← Κύπρος

Δήμου Σεργίου άλλως Δήμου Σεργίου Φιλίππου κ.α. ν. Κυριακού Μιχαήλ κ.α., Αρ. Αγωγής: 11452/07, 22 Μαΐου, 2008

Δήμου Σεργίου άλλως Δήμου Σεργίου Φιλίππου κ.α. ν. Κυριακού Μιχαήλ κ.α., Αρ. Αγωγής: 11452/07, 22 Μαΐου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11452/07 Μεταξύ

  1. Δήμου Σεργίου άλλως Δήμου Σεργίου Φιλίππου
  2. Σταμάτη Σεργίου Εναγόντων και
  3. Κυριακού Μιχαήλ
  4. Χαράλαμπου Μιχαήλ
  5. Αδάμου Μαρτή Εναγομένων Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερ. 28.12.2007 Ημερομηνία: 22 Μαΐου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-ενάγοντες: κ. Μ. Παναγιώτου Για τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους 1 και 2: κ. Δ. Λαμπίδης Για τον καθ' ου η αίτηση-εναγόμενο 3: Καμία εμφάνιση Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή τους οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον όλων των εναγομένων αφενός δήλωση του Δικαστηρίου ότι παράνομα, παράτυπα και αντινομικά κατακρατούν ή/και επεμβαίνουν ή/και χρησιμοποιούν αποκλειστικά ή/και καρπούνται άλλως πως τον υπόγειο κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας επί της οδού Ιεροθέου 32 στη Λευκωσία (στο εξής «ο κοινόχρηστος χώρος») και/ή τους καθορισμένους χώρους στάθμευσης σύμφωνα με το πολεοδομικό σχέδιο και διαζευκτικά δήλωση του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη 1 επιτρέπει στον εναγόμενο 2 να κατακρατεί παράνομα, παράτυπα και αντινομικά τον υπόγειο χώρο στάθμευσης στην αριστερή πλευρά του υπογείου με αποτέλεσμα να εμποδίζει την ελεύθερη διέλευση των εναγόντων στον προκαθορισμένο χώρο στάθμευσης και αφετέρου διατάγματα του Δικαστηρίου για να παύσουν οι ίδιοι οι εναγόμενοι ή/και οι αντιπρόσωποι ή/και υπηρέτες ή/και εκδοχείς τους κάθε κατακράτηση ή/και επέμβαση ή/και αποκλειστική χρήση ή/και κάρπωση του κοινόχρηστου χώρου και ιδιαίτερα να παύσουν να παρεμποδίζουν τους ενάγοντες από του να χρησιμοποιούν την είσοδο του στεγασμένου χώρου στάθμευσης με αποτέλεσμα να μην μπορούν να σταθμεύσουν τα αυτοκίνητα τους καθώς και να αφαιρέσουν άμεσα ή/και αποσύρουν τους στύλους ή/και πασσάλους ή/και τα σίδερα ή/και τις κολώνες ή/και τους τοίχους και όλα τα αντικείμενα που εμποδίζουν ή και επηρεάζουν την ελεύθερη πρόσβαση ή/και διακίνηση των εναγόντων προς τους καθορισμένους χώρους στάθμευσης όπως και το δάπεδο και/ή το περιτοίχισμα που εμποδίζει την ροή των όμβριων υδάτων στον καθορισμένο λάκκο αποχέτευσης σύμφωνα με τα πολεοδομικά σχέδια και την άδεια του Δήμου Στροβόλου και περαιτέρω αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση ή/και οχληρία καθώς και γενικές, ειδικές και τιμωρητικές ή/και επαυξημένες αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 28.12.2007 με την προαναφερθείσα οπισθογράφηση απαίτησης, χωρίς να καταχωρηθεί μέχρι στιγμής η έκθεση απαίτησης. Την ίδια μέρα καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία οι αιτητές-ενάγοντες αξιώνουν σωρευτικά και διαζευκτικά προσωρινά διατάγματα πανομοιότυπα με τα διατάγματα που αξιώνουν στην αγωγή τους, τα οποία δεν δόθηκαν μονομερώς και διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης στους εναγόμενους. Νομική βάση της υπό κρίση αίτησης αποτελούν η Δ.48 θ.θ.1-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, τα άρθρα 21

(1), 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την αίτηση ο ενάγοντας 2 αναφέρει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι συνιδιοκτήτης κατά το ¼ του ακινήτου με αρ. εγγρ. 10/1892, Φ/Σχ. 6162Ε2, Τμήμα 10, τεμ. 1815 στην ενορία Απ. Βαρνάβα και Αγ. Μακαρίου στον Στρόβολο (στο εξής «το επίδικο ακίνητο»), επί του οποίου έχουν ανεγερθεί τα κτίρια και το υπόγειο που αφορούν την παρούσα αγωγή, αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας δε επισυνάπτει ως Τεκμήριο
  1. Η εναγόμενη 1 είναι ιδιοκτήτρια του ½ του επίδικου ακινήτου και ο εναγόμενος 2 είναι ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος διαμερίσματος στην πολυκατοικία που είναι κτισμένη σ' αυτό, του οποίου την κατοχή και χρήση παραχώρησε στον εναγόμενο 2 η εναγόμενη
  2. Και ο εναγόμενος 3 κατέχει και χρησιμοποιεί ένα άλλο διαμέρισμα στην ίδια πολυκατοικία με τον ίδιο τρόπο. Επισυνάπτοντας κάτοψη αρχιτεκτονικού σχεδίου ως Τεκμήριο 2, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι τα κτίρια επί του επίδικου ακινήτου κατέχουν πολεοδομική άδεια και όχι τελική έγκριση και για το λόγο αυτό δεν έχουν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι για τα διαμερίσματα. Κατά ή περί τις 18.7.2006 οι ενάγοντες απέστειλαν μέσω του δικηγόρου τους επιστολή προς την εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 3) με την οποία την καλούσαν να άρει την παράνομη επέμβαση επί του υπογείου του επίδικου ακινήτου και συγκεκριμένα να κατεδαφίσει τα καλούπια και/ή το περιτοίχισμα και/ή τους πασσάλους που τοποθετήθηκαν στην δίοδο προς το υπόγειο από την ίδια και/ή από τον εναγόμενο 2 εφόσον με την παράνομη αυτή ενέργεια στον κοινόχρηστο χώρο εμποδίζεται η απρόσκοπτη διέλευση των εναγόντων και των οχημάτων τους καθώς και η ροή των όμβριων υδάτων στον προκαθορισμένο χώρο αποχέτευσης. Ωστόσο πρόσφατα ο εναγόμενος 2 προχώρησε σε έργα που δείχνουν την πρόθεση του να κλείσει παράνομα και/ή παράτυπα τον αριστερό χώρο του υπογείου και να τον χρησιμοποιήσει ως εργαστήριο ή ως δωμάτιο με αποτέλεσμα η παράνομη αυτή επέμβαση να εμποδίζει τους ενάγοντες στη χρήση του κοινόχρηστου χώρου και/ή του χώρου στάθμευσης και να προκαλεί συσσώρευση των νερών της βροχής, εφόσον έκλεισε η ευρισκόμενη εκεί αποχέτευση και κατ' επέκταση υγρασία στους τοίχους με κίνδυνο καταστροφής των θεμελίων του κτιρίου και ανεπανόρθωτες συνέπειες. Η εναγόμενη 1 αποδέχθηκε με την ανοχή και την απραξία της την παράνομη και αντινομική στάση του εναγόμενου 2 ενόσω η τοποθέτηση των στύλων και/ή του περιτοιχίσματος απέκοψε κάθε πρόσβαση προς τους χώρους στάθμευσης που είναι αναγκαίοι για τη στάθμευση των αυτοκινήτων των ιδιοκτητών και/ή ενοίκων των διαμερισμάτων. Μετά την αποστολή της προαναφερθείσας επιστολής και τις διαπραγματεύσεις που επακολούθησαν μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων για να επιλυθεί φιλικά το πρόβλημα, ο εναγόμενος 2 προχώρησε σε περαιτέρω παράνομες επεμβάσεις και/ή ενέργειες, τοποθετώντας πασσάλους και/ή περιτοίχισμα που παρεμποδίζουν τους ενάγοντες να χρησιμοποιήσουν τους χώρους στάθμευσης με αποτέλεσμα να δημιουργείται δυσφορία και ταλαιπωρία σε όλους τους ενοίκους του κτιρίου αλλά και ο ενάγοντας 2 να αναγκάζεται να ενοικιάζει το διαμέρισμα του επί της υπό αναφορά πολυκατοικίας σε χαμηλότερη τιμή λόγω μη δυνατότητας χρησιμοποίησης του καλυμμένου χώρου στάθμευσης. Οι διαβουλεύσεις μεταξύ των συνηγόρων των διαδίκων δεν οδήγησαν σε συμφωνία για ρύθμιση της κατάστασης. Ο εναγόμενος 3 κατέχοντας ένα τμήμα του υπόγειου χώρου που είναι κλεισμένο με ξύλα και το χρησιμοποιεί ως δωμάτιο και/ή ως αποθήκη, παρόλο που του έγιναν συστάσεις για να άρει την παράνομη επέμβαση, αρνείται προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι υπάρχει παρανομία εκ μέρους του εναγόμενου
  3. Τέλος, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι υπάρχει καλή βάση αγωγής και πολύ σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας για τους ενάγοντες καθώς και θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, αλλά και δημιουργείται σοβαρό πρόβλημα από τη συσσώρευση των όμβριων υδάτων με κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στους ενάγοντες ενόσω ο υπόγειος χώρος στάθμευσης δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί λόγω των ενεργειών του εναγόμενου
  4. Στην ένσταση των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 1 και 2 ημερομηνίας 29.1.2008 προβάλλονται ως λόγοι ένστασης ότι η αίτηση είναι αβάσιμη χωρίς πραγματικό υπόβαθρο και νομικό πλαίσιο, ότι είναι παράνομη και παράτυπη μη ικανοποιώντας τις ουσιαστικές διαδικαστικές και νομικές προϋποθέσεις, ότι οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην παρούσα διαδικασία καθότι δεν υπάρχουν εγκεκριμένα σχέδια της αρμόδιας αρχής για τον χώρο του υπογείου, για την ακαταλληλότητα του οποίου ως χώρου στάθμευσης ευθύνονται οι ίδιοι, ότι επιζητείται με την έκδοση των διαταγμάτων η ίδια θεραπεία που ζητείται στην αγωγή, ότι έχει υπάρξει μεγάλη καθυστέρηση από την ισχυριζόμενη επέμβαση και ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος, ότι οι αιτητές εσκεμμένα αποκρύπτουν ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης με αποκλειστικό σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου και με την όλη συμπεριφορά τους παραβιάζουν την συμφωνία τους με τους εναγόμενους με την οποία ρυθμίστηκε η χρήση και η νομή της όλης οικοδομής και του υπογείου. Νομική βάση της ένστασης αποτελούν η Δ.48 θ.4
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, η διακριτική ευχέρεια και οι εξουσίες του Δικαστηρίου και η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 28.1.2008 που συνοδεύει την ένσταση η εναγόμενη 1 αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον εναγόμενο 2 να προβεί στην ένορκη της δήλωση και αποδέχεται την ιδιότητα της ως συνιδιοκτήτριας εξ αδιαιρέτου του ½ του επίδικου ακινήτου και των επ' αυτού ανεγερθέντων κτιρίων αλλά και την ιδιότητα του ενάγοντα 2 και του εναγόμενου 2 σε σχέση με αυτό. Παραδέχεται επίσης ότι υπάρχει άδεια οικοδομής για το επίδικο ακίνητο καθώς και ότι παρελήφθη η επιστολή που της στάληκε από τον δικηγόρο των αιτητών (Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση), χωρίς να αποδέχεται τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σ' αυτήν, έχοντας αποστείλει απάντηση μέσω του δικηγόρου της ημερομηνίας 27.7.2006, Τεκμήριο
  1. Αρνείται ότι ο εναγόμενος 2 προέβη σε έργα που κατά τον ισχυρισμό του ενάγοντα 2 αποτελούν παράνομη επέμβαση και ισχυρίζεται ότι οποιαδήποτε εργασία έγινε στον υπόγειο χώρο εκ μέρους των εναγομένων ήταν μέσα στα πλαίσια συμφωνίας για ρύθμιση της χρήσης, νομής, κάρπωσης και εκμετάλλευσης του υπόγειου κοινόχρηστου χώρου ενόσω οι ενάγοντες, με την όλη συμπεριφορά τους και τις από αυτούς ανεγερθείσες παράνομες οικοδομικές κατασκευές εντός και εκτός του υπόγειου χώρου, εξουδετέρωσαν την χρήση του ως χώρου στάθμευσης. Αρνείται τέλος τους λοιπούς ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος των αιτητών προβάλλοντας τη θέση ότι η μη επίλυση του προβλήματος οφείλεται σ' αυτούς, οι οποίοι παράνομα και αυθαίρετα επιδιώκουν τον σφετερισμό των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας της στο επίδικο ακίνητο και επιζητούν την απόλαυση κερδών πέραν του θεμιτού και νόμιμου καθώς και να νέμονται ολόκληρο τον υπόγειο χώρο, ζητώντας την απόρριψη της αίτησης. Κατά την ακρόαση της αίτησης αντεξετάστηκε ο ενόρκως δηλών των αιτητών. Κατά την αντεξέταση του προέκυψε ότι ο ενάγοντας 1 είναι πατέρας του και ο εναγόμενος 3 γαμπρός του και ο ίδιος διαμένει στην Έγκωμη τα τελευταία τέσσερα χρόνια ενόσω προηγουμένως διέμενε στο επίδικο ακίνητο, στο οποίο διαμένει ο πατέρας του. Η χρήση του υπογείου μετά την οικοδόμηση του γινόταν από τις δυο οικογένειες κατά το ήμισυ και σ' αυτό ο εναγόμενος 3 χρησιμοποιεί ένα μέρος που απέκοψε με ξύλινη κατασκευή, που δεν αρνείται να κατεδαφίσει αν και οι λοιποί εναγόμενοι κάνουν το ίδιο. Ενέμεινε ότι υπάρχουν εγκεκριμένα σχέδια που καθορίζουν χώρους στάθμευσης στο υπόγειο και δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τον δικό του χώρο στάθμευσης εφόσον έχει κλείσει η προκαθορισμένη είσοδος του υπογείου. Οι εναγόμενοι 1 και 2 εδώ και 25 χρόνια χρησιμοποιούν τον υπόγειο χώρο και τον παρεμποδίζουν να σταθμεύει και να εισέλθει στους χώρους στάθμευσης του υπογείου. Καταχώρησε την παρούσα αγωγή για να προβεί σε αίτηση για τελική έγκριση της οικοδομής επί του επίδικου ακινήτου. Θυμάται ότι είχε πλημμυρίσει το υπόγειο 2 με 3 φορές αλλά όχι τα τελευταία 3-4 χρόνια και δεν γνωρίζει κατά πόσο έγινε αποχετευτικός λάκκος για τα όμβρια ύδατα από τους εναγόμενους αν και φαίνεται να έγινε γρίλια. Δεν συμφώνησε επίσης ότι η χρήση του υπόγειου χώρου από τους εναγόμενους γίνεται σύμφωνα με σχετική ρύθμιση μεταξύ του πατέρα του και της εναγόμενης
  2. Αγορεύοντας στη συνέχεια οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα, με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία. Ο συνήγορος των αιτητών-εναγόντων εισηγήθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και οι αιτητές νομιμοποιούνται να ενάγουν με βάση την παράνομη επέμβαση των εναγομένων στον κοινόχρηστο χώρο εφόσον η επέμβαση αυτή έχει μόνιμο χαρακτήρα, παραπέμποντας σχετικά στην απόφαση Λάμπρου κ.α. ν. Κεφάλα κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 1516. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων, ο οποίος υπέδειξε ότι δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος στην παρούσα υπόθεση όπως διαφαίνεται από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά ούτε και οι προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων δεδομένου και του ότι η αιτούμενη με την αγωγή θεραπεία είναι πανομοιότυπη με αυτά. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, η έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με την απόφαση Inter Depol Limited v. Kyriakos Papavassiliou Ltd
(1984)1 ΑΑΔ 769, ακόμη και αν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται θεραπείας ο ενάγων, πρέπει να ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Κarydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis
(1975)1 AAΔ 321, Acropol Shipping Company Ltd v. Rossis
(1976)1 ΑΑΔ 38, Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 AAΔ 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 AAΔ 231, G. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1979)1 AAΔ 689, Μ. & M. Transport Co. Ltd v. Eteria Astikon Leoforion Lemessou Ltd
(1981)1 AAΔ 605, Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557, National Bank v. Motovia Ltd
(1987)1 AAΔ 303, Metro Shipping v. Global Cruises
(1989)1 ΑΑΔ 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 ΑΑΔ 54, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α. (πιο πάνω) έχει αναλυθεί με σαφήνεια το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και έχει λεχθεί ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης που έχει ενώπιον του, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό. Ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη, αναφορά γίνεται κατά κανόνα στη δικογραφία, κυρίως στην έκθεση απαιτήσεως, σε συσχετισμό με τη νομική βάση της απαίτησης. Σε σχέση με το κριτήριο της πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία αρκεί βάσει της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης υπό το φως της προσφερόμενης μαρτυρίας να καταδειχθεί μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αναφορικά δε με το τρίτο κριτήριο μόνο τότε ικανοποιείται όταν δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η θεραπεία που επιζητείται. Εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της δίκης η έκδοση ή η διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποκλείεται. Όπως λέχθηκε ωστόσο στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης αλλά και άλλα δεδομένα που μπορεί να εμποδίσουν την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. και Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741). Είναι νομολογημένο ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα πρέπει να αποφεύγεται να λέγεται από το Δικαστήριο οτιδήποτε καθώς και να ασκείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθεί η αναφορά δηλώσεων που πιθανόν να θεωρηθεί ότι προδικάζει τα επίδικα θέματα που θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω)). Εξετάζοντας στη συνέχεια τις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στην παρούσα υπόθεση με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία και όσα δεδομένα υπάρχουν και τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι δεν έχει δοθεί μαρτυρία με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφορικά με την σχέση του ενάγοντα 1 με το επίδικο ακίνητο και ειδικότερα κατά πόσο είναι συνιδιοκτήτης αυτού, εκτός κάποιας αναφοράς που γίνεται στο Τεκμήριο 3 της αίτησης αλλά και του ότι έγινε κάποια νύξη από τον ενάγοντα 2 κατά την αντεξέταση του ότι ο ενάγοντας 1 είναι πατέρας του και διαμένει στο επίδικο ακίνητο ως συνιδιοκτήτης, ενόσω μάλιστα δεν φαίνεται ο ενάγοντας 1 να εξουσιοδότησε τον ενάγοντα 2 να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Συνεπώς ως προς τον αιτητή-ενάγοντα 1, δεν αποδείχθηκε ότι νομιμοποιείται να υποβάλει την παρούσα αίτηση και δεν θα ήταν ορθό σε σχέση με αυτόν να εξεταστεί κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Ως προς τον αιτητή-ενάγοντα 2 κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά το θέμα της διάπραξης παράνομης επέμβασης εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων καθώς και ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία. Δεν θα ήταν ορθό ή σκόπιμο να προβώ σε ανάλυση της μαρτυρίας ή αξιολόγηση της στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Είναι αρκετό να λεχθεί ότι οι ενάγοντας 2 είναι συνιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου με την εναγόμενη 1, θέση που αποδέχονται οι εναγόμενοι 1 και 2, και οι εναγόμενοι προέβησαν σε ενέργειες επέμβασης στο υπόγειο του κοινόκτητου επίδικου ακινήτου που ενδέχεται να μην είναι νόμιμες. Το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι οι πράξεις τους αναφορικά με την χρήση του κοινόχρηστου χώρου έγιναν κατόπιν παλαιότερης σχετικής συμφωνίας, καταδεικνύει ότι όντως αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά την κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης. Σύμφωνα με το άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το αδίκημα της παράνομης επέμβασης συναρτάται με την παράνομη είσοδο ή πρόκληση ζημιάς σε ακίνητη ιδιοκτησία. Από τα γεγονότα της υπόθεσης συνάγεται ότι η απαίτηση του ενάγοντα 2 βασίζεται στην παράνομη επέμβαση επί του επίδικου ακινήτου όπως ισχυρίζεται (βλ. Κυρίσαββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245). Εφόσον δε είναι αποδεκτό από τον ίδιο ότι δεν διαμένει στο επίδικο ακίνητο και δεν έχει κατοχή αυτού βασίζει το αγώγιμο δικαίωμα του στο χαρακτήρα της επέμβασης που κατά τον ισχυρισμό του είναι μόνιμη (βλ. Λάμπρου κ.α. ν. Κεφάλα κ.α.(πιο πάνω). Σύμφωνα δε με τη νομολογία, ένας συνιδιοκτήτης μπορεί να εγείρει αγωγή για παράνομη επέμβαση εναντίον άλλου συνιδιοκτήτη μόνο αν πραγματικά εκδιώχθηκε από το ακίνητο ή του αφαιρέθηκε η κατοχή της ιδιοκτησίας (βλ. Kakoullou and another ν. Kakoulli
(1985)1 ΑΑΔ 355). Πέραν του ότι και οι δύο αντίθετες εκδοχές οδηγούν στην αντίληψη ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κρίνεται ότι η εκδοχή των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 1 και 2 δεν περιέχει στοιχεία τα οποία στο παρόν στάδιο να καθιστούν αδύνατη την πιθανολόγηση επιτυχίας της αγωγής κατά το στάδιο της δίκης. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση παρόλο που ο αιτητής-ενάγοντας 2 ισχυρίζεται ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην μαρτυρία που έχει προσάξει αναφέρεται σε ζημιές που θα πρέπει να αποδείξει κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης με θετική μαρτυρία ενώ προκύπτει ότι η οποιαδήποτε ζημιά έχει υποστεί συνεπεία των ενεργειών των εναγομένων μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Έχω την άποψη ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή-ενάγοντα 2 δεν καταδεικνύουν ότι οι τυχόν παράνομες ενέργειες των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων επί του επίδικου ακινήτου είναι τέτοιας μορφής ώστε δεν θα είναι εύκολη η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα τους κατάσταση ή ότι δεν θα μπορέσει ο αιτητής-ενάγοντας 2 να αποζημιωθεί πλήρως με χρήματα (βλ. Κυρίσαββα κ.α. ν. Κύζη (πιο πάνω)). Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του περί σοβαρού προβλήματος από τη συσσώρευση των όμβριων υδάτων με κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στο επίδικο ακίνητο διαφάνηκε ότι είναι αόριστοι εφόσον όπως ο ίδιος υποστήριξε κατά τα τελευταία 3-4 χρόνια το υπόγειο δεν πλημμύρισε αλλά και είναι ενδεχόμενο να κατασκευάστηκε αποχετευτικός λάκκος για τα όμβρια ύδατα εκ μέρους των εναγομένων, που εν μέρει εξουδετερώνει τους φόβους του. Διαπιστώνεται κατά συνέπεια ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η προϋπόθεση ότι ο αιτητής-ενάγοντας 2 εάν επιτύχει στην αγωγή του δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί πλήρως στο μεταγενέστερο εκείνο στάδιο. Πέραν των προαναφερθέντων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του αιτητή-ενάγοντα 2, δεδομένου αφενός ότι δεν απεδείχθη ότι η οποιαδήποτε ζημιά του δεν είναι θεραπεύσιμη με την καταβολή αποζημιώσεων ενόσω μάλιστα όπως ο ίδιος ισχυρίζεται οι ενέργειες των εναγομένων άρχισαν πριν από το έτος 2006, κατά τον ίδιο διαρκούν εδώ και 25 χρόνια, αλλά κινήθηκε με την παρούσα αγωγή εναντίον τους μετά από δύο χρόνια περίπου, χωρίς στο μεταξύ να έχουν προκύψει ουσιαστικές βλάβες και αφετέρου οι ισχυρισμοί περί σοβαρού προβλήματος από τη συσσώρευση των όμβριων υδάτων με κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς διαφάνηκε ότι είναι αόριστοι, όπως ήδη αναφέρθηκε και συνεπώς δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στο παρόν στάδιο. Τα πιο πάνω ισχύουν κατ' αναλογία και για τον αιτητή-ενάγοντα 1 σε περίπτωση που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι νομιμοποιείτο να υποβάλλει την παρούσα αίτηση είτε ως συνιδιοκτήτης είτε ως κάτοχος του επίδικου ακινήτου. Ως προς τον καθ' ου η αίτηση-εναγόμενο 3, δεδομένου ότι δεν είχε ζητηθεί η έκδοση των διαταγμάτων εναντίον του λόγω της μη εμφάνισης του κατά την διαδικασία μετά την επίδοση σ' αυτόν της επίδικης αίτησης, συνεπεία της πιο πάνω κρίσης του Δικαστηρίου ως προς την έλλειψη συνδρομής των προϋποθέσεων για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων για τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους 1 και 2, θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο για τους ίδιους λόγους να μην εκδοθούν ούτε εναντίον του τα εν λόγω διατάγματα. Τέλος, αν και στη νομική βάση της αίτησης γίνεται αναφορά και στο άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως και στα άρθρα 5 και 7 τα οποία ωστόσο δεν είναι σχετικά με το επίδικο αίτημα των εναγόντων, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επιδιώχθηκε βασικά δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), θέση που αποκλειστικά προωθήθηκε κατά την ακρόαση της αίτησης. Μπορεί να αναφερθεί όμως ότι όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω), με αναφορά στην απόφαση ABP Holdings Ltd κ.α. v. Α. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 694, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου που θεσπίστηκε μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται, χωρίς να αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) κρίθηκε ότι μόνο όπου το αντικείμενο της αγωγής είναι το επίδικο, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 4 του Κεφ. 6 και σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορεί να εξεταστεί το άρθρο αυτό ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Εν πάση περιπτώσει, στην παρούσα υπόθεση έχοντας ήδη εξετάσει το θέμα στη βάση των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το προαναφερθέν άρθρο 32 και καθοδηγούμενη από τις γενικές αρχές σχετικά με την έκδοση διαταγμάτων που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι ούτε δυνάμει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, θα ήταν δυνατόν να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα για τους λόγους που έχουν ήδη αναλυθεί πιο πάνω. Εφόσον δε τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδόθηκαν από το Δικαστήριο όταν οι αιτητές προσέφυγαν σ' αυτό μονομερώς δεν θεωρώ ότι χρειάζεται οποιαδήποτε ενασχόληση με τους ισχυρισμούς του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 1 και 2 αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στην παρούσα υπόθεση. Εν όψει των προαναφερθέντων η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή επιδικάζονται εναντίον των αιτητών-εναγόντων και υπέρ των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 1 και 2 και θα πληρωθούν στο τέλος της αγωγής, ενώ ως προς τον καθ' ου η αίτηση-εναγόμενο 3 δεν επιδικάζονται έξοδα. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.