ήταν στον καταρτισμό εγγράφων που θα έδιναν μεν κάποια αληθοφανή επικάλυψη στη συναλλαγή, η οποία όμως είναι εμποτισμένη με ανακρίβειες, ελλείψεις και αναλήθειες, με βασικό σκοπό και στόχο να καταστρατηγήσουν το Νόμο. Υπάρχει όμως η διαζευκτική απαίτηση που προκύπτει μέσα από την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Ειδικότερα ότι οι εναγόμενοι συνεργούντες στην ακυρότητα υποχρεούνται να αποκαταστήσουν το αξιούμενο ποσό προς όφελος των εναγόντων, ως αχρεωστήτως καταβληθέν και το οποίο οι εναγόμενοι αδικαιολόγητα έχουν πλουτιστεί και ως money had and received. Είναι νομολογημένο (Minerva Finance & Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 ΑΑΔ 2173) ότι ο άδικος πλουτισμός (unjust enrichment) δεν αποτέλεσε και δεν αποτελεί ακόμα στο Αγγλικό Δίκαιο, παρά τον προβληματισμό που εκδηλώνεται, αυτόνομη αιτία αγωγής. Αναγνωρίζεται όμως πλέον, πως, ως έννοια βρίσκεται στον πυρήνα της αξίωσης για αποκατάσταση (restitution) ως συνιστώσα την αρχή που την υποστυλώνει. Στην υπόθεση Minerva (ανωτέρω), με αναφορά στην Αγγλική νομολογία, εξηγείται ότι δεν υπάρχει αναγνωρισμένος γενικός θεσμός περί άδικου πλουτισμού και παρέχονται ειδικές θεραπείες σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που θα μπορούσαν να ταξινομηθούν ως άδικος πλουτισμός σε νομικό σύστημα που βασίζεται στο αστικό δίκαιο. Εξηγήθηκε ακόμα ότι σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου έχει πληρωθεί κάποιο ποσό χρημάτων αχρεωστήτως, αλλά ο πληρώσας δεν μπορεί να θεμελιώσει κάποια βάση για επιστροφή του, το ποσό δεν μπορεί να επιστραφεί. Ως τέτοια βάση θα μπορούσε να είναι το λάθος, ως πτυχή της ευρύτερης έννοιας που συνοπτικά αποδίδεται με τον όρο "money had and received" που, στην Κύπρο, το πλαίσιο του άρθρου 72 του Κεφ. 149 καλύπτει και το νομικό λάθος. Το ίδιο και όταν η πληρωμή έγινε συνέπεια εξαναγκασμού (duress ή compulsion ή coercion), που συνιστά βασικό κεφάλαιο του Δικαίου που διέπει την αποκατάσταση. Υπεδείχθη πως αποκλείεται, μεταξύ άλλων, η αποκατάσταση όταν ο ενάγων ενεργεί εκουσίως προς δικό του όφελος. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, στην Κύπρο, οι ρυθμίσεις του Κεφ. 149 κάτω από τον τίτλο "Σχέσεις που Προσομοιάζουν με Συμβατικές" έχουν στη ρίζα τους τις αρχές ως προς την αποκατάσταση και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, επεκτείνοντάς τις μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις. Τα σχετικά άρθρα 70 και 72 του Κεφ. 149 έχουν εξηγηθεί σε αριθμό υποθέσεων, και έχει τονιστεί ότι δεν εφαρμόζονται, ειδικά το άρθρο 70 που όπως αντιλαμβάνομαι επ΄ αυτού στηρίζονται οι ενάγοντες, στις περιπτώσεις στις οποίες η πράξη για την οποία επιδιώκεται αποκατάσταση, που περιλαμβάνει και την πληρωμή χρημάτων, τελείται μετά από ρητή απαίτηση (express request) του εναγόμενου. Η απαίτηση των εναγόντων στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο και εδράζεται, δίχως κάποια αναφορά σε άλλη πραγματική και νομική βάση, στο επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Στη βάση αυτού του συμβολαίου απαιτούν υπαλλακτικά την επιστροφή των χρημάτων ως αδικαιολογήτως καταβληθέντα και ως χρήματα που λήφθηκαν από τον εναγόμενο. Από τα μέχρι τώρα αναλυθέντα σε σχέση με τη νομική πτυχή του άρθρου 70, είναι φανερό ότι η απαίτηση δεν μπορεί να έχει βάσιμο νομικό έρεισμα στο άρθρο αυτό. Παρόλα αυτά θα προχωρήσω σε περαιτέρω εξέταση του θέματος χάριν πληρότητας της απόφασης. Τα ουσιώδη συστατικά στοιχεία που πρέπει να υπάρχουν αλλά και να συντρέχουν ώστε να μπορούν να θεμελιώσουν το δικαίωμα ή το δόγμα του αδικαιολόγητου πλουτισμού κάτω από το άρθρο 70 έχουν εξηγηθεί στην υπόθεση Ismini Kyriacou HjiLoizi & Others v. Irini Lona
(1963)2 CLR 11. Τα παραθέτω αυτούσια. "On a fair reading of sec.70 it appears that four conditions are required to establish a right of action, namely, (
  1. a)the act must be done lawfully; (
  2. b)for another person; (
  3. c)it must be done by a person not intending to act gratuitously; and (
  4. d)the person for whom the act is done must enjoy the benefit of it. The fulfillment of the conditions is a question of fact in each case". Η διαζευκτική απαίτηση των εναγόντων στηρίζεται και έχει ως βάση της συναλλαγή και συμφωνία που έχει ήδη κριθεί άκυρη και παράνομη. Έγινε για την καταστρατήγηση του Νόμου και ως τέτοια είναι παράνομη και κατ΄ επέκταση άκυρη. Ο Νόμος που Προνοεί Περί Ελέγχου Ενοικιαγοράς, Πωλήσεως Επί Πιστώσει και Μισθώσεως Ιδιοκτησίας Ν.32/66είναι σχετικός. Η όλη φιλοσοφία αλλά και η ουσία του Νόμου έχει άμεση σχέση με την ιδιοκτησία αντικειμένων. Σχετικός είναι ο ορισμός, στο άρθρο 2, της "σύμβασης ενοικιαγοράς" ότι είναι σύμβαση κάτω από οποιαδήποτε μορφή δυνάμει της οποίας ένα πρόσωπο λαμβάνει από κάποιο άλλο πρόσωπο ορισμένη ιδιοκτησία. Αυτό μπορεί να συμβεί με μίσθωση, με αντάλλαγμα περιοδικών πληρωμών και με δικαίωμα αγοράς ή κτήσεως της κυριότητας της ιδιοκτησίας. Η ύπαρξη, συνεπώς, ιδιοκτησίας επι συγκεκριμένων αντικειμένων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την έγκυρη κατάρτιση σύμβασης ενοικιαγοράς, αφού κεντρικός σκοπός του Νόμου 32/66, ως υπεδείχθη στην υπόθεση Αντωνιάδου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 530, είναι ο έλεγχος των χρηματοπιστωτικών προεκτάσεων συμβάσεων ενοικιαγοράς. Προσθέτω ότι έχει ως βάση αλλά και αντικείμενο την ύπαρξη ιδιοκτησιακού καθεστώτος επί αντικειμένων. Δεν συνιστά άλλη μορφή ή άλλου είδους ή τρόπου δανεισμού, αλλά έχει τη ρίζα του στη ρύθμιση και έλεγχο της διάθεσης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος διαφόρων αντικειμένων. Ως υπεδείχθη στην υπόθεση Τσαρτελλής (κατωτέρω), η ενοικιαγορά, όπως ο όρος υποδηλώνει, αποτελεί κατ΄ ουσία μορφή αγοράς του πράγματος που αποτελεί το αντικείμενο της δικαιοπραξίας με τμηματική αποπληρωμή της τιμής απόκτησής τους. Το άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, προνοεί ότι η αντιπαροχή ή ο σκοπός μιας συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός αν (α) είναι απαγορευμένος από το νόμο, (β) είναι τέτοιας φύσης ώστε αν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου. Σε τέτοια περίπτωση η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος και η συμφωνία άκυρη. Και δεν νομίζω ότι τίθεται εν αμφιβόλω ότι η καταστρατήγηση του Νόμου 32/66 συνιστά παρανομία που επιφέρει ακυρότητα στη συμφωνία. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 26η έκδοση, παρα. 2067, σελ. 1348, κάτω από τον ευρύτερο τίτλο της αποκατάστασης (restitution) εξηγείται ότι αν έχουν καταβληθεί χρήματα δυνάμει συμφωνίας που δεν είναι μόνο άκυρη αλλά και παράνομη, τότε δεν μπορούν να επιστραφούν (recovered). Στο ίδιο σύγγραμμα, παρα. 1268, σελ. 786, κάτω από τον τίτλο "Illegality and Public Policy" εξηγείται ότι: "Non-recovery of consideration. While cases in which the plaintiff seeks the enforcement of an illegal contract are governed by the maxim ex turpi causa non oritur actio, those in which he seeks some release from its operation fall within the principle in pari delicto potior est conditio defendentis. The result of the application of this principle is that where both parties, contracting on an equal footing, are aware of the illegal nature of the contract, whether it be on its face illegal or whether the common intention be to carry out the contract in an illegal manner neither party can recover anything paid or transferred thereunder." Στην υπόθεση Bowmakers Ltd v. Barnet Instruments Ltd
(1944)2 All ER 579, τρία κιβώτια μηχανημάτων αποκτήθηκαν δυνάμει τριών ξεχωριστών συμβάσεων ενοικιαγοράς. Και τα τρία συμβόλαια καταρτίστηκαν παράνομα γιατί παραβίαζαν του κανονισμούς πολέμου της εποχής εκείνης. Οι ενοικιαγοραστές πώλησαν μέρος των μηχανημάτων και δεν τήρησαν τους όρους αποπληρωμής. Παρά το γεγονός ότι τόσο από τα δικόγραφα όσο και από τη μαρτυρία διεφάνη ότι τα συμβόλαια καταρτίστηκαν παράνομα, τέθηκε το ερώτημα κατα πόσο οι ενάγοντες παρέμεναν χωρίς θεραπεία. Επειδή όμως οι ενάγοντες δεν στήριξαν την αγωγή και την απαίτηση τους επί του παράνομου συμβολαίου, αλλά στηρίχθηκαν στον τίτλο τους επί των μηχανημάτων, πέτυχαν αποζημιώσεις για την αποξένωση (conversion) των εμπορευμάτων τους. Να σημειώσω πάντως ότι στο σύγγραμμα Treittel The Law of Contract, 7η έκδοση, σελ. 383, ασκείται κριτική και προβληματισμός για το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης, επειδή, ως εξηγείται, η πιο πάνω προσέγγιση είναι ανοικτή σε ενστάσεις γιατί, επί μεταβιβάσεως περιουσίας στη βάση παράνομης σύμβασης παραγνωρίζεται ένα κρίσιμο και ζωτικό ερώτημα. Κατά πόσο, αν επιτραπεί στον ιδιοκτήτη να πάρει πίσω την περιουσία του, τείνει να ματαιώσει και να ανατρέψει (defeat) το σκοπό του κανόνα Δικαίου ο οποίος καθιστά τη συμφωνία παράνομη. Εξηγείται ακόμα ότι επί ενοικιάσεων αγαθών, που ρυθμίζονται από το Νόμο, ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί να τα πάρει πίσω εκτός αν προηγουμένως επιδώσει επιστολή για την παράβαση (default notice). Τέτοια όμως μέτρα και διαβήματα, ως εξηγείται στηρίζονται επί της συμφωνίας και αν αυτή είναι παράνομη τότε τα μέτρα αυτά δεν είναι διαθέσιμα. Όπως ακριβώς και στην παρούσα υπόθεση που η επιστολή τερματισμού αφορά και άρρηκτα σχετίζεται με τη σύμβαση χρηματοδότησης. Βέβαια, τίθενται και σειρά άλλων ερωτημάτων, το κυριότερο όμως σηματοδοτεί και το άτοπο τέτοιου εγχειρήματος, με την έννοια της υπαλλακτικής βάσης της αγωγής. Δεν είναι βέβαια ασύνηθες ούτε και αποτρεπτικό να τίθενται εναλλακτικές και διαζευκτικές νομικές βάσεις σε μια αγωγή. Το ερώτημα όμως είναι κατά πόσο μπορεί να τεθούν και αν είναι επιτρεπτή η συνύπαρξή τους με την υπάρχουσα βάση της αγωγής, στη βάση της οποία προωθήθηκε και προσκομίστηκε συγκεκριμένη μαρτυρία επί γεγονότων που αποτέλεσε και την ουσία της αντιπαράθεσης. Δηλαδή τη σύμβαση ενοικιαγοράς. Άλλωστε το ασυμβίβαστο διαφορετικών απαιτήσεων με την αναποφεύκτως προσκόμιση μαρτυρίας για τεκμηρίωση της μιας απαίτησης, φυσιολογικά και ταυτόχρονα αποδεικνύει και την ανυπαρξία της άλλης. Ή σε κάθε περίπτωση αναδεικνύει και τη δυσκολία απόδειξης της άλλης. Έτσι για παράδειγμα στην υπόθεση Πατσαλίδου ν. Κυριακίδη
(1977)1 CLR 95 καθώς και στην προγενέστερη Karmiotis v. Pastellis
(1964)1 CLR 447, που αφορούσαν αίτημα για τροποποίηση, τονίστηκαν οι διαφορετικοί κατ' ανάγκην παράγοντες που εφαρμόζονται σε απαιτήσεις που στηρίζονται σε συγκεκριμένες βάσεις αγωγής. Στην παρούσα υπόθεση, η βάση της αγωγής των εναγόντων αλλά και η μαρτυρία επί των γεγονότων που προσκόμισαν ήταν η τεκμηρίωση σύμβασης ενοικιαγοράς. Αναζητήθηκε, από το Δικαστήριο, σε ακριβώς αυτά τα πλαίσια σύμφωνα με τη νομολογία, η αληθής φύση της συναλλαγής και το βασικότερο, ως απαραίτητο, ουσιαστικό συστατικό στοιχείο και προϋπόθεση, η ύπαρξη αντικειμένων και αν πραγματικά υπήρχε πρόθεση μεταξύ των μερών που απέληγε σε πώληση και μεταβίβαση της κυριότητάς τους. Η παράθεση γεγονότων και η προσπάθεια απόδειξης των διαφορετικών βάσεων της αγωγής προσκρούουν, αναποφεύκτως, στις διαφορετικές προϋποθέσεις της ουσίας εκάστης βάσης της αγωγής, που στηρίζεται όμως στο συγκεκριμένο έγγραφο ενοικιαγοράς. Η δυσκολία και το πρακτικά ατελέσφορο προώθησης δύο διαφορετικών αιτιών αγωγής αναδεικνύεται και επιβεβαιώνεται, θα έλεγα, μέσα από τη μαρτυρία του ΜΕ1 επί της οποίες έγινε ο ανάλογος σχολιασμός. Έτσι, για παράδειγμα, στην έκθεση απαιτήσεως η διαζευκτική βάση στηρίζεται στη συνέργεια των εναγομένων στην παρανομία και την ακυρότητα της συμφωνίας. Υπάρχει όμως εύρημα του Δικαστηρίου ότι συνέργησαν στην παρανομία τόσο οι εναγόμενοι όσο και οι ενάγοντες με σκοπό να καταστρατηγήσουν το νόμο. Για να γίνει όμως καλύτερα αντιληπτή η αντιφατικότητα αλλά και το ατελέσφορο των υπαλλακτικών βάσεων της αγωγής των εναγόντων, αφού επέλεξαν να προωθήσουν κατά την ακροαματική διαδικασία, ταυτόχρονα όλες τις αιτίες που καταγράφονται στην έκθεση απαιτήσεως, τίθενται, ως αποτέλεσμα σειρά ερωτημάτων. Αν για σκοπούς συζήτησης θα μπορούσε να στεφθεί με επιτυχία η βάση του άδικου πλουτισμού, εναντίον του εναγόμενου 1, τίθεται το ερώτημα ποια η απαίτηση και ποια πλέον η κατάληξή της εναντίον της εναγόμενης 2 ως εγγυήτριας επί του παράνομου συμβολαίου. Άλλωστε ως ρητά αναφέρεται στην παράγραφο 9 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, η εναγόμενη 2 ενάγεται υπό την ιδιότητά της ως εγγυήτρια του εναγόμενου 1 με βάση την επίδικη συμφωνία. Και πώς μπορεί να συνυπάρξει άδικος πλουτισμός επι παρανόμου συμβολαίου λόγω ανυπαρξίας αντικειμένων; Θα αναφερθώ επ΄ αυτού στη συνέχεια. Τα πιο πάνω θεωρητικά ερωτήματα που τίθενται στον Treitel προβάλλουν ως πρακτικά, πλέον, ζητήματα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και αναζητούν απαντήσεις. Βέβαια, έχω την άποψη ότι το όλο ζήτημα, τελικά, μόνο θεωρητική αξία και σημασία έχει αφού στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως έχουν ήδη διαμορφωθεί τα ευρήματα του Δικαστηρίου η παρανομία της συμφωνίας έγκειται αλλά και συνίσταται στο γεγονός ότι ποτέ δεν υπήρχαν τα αγαθά που ήταν αντικείμενο της ενοικιαγοράς. Οπότε και αν ακόμα η αγωγή και η απαίτηση στηρίζονταν επί του τίτλου των αγαθών δεν θα μπορούσε, όπως θα εξηγηθεί και στη συνέχεια, να υπήρχε άλλη διαφορετική κατάληξη. Στο Indian Contract and Specific Relief Acts, 10η έκδοση, σελ. 583-584, σε σχέση με το Ινδικό άρθρο 70 που είναι το ίδιο με το άρθρο 70 του Κεφ. 149, εξηγείται ότι: "The word 'lawfully' in the section is not mere a surplus age. On the contrary, it is submitted that it is of the essence of the section . . . The word "lawfully" refers to both "does" & "delivers" anything and does not extend the applicability of s.70 to unlawful contracts. Hence to lay a successful claim under s.70 the contract found to be void must not be one which has an illegal consideration or is illegal". Όπως ακόμα εξηγείται, μόνο σε μια νόμιμη σχέση μεταξύ δύο συμβαλλομένων και ακριβώς επί της ύπαρξης αυτής της νόμιμης σχέσης μπορεί να στηριχθεί δικαίωμα να απαιτηθούν αποζημιώσεις. Προς ολοκλήρωση της εικόνας κρίνω πως θα πρέπει να γίνει αναφορά στην υπόθεση Tinsley v. Milligan
(1993)3 All ER 65. Η Βουλή των Λόρδων εξέτασε όλες τις παραμέτρους που πηγάζουν από συμφωνίες που ο σκοπός τους είναι παράνομος. Αφετηρία, θα έλεγα, αποτέλεσε όσα ο Λόρδος Eldon LC ανέφερε στην υπόθεση Muckleston v. Brown (1775-1802) All ER Rep. 501 ι: "The plaintiff stating, he had been guilty of a fraud upon the law, to evade, to disappoint, the provision of the Legislature, to which he is bound to submit, and coming to equity to be relieved against his own act, and the defence being dishonest, between the two species of dishonesty the court would not act; but would say 'Let the estate lie, where it falls'". Ο Lord Jauncey of Tullichettle (σελ. 82), συνόψισε τις αρχές της νομολογίας που αφορούν τη διαφορά μεταξύ της επιβολής των όρων όπως πηγάζουν από μια παράνομη συμφωνία, από την επιβολή των δικαιωμάτων τα οποία ήδη αποκτήθηκαν από την εφαρμογή μιας τέτοιας συμφωνίας. Έθεσε το θέμα ως εξής: "First. It is trite law that the court will not give its assistance to the enforcement of executory provisions of an unlawful contract whether the illegality is apparent ex facie the document or whether illegality of purpose of what would otherwise be a lawful contract emerges during the course of a trial. Second. It is well established that a party is not entitled to rely on his own fraud or illegality in order to assist a claim or rebut a presumption. Third. It has however for some years been recognized that a completely executed transfer of property or of an interest in property made in pursuance of an unlawful agreement is valid and the court will assist the transferee in the protection of his interest provided that he does not required to found on the unlawful agreement." Ο δε Lord Browne Wilkinson επί του ιδίου θέματος επεξήγησε και έθεσε το ζήτημα ως ακολούθως (σελ. 90-92): "A party to an illegality can recover by virtue of a legal or equitable property interest if, but only if, he can establish his title without relying on his own illegality. . . . If therefore reach the conclusion that, although there is no case overruling the wide principle stated by Lord Eldon LC, as the law has developed the equitable principle has become elided into the common law rule. In my judgment the time has come to decide clearly that the rule is the same whether the plaintiff founds himself on a legal or equitable title: he is entitled to recover if he is not forced to plead or rely on the illegality, even if it emerges that the title on which he relied was acquired in the course of carrying through an illegal transaction. . . . In my judgment the court is only entitled and bound to dismiss a claim on the basis that it is founded on an illegality in those cases where the illegality is of a king which would have provided a good defence if raised by the defendant. In a case where a plaintiff is not seeking to enforce an unlawful contract but founds his case on a collateral rights acquired under the contract (such as a right of property) the court is neither bound nor entitled to reject the claim unless the illegality of necessity forms part of the plaintiff's case." Στο σημείο αυτό θα πρέπει, ίσως παρενθετικά, να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση διαφέρει από την περίπτωση που υπάρχει εξαίρεση στον κανόνα ότι επί παρανομίας δεν χωρεί θεραπεία, πλην του εγκαίρως μετανοήσαντα, δηλαδή πριν την ουσιαστική εκτέλεση της σύμβασης, ως ήταν για παράδειγμα η περίπτωση στην υπόθεση Katharina v. Ευθυμίου κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ
  1. Έχω ήδη αναφερθεί και σχολιάσει τη διαζευκτική απαίτηση των εναγόντων. Είναι σαφές και ξεκάθαρο και αποτελεί βασική αρχή του Δικαίου ότι απαίτηση εδραζόμενη επί παρανομίας δεν μπορεί να αναζητήσει τη βοήθεια του Νόμου και του Δικαστηρίου. Για να μπορούσαν να αποκτηθούν παράλληλα δικαιώματα (collateral rights) από την παράνομη συμφωνία ενοικιαγοράς, επί των οποίων και θα μπορούσε ενδεχομένως να αναζητηθεί θεραπεία και δικαστική επιβολή τους, θα έπρεπε, ανεξάρτητα από την ανάγκη δικογράφησής τους, ως βασικό προαπαιτούμενο, να υπάρχουν αντικείμενα υποκείμενα σε ιδιοκτησία. Με άλλα λόγια, ως εξάγεται εκ της νομολογίας που έχει παρατεθεί, μόνο επί της ιδιοκτησίας των αντικειμένων θα μπορούσαν ενδεχομένως να αναζητηθούν, παράλληλα ή άλλα διαφορετικά δικαιώματα τα οποία θα μπορούσαν παραδεκτώς να υποστηρίξουν αιτία και βάση αγωγής. Η υπόθεση Bowmakers ανωτέρω είναι σχετική. Εδώ θα πρέπει να υπομνησθεί ξανά ο κεντρικός σκοπός του Νόμου 32/66 που είναι ο έλεγχος και η ρύθμιση της ενοικιαγοράς αντικειμένων. Δόθηκαν βέβαια, και δεν το παραγνωρίζω, χρήματα στον εναγόμενο, έγιναν μάλιστα, ως κατέδειξε η μαρτυρία, και κάποιες χρηματικές πληρωμές, αλλά ως υπεδείχθη στην υπόθεση Minerva (ανωτέρω), εκεί όπου έγινε πληρωμή ποσού και ο πληρώσας δεν μπορεί να θεμελιώσει κάποια βάση για επιστροφή του, το ποσό δεν επιστρέφεται. Οπότε και οι πληρωμές που έγιναν από τον εναγόμενο δεν μεταβάλλουν τη νομική κατάσταση. Δεν μπορούν οι ενάγοντες να στηριχθούν στις πληρωμές του εναγόμενου ως αναγνώριση της οφειλής του και ως επικάλυψη με αυτό τον τρόπο της παρανομίας. Ούτε και εν πάση περιπτώσει τέθηκε τέτοιο θέμα στην έκθεση απαίτησης. Και η συνέργεια των εναγομένων στην παρανομία, αφού εδώ ουσιαστικά εστιάζεται η εναλλακτική βάση της απαίτησης των εναγόντων, παρεμβάλλω ότι εντοπίζεται στις παραγράφους 11 και 12 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, στηρίζεται και έχει ως βάση της την επίδικη συμφωνία, η οποία όμως δεν παρέχει νόμιμο έρεισμα για θεμελίωση αιτίας προς επιστροφή των χρημάτων. Η συνέργεια όμως των εναγομένων για να εξασφαλίσουν χρήματα από μόνη της δεν καθιστά τη συμφωνία παράνομη και άκυρη. Είναι η γνώση και η συνέργεια των εναγόντων με τους εναγόμενους να καταρτίσουν σύμβαση ενοικιαγοράς επί ανύπαρκτων αντικειμένων που καθιστά την επίδικη συμφωνία εικονική και πλασματική και ως εκ τούτου παράνομη. Και ως τέτοια αφαιρεί κάθε υπόβαθρο και κάθε άλλη αναζήτηση στα πλαίσια του Νόμου. Η απαίτηση των εναγόντων από όποια σκοπιά και αν αντικρυστεί, βασιζόμενη στη συμφωνία ενοικιαγοράς που έχει κριθεί άκυρη και παράνομη, είναι καταδικασμένη και οδηγεί σε πλήρη αποτυχία. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξή μου και χάριν πληρότητας της απόφασης, αν οι πιο πάνω καταλήξεις κριθούν εσφαλμένες, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτησή τους. Θα εξεταστεί το θέμα μόνο σε σχέση με τον εναγόμενο 1 αφού για την εναγόμενη 2 η αντιφατική μαρτυρία του ΜΕ1 συνιστά ανυπέρβλητο εμπόδιο για την περαιτέρω εξέταση της απαίτησης εναντίον της, αφου σε κάθε περίπτωση η αγωγή εναντίον της θα πρέπει να απορριφθεί. Η μαρτυρία του ΜΕ2, Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου, που εργάζεται στο Τμήμα Παρακολούθησης Προβληματικών Λογαριασμών των εναγόντων, που αποτέλεσε μια προσπάθεια απόδειξης του χρέους και εναντίον της εναγόμενης 2, δεν μπορεί να έχει ουσιαστική αξία. Και τούτο γιατί, αφενός είναι αντιφατική σε σχέση με το ΜΕ1 και αφετέρου, ως διεφάνη κατά την αντεξέταση, δεν είχε καμιά γνώση των γεγονότων και όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο, τόσο προφορικά όσο και από τις καταστάσεις λογαριασμού που κατέθεσε ως τεκμήρια, απλώς τα τύπωσε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε άλλο για το επίδικο συμβόλαιο. Τα ίδια ισχύουν και για το ΜΕ4, Παντελή Μιχαηλίδη, Προϊστάμενο στο Τμήμα Αγωγών των εναγόντων. Οι ΜΕ2 και 4 κατέθεσαν καταστάσεις λογαριασμών που αφορούν το επίδικο συμβόλαιο. Έχει ήδη γίνει σχολιασμός ότι τα Τεκμήρια 8 και 10 είναι καταστάσεις λογαριασμού της Marfin Popular Bank Public Co Ltd και έχουν σφραγιστεί με σφραγίδα της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. Αφορούν και οι δύο το συμβόλαιο με αριθμό 4533720, που είναι το επίδικο συμβόλαιο και η διαφορά που εντοπίζεται μεταξύ τους είναι στους τόκους γιατί το μεν ένα φέρει ημερομηνία 10.1.08, το δε άλλο 31.1.
  2. Σύμφωνα με το ΜΕ4, το Τεκμήριο 10 αναφέρει το αρχικό ποσό, τις διάφορες πληρωμές και το σημερινό υπόλοιπο που είναι €24.707,
  3. Καταγράφω και επαναλαμβάνω, εν πάση περιπτώσει, τη σύγχυση που επικρατεί στα Τεκμήρια 8 και 10 μεταξύ των εναγόντων ως χρηματοδοτικού οργανισμού και της Τράπεζας Marfin. Χωρίς οποιεσδήποτε άλλες εξηγήσεις αλλά και για ποιο λόγο οι καταστάσεις λογαριασμού της Τράπεζας σφραγίστηκαν με σφραγίδα των εναγόντων και σε ποιόν οφείλονται σε τελευταία ανάλυση τα διάφορα ποσά που αναφέρονται στις καταστάσεις αυτές, δεν είμαι διατεθειμένος να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στα έγγραφα αυτά. Δεν έχω πειστεί, ελλείψει ουσιαστικής και επεξηγηματικής μαρτυρίας, ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που παρουσιάζονται στα Τεκμήρια 8 και 10 αφορούν τους ενάγοντες και όχι την Τράπεζα. Παραμένει το Τεκμήριο 7 που κατέθεσε ο ΜΕ2, που ως κατέθεσε είναι ο υπεύθυνος παρακολούθησης του συγκεκριμένου λογαριασμού. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 9 που είναι η επιστολή τερματισμού καθώς και το Τεκμήριο 1 που είναι το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 το ποσό της ενοικιαγοράς ήταν για ΛΚ20.000 πλέον ΛΚ4.650 δικαιώματα ενοικιαγοράς, ήτοι για το συνολικό ποσό των ΛΚ24.650 πληρωτέου δια 36 μηνιαίων δόσεων εκ ΛΚ684,72 εκάστης της πρώτης δόσεως αρχομένης την 10.4.00 πλέον ΛΚ10 δικαίωμα αγοράς. Προστίθεται πως, σύμφωνα με τον όρο 2(γ) του συμβολαίου, το οφειλόμενο ποσό θα έφερε τόκο 9%. Το συμβόλαιο τερματίστηκε, σύμφωνα με το Τεκμήριο 9, την 27.11.03 επειδή υπήρχαν καθυστερήσεις από, μέρος της δόσης 10.6.01 μέχρι και 10.3.03 ανερχόμενες στο ποσό των ΛΚ14.848,
  4. Συνάγεται πως ο τερματισμός του συμβολαίου έγινε μετά την καθυστέρηση πληρωμής και λήξη όλων των δόσεων. Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα κ.α. ν. Τσαρτελλή
(2003)1 ΑΑΔ 246, εξηγήθηκε ότι η παράλειψη καταβολής των προβλεπόμενων ενοικιαστικών δόσεων, αφ΄ εαυτής παρέχει έρεισμα για την καταγγελία της, επαγομένη τον τερματισμό της. Τέτοιος όρος ρητά προνοείται στην παράγραφο 4 της σύμβασης ενοικιαγοράς, Τεκμήριο 1, οπότε νομίμως τερματίστηκε η σύμβαση. Σημειώνω όμως πως για τον αυξημένο πέραν του 9% τόκο, οι ενάγοντες απαιτούν τόκο 11,5%, δεν προσκομίστηκε καμιά μαρτυρία, ούτε και στην επιστολή τερματισμού γίνεται οποιαδήποτε αναφορά για τόκους. Έπεται ότι δικαιούνται τον συμβατικό που συμφωνήθηκε στο 9%. Στη βάση των όσων νομολογήθηκαν στην Τσαρτελλής (ανωτέρω) και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο εναγόμενος 1 δεν παρέδωσε τα επίδικα αντικείμενα οι ενάγοντες δικαιούνται απόφαση: Α. Ποσό €25.404,92 που είναι το ισάξιο των ΛΚ14.868,84, με τόκο 9% από τη λήξεως εκάστης καθυστερημένης δόσεως. Β. Διάταγμα παράδοσης των επίδικων αντικειμένων εντός 10 ημερών από της επίδοσης του διατάγματος. Γ. Διάταγμα πώλησης διά δημόσιου πλειστηριασμού των πιο κάτω ενεχυριασμένων μετοχών και το προϊόν της πώλησης, αφαιρουμένω τυχόν εξόδων, να διατεθεί προς εξόφληση του πιο πάνω χρέους. Τυχόν εναπομένον υπόλοιπο να επιστραφεί στον εναγόμενο
  1. 10.000 μετοχές της εταιρείας CYTRUSTEES INVESTMENTS LTD
  2. 50.000 μετοχές της εταιρείας LEPTOS CALYPSO HOTELS LTD
  3. 15.000 μετοχές της εταιρείας OPTIONS EUROCONGREES LTD Δ. Έξοδα υπέρ εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Ε: Το ποσό των 697,11 ευρω που είναι το ποσό των ΛΚ408 που εισπράχθηκε μετά τον τερματισμό του συμβολαίου θα αφαιρεθεί από το πιο πάνω ποσό. Η αγωγή εναντίον της εναγόμενης 2 απορρίπτεται χωρίς καμιά διαταγή για έξοδα. Για όλους όμως τους λόγους που έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί η απαίτηση των εναγόντων δεν μπορεί να έχει αίσια κατάληξη. Ως εκ τούτου απορρίπτεται. Οι εναγόμενοι, ως εκ της ανωτέρω κατάληξης, δικαιούνται απόφαση ως η ανταπαίτηση. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση ως το Α της ανταπαίτησης. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται σε βάρος των εναγόντων και υπέρ των εναγομένων. Επειδή τόσο η αγωγή όσο και η ανταπαίτηση συνεδικάστηκαν, δεν εκδίδεται καμιά διαταγή για τα έξοδα σε σχέση με την ανταπαίτηση. Τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.