← Κύπρος

Γιολάντας Χατζησωτηρίου ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ, Αρ. Αγωγής: 6582/03, 27 Μαΐου, 2008

Γιολάντας Χατζησωτηρίου ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ, Αρ. Αγωγής: 6582/03, 27 Μαΐου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6582/03 Μεταξύ Γιολάντας Χατζησωτηρίου Ενάγουσας και Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ Εναγομένων Ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 10.1.2008 Μεταξύ Γιολάντας Χατζησωτηρίου Ενάγουσας και Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 27 Μαΐου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Σταυρινίδης Για Εναγομένους: κα Πολυβίου-Κραμβή Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα απαιτεί από τους εναγόμενους το ποσό των £3.506 ως οφειλόμενα παρεμφερή ωφελήματα και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος η ενάγουσα κατά τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν υπάλληλος των εναγομένων και εργαζόταν από την 1.6.1973 μέχρι και τις 16.6.1999, οπότε και αφυπηρέτησε στη θέση λογιστικού γραφέα, όντας μέλος των συντεχνιών των υπαλλήλων που εργάζονται στους εναγόμενους και τυγχάνοντας όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από τις συλλογικές συμβάσεις μεταξύ εναγομένων και των συντεχνιών των υπαλλήλων των Κυπριακών Αερογραμμών. Οι εναγόμενοι είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και δραστηριοποιείται στον τομέα των αερομεταφορών και η ενάγουσα από τον χρόνο προσλήψεως της συνεισέφερε στο Ταμείο Προνοίας υπαλλήλων των εναγομένων ενόσω οι εναγόμενοι συνεισέφεραν στο εν λόγω Ταμείο τη δική τους αναλογία για την ενάγουσα. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο αφυπηρέτησης της υπέγραψε το έγγραφο απαλλαγής ημερομηνίας 16.6.1999 το οποίο παρέδωσαν οι εναγόμενοι προς αυτή, με ρητή επιφύλαξη των δικαιωμάτων της για την καταβολή του ποσού που της αναλογούσε από τις αυξήσεις ύψους 1.5% σε παρεμφερή δικαιώματα που θα παραχωρούντο από τους εναγόμενους στους υπαλλήλους τους, δεδομένου ότι κατά το χρόνο αφυπηρέτησης της δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των εναγομένων και των συντεχνιών ο τρόπος κατανομής των παρεμφερών δικαιωμάτων που θα λάμβαναν οι υπάλληλοι των εναγομένων. Κατά ή περί τις 29.3.2000 συμφωνήθηκε μεταξύ των εναγομένων και των συντεχνιών των υπαλλήλων τους στις οποίες ανήκε και η ενάγουσα, η ανανέωση της συλλογικής σύμβασης, βάσει της οποίας αποφασίστηκε ο τρόπος κατανομής των παρεμφερών δικαιωμάτων με τρόπο ώστε η ενάγουσα να δικαιούται 1.5% επί των παρεμφερών δικαιωμάτων που παραχωρήθηκαν από τους εναγόμενους στους υπαλλήλους τους και κάλυπταν την περίοδο από 1994-1997, με αποτέλεσμα η αναλογία που αντιστοιχούσε στην ενάγουσα να είναι το απαιτούμενο ποσό. Παρά τη ρητή προαναφερθείσα επιφύλαξη της ενάγουσας ως προς το εν λόγω δικαίωμα της, οι εναγόμενοι παράνομα και/ή αντισυμβατικά αφαίρεσαν το ποσοστό 1.5% από το δικαίωμα της επί του Ταμείου Προνοίας, δηλαδή το απαιτούμενο ποσό των £3.506, το οποίο κατακράτησαν χωρίς να το παραδώσουν. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης το ποσό του Ταμείου Προνοίας που εδικαιούτο η ενάγουσα κατά τις 16.6.1999 ήταν £55.191,16, από το οποίο αφαιρείται ποσοστό 3% που αποτελεί τη συνεισφορά της ενάγουσας στο αναλογικό σχέδιο συντάξεως των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερομηνίας 1.10.1980, δηλαδή το ποσό των £7.012, παραμένοντας το υπόλοιπο των £48.179,16 και η ενάγουσα απαιτεί το ήμισυ του ποσού των £7.012 που αφαιρέθηκε δηλαδή ποσό £3.506. Παρά την προφορική αλλά και τις γραπτές απαιτήσεις, με τις επιστολές ημερομηνίας 5.12.2001 και 29.5.2002, της ενάγουσας προς τους εναγόμενους να της καταβάλουν το εν λόγω ποσό, οι εναγόμενοι με τις επιστολές τους ημερομηνίας 20.12.2001 και 5.7.2002 αρνήθηκαν, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί ζημιά λόγω της παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγομένων. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους προβάλλουν αρχικά δύο προδικαστικές ενστάσεις που θα πρέπει κατά τον ισχυρισμό τους να οδηγήσουν σε απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης και ανυπόστατης. Αφενός ότι η ενάγουσα δεν μπορεί να εγείρει αγωγή με βάση συλλογική σύμβαση και το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία και αρμοδιότητα να εφαρμόσει συλλογική σύμβαση και/ή οποιαδήποτε πρόνοια της και αφετέρου ότι κανένα αγώγιμο δικαίωμα ούτε και εύλογο αγώγιμο δικαίωμα προκύπτει με βάση την έκθεση απαίτησης. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι η ενάγουσα ήταν υπάλληλος τους στη θέση γραφέα στο οικονομικό τμήμα μέχρι και τις 16.6.1999 καθώς και ότι ήταν μέλος της συντεχνίας ΣΗΔΗΚΕΚ-ΠΕΟ καθώς και την ιδιότητα των εναγομένων που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης και τη συνεισφορά των διαδίκων σύμφωνα με την αναλογία τους στο Ταμείο Προνοίας υπαλλήλων των εναγομένων. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα αποχώρησε από την εταιρεία τους μετά από δική της επιθυμία με βάση τις πρόνοιες του Σχεδίου Πρόωρης Εθελοντικής Αφυπηρέτησης στις 16.6.1999 υπογράφοντας έγγραφο απαλλαγής ίδιας ημερομηνίας, στο οποίο επεφύλαξε τα δικαιώματα της, καθότι ο τρόπος κατανομής των παρεμφερών δικαιωμάτων προς τους δικαιούχους δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των εναγομένων και των συντεχνιών, όπως η ίδια υποστηρίζει. Παρόλο που παραδέχονται ότι στις 29.3.2000 συνήφθη συλλογική σύμβαση μεταξύ τους και των συντεχνιών των υπαλλήλων τους για ανανέωση των υφιστάμενων συλλογικών συμβάσεων, οι εναγόμενοι αρνούνται ότι η ενάγουσα δικαιούται το απαιτούμενο ποσό καθώς και τις λεπτομέρειες υπολογισμού του, υποστηρίζοντας ότι δεν κατακράτησαν παράνομα και/ή ούτε αντισυμβατικά αφαίρεσαν ποσοστό 1.5% από το δικαίωμα της ενάγουσας επί του Ταμείου Προνοίας. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι σύμφωνα με το άρθρο 2

(4)της εν λόγω συμφωνίας ανανέωσης των συλλογικών συμβάσεων, οι αυξήσεις ύψους 1.5% σε παρεμφερή ωφελήματα που συμφωνήθηκαν στα πλαίσια ανανέωσης της συλλογικής σύμβασης της περιόδου 1994-1997 θα κατατίθεντο σε ειδικό λογαριασμό με το ποσό που αναλογούσε στις αυξήσεις ύψους 2% από 1.1.2000 και 1.1.2001 και το ποσό που θα συσσωρεύετο στον ειδικό αυτό λογαριασμό θα χρησιμοποείτο για κάλυψη ολόκληρου ή μέρους του 3% που αφαιρείτο για σκοπούς κατοχυρωμένου Ταμείου Προνοίας κατά την αφυπηρέτηση και κατά τρόπο δίκαιο για όλο το προσωπικό βάσει αναλογιστικής μελέτης, η ετοιμασία της οποίας θα άρχιζε άμεσα. Μετά την ολοκλήρωση της εν λόγω μελέτης, στις 26.11.2001 συνήφθη μεταξύ των εναγομένων και της συντεχνίας ΣΗΔΗΚΕΚ-ΠΕΟ, στην οποία η ενάγουσα ήταν μέλος κατά τη διάρκεια της εργοδότησης της, συμφωνία αναφορικά με τον τρόπο κατανομής των παρεμφερών ωφελημάτων και σύμφωνα με την παράγραφο 2 της συμφωνίας αυτής η εν λόγω κάλυψη θα χορηγείτο μόνο στις περιπτώσεις υπαλλήλων που αφυπηρετούσαν κανονικά από τους εναγόμενους, δηλαδή σύμφωνα με την παράγραφο (v) στην ηλικία των 60 χρόνων ή μέχρι και πέντε χρόνια νωρίτερα. Συνεπώς οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται την προαναφερθείσα κάλυψη εφόσον δεν αφυπηρέτησε κανονικά δεδομένου ότι γεννήθηκε στις 13.4.1945 και αφυπηρέτησε εθελοντικά στις 16.6.1999, πριν τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας της. Τέλος, οι εναγόμενοι παραδέχονται την αλληλογραφία που αφορούσε την απαίτηση της ενάγουσας προς αυτούς του αξιούμενου ποσού αλλά αρνούνται ότι συμπεριφέρθηκαν παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή ότι η ενάγουσα υπέστη οποιαδήποτε ζημιά, όπως αυτή ισχυρίζεται. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης η ενάγουσα κατέθεσε ενόρκως προς υποστήριξη της εκδοχής της και εκ μέρους των εναγομένων προσφέρθηκε η ένορκη μαρτυρία του Χριστόδουλου Χριστοδούλου (ΜΥ). Κατά την ένορκη της μαρτυρία η ενάγουσα υιοθέτησε τους ισχυρισμούς της που προβάλλει στην έκθεση απαίτησης και κατέθεσε ως Τεκμήρια τα ακόλουθα. Ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της εγκυκλίου προσωπικού αρ. 55/98 ημερομηνίας 10.6.1998 που αφορά το Σχέδιο Πρόωρης Εθελοντικής Αφυπηρέτησης Προσωπικού Κυπριακών Αερογραμμών. Ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της αίτησης της για να επωφεληθεί του εν λόγω σχεδίου ημερομηνίας 25.6.
  1. Ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο της επιστολής των εναγομένων ημερομηνίας 14.6.1999 για έγκριση της αίτησης της. Ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο του εγγράφου απαλλαγής ημερομηνίας 16.6.1999, στο οποίο περιλαμβάνεται και η επιφύλαξη των δικαιωμάτων της. Ως Τεκμήριο 5 κατατέθηκε αντίγραφο του τρόπου υπολογισμού της αποζημίωσης που καταβλήθηκε στην ενάγουσα που ετοιμάστηκε από υπάλληλο του Ταμείου Προνοίας των εναγομένων στις 27.4.
  2. Ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο της συμφωνίας ανανέωσης των συλλογικών συμβάσεων ημερομηνίας 29.3.2000, στην οποία σύμφωνα με την ενάγουσα προνοείται ο τρόπος υπολογισμού των παρεμφερών δικαιωμάτων βάσει του οποίου διεκδικεί το απαιτούμενο από τους εναγόμενους ποσό. Ως Τεκμήριο 7 αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 5.12.2001 της ενάγουσας προς τους εναγομένους με την οποία απαιτεί το επίδικο ποσό. Ως Τεκμήριο 8 αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 20.12.2001 των εναγομένων προς την ενάγουσα με την οποία απέρριψαν το αίτημα της. Ως Τεκμήριο 9 αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 29.5.2002 των δικηγόρων της ενάγουσας προς τους εναγομένους στην οποία επαναλαμβάνεται το αίτημα της ενάγουσας και ως Τεκμήριο 10 αντίγραφο της απαντητικής επιστολής των εναγομένων προς τους δικηγόρους της ενάγουσας ημερομηνίας 5.7.2002 με την οποία επαναλαμβάνεται η άρνηση τους για καταβολή του απαιτούμενου από την ενάγουσα ποσού. Κατά την αντεξέταση της ενάγουσας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11 αντίγραφο της συμφωνίας μεταξύ των εναγομένων και της συντεχνίας ΣΗΔΗΚΕΚ-ΠΕΟ για τον τρόπο κατανομής των παρεμφερών ωφελημάτων ημερομηνίας 26.11.2001, για την οποία η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι δεν εφαρμόζεται στη δική της περίπτωση εφόσον είχε αφυπηρετήσει προηγουμένως με βάση άλλο σχέδιο. Ο ΜΥ, διοικητικός λειτουργός και λειτουργός εργασιακών σχέσεων και ευημερίας στην υπηρεσία ανθρώπινου δυναμικού και διοικήσεως των εναγομένων, υποστήριξε ως εμπλεκόμενος κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για συνομολόγηση των συλλογικών συμβάσεων μεταξύ των εναγομένων και των συντεχνιών του προσωπικού τους, ότι δυνάμει του Τεκμηρίου 11 συμφωνήθηκε ο τρόπος κατανομής των παρεμφερών ωφελημάτων που δόθηκαν προς όφελος του προσωπικού των εναγομένων κατά τη συνομολόγηση της συλλογικής σύμβασης και δεν μπορεί η συμφωνία αυτή να εφαρμοστεί στην περίπτωση της ενάγουσας εφόσον αυτή αποχώρησε εθελούσια από την εταιρεία σε ηλικία 53 ετών και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιούχος των παρεμφερών ωφελημάτων. Ωστόσο ακόμα και αν υπολογίζετο το ποσό των παρεμφερών ωφελημάτων με βάση το Τεκμήριο 11 δεν προκύπτει το ποσό που διεκδικεί η ενάγουσα από τους εναγόμενους. Αγορεύοντας οι συνήγοροι υποστήριξαν τη θέση της κάθε πλευράς αντίστοιχα με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομική της πτυχή. Η κα Πολυβίου-Κραμβή υποστήριξε αρχικά ότι η ενάγουσα δεν έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εφόσον η αγωγή βασίζεται σε συλλογική σύμβαση την οποία το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία και αρμοδιότητα να εφαρμόσει, επικαλούμενη σχετική επί του θέματος νομολογία. Περαιτέρω, επί της ουσίας εισηγήθηκε ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία σε συνδυασμό με τα κατατεθέντα τεκμήρια προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται τα παρεμφερή ωφελήματα εφόσον αφυπηρέτησε πρόωρα και εθελοντικά και όχι κανονικά ενόσω οι συμφωνίες που αφορούν τον υπολογισμό των παρεμφερών ωφελημάτων συνήφθησαν μετά την αφυπηρέτηση της και σαφώς δεν την καθιστούν δικαιούχο τέτοιων ωφελημάτων. Αντίθετα, ο κ. Σταυρινίδης υποστήριξε ότι δεν τίθεται θέμα εφαρμογής των συλλογικών συμβάσεων στην παρούσα αγωγή και συνεπώς η προδικαστική ένσταση των εναγομένων δεν μπορεί να ευσταθήσει. Ως προς την ουσία της υπόθεσης ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα ενόψει της ρητής επιφύλαξης των δικαιωμάτων της σε σχέση με την καταβολή του ποσού των παρεμφερών ωφελημάτων δικαιούται το διεκδικούμενο ποσό, το οποίο ορθά υπολογίστηκε με βάση τη συμφωνία που επακολούθησε μεταξύ των εναγομένων και των συντεχνιών του προσωπικού τους, με δεδομένο ότι κατά το χρόνο της αφυπηρέτησης της δεν είχε συμφωνηθεί ο τρόπος κατανομής στους δικαιούχους του ποσού των παρεμφερών ωφελημάτων. Ως προς την αξιολόγηση της προφορικής μαρτυρίας μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, η νομολογία διαγράφει ότι γίνεται με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις των μαρτύρων για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ
(1994)1 ΑΑΔ 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) ΑΑΔ 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) ΑΑΔ 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 820). Στην υπό κρίση υπόθεση αξιολογώντας την προσαχθείσα εκ μέρους της ενάγουσας μαρτυρίας, έχοντας κατά νου το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και τα κατατεθέντα Τεκμήρια, είναι πρόδηλο ότι τα ουσιώδη γεγονότα όπως εξελίχθηκαν και αποτελούν την βάση για την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση εκ μέρους των εναγομένων. Ειδικότερα τα κατατεθέντα εκ μέρους της ενάγουσας Τεκμήρια δεν έχουν αμφισβητηθεί ως προς την ύπαρξη τους και από αυτά συνάγονται και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι η διαφωνία των διαδίκων εστιάζεται στην ερμηνεία εγγράφων, όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια. Είναι αναμφισβήτητο συνεπώς ότι η ενάγουσα αιτήθηκε στις 25.6.1998 (Τεκμήριο 2) να επωφεληθεί του Σχεδίου Πρόωρης Εθελοντικής Αφυπηρέτησης του Προσωπικού των εναγομένων (Τεκμήριο 1) θέτοντας ως προϋποθέσεις ότι η αποζημίωση θα είναι απαλλαγμένη από οποιαδήποτε επιβάρυνση από τον Φόρο Εισοδήματος, ότι θα υπολογισθεί και «το δικαίωμα της στο ποσοστό 1.5% παρεμφερή όπως αναφέρεται στη συλλογική σύμβαση» και ότι θα παραμείνει μέλος του Ταμείου Ιατροφαρμακευτικής Περίθαλψης της εταιρείας. Η αίτηση της για αποχώρηση με το Σχέδιο Πρόωρης Εθελοντικής Αφυπηρέτησης Προσωπικού εγκρίθηκε από τους εναγόμενους στις 14.6.1999 (Τεκμήριο 3) και ως ημερομηνία αποχώρησης καθορίστηκε η 16.6.1999 ενώ ως πληρωτέα χρηματική αποζημίωση καθορίστηκε το ποσό των £31.
  1. Στις 16.6.1999 οι διάδικοι υπέγραψαν το έγγραφο απαλλαγής (Τεκμήριο 4) από το οποίο φαίνεται ότι οι εναγόμενοι προσέφεραν στην ενάγουσα το ποσό των £31.269 πάνω σε χαριστική βάση ως αποζημίωση αναφορικά με τον τερματισμό των υπηρεσιών της λόγω αποχώρησης της με το πιο πάνω σχέδιο και η ενάγουσα φαίνεται ότι δήλωσε ότι με τη λήψη του ποσού αυτού όλες οι διεκδικήσεις και/ή απαιτήσεις και/ή δικαιώματα της αναφορικά με τη σύμβαση εργασίας και λόγω του τερματισμού της, έχουν τελεσίδικα διευθετηθεί και ικανοποιηθεί και δεν έχει οποιαδήποτε εκκρεμούσα διεκδίκηση και/ή απαίτηση έναντι των εναγομένων, αποδεσμεύοντας και απαλλάσσοντας τελεσίδικα τους εναγόμενους από οποιαδήποτε χρηματικά ποσά ή διαδικασίες δικαστικές ή άλλες ή διεκδικήσεις που τυχόν είχε εναντίον των εναγομένων μέχρι τις 16.6.
  2. Στο έγγραφο απαλλαγής προστέθηκε, μετά το τέλος του και μονογράφηκε από τους υπογράφοντες το έγγραφο αυτό, η επιφύλαξη των δικαιωμάτων της ενάγουσας για την καταβολή του ποσού που της αναλογεί από τις αυξήσεις ύψους 1.5% σε παρεμφερή ωφελήματα που παραχωρήθηκαν από τους εναγόμενους (0.5% από 1.1.1996 και 1% από 1.1.1997) και για τις οποίες ο τρόπος κατανομής τους προς τους δικαιούχους δεν έχει ακόμη συμφωνηθεί μεταξύ της εταιρείας και των συντεχνιών. Το καταβληθέν στην ενάγουσα ποσό υπολογίστηκε αφού αφαιρέθηκε το ποσό των £7.012 όπως φαίνεται στο Τεκμήριο
  3. Στις 29.3.2000 υπογράφηκε συμφωνία ανανέωσης των συλλογικών συμβάσεων μεταξύ των εναγομένων και εκπροσώπων των συντεχνιών, μεταξύ των οποίων και η ΣΗΔΗΚΕΚ (Τεκμήριο 6), όπου στον όρο 2.4 αναφέρεται ότι το ποσό που αναλογεί στις αυξήσεις ύψους 2% σε παρεμφερή ωφελήματα θα κατατεθεί σε ειδικό λογαριασμό μαζί με τις αυξήσεις ύψους 1.5% σε παρεμφερή ωφελήματα που συμφωνήθηκε στα πλαίσια ανανέωσης της Συλλογικής Σύμβασης της περιόδου 1994-1997 καθώς και ότι το ποσό που θα συσσωρεύεται στον ειδικό αυτό λογαριασμό θα χρησιμοποιείται για κάλυψη ολόκληρου ή μέρους του 3% που αφαιρείται για σκοπούς κατοχυρωμένου Ταμείου Προνοίας κατά την αφυπηρέτηση και κατά τρόπο δίκαιο για όλο το προσωπικό βάσει αναλογιστικής μελέτης η ετοιμασία της οποίας θα αρχίσει άμεσα. Η ενάγουσα στις 5.11.2001 (Τεκμήριο 7) ζήτησε από τους εναγόμενους να της καταβάλουν το ποσό των £3.506 που αντιπροσωπεύει, κατά τη θέση της, το ήμισυ του 3% που αφαιρέθηκε από το Ταμείο Προνοίας της κατά την αφυπηρέτηση της, επικαλούμενη την προαναφερθείσα επιφύλαξη της στο έγγραφο απαλλαγής. Στις 20.12.2001 (Τεκμήριο 8) οι εναγόμενοι αρνήθηκαν την απαίτηση της ενάγουσας επικαλούμενοι τον όρο 2.4 της προαναφερθείσας συμφωνίας ανανέωσης της Συλλογικής Σύμβασης ημερομηνίας 29.3.2000,δηλαδή του Τεκμηρίου
  4. Η ενάγουσα υπέβαλε εκ νέου το αίτημα της μέσω των δικηγόρων της στις 29.5.2002 στους εναγόμενους (Τεκμήριο 9) λαμβάνοντας από τους τελευταίους την ίδια απάντηση ημερομηνίας 5.7.2002 (Τεκμήριο 10). Περαιτέρω, δεν αμφισβητείται η ύπαρξη της συμφωνίας μεταξύ των εναγομένων και της συντεχνίας ΣΗΔΗΚΕΚ-ΠΕΟ για τον τρόπο κατανομής των παρεμφερών ωφελημάτων που υπογράφηκε στις 26.11.2001 (Τεκμήριο 11). Είναι, επίσης, αναμφισβήτητο ότι κατά τον χρόνο υπογραφής των δυο Συμφωνιών Τεκμηρίων 6 και 11, η ενάγουσα δεν ανήκε στο προσωπικό των εναγομένων, ούτε και στις συμβαλλόμενες με αυτούς Συντεχνίες. Κατά την αντεξέταση των μαρτύρων και των δυο πλευρών τέθηκε αντίστοιχα η θέση τους, που αφορά ουσιαστικά την ερμηνεία που αποδίδεται στο περιεχόμενο των προαναφερθέντων εγγράφων. Η ερμηνεία ωστόσο αυτή αποτελεί, υπό τις περιστάσεις, έργο του Δικαστηρίου και οι διατυπωθείσες υπό των μαρτύρων απόψεις δεν αποτελούν μαρτυρία προς αξιολόγηση. Στην απόφαση Πολύφημος Χοτέλς Λτδ v. Μούτση
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1809, κρίθηκε ότι η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου αποτελεί νομικό θέμα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σκοπός της ερμηνείας είναι η εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων και μετά τη γραπτή διατύπωση μιας συμφωνίας δεν είναι αποδεκτή εξωγενής μαρτυρία για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή προσθέσει στους όρους που έχουν διατυπωθεί στο έγγραφο. Στην υπόθεση Θεολόγου κ.α. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 407 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε (βλ. Saab and another v. Holy Monastery of Ay. Neophytos
(1982)1 CLR 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων». Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα καλείται το Δικαστήριο αρχικά να αποφασίσει κατά πόσο η απαίτηση της ενάγουσας μπορεί να εξεταστεί λόγω της προδικαστικής ένστασης των εναγομένων ότι το δικαίωμα της βασίζεται σε συλλογική σύμβαση και ως εκ τούτου δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική και κριθεί ότι δεν τίθεται θέμα δικαιοδοσίας, η απαίτηση της ενάγουσας θα πρέπει να εξεταστεί στην ουσία της ενόψει των δύο αντίθετων θέσεων των διαδίκων που προκύπτουν από την ερμηνεία που δίδεται από αυτούς τόσο σε σχέση με την επιφύλαξη της ενάγουσας στο έγγραφο απαλλαγής, δηλαδή το Τεκμήριο 4, όσο και από τις δύο συμφωνίες που αφορούν τα παρεμφερή ωφελήματα, δηλαδή τα Τεκμήρια 6 και
  1. Εξετάζοντας αρχικά τη θέση των εναγομένων ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί εφόσον βασίζεται σε συλλογική σύμβαση κρίνεται ότι αυτή δεν μπορεί να ευσταθήσει. Είναι σαφές ότι η απαίτηση της ενάγουσας βασίζεται στην επιφύλαξη της επί του εγγράφου απαλλαγής, το οποίο αποτελεί κατ' ουσίαν συμφωνία μεταξύ των διαδίκων που ρυθμίζει τις συνέπειες αποδοχής του αιτήματος της ενάγουσας για πρόωρη εθελοντική αφυπηρέτηση βάσει του σχετικού σχεδίου, που προαναφέρθηκε. Όπως προέκυψε από την μαρτυρία, η ενάγουσα θεωρεί ότι η συμφωνία ανανέωσης των Συλλογικών Συμβάσεων ημερομηνίας 29.3.2000 (Τεκμήριο 6) καθορίζει τον τρόπο υπολογισμού του δικαιώματος της για το ποσό που της αναλογεί από τις αυξήσεις ύψους 1.5% σε παρεμφερή ωφελήματα παραχωρηθέντα ενόσω ήταν υπάλληλος των εναγομένων κατά τα έτη 1996 και
  2. Δεν πρόκειται κατ' επέκταση περί δικαιωμάτων που πηγάζουν από συλλογική σύμβαση εργασίας, οπότε το παρόν Δικαστήριο δεν θα είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί (βλ. Chitty on Contracts, General Principles, 25th edition, παρ. 129 και 3417, Halsbury´s Laws of England, 4th edition, Reissue, Vol. 9
(1), παρ. 752, Ford Motor Co. Ltd v. A.E.F.
(1969)2 Q.B. 303). Η εισήγηση και θέση αυτή των εναγομένων έρχεται σε αντίθεση με το επιχείρημα τους ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται στην περίπτωση της ενάγουσας οποιαδήποτε συλλογική σύμβαση, η οποία συνήφθη μετά την αφυπηρέτηση της εφόσον έπαυσε πλέον η ενάγουσα να είναι μέλος των συμβληθεισών με αυτούς συντεχνιών, όπως και με την εισήγηση τους ότι η συμφωνία ημερομηνίας 26.11.2001 (Τεκμήριο 11) για τον τρόπο κατανομής των παρεμφερών ωφελημάτων δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της ενάγουσας εφόσον αυτή δεν αφυπηρέτησε κανονικά. Εξετάζοντας συνεπώς την ουσία της απαίτησης της ενάγουσας προβάλλει αρχικά ότι η διεκδίκηση της σε σχέση με το ποσοστό 1.5% σε παρεμφερή ωφελήματα είχε τεθεί με την αίτηση της προς τους εναγόμενους για πρόωρη εθελοντική αφυπηρέτηση (Τεκμήριο 2). Από το περιεχόμενο του εγγράφου απαλλαγής (Τεκμήριο 4) συνάγεται ότι αυτή η απαίτηση της ενάγουσας δεν ικανοποιήθηκε από τους εναγόμενους και παρά το αντίθετο περιεχόμενο του εγγράφου απαλλαγής σε σχέση με οποιαδήποτε απαίτηση της ενάγουσας έναντι των εναγομένων που πηγάζει από την αφυπηρέτηση της, η ενάγουσα ενέμεινε με την επιφύλαξη της στην απαίτηση καταβολής σ' αυτήν του πιο πάνω ποσοστού. Επανήλθε δε για να το διεκδικήσει μετά τις 29.3.2000 και σύμφωνα με τα προνοούμενα στη συμφωνία ανανέωσης των συλλογικών συμβάσεων (Τεκμήριο 6). Είναι η αντίληψη μου ότι κατά την υπογραφή του εγγράφου απαλλαγής οι εναγόμενοι δέχθηκαν την ύπαρξη της επιφύλαξης της ενάγουσας και το αίτημα της για την καταβολή του προαναφερθέντος ποσοστού σε παρεμφερή ωφελήματα προκύπτει ότι θα εξεταζόταν όταν συμφωνείτο μεταξύ των εναγομένων και των συντεχνιών ο τρόπος κατανομής του στους δικαιούχους. Μετά την υπογραφή της ανανέωσης των Συλλογικών Συμβάσεων ημερομηνίας 29.3.2000 (Τεκμήριο 6), στην οποία συμφωνήθηκε ότι το ποσό που θα συσσωρεύεται από τις αυξήσεις σε παρεμφερή ωφελήματα θα χρησιμοποιείται βάσει μελέτης που θα γίνει, υπογράφηκε η συμφωνία ημερομηνίας 26.11.2001 (Τεκμήριο 11) από το περιεχόμενο της οποίας είναι πρόδηλο ότι το ποσοστό σε παρεμφερή ωφελήματα θα χορηγείται μόνο στους υπαλλήλους που αφυπηρετούν κανονικά από την εναγομένη εταιρεία. Όπως επεξηγείται στην παράγραφο (v) του Τεκμηρίου 11 υπάλληλοι που αφυπηρετούν κανονικά είναι όσοι αφυπηρετούν στην ηλικία των 60 χρόνων ή μέχρι και πέντε χρόνια νωρίτερα. Συνεπώς ο τρόπος κατανομής των παρεμφερών ωφελημάτων αφορά αυτή την κατηγορία των αφυπηρετούντων υπαλλήλων και δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά την αντίληψη μου, ότι εφαρμόζεται σε σχέση με όσους αφυπηρέτησαν σύμφωνα με το σχέδιο πρόωρης εθελοντικής αφυπηρέτησης, με το οποίο επωφελήθηκε η ενάγουσα. Η ερμηνεία αυτή προβάλλει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11, από το οποίο είναι σαφές ότι αφορά μόνο το προσωπικό που αφυπηρέτησε κανονικά και η αναδρομική του ισχύς από 1.1.1996 αναφέρεται ειδικά στο προσωπικό αυτό. Όσον αφορά τον όρο 2.4 του Τεκμηρίου 6, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιλύει υπέρ της ενάγουσας την υπάρχουσα αμφισβήτηση. Προσεκτική μελέτη του καταδεικνύει ότι δεν καθορίζει τον τρόπο κατανομής των παρεμφερών ωφελημάτων εφόσον προνοεί την ετοιμασία μελέτης που θα επιλύσει το θέμα κατά τρόπο δίκαιο για όλο το προσωπικό. Ο συνήγορος της ενάγουσας εισηγήθηκε ότι οι εναγόμενοι μονογράφοντας την εν λόγω επιφύλαξη εκδήλωσαν την πρόθεση τους ότι θα παραχωρούντο στην ενάγουσα οι διεκδικούμενες αυξήσεις σε παρεμφερή ωφελήματα και συνεπώς οι αυξήσεις αυτές αποτελούσαν πλέον «κεκτημένο δικαίωμα» για την ενάγουσα. Αντίθετα, η συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε ότι η εν λόγω επιφύλαξη είναι άνευ οποιασδήποτε νομικής σημασίας και ισχύος ενόψει του ότι η ενάγουσα δεν είναι δικαιούχος των εν λόγω παρεμφερών ωφελημάτων και δεδομένου ότι με το έγγραφο απαλλαγής η ενάγουσα απεμπόλησε οποιοδήποτε δικαίωμα της να εγείρει και να προωθεί την παρούσα αγωγή. Είναι η αντίληψη μου ότι η διατυπωθείσα στο έγγραφο απαλλαγής επιφύλαξη της ενάγουσας δεν την καθιστά δικαιούχο του εν λόγω ποσοστού, όπως σαφώς συνάγεται από το σύνολο των περιστάσεων. Η επιφύλαξη της επί του εγγράφου απαλλαγής αντικατοπτρίζει τη δική της άποψη σε σχέση με το δικαίωμα της και δεν σημαίνει άνευ ετέρου αποδοχή της θέσης της από τους εναγόμενους, ούτε και προβάλλει το αντίθετο από την προσαχθείσα μαρτυρία. Η μονογραφή της επιφύλαξης εκ μέρους των εναγομένων επιβεβαιώνει την ύπαρξη της διατυπωθείσας επιφύλαξης επί του εγγράφου απαλλαγής. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία τα παρεμφερή ωφελήματα δεν είναι αυξήσεις που καταβάλλονται απευθείας στο προσωπικό των εναγομένων αλλά πρόσθετα οφέλη που χορηγούνται από αυτούς εφόσον συμφωνηθεί ο τρόπος κατανομής τους μεταξύ των εναγομένων και των συντεχνιών των υπαλλήλων τους. Οι συμφωνίες που έγιναν μετά την αφυπηρέτηση της ενάγουσας είναι καθοριστικές και από αυτές προκύπτει ότι μόνο αν είχε αφυπηρετήσει κανονικά θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιούχος του ποσοστού σε παρεμφερή ωφελήματα και κατ' επέκταση του ποσού που διεκδικεί με την παρούσα αγωγή. Με βάση τα πιο πάνω κρίνεται ότι η ενάγουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιούχος του ποσοστού 1.5% σε παρεμφερή ωφελήματα, του οποίου ο τρόπος κατανομής αποφασίστηκε μετά την αφυπηρέτηση της, παρόλο που εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ότι θα το δικαιούτο αν δεν είχε αφυπηρετήσει με το σχέδιο της πρόωρης εθελοντικής αφυπηρέτησης. Παρέλκει συνεπώς η εξέταση του ισχυρισμού των εναγομένων ότι ακόμα και αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται στην περίπτωση της ενάγουσας η Συμφωνία (Τεκμήριο 11) το ποσό που, βάσει του ορθού υπολογισμού δυνάμει των προνοουμένων σ' αυτή, θα δικαιούτο η ενάγουσα είναι διαφορετικό και μικρότερο από αυτό που η τελευταία απαιτεί. Ενόψει όλων των πιο πάνω η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται εναντίον της ενάγουσας και υπέρ των εναγομένων. (Υπ.) .......... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.