Αθηνούλλας Τύλληρου ν. Χρυστάλλας Πασχαλίδου, Αρ. Αγωγής: 5960/05, 28 Μαϊου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. ΛΙΑΤΣΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5960/05 Μεταξύ: Αθηνούλλας Τύλληρου Ενάγουσας και Χρυστάλλας Πασχαλίδου Εναγομένης ---------------- Αίτηση ημερ. 27.11.2007 28 Μαϊου,
- Για την Αιτήτρια: κα Ελπ. Καλλένου για κ. Σ. Δράκο Για την Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Γ. Παναγίδης για κ. Στ. Δρυμιώτη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα είναι μητέρας της εναγομένης. Η μεταξύ τους επίδικη διαφορά περιστρέφεται γύρω από ακίνητη περιουσία, το τεμάχιο 851 στο χωριό Τσέρι της επαρχίας Λευκωσίας. Είναι, μεταξύ άλλων, ισχυρισμός της ενάγουσας πως κατά ή περί το Μάιο του 1991 η εναγόμενη εξασφάλισε από αυτήν τη μεταβίβαση της εν λόγω ιδιοκτησίας διά δωρεάς, ως αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων και/ή δόλου και/ή απάτης και/ή εξαναγκασμού και/ή ψυχικής πίεσης και/ή παραπλάνησης. Λεπτομέρειες των οποίων καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης. Ανάλογα, η ενάγουσα αξιοί, μεταξύ άλλων, απόφαση και/ή δήλωση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου για ακύρωση της πιο πάνω μεταβίβασης συνεπεία των λόγων που, κατ΄ ισχυρισμό, οδήγησαν σε αυτή. Κεντρικό σημείο αναφοράς και γενεσιουργός αιτία καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, είναι το γεγονός πως η ενάγουσα προσέφυγε στο Δικαστήριο επιλέγοντας ως εναρκτήριο μέσο κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο, κατ΄ ακολουθία της Δ.2, θ.
- Οι προαναφερθείσες θέσεις περί ύπαρξης δόλου θα έπρεπε, όπως είναι κοινή, ορθή, συνισταμένη των θέσεων των δύο πλευρών, να είχαν οδηγήσει στην έναρξη της διαδικασίας με τύπο κλητηρίου γενικά οπισθογραφημένου, δυνάμει της Δ.2, θ.
- Το στοιχείο αυτό εντόπισε η πλευρά της εναγομένης σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, συγκεκριμένα ενώ η ακρόαση της υπόθεσης θα λάμβανε χώρα την 16.11.
- Ως αποτέλεσμα, η πλευρά της ενάγουσας, λίγες μέρες αργότερα, την 27.11.2007, καταχώρησε την υπό εκδίκαση αίτηση. Αρχικά εξαιτείτο διατάγματα διαφόρων μορφών. Στο τελικό όμως στάδιο, κατά την ακρόαση της αίτησης, περιορίστηκε στα όσα καλύπτονται από την παράγρ. Β της αίτησης. Ήτοι, ζητά: «Διάταγμα του Δικαστηρίου με βάση το οποίο να διατάσσει όπως το κλητήριο Ο.2 r.6 στην παρούσα υπόθεση θεωρηθεί ως σαν να ήταν Ο.2 r.1 και να συνεχιστεί η διαδικασία με βάση τα υφιστάμενα καταχωρηθέντα δικόγραφα». Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση την οποία ορκίζεται η ενάγουσα. Θέτει πως λόγω παράλειψης ή λάθους ή αβλεψίας, η αγωγή καταχωρήθηκε με βάση τον τύπο του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της Δ.2, θ.6, αντί αυτό του γενικά οπισθογραφημένου, που προνοεί η Δ.2, θ.1 Προσθέτει ότι το ατόπημα αυτό περιέπεσε στη αντίληψη της πλευράς της στις 16.11.2007 και εισηγείται ότι πρόκειται περί παρατυπίας, η διόρθωση της οποίας δεν θα οδηγήσει στην πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς στην άλλη πλευρά, ούτε και θα επηρεάσει τα συμφέροντά της. Η εναγόμενη ενίσταται. Ουσιαστικός λόγος ένστασής της, με δεδομένη πλέον την απόσυρση των υπόλοιπων αιτημάτων της αίτησης και τον περιορισμό της στην καταγραφείσα, ανωτέρω, παράγραφο Β, είναι πως η δικονομική παρεκτροπή που παρατηρείται δεν μπορεί να θεραπευθεί. Τυχόν δε παροχή άδειας για αντικατάσταση της ειδικής με γενική οπισθογράφηση, θα έθετε τους ανάλογους θεσμούς των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, σε αχρησία. Προσθέτει ακόμη ότι η Δ.64 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση «εφόσον πέραν της γενικής πρόνοιας της Δ.2.1 σε σχέση με τον τύπο του κλητηρίου εντάλματος, στον Θ.6
(4)ρητώς ο νομοθέτης εξαιρεί την περίπτωση αγωγών όπου υπάρχουν ισχυρισμοί για δόλο, ως η παρούσα αγωγή». Η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας έθεσε ότι παρατηρείται παρατυπία αναφορικά με τον τύπο και/ή περιεχόμενο έναρξης της διαδικασίας. Εισηγήθηκε ότι δυνάμει της Δ.64 η διαδικασία δεν οδηγείται σε ακυρότητα αλλά είναι θεραπεύσιμη. Παραθέτοντας σειρά αυθεντιών προς υποστήριξη των θέσεών της, κατέληξε τονίζοντας ότι η πλευρά τους ενήργησε αμέσως μόλις αντιλήφθηκε το πρόβλημα, προκειμένου να προβεί σε διόρθωση της παρατυπίας, και ότι με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι δίκαιο και πρακτικό να εκδοθεί διάταγμα ως η παράγραφος Β της αίτησης, προκειμένου να διορθωθεί, με τον πιο ανώδυνο τρόπο, το σφάλμα. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος για την καθ΄ ης η αίτηση και αναλύοντας σε έκταση τόσο το προηγούμενο όσο και το σημερινό καθεστώς της Δ.64, εισηγήθηκε ότι υπό τις συνθήκες η μη συμμόρφωση της ενάγουσας με τον εναρκτήριο τύπο που προβλέπουν οι Κανονισμοί, αποτελεί ολίσθημα κεφαλαιώδους σημασίας το οποίο ανατρέχει στη ρίζα της διαδικασίας, καθιστώντας την εξ υπαρχής άκυρη και θνησιγενή και ως εκ τούτου μη θεραπεύσιμη. Πρόσθεσε δε ότι τυχόν έκδοση διατάγματος βάσει του οποίου να θεωρείται το καταχωρηθέν κλητήριο ως να ήταν κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο, θα αποτελούσε υπέρβαση της παρεχόμενης από τη Δ.64 διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Εισηγήθηκε, τέλος, πως αν καταλήξει το Δικαστήριο ότι η ενώπιόν του παρατυπία είναι θεραπεύσιμη, τότε, υπό τις περιστάσεις, δίκαιη και πρόσφορη θεραπεία θα ήταν, τόσο για τα συμφέροντα των διαδίκων, όσο και για την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας, η έκδοση διατάγματος με το οποίο να διαγράφονται και/ή να παραμερίζονται οι ισχυρισμοί της ειδικής οπισθογράφησης που αναφέρονται σε δόλο και/ή απάτη. Η εμβέλεια της νέας Δ.64 - η οποία εισήχθη στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς την 24.2.1995 με το Δ.Κ. αρ. 2/95 - αλλά και η σημασία θέσπισης των δύο διαφορετικών τύπων έναρξης της αγωγής, θα αποτελέσουν τη λυδία λίθο κρίσης της παρούσας αίτησης. Με τη νέα Δ.64 καταργήθηκε ουσιαστικά η διαφοροποίηση μεταξύ άκυρου δικονομικού διαβήματος και απλής παρατυπίας. Έχει κατ΄ επανάλειψη λεχθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η Δ.64 δεν καταργεί τις διατάξεις των θεσμών οι οποίοι πρέπει να τηρούνται, ούτε και αποτελεί πανάκια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Παρέχει όμως την ευκαιρία σε διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών να προβεί σε διόρθωση ώστε να μην θεωρείται άκυρο το δικόγραφό του. Η Δ.64 συνιστά μηχανισμό ένδικης μορφής, ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία παρατυπιών που προέκυψαν στα πλαίσια διαδικασίας και υπό την προϋπόθεση ότι οι παρατυπίες αυτές επιδέχονται θεραπείας. Η συγκεκριμένη διαταγή δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις. Η ενώπιον του Δικαστηρίου κατάσταση εξετάζεται όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τυχόν δε παρατυπία υφίσταται μέχρις ότου αρθεί, διορθωθεί δηλαδή με κατάλληλο διάταγμα από το Δικαστήριο. Τα διαβήματα προς διόρθωση θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο, ο οποίος και υποχρεούται να υποβάλει ανάλογη αίτηση. (ΜΙ Holdings Public Ltd και Τασούλλας Γεωργίου Παναγή
(2006)1 ΑΑΔ 298). Τύποι δικογράφων εισήχθησαν για πρώτη φορά στο Αγγλικό δικονομικό σύστημα το 1852 (The Common Law Procedure Act, 1852, s.91). Σκοπός τους ήταν η παροχή «δειγμάτων εγγράφων» τα οποία θα ακολουθούσαν οι συνήγοροι. Στη συνέχεια (Judicature Acts 1873-1875) καθορίστηκαν τύποι δικογράφων για κάθε αιτία αγωγής, οι οποίοι παρείχαν στους συνήγορους τις ελάχιστες κατευθύνσεις καθοδήγησης. Κατέληξαν όμως να μην είναι ικανοποιητικοί. Στην πορεία του χρόνου περιέπεσαν σε αχρησία και, τελικά, τον Ιανουάριο του 1964, καταργήθηκαν [R.S.C. (Revision) 1962 (S.I. 1962 No. 2145)]. Ως αποτέλεσμα, στην Αγγλία δεν υφίστανται πλέον οποιοιδήποτε καθορισμένοι τύποι δικογράφου. Παρά ταύτα, υπάρχουν διαφόρων μορφών καθορισμένες προϋποθέσεις με τις οποίες τα δικόγραφα θα πρέπει να συνάδουν και οι οποίες συνιστούν τα πλαίσια μέσα στα οποία τα μέρη θα πρέπει να οικοδομούν τις δικογραφημένες τους θέσεις. Συνεπώς, παρέχουν την ευχέρεια και διευκολύνουν τα μέρη να καταγράψουν με μεγαλύτερη διαύγεια και ακρίβεια το ουσιαστικό περιεχόμενο της επικαλούμενης υπόθεσής τους. Τυχόν μη συμμόρφωση με αυτές τις καθορισμένες προϋποθέσεις δεν οδηγεί σε ακυρότητα του δικογράφου, αλλά συνιστά παρατυπία η οποία μπορεί να τροποποιηθεί ή να εγκαταλειφθεί. (Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12th Ed., p.22). Η Δ.2, θ.6
(4), αποτελεί κατάλοιπο ανάλογου τύπου έναρξης της διαδικασίας του Αγγλικού δικονομικού συστήματος. Ταυτόσημη της ήταν η Ο.3, r.6 [Ιndorsement of Claim, Order III (O.3, 1875)] η οποία προέβλεπε: «6.-
(1)In any action in the Chancery Division or Queen's Bench Division other than one which includes- (
- a)a claim by the plaintiff for libel, slander, malicious prosecution, false imprisonment, seduction or breach of promise of marriage; or (
- b)a claim by the plaintiff based on an allegation of fraud, the writ of summons may, at the option of the plaintiff, be specially indorsed with or accompanied by a statement of his claim.» Στο Annual Practice 1958, στη σελ. 24, γίνεται ανάλυση των επιδράσεων που έχει η συγκεκριμένη δικονομική διάταξη και της δυνητικής ευχέρειας επιλογής ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου. Αναφέρεται συγκεκριμένα: «General effect of the Rule.- Subject to the exceptions in r.6
(1)(a) and (b), the specially indorsed writ or writ accompanied by a statement of claim may be used in every action in the Chancery or Queen's Bench Division.» «May, at the option of the plaintiff.» - Note that the use of the specially indorsed writ is still, as it always has been, optional. All the consideration which before 1954 induced a plaintiff to use or the discard this form of procedure for the purposes of O.14 continue to apply; The specially indorsed writ serves no useful purpose to prosecute claims for damages unless the plaintiff has really good grounds for believing that there is no defence - save as to the quantum of damages, and even then is not very appropriate. Where the claim is for a liquidated sum, summary procedure may continue to be used as an effective and expeditious method of securing payment of a debt which is justly due.» Προκύπτει από όλο το φάσμα επιρροής της εξεταζόμενης διάταξης πως ιδιαίτερη σημασία έχει η επίδραση του τύπου κλητηρίου σε σχέση με τη δυνατότητα αναζήτησης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.18 των δικών μας Κανονισμών, αντίστοιχης της παλαιάς Αγγλικής O.14. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ειδική δικογράφηση του κλητηρίου. Προσθέτω ότι κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο θεωρείται ως η Έκθεση Απαίτησης για τους σκοπούς όλων των αγωγών. Επανέρχομαι στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Η ενάγουσα κατά την έναρξη της διαδικασίας καταχώρησε την αγωγή της επί εντύπου κλητηρίου εντάλματος δυνάμει της Δ.2, θ.6, αντί της χρησιμοποίησης του τύπου του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου, σύμφωνα με τη Δ.2, θ.1. Είναι αδιαμφισβήτητο πως οι υφιστάμενοι Διαδικαστικοί Κανονισμοί, Δ.2 θ.6
(4), απαγορεύουν ρητά τη χρήση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου όταν η αγωγή βασίζεται, μεταξύ άλλων, όπως και στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε δόλο. Προκύπτει, ως θέμα λογικής προτεραιότητας, το ερώτημα εάν η χρήση λανθασμένου κλητηρίου συνιστά απλή παρατυπία ή παράλειψη θεμελιακής υπόστασης, τέτοιας μορφής δηλαδή, που να καθιστά το δικονομικό μέτρο εξ υπαρχής άκυρο και χωρίς να παρέχεται δυνατότητα θεραπείας του. Η Δ.64 έχει ως εξής: «ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΜΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ 1.-
(1)Η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)Το Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς. 2. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δεν θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού ο διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση.» Όπως ανέλυσε ο Δικαστής Ναθαναήλ, τότε Π.Ε.Δ., στην απόφαση Ανδρέα Καϊσή και Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., αγωγή αρ. 11797/98, ημερ. 28.1.1999, η οποία αφορούσε αίτηση για παραμερισμό κλητηρίου λόγω λανθασμένης οπισθογράφησης: «Εντοπίζεται εδώ η ειδική διάταξη που υπάρχει στο θ.1
(3)της Δ.64 ότι, 'Το Δικαστήριο δεν θα παραγνωρίζει εξ ολοκλήρου .. το κλητήριο ένταλμα .. για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες κανονισμούς'. Η διάταξη αυτή έχει προέλθει από τους υφιστάμενους θεσμούς στην Αγγλία και όπως σχολιάζεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970, σελ. 8, κάτω από το Αγγλικό Ο.2, r.3, που είναι πανομοιότυπο με το δικό μας θ.1
(3), εάν η διαδικασία έχει αρχίσει για παράδειγμα με κλητήριο ένταλμα, αντί με εναρκτήρια κλήση, η διαδικασία δεν είναι άκυρη και δεν θα παραμεριστεί εξ ολοκλήρου αν μπορούσε, εν πάση περιπτώσει να παραμεριστεί. Σίγουρα η πρόνοια αυτή αναφέρεται στην περίπτωση όπου επεσυνέβη διαδικαστικά κάτι πολύ χειρότερο από τη λανθασμένη οπισθογράφηση θεραπείας, δηλαδή να χρησιμοποιηθεί τελείως διαφορετικός τύπος για έναρξη αυτής της ίδιας της διαδικασίας. Είναι η άποψη του Δικαστηρίου ότι, εφόσον στην χειρότερη αυτή περίπτωση η διαδικασία δεν μπορεί να παραμεριστεί εξ ολοκλήρου, το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση όπως την παρούσα, όπου το δικονομικό πρόβλημα που σημειώθηκε είναι, συγκριτικά, ελάσσονος σημασίας. » Σχετική καθοδήγηση παρέχει επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα των John O' Hare και Robert N. Hill Civil Litigation, 5th Ed., p.134: «Sometimes the plaintiff has no choice as to which form of originating process should be used. .. It is therefore important to note that mistakes as to choice of originating process are never fatal to the action. They cannot render the action a nullity and the court has no power wholly to set aside the proceedings (RSC Ord2, r.1). On the contrary it is possible to adapt any action to the most appropriate procedure. The change from originating summons procedure to writ procedure is made by applying under RSC Ord. 28, r.8. This rule empowers the master to order that proceedings should continue as if the action had been begun by writ .. An 'as if begun by' order might be sought in the following cases: (i) a claim alleging fraud which therefore should have been started by writ. ..» Χωρίς αμφιβολία, με βάση τα πιο πάνω και το λεκτικό της Δ.64, η χρήση λανθασμένου τύπου κλητηρίου δεν είναι μοιραία για την πλευρά της ενάγουσας. Η διαδικασία δεν καθίσταται άκυρη, ούτε έχει ως αποτέλεσμα τον παραμερισμό του κλητηρίου. Αναμφίβολα στην υπό κρίση υπόθεση υπάρχει μη συμμόρφωση με τους θεσμούς, η οποία όμως οδηγεί σε απλή παρατυπία που εντάσσει την περίπτωση κάτω από τις πρόνοιες του θ. 1
(3)και οδηγεί στην ενεργοποίηση του μηχανισμού του θ. 1
(2), προκειμένου να θεραπευθεί. Συνεπώς, το Δικαστήριο, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχει η Δ.64, και υπό το φως των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει να αναζητήσει την ορθότερη, υπό τις συνθήκες, θεραπεία της εντοπισθείσας παρατυπίας. Εκδίδοντας, τελικά, το πρέπον διάταγμα σε σχέση με την όλη διαδικασία. Έχει ήδη καταγραφεί η σημασία και οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση των δύο διαφορετικών τύπων έναρξης της διαδικασίας. Προσθέτω ότι στο Αγγλικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης η οπισθογράφηση συγκεκριμένων βάσεων αγωγής, όπως, για παράδειγμα, απαίτησης στηριζόμενης σε ισχυριζόμενο δόλο, έχει ως αποτέλεσμα την ενεργοποίηση καθορισμένων δικονομικών διατάξεων ως προς τον τρόπο εκδίκασης της διαφοράς. Χάριν παραδείγματος αναφέρω ότι δεν είναι επιτρεπτή η καταχώρηση αίτησης και η έκδοση διατάγματος για εκδίκαση «χωρίς δικόγραφα» (βλ. RSC Ord.18, r.21) όπου στο κλητήριο περιλαμβάνονται απαιτήσεις στηριζόμενες, μεταξύ άλλων, σε ισχυρισμό για ύπαρξη δόλου. Καθότι υποθέσεις με τέτοια βάση ισχυρισμών αναμένεται να εκδικαστούν από ορκωτό Δικαστήριο (Civil Litigation ανωτέρω, σελ. 135). Η ανάλυση της σημασίας των δύο διαφορετικών τύπων οπισθογράφησης, της γενικής και ειδικής δηλαδή, και η προέκταση που κατέγραψα, σκοπό έχει να καταδείξει ότι η ορθότερη θεραπεία, υπό τις συνθήκες της υπόθεσης, είναι η έκδοση διαταγής ανάλογης με το αιτούμενο διάταγμα. Να συνεχίσει δηλαδή η διαδικασία με τα υφιστάμενα δικόγραφα, ως εάν δηλαδή η αγωγή να ξεκίνησε με τον ορθό τύπο κλητηρίου. Σε αυτό συμβάλλει τόσο το προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, όσο και η απουσία οποιασδήποτε επίδρασης πλέον στις θέσεις της πλευράς της εναγομένης. Η τελευταία καταχώρησε, μετά το σημείωμα εμφάνισης, την έκθεση υπεράσπισής της και μόλις προτού αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης ήγειρε το υπό κρίση ζήτημα. Τα νέα βήματα που έλαβε θα της αποστερούσαν, ούτως ή άλλως, την ευχέρεια να επικαλεστεί τις πρόνοιες της Δ.64, θ.2. Εκδίδεται διάταγμα συνέχισης της διαδικασίας ως ανωτέρω. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της αίτησης, το αποτέλεσμά της, την εμβέλεια του εκδοθέντος διατάγματος και τη μη επίδρασή του στην πορεία της διαδικασίας, κρίνω ότι ορθότερη διαταγή ως προς τα έξοδα είναι όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα δικά της. Ανάλογη διαταγή και εκδίδεται. [Υπ.] ............ Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο