ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 135/08, 29 Μαΐου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A122 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 135/08 Μεταξύ: ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσα -και- ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ εμπορευόμενη με την επωνυμία 'ΑΝΤΕΝΝΑ' Εναγομένης -------------------------- Αίτηση ημερ. 6.2.2008 για συνοπτική απόφαση εναντίον της Εναγομένης HMEΡΟΜΗΝΙΑ: 29 Μαΐου 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Σιακαλλή Για την Εναγόμενη-Καθ'ης η Αίτηση: κος Θεοδώρου ---------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα με την καταχώρηση στις 16.1.2008 ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αξιοί εναντίον της Εναγομένης, το ποσό των €1.708 που αφορά διοικητικό πρόστιμο που επεβλήθη από την Ενάγουσα εναντίον της Εναγομένης πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Με την υπό συζήτηση αίτηση, η Ενάγουσα επιζητεί την έκδοση απόφασης σε βάρος της Εναγομένης, ως το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με βάση τη συνοπτική διαδικασία, καθότι, ως ισχυρίζονται, η Εναγόμενη στερείται υπεράσπισης. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.18 και Δ.48, θ.1-4 και 9. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων που υποστηρίζει την αίτηση, τίθεται με την ένορκη δήλωση του Άνθιμου Παπανδρέου, ημερ. 6.2.2008, η οποία και την συνοδεύει. Επίσης στην ένορκη δήλωση του επισυνάπτεται η σχετική απόφαση επιβολής του διοικητικού προστίμου (Τεκμήριο Α) και η επιστολή με την οποία κοινοποιήθηκε η εν λόγω απόφαση στην Εναγόμενη (Τεκμήριο Β). Στην ένορκη δήλωσή του, ο Άνθιμος Παπανδρέου Λειτουργός-Λογιστής στην υπηρεσία των Εναγόντων αφού εξηγεί την εμπλοκή του και τη γνώση του στα γεγονότα που αφορούν την αγωγή, επιβεβαιώνει την απαίτηση όπως αυτή έχει καταγραφεί στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ενώ παράλληλα, αξιώνει την έκδοση απόφασης σε βάρος και της Εναγομένης-Καθ'ης η Αίτηση στα πλαίσια της παρούσας, προβάλλοντας τη θέση ότι η ως άνω Eναγόμενη δεν έχει υπεράσπιση. Η Εναγόμενη, η οποία καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης μέσω δικηγόρου, στις 31.1.2008 καθώς και υπεράσπιση την ίδια μέρα, καταχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην πιο πάνω αίτηση για έκδοση απόφασης σε βάρος της με συνοπτική διαδικασία. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της και έχουν ως ακολούθως: (α) Η Εναγόμενη έχει καλή υπεράσπιση όπως φαίνεται στην ήδη καταχωρηθείσα στις 31.1.2008 υπεράσπιση της. (β) Η απόφαση που αποτελεί την βάση της παρούσας αγωγής (στο εφεξής η «Επίδικη Απόφαση») είναι προϊόν παρανομίας η οποία δεν παράγει δίκαιο (jus ex injuria non oritur) και είναι ανυπόστατη γεγονός που μόνο σε κανονική δίκη μπορεί να αποφασιστεί και όχι σε συνοπτική διαδικασία. (γ) Η Επίδικη Απόφαση είναι άκυρη και δεν παράγει κανένα νόμιμο αποτέλεσμα (ex nihil oritur), γεγονός που μόνο σε κανονική δίκη μπορεί να αποφασιστεί και όχι σε συνοπτική διαδικασία. (δ) Η Επίδικη Απόφαση δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο αγωγής καθ'ότι ο Κανονισμός 48 της ΚΔΠ 10/2000 είναι ultra vires του εξουσιοδοτικού Νόμου 7(Ι)/98 και ειδικά των άρθρων 24, 41 Α
(1)(στ), 41Β, 51 και κάθε άλλης πρόνοιας του Νόμου αυτού. (ε) Η Ενάγουσα εστερείτο εξουσίας από τον Νόμο 7(Ι)/98 και/ή τους σχετικούς κανονισμούς να εκδώσει την Επίδικη Απόφαση και περαιτέρω δεν νομιμοποιείται να εγείρει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής στο όνομα της. (στ) Η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την Ενάγουσα αντίκειται στα άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. (ζ) Η είσπραξη οπουδήποτε ποσού από την Ενάγουσα παραβιάζει το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών της έχει κυρωθεί με το Νόμο 39/62 και τα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (η) Η Επίδικη Απόφαση αποτελεί προσπάθεια της Ενάγουσας για αδικαιολόγητο πλουτισμό και αντιβαίνει της την δημόσια τάξη, γεγονότα που μόνο σε κανονική δίκη μπορούν να αποφασιστούν και όχι σε συνοπτική διαδικασία. (θ) Το Δικαστήριο τούτο έχει εξουσία και καθήκον να εξετάσει την νομιμότητα της Επίδικης Απόφασης ως προκαταρκτικό νομικό σημείο σύμφωνα με την υπόθεση Α-G v. Mustafa Imbrahim & Others
(1964)C.L.R. 195. (ι) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. (ια) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της Ενάγουσας για συνοπτική απόφαση έγινε από πρόσωπο που δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. (ιβ) Εκκρεμεί η προσφυγή 101/08 εναντίον της επίδικης απόφασης. Τα γεγονότα υποστηρίζονται από την ένορκο δήλωση του κ. Βαλιαντή δικηγόρου της Εναγομένης στην οποία αναπτύσσονται και εξειδικεύονται οι λόγοι ένστασης. Κανένας από τους ενόρκους δηλούντες δεν αντεξετάσθηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους ανάπτυξαν τις θέσεις και τα επιχειρήματα τους για τα ζητήματα τα οποία ανεφύησαν στα πλαίσια της παρούσας. Όπως διαπιστώνεται από την ίδια την Δ.18 κ.1(α) των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας και επανειλημμένα έχει επιβεβαιωθεί μέσω της Νομολογίας, θα πρέπει, για να μπορεί το Δικαστήριο να επιληφθεί και εξετάσει την ουσία αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, να πληρούνται τρεις προκαταρκτικές προϋποθέσεις. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 782 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Είναι νομολογημένο ότι για την ενεργοποίηση της διαδικασίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιηθούν οι πιο κάτω προϋποθέσεις από τον αιτητή:
- καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου δυνάμει του θ.1 της Δ.2,
- καταχώριση εμφάνισης από τον εναγόμενο,
- η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι καθώς πιστεύει - ο ομώσας - δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή." Εφόσον ο Ενάγων-Αιτητής ικανοποιήσει τις δικονομικές προϋποθέσεις της Δ.18, το βάρος μετατίθεται στην πλευρά του εναγομένου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση, δίνοντας προς τούτο αρκετές λεπτομέρειες προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου. Στην υπό συζήτηση περίπτωση από το φάκελο της διαδικασίας, αβίαστα προκύπτει ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις πληρούνται. Το κλητήριο ένταλμα στην υπό συζήτηση αγωγή είναι ειδικά οπισθογραφημένο, δυνάμει της Δ.2 θ.6, ενώ η Εναγόμενη καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στις 31.1.
- Όσον αφορά την τρίτη προαναφερόμενη προϋπόθεση και την καταλληλότητα του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση να ορκιστεί, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποκαλύπτει τον θεμελιακό χαρακτήρα της προϋπόθεσης αυτής, η οποία άπτεται κατ' ουσίαν της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται κατά τρόπο που να συμμορφώνεται ουσιαστικά με τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.
- Η Δ.18, επιτάσσει όπως η επαλήθευση της απαίτησης γίνει από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Θα πρέπει πάντως να τονιστεί ότι ο σχετικός θεσμός δεν κάνει αναφορά σε "προσωπική γνώση", αλλά για "θετική γνώση", γεγονός που παρέχει έτσι την δυνατότητα να ορκιστεί για τα πιο πάνω θέματα και άτομο το οποίο έχει θετική γνώση για τα επίδικα ζητήματα. (Βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω) και Ευάγγελου Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ. Είναι φανερό από όσα εκτίθενται από τον ομνύοντα ότι ο τελευταίος ήταν πρόσωπο ικανό να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπό συζήτηση υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής. Ο δηλών στην προκειμένη περίπτωση είναι στην υπηρεσία της Εναγομένης και κατέχει την θέση Λειτουργού-Λογιστή έχει θετική γνώση των γεγονότων της αγωγής αφού έχει ευθύνη παρακολούθησης του λογαριασμού της Εναγομένης και την ετοιμασία της κατάστασης οφειλομένων ποσών και ευρίσκοντο στην κατοχή του και επισυνάπτει ως Τεκμήρια την απόφαση με την οποία επεβλήθει το διοικητικό πρόστιμο από την Ενάγουσα καθώς και την επιστολή κοινοποίησης στην Εναγομένη (βλ. Τεκμήρια Α και Β). Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι ικανοποιείται το κριτήριο της θετικής γνώσης. Μετά την διαπίστωση ότι η ένορκη δήλωση της πλευράς της Ενάγουσας-Αιτήτριας είναι επαρκής, κατά τρόπο που να ικανοποιούνται όλες οι δικονομικές προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται με την Δ.18, θα πρέπει να εξετασθεί το ζήτημα κατά πόσο, με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου εγείρεται καλόπιστη υπεράσπιση από την πλευρά της Εναγομένης, αφού το βάρος μετά την πλήρωση των προϋποθέσεων της Δ.18 θ.1 μετατίθεται στους ώμους της τελευταίας. Όπως έχει νομολογηθεί, η αίτηση για συνοπτική απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, εφόσον παρακάμπτει τη συνήθη διεξαγωγή της δίκης και επομένως η εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και όπου κατά τρόπο εμφανή τα γεγονότα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση. Όπου ο εναγόμενος στην ένορκη δήλωσή του δίνει αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικαστεί, ή όπου ικανοποιείται το Δικαστήριο ότι υπάρχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση, ή αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που μπορεί να κριθούν ως αρκετά για να δώσουν στην Εναγόμενο-Καθ΄ης η Αίτηση τη δυνατότητα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε θα πρέπει να δίδεται αυτό το δικαίωμα στον τελευταίο. Εξετάζοντας τον ισχυρισμό της Εναγομένης ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ήδη καταχωρηθείσα υπεράσπιση στην αγωγή θα ήθελα να σημειώσω ότι το γεγονός ότι καταχωρήθηκε υπεράσπιση στην αγωγή δεν αναιρεί την εξέταση της παρούσας αίτησης (βλ. Sigma Radio TV Ltd v. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 (Α) AAΔ σελ. 408). Επίσης οι ισχυρισμοί της Εναγομένης που αφορούν νομιμοποίηση της Ενάγουσας για έγερση της παρούσας αγωγής, δεν δικαιολογούν εύρημα καλόπιστης εγειρόμενης υπεράσπισης, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ενάγουσα είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το οποίο έχει ιδρυθεί με βάση τον περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμο (Ν. 7
(1)του 1998). Η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης με βάση το εδάφιο
(1)του άρθρου 3 του εν λόγω νόμου είναι ανεξάρτητη Αρχή και με βάση το εδάφιο
(3)(α) του ιδίου άρθρου έχει την ικανότητα «να ενάγει και να ενάγεται» και «να εκτελεί κάθε πράξη που απαιτεί την εκπλήρωση των δυνάμει του νόμου σκοπών της» (βλ. άρθρο 3
(3)(β)). Επίσης με βάση το άρθρο 41Β
(3)του Νόμου έχει το δικαίωμα να εγείρει η ίδια αγωγή προς είσπραξη προστίμου «η Αρχή λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττεται το οφειλόμενο ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς την Δημοκρατία». Η θέση της Εναγομένης ότι η είσπραξη του επιβαλλόμενου προστίμου από την Ενάγουσα αντιβαίνει στα άρθρα 165-167 του Συντάγματος και θα μπορούσε να εισπραχθεί μόνο με αγωγή από το Γενικό Εισαγγελέα, δεν εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα προς απάντηση, αφού ο ίδιος ο Νόμος, ο οποίος είναι ειδικός Νόμος καθορίζει την δυνατότητα έγερσης αγωγής από την Ενάγουσα. Επιπρόσθετα σημειώνω ότι το Σύνταγμα δεν προβλέπει έγερση αγωγής από το Γενικό Εισαγγελέα για είσπραξη οφειλομένου ποσού ούτε ότι ο ίδιος έχει ευθύνη είσπραξης των εν λόγω ποσών αλλά το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 καθορίζει την εκπροσώπηση της Δημοκρατίας από το Γενικό Εισαγγελέα ως γενική ρύθμιση εξαιρεί όμως περιπτώσεις που τέτοιο δικαίωμα δίδεται σε άλλον από οποιοδήποτε άλλο νόμο. Τα άρθρα 165-167 του Συντάγματος ρυθμίζουν τα δημοσιονομικά του κράτους. Ειδικότερα το άρθρο 165 του Συντάγματος καθορίζει το λογαριασμό στον οποίο κατατίθενται τα έσοδα και οποιοδήποτε χρηματικό ποσό «συλλεγόμενον ή εισπραττόμενον» από τη Δημοκρατία. Η φράση που χρησιμοποιείται στο άρθρο 41Β
(3)«ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία» δεν συνδέεται με την έγερση δικαστικών μέτρων, αλλά την είσπραξη του ποσού αυτού έτσι η εισήγηση της Εναγόμενης ότι η αγωγή θα έπρεπε να κινηθεί για αστικό χρέος οφειλόμενο προς την Δημοκρατία να μην βρίσκει έρεισμα στη διατύπωση του πιο πάνω άρθρου του Συντάγματος το οποίο συνδέεται με την είσπραξη αυτού του ποσού και σε ποιο λογαριασμό θα πρέπει αυτό να εμβασθεί, ζήτημα που δεν μπορεί να δικαιολογήσει ύπαρξη ζητήματος προς εκδίκαση στην παρούσα αγωγή αφού είναι ξεκάθαρο ότι η επίδικη απαίτηση δεν έχει ακόμη πληρωθεί. Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί που αφορούν τη νομιμότητα και εγκυρότητα της απόφασης της Αρχής να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο δεν μπορούν να εξετασθούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας αφού οι εν λόγω ισχυρισμοί αφορούν εκτελεστή διοικητική πράξη που ανάγεται στη σφαίρα της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος. Στην παρούσα υπόθεση το διοικητικό πρόστιμο δεν έχει ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο παραμένει σε ισχύ και παράγει έννομα αποτελέσματα. Ως εκ τούτου ούτε η ύπαρξη προσφυγής μπορεί να δικαιολογήσει ύπαρξη καλόπιστης εγειρόμενης υπεράσπισης εκ μέρους της Εναγομένης. (Βλ. Μarketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1 ΑΑΔ 223, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης (ανωτέρω). Με βάση όλα τα ανωτέρω είναι η κατάληξη μου πως η Εναγόμενη δεν έχει καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα για τα οποία θα έπρεπε να της δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Ουσιαστικά η ύπαρξη της διοικητικής απόφασης είναι αναντίλεκτη και το πεδίο για την αμφισβήτηση της είναι αποκλειστικά το Ανώτατο Δικαστήριο και η προσφυγή που έχει ήδη καταχωριστεί. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €1.708,60 πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο