← Κύπρος

Θεοδώρας Χατζηνικολάου κ.α. ν. Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας, Αρ. Αγωγής: 4140/03, 26 Μαΐου, 2008

Θεοδώρας Χατζηνικολάου κ.α. ν. Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας, Αρ. Αγωγής: 4140/03, 26 Μαΐου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4140/03 Μεταξύ

  1. Θεοδώρας Χατζηνικολάου
  2. Χρυστάλλας Χατζηνικολάου
  3. Ανδρέα Χ"Ιωάννου Εναγόντων και Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας Εναγομένων Αίτηση ημερ. 25.5.2007 Ημερομηνία: 26 Μαΐου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές-εναγομένους: κ. Χρ. Κληρίδης Για Καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες: κ. Κλεάνθους Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές ζήτησαν την εκδίκαση των νομικών σημείων και προδικαστικών θεμάτων που εγείρονται στις παραγράφους 1(α)-(ε) της τροποποιημένης υπεράσπισης τους και διάταγμα απόρριψης της αγωγής ως απαράδεκτης και/ή μη καταδεικνύουσας οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα. Με τη συγκατάθεση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση και μετά από δήλωση παραδεκτών γεγονότων από τις δύο πλευρές, εκδικάστηκαν προδικαστικά τα προαναφερθέντα σημεία που αφορούν τους ισχυρισμούς των αιτητών-εναγομένων και συγκεκριμένα ότι οι ενάγοντες εμποδίζονται από του να εγείρουν την παρούσα αγωγή ως κατά νόμο αβάσιμη και μη περιέχουσα λογικό αγώγιμο δικαίωμα καθώς και ότι δεν υπάρχει βάση αγωγής και ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την αγωγή αλλά και ότι το θέμα της αγωγής αφορά τη διαχείριση καταπιστεύματος και με βάση τα άρθρα 13 και 14

(1)-
(3)του Κεφ. 41 ο μόνος αρμόδιος για καταχώρηση οποιασδήποτε αγωγής για τη διαχείριση καταπιστευμάτων είναι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ενόσω αρμοδιότητα για το θέμα έχει μόνο ο Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και επιπρόσθετα σύμφωνα με το νόμο και τους κανονισμούς έπρεπε να ακολουθηθεί συγκεκριμένη διαδικασία και τέτοια θέματα αποφασίζονται με αίτηση με αποτέλεσμα η αγωγή να πάσχει εξ υπαρχής. Πρέπει αρχικά να επισημανθεί ότι με την αγωγή τους οι ενάγοντες, υπό την ιδιότητα των δύο πρώτων ως μετόχων εταιρείας και/ή νόμιμων δικαιούχων κατοχής του καφενείου Χατζησάββα και του τρίτου ως εξ αίματος συγγενή και κληρονόμου του αποβιώσαντος Κυπρή Χατζησάββα, επιζητούν διατάγματα του Δικαστηρίου ότι η χρήση και ενοικίαση του καφενείου Χατζησάββα δεν εκπληρώνει τους όρους του κληροδοτήματος όπως αυτό ορίζεται στη διαθήκη καθώς και να διατάσσονται οι εναγόμενοι να συμμορφωθούν με τους όρους του κληροδοτήματος, να επαναφέρουν τη λειτουργία του εν λόγω καφενείου ως η πρόθεση του διαθέτη του κληροδοτήματος και να παρεμποδίζονται οι εναγόμενοι και/ή αντιπρόσωποι τους να χρησιμοποιούν το καφενείο αυτό ως κερδοσκοπική επιχείρηση. Με την τροποποιημένη υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι εγείροντας τα προαναφερθέντα προδικαστικά θέματα αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων αναφορικά με την ουσία της αγωγής και με την τροποποιημένη απάντηση τους οι ενάγοντες εμμένουν στις θέσεις τους απορρίπτοντας και τις προδικαστικές ενστάσεις των εναγομένων. Κατά την εκδίκαση προδικαστικά των θεμάτων που αναφέρθηκαν, κατατέθηκε εκ συμφώνου η διαθήκη που αφορά κληροδότημα υπέρ του Παγκυπρίου Γυμνασίου και του Παρθεναγωγείου Φανερωμένης, τα οποία διαχειρίζονται ή εποπτεύουν οι εναγόμενοι, όπου και εμφαίνονται οι όροι του κληροδοτήματος, ως Τεκμήριο Α. Δηλώθηκε επίσης εκ συμφώνου ως παραδεκτό γεγονός ότι από τη διαθήκη, Τεκμήριο Α, ημερομηνίας 24.10.1946 του Κυπρή Χατζησάββα δημιουργείται κληροδότημα-εμπίστευμα το οποίο θα χρησιμοποιείται για αγαθοεργούς σκοπούς. Περαιτέρω, δηλώθηκε εκ μέρους του συνηγόρου των αιτητών-εναγομένων ότι, για τους σκοπούς της υπό κρίση αίτησης και μόνο, αποδέχεται ότι η διαθήκη δεν ενεγράφη σαν εμπίστευμα δυνάμει των προνοιών του άρθρου 2 του Κεφ. 41 στο Υπουργικό Συμβούλιο. Ακολούθως οι συνήγοροι με τις γραπτές τους αγορεύσεις υποστήριξαν τις θέσεις της κάθε πλευράς αντίστοιχα. Ο συνήγορος των αιτητών-εναγομένων υποστήριξε ότι εγείρεται ουσιαστικά θέμα αναρμοδιότητας των εναγόντων να προωθούν την αγωγή αλλά και αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 14
(1)-
(3)του περί Αγαθοεργών Ιδρυμάτων Νόμου, Κεφ. 41 (στο εξής «ο Νόμος») καθώς και αντίθεσης της παρούσας αγωγής με το Νόμο και τους Κανονισμούς περί Αγαθοεργών Ιδρυμάτων. Με αναφορά στα παραδεκτά γεγονότα, τη νομοθεσία και τη νομολογία ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι εφόσον η εγγραφή οποιουδήποτε αγαθοεργού ιδρύματος δεν είναι υποχρεωτική ο Νόμος εφαρμόζεται τόσο σε εγγεγραμμένα αγαθοεργά ιδρύματα όσο και σε εμπιστεύματα που δημιουργήθηκαν για αγαθοεργό σκοπό, όπως είναι αποδεκτό ότι δημιουργήθηκε με τη διαθήκη του Κυπρή Χατζησάββα (Τεκμήριο Α) στην παρούσα υπόθεση, οπότε σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 14 του Νόμου το Ανώτατο Δικαστήριο είναι αρμόδιο να επιλαμβάνεται ό,τι τα αφορά με διάδικο πάντοτε τον Γενικό Εισαγγελέα και με την εξουσιοδότηση του. Αντίθετα ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων υποστήριξε ότι η παρούσα αγωγή είναι αναγνωριστική, οπότε οι ενάγοντες δεν είναι υποχρεωμένοι να αποδείξουν αγώγιμο δικαίωμα και το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο οι εναγόμενοι συμμορφώνονται με τους όρους του εν λόγω κληροδοτήματος με την εισήγηση ότι ο Νόμος δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση εφόσον οι εναγόμενοι δεν έχουν νομική υπόσταση ως αγαθοεργό ίδρυμα και συνεπώς ούτε τα άρθρα 13 και 14 αυτού εφαρμόζονται. Αφού επιφυλάχθηκε η απόφαση, κατά την μελέτη της υπόθεσης προέκυψαν ερωτήματα από το Δικαστήριο που τέθηκαν στους συνηγόρους, οι οποίοι με τις συμπληρωματικές τους αγορεύσεις ενέμειναν στις θέσεις τους. Ο συνήγορος των αιτητών-εναγομένων υποστήριξε ότι τα άρθρα 13 και 14 του Νόμου εφαρμόζονται σε κάθε εμπίστευμα που δημιουργήθηκε για αγαθοεργό σκοπό ανεξάρτητα από το αν η διαθήκη που το δημιουργεί έχει καταχωρηθεί στο γραφείο του Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 12 του Νόμου, του οποίου η ύπαρξη σχετίζεται με την απόδειξη του περιεχομένου του καταχωρηθέντος εγγράφου και αποσκοπεί στο να γίνει αποδεκτό ως προς το περιεχόμενο του πιστό αντίγραφο πιστοποιημένο από τον Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, παρουσιάζοντας επιστολή του ιδίου προς τον Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.4.2008, με την οποία καταχωρήθηκε η επίδικη διαθήκη σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο. Ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων υποστήριξε ότι αφενός δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο το γεγονός ότι καταχωρήθηκε μόλις πρόσφατα η επίδικη διαθήκη στον Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως προνοείται στο άρθρο 12 του Νόμου, εφόσον αποτελεί μαρτυρία που δεν μπορεί να εισαχθεί σ' αυτό το στάδιο της υπόθεσης και η καταχώρηση δυνάμει του εν λόγω άρθρου είναι προϋπόθεση για να εφαρμοσθεί το άρθρο 13 του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 21
(1)(Β) του περί Δικαστηρίων Νόμου αρμόδιο για την εκδίκαση αγωγής που αφορά αγαθοεργό ίδρυμα είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο και η παρούσα αγωγή θα πρέπει να προχωρήσει έχοντας ως νομική βάση τους κανόνες ερμηνείας διαθήκης δυνάμει του άρθρου 36 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου. Θεωρώντας το σημείο αυτό κατάλληλο για να γίνει αναφορά στις πρόνοιες του Νόμου που κατά την εισήγηση των αιτητών εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, επισημαίνεται ότι στο άρθρο 2 του Νόμου προνοείται ότι είναι νόμιμο για τους εκάστοτε επιτρόπους εμπιστεύματος αγαθοεργού ιδρύματος για σκοπούς που ορίζονται στο εν λόγω άρθρο μεταξύ των οποίων και οι αγαθοεργοί σκοποί, να αιτηθούν στο Υπουργικό Συμβούλιο πιστοποιητικό εγγραφής του αγαθοεργού ιδρύματος ως νομικού προσώπου. Οι συνέπειες έκδοσης τέτοιου πιστοποιητικού αναφέρονται τόσο στο άρθρο 2 όσο και στο άρθρο 3 του Νόμου και οι προϋποθέσεις χορήγησης του πιστοποιητικού σύστασης αγαθοεργού ιδρύματος και η σημασία του προνοούνται στα άρθρα 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11 του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του Νόμου κάθε συμβόλαιο, διαθήκη ή άλλο έγγραφο που δημιουργεί αγαθοεργό ίδρυμα καταχωρείται στο γραφείο του Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την κατάθεση του συμβολαίου, διαθήκης ή άλλου εγγράφου και πιστοποιημένο αντίγραφο αυτού από τον Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου γίνεται δεκτό ως μαρτυρία του περιεχομένου και της καταχώρησης του. Στο άρθρο 13 του Νόμου προνοείται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έχει εξουσία και δικαιοδοσία να εφαρμόζει κάθε εμπίστευμα που δημιουργήθηκε για αγαθοεργό σκοπό, να δίνει όλες τις οδηγίες και να εκδίδει όλα τα διατάγματα που είναι αναγκαία ή σκόπιμα για τη διαχείριση τέτοιου εμπιστεύματος και να εγκρίνει την πώληση ή άλλη διάθεση περιουσίας του εμπιστεύματος αφού ικανοποιηθεί ότι είναι προς το συμφέρον και όφελος του αγαθοεργού ιδρύματος. Σύμφωνα με το άρθρο 14 ο Γενικός Εισαγγελέας είναι διάδικος σε όλες τις διαδικασίες δυνάμει του Νόμου, τις οποίες μπορεί να αναστείλει ή να συμβιβάσει ή να εξουσιοδοτήσει το συμβιβασμό ζητημάτων που αμφισβητούνται ενόσω από αυτόν εγείρονται όλες οι διαδικασίες εφαρμογής του εμπιστεύματος δυνάμει του άρθρου 13(α) και όσον αφορά τις διαδικασίες δυνάμει των παραγράφων (β) ή (γ) του άρθρου 13 μπορούν να εγερθούν από τον Γενικό Εισαγγελέα ή με την εξουσιοδότηση του από τους επιτρόπους του εμπιστεύματος. Στα άρθρα 15 και 16 του Νόμου προνοείται ο τρόπος που θα διεξάγονται οι προαναφερθείσες διαδικασίες δυνάμει του Νόμου ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα στο άρθρο 15 προνοείται ότι όλες οι διαδικασίες δυνάμει του Νόμου εγείρονται, ακούονται και αποφασίζονται από το Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με τον εκάστοτε νόμο που ισχύει στην Αγγλία αναφορικά με τα αγαθοεργά ιδρύματα. Σύμφωνα με τη νομολογία θέματα που αφορούν την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το συντομότερο δυνατό καθότι είναι αντινομικό να ασκεί το Δικαστήριο δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του (βλ. Λανίτης Λτδ κ.α. v. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225). Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης. Είναι κοινό έδαφος ότι η κρίση του Δικαστηρίου στα προδικαστικά θέματα που εγείρουν οι αιτητές-εναγόμενοι στην τροποποιημένη υπεράσπιση τους είναι καθοριστική για την πορεία της αγωγής, αν γίνει αποδεκτή η θέση των εναγομένων. Αναμφίβολα, ως είναι παραδεκτό επίσης, με την υπό αναφορά διαθήκη δημιουργήθηκε κληροδότημα-εμπίστευμα που χρησιμοποιείται για αγαθοεργούς σκοπούς, το οποίο ωστόσο δεν ενεγράφη σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου. Η ουσιώδης διαφωνία μεταξύ των συνηγόρων των διαδίκων συνίσταται στο κατά πόσο εφαρμόζεται ο Νόμος στην παρούσα περίπτωση και ειδικότερα κατά πόσο τα άρθρα 13 και 14 του Νόμου εφαρμόζονται σε όλα τα εμπιστεύματα που δημιουργήθηκαν για αγαθοεργούς σκοπούς, ανεξάρτητα του αν για αυτά ακολουθήθηκε η διαδικασία που προνοείται στο άρθρο 2 του Νόμου. Παρόλο που είναι κοινή η θέση ότι για το υπό κρίση εμπίστευμα δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία του άρθρου 2 του Νόμου, δεν είχε τεθεί πριν από την έναρξη της ακρόασης της αίτησης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οτιδήποτε από το οποίο να προκύπτει ότι η επίδικη διαθήκη καταχωρίστηκε στο γραφείο του Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την κατάθεση της στον Πρωτοκολλητή ως προβλέπεται στο άρθρο 12 του Νόμου. Αυτό φαίνεται ότι έγινε με την επιστολή του συνηγόρου των αιτητών-εναγομένων ημερομηνίας 8.4.2008, γεγονός που δεν γίνεται αποδεκτό εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων. Δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, το άρθρο 15 του Νόμου παραπέμπει στα ισχύοντα στην Αγγλία αναφορικά με αγαθοεργά ιδρύματα είναι χρήσιμο να γίνει αναφορά στο σύγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, 2001 επανέκδοση, τόμος 5
(2)στις σελίδες 1 επ., όπου αναλύεται η έννοια των αγαθοεργών ιδρυμάτων (Charities). Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2, σελίδα 8 του εν λόγω συγγράμματος ο όρος «αγαθοεργός σκοπός» όταν χρησιμοποιείται υπό τη νομική του έννοια καλύπτει πολλά αντικείμενα αλλά δεν περιλαμβάνει κάποιες δραστηριότητες που ενδέχεται να θεωρούνται αγαθοεργές για τον κοινό άνθρωπο. Όπως ωστόσο διαφαίνεται θεωρούνται ως αγαθοεργοί σκοποί, όσοι αποσκοπούν στην προώθηση της παιδείας και στην βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης απόρων μαθητών (βλ. σύγγραμμα Halsbury´s (πιο πάνω) παρ. 514 επ. και 522 επ.). Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 456 του ίδιου συγγράμματος το Κράτος είναι ο προστάτης των εμπιστευμάτων για αγαθοεργούς σκοπούς και ο Γενικός Εισαγγελέας που το αντιπροσωπεύει είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να διεξάγει διαδικασίες εκ μέρους του Κράτους και να προστατεύει τα αγαθοεργά ιδρύματα. Ως προς τις διαδικασίες που αφορούν αγαθοεργά ιδρύματα μόνο συγκεκριμένα πρόσωπα μπορούν να κινήσουν αυτές και γενικά ο Γενικός Εισαγγελέας είναι αναγκαίος διάδικος. Στην παράγραφο 516 του εν λόγω συγγράμματος αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: «
  1. The role of the Attorney General. The Attorney General represents the beneficial interest, or "objects", of the charity. His duty is to protect the interests of charity generally, and in so doing he contributes to a framework of supervision and control over charities in which the Charity Commission plays a significant, statutory role. However, his role is particularly important in relation to exempt charities, which are largely outside the Charity Commissioners´ jurisdiction. The Attorney General is generally a necessary party to all claims relating to charities, and he may appear either in person or by counsel» (βλ. επίσης παρ. 523 επ. και 531). Περαιτέρω, στην παράγραφο 535 διευκρινίζεται πότε ο Γενικός Εισαγγελέας δεν είναι αναγκαίος διάδικος και αναφέρονται τα εξής: «
  2. When Attorney General is not a necessary party. The Attorney General is not a necessary party where the proceedings concern a private charity, or where the trust is not charitable, or where, whether the trust is charitable or not, the parties taking the proceedings do so under express statutory powers, or where third persons are taking proceedings against charity trustees for specific performance of an agreement». Όπως δε επεξηγείται ¨..A private charity is one for the benefit of private individuals, and not of the public or a section of the public (paras 8 and 52).¨ Όσον αφορά τη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων σε σχέση με εμπιστεύματα στην παράγραφο 477 αναφέρονται τα εξής: «
  3. Jurisdiction to enforce trusts. As a general rule the High Court has jurisdiction to enforce the observance or redress breaches of all trusts, charitable as well as private. The court cannot exercise its charitable jurisdiction if no trust is ascertained. The jurisdiction in the case of charities is more extensive than in the case of private trusts; where the trust is charitable, the court has jurisdiction not only to enforce it and to redress all breaches, but also, in certain circumstances, to make schemes for the administration of the charity and to alter or modify the trust to a greater or less degree by virtue of the cy-pres doctrine. The court equally enforces the execution of trusts where corporations eleemosynary, ecclesiastical, or civil are trustees for charitable or public purposes». Στην Κύπρο, όπως ορθά εισηγήθηκαν οι συνήγοροι, μετά την τροποποίηση του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 με το Νόμο 51/84, σύμφωνα με το άρθρο 21
(1)(Β) όταν η αγωγή αφορά αγαθοεργό ίδρυμα εγείρεται σε οποιοδήποτε Επαρχιακό Δικαστήριο. Το ορθό δε είναι ότι και στο Επαρχιακό Δικαστήριο η διαδικασία που αφορά αγαθοεργό ίδρυμα θα πρέπει να είναι αυτή που προνοείται στο Νόμο και συγκεκριμένα όπως καθορίζεται στους σχετικούς Κανονισμούς (Charities Rules). Ενόψει των πιο πάνω, στην παρούσα υπόθεση, κρίνεται ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί των θεμάτων της αγωγής. Και αυτό επειδή βάσει του περί Δικαστηρίων Νόμου, όπως είναι και αποδεκτό από τα μέρη της υπόθεσης, του έχει εκχωρηθεί η εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Νόμου αναφορικά με αγαθοεργό ίδρυμα. Την εξουσία του αυτή και την δικαιοδοσία βάσει του Νόμου έχει ασκήσει επανειλημμένα το Ανώτατο Δικαστήριο όπως προκύπτει από τη νομολογία (βλ.Mitsis Lemythou Commercial School v. Attorney General of the Republic
(1964)CLR 1, Orphanage and Training School etc. v. Attorney General of the Republic
(1977)1 CLR 302, Archbishop of Cyprus and others v. Attorney General of the Republic
(1981)1 CLR 629). Το Ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με τα ισχύοντα στην Αγγλία όπως προαναφέρθηκε, προφανώς είχε δικαιοδοσία να εφαρμόζει κάθε εμπίστευμα είτε εγγεγραμμένο είτε όχι ακόμα και αν αυτό είναι «private», όπως ο όρος αυτός επεξηγήθηκε ότι αφορά. Κατά συνέπεια ο Νόμος θα εφαρμοζόταν από το Ανώτατο Δικαστήριο και στο υπό κρίση εμπίστευμα, το οποίο, ως είναι παραδεκτό, δημιουργήθηκε με την επίδικη διαθήκη για να χρησιμοποιείται για αγαθοεργούς σκοπούς. Όσον αφορά δε την διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου θα έπρεπε να είναι αυτή που προνοείται στους προαναφερθέντες Κανονισμούς, που με βάση όσα προηγουμένως λέχθηκαν, κατά την αντίληψη μου εξακολουθούν να εφαρμόζονται στο Επαρχιακό Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις. Για το λόγο αυτό θεωρώ ότι η παρούσα αγωγή δεν θα μπορούσε να προχωρήσει υπό την μορφή που έχει εγερθεί. Πέραν αυτού το ουσιωδέστερο θέμα που θα πρέπει να οδηγήσει κατά την εισήγηση των αιτητών-εναγομένων στην απόρριψη της αγωγής είναι ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δεν είναι διάδικος στην παρούσα διαδικασία. Η αναγκαιότητα του να είναι διάδικος ο Γενικός Εισαγγελέας προβάλλει από τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και ισχύουν σύμφωνα με τον Νόμο και στην Κύπρο σχετικά με τα εμπιστεύματα ή ιδρύματα για αγαθοεργούς σκοπούς. Επαναλαμβάνεται ότι στην παρούσα υπόθεση αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι το εμπίστευμα-κληροδότημα του Κυπρή Χ"Σάββα δημιουργήθηκε από τη διαθήκη του, Τεκμήριο Α, και θα χρησιμοποιείται για αγαθοεργούς σκοπούς. Αναμφίβολα η χρήση του εμπιστεύματος για αγαθοεργούς σκοπούς συνάγεται και από το λεκτικό του Τεκμηρίου Α, το οποίο είναι παραδεκτό για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και από αυτό προκύπτει ότι δημιουργήθηκε προς όφελος ομάδας του κοινού δηλαδή μαθητών δυο σχολείων. Σύμφωνα με τα ισχύοντα στην Αγγλία, ο Νόμος εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση ανεξάρτητα του γεγονότος ότι η επίδικη διαθήκη δεν ενεγράφη σαν εμπίστευμα σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου καθώς ακόμη και αν θεωρηθεί ότι δεν καταχωρήθηκε στον Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 12 αυτού. Οι αιτούμενες με την παρούσα αγωγή θεραπείες επιβεβαιώνουν ότι επιδιώκεται η εφαρμογή του εμπιστεύματος και ή η διαχείριση του. Σύμφωνα δε με τα άρθρα 13 και 14 του Νόμου απαιτείται η παρουσία του Γενικού Εισαγγελέα ως διαδίκου και η διαδικασία για τα θέματα αυτά, υπό τις περιστάσεις, θα έπρεπε να εγερθεί από αυτόν. Κατά συνέπεια η προδικαστική ένσταση των αιτητών-εναγομένων που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 1(δ) της τροποποιημένης υπεράσπισης τους και ουσιαστικά προωθήθηκε με την υπό κρίση αίτηση επιτυγχάνει και η αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, θεωρώντας ότι η φύση της υπόθεσης και η ιδιομορφία της δικαιολογούν παρέκκλιση από τον κανόνα επιδίκασης των εξόδων υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου, κρίνεται ότι είναι ορθό και δίκαιο να μη γίνει οποιαδήποτε διαταγή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.