← Κύπρος

G Z Engineers Ltd ν. Ameron ΒV, Αρ. Αγωγής: 1214/2007, 30.5.2008

G Z Engineers Ltd ν. Ameron ΒV, Αρ. Αγωγής: 1214/2007, 30.5.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1214/2007 Μεταξύ: G & Z Engineers Ltd από τη Λευκωσία Εναγόντων και Ameron ΒV από την Ολλανδία Εναγομένων _ _ _ _ _ _ Αίτηση ημερ. 15.6.07 για παραμερισμό της επίδοσης ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή/και για ακύρωση του σχετικού Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 12.2.07 ή/και για απόρριψη της αγωγής ως καταχρηστικής Ημερομηνία: 30.5.2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Εναγόμενους-Αιτητές: κ. Α. Γαβριηλίδης. Για τους Ενάγοντες-Καθ΄ων η αίτηση: κ. Γ. Παπαθεοδώρου. _ _ _ _ _ _ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Α.1 Η παρούσα αγωγή Οι Εναγόμενοι-Αιτητές είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ολλανδία η οποία διατηρεί παράρτημα και εργοστάσιο στην πόλη Huthwaite της κομητείας Nottinghamshire της Αγγλίας (Ένορκη Δήλωση Γιούλης Οικονόμου ημερ. 15.6.07, παράγραφος 5). Είναι δηλαδή εταιρεία έχουσα την έδρα της σε άλλο Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες, οι οποίοι είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο, αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Αποζημιώσεις για τις απώλειες και/ή ζημιές τις οποίες (κατά τον ισχυρισμό τους) υπέστησαν από την αμέλεια των Εναγομένων των υπηρετών ή αντιπροσώπων τους κατά την κατασκευή και ή την πώληση του προϊόντος «Enfield Routemaster 9610» το οποίο, αφού αγοράσθηκε και χρησιμοποιήθηκε από τους Ενάγοντες, εφάνη/διεπιστώθη (κατά τον ισχυρισμό των Εναγόντων) να είναι ελαττωματικό ή και όχι το κατάλληλο προϊόν για την συγκεκριμένη εργασία και/ή χρήση για την οποία το αγόρασαν. Β. Αποζημιώσεις για συνεπακόλουθες-απορρέουσες απώλειες/ζημιές τις οποίες οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν μεταξύ 3.3.98 και 6.4.99 και προέκυψαν/προκλήθηκαν (κατά τον ισχυρισμό των Εναγόντων) συνεπεία της επαγγελματικής ή άλλης αμέλειας των Εναγομένων ή και από την παράβαση συμφωνίας και/ή συνεπεία αμελούς συμπεριφοράς ή και πληροφόρησης των Εναγομένων από τους Ενάγοντες. Γ. Νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Το κλητήριο ένταλμα της παρούσας Αγωγής καταχωρίστηκε στις 22.2.

  1. Α.2 Η Μονομερής Γενική Αίτηση Αρ. 93/2007 ημερ. 8.2.07 και το σχετικό Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 12.2.07 Προτού προχωρήσουν στην καταχώριση του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής, οι Ενάγοντες καταχώρισαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την Μονομερή Γενική Αίτηση αρ. 93/07 ημερ. 8.2.07 με την οποία ζήτησαν την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και την επίδοση ειδοποίησης αυτού στους Εναγομένους στην Ολλανδία μέσω των αρμοδίων υπηρεσιών. Αντίγραφα της εν λόγω Μονομερούς Γενικής Αίτησης («η Γενική Αίτηση αρ. 93/07») και της ενόρκου δηλώσεως του Διευθυντή των Εναγομένων κ. Γιώργου Χατζηπαυλή ημερ. 8.2.07 που την συνόδευε («η Ε/Δ Χατζηπαυλή ημερ. 8.2.07») επισυνάπτονται ως Τεκμ. 1 στην ένορκο δήλωση της κ. Γιούλης Οικονόμου που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Στη βάση της Γενικής Αίτησης 93/07 και των όσων αναφέρονταν στην Ε/Δ Χατζηπαυλή ημερ. 8.2.07, το Δικαστήριο (κ. Καλογήρου Α.Ε.Δ.) εξέδωσε, στις 12.2.07, Διάταγμα με το οποίο επέτρεψε τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής και την επίδοση ειδοποίησης αυτού στους Εναγόμενους στην Ολλανδία. Αντίγραφο του εν λόγω Διατάγματος («το Διάταγμα ημερ. 12.2.07») επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση της κ. Γιούλης Οικονόμου, που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, ως Τεκμ.
  2. Η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής επιδόθηκε στους Εναγόμενους στην Ολλανδία στις 16.5.
  3. Α.3 Η υπό κρίση Αίτηση ημερ. 15.6.07 και η Ένσταση των Εναγόντων Στις 15.6.07 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Εμφάνιση υπό Διαμαρτυρία (conditional appearance) καταχωρώντας ταυτόχρονα και την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ακύρωση ή και τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής ή και τον παραμερισμό της επίδοσης ειδοποίησης αυτού στους Εναγόμενους στην Ολλανδία ή και την ακύρωση ή και τον παραμερισμό του Διατάγματος ημερ. 12.2.07 που εκδόθηκε στα πλαίσια και στη βάση της Γενικής Αίτησης αρ. 93/07 (και με το οποίο δόθηκε στους Ενάγοντες άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και για επίδοση ειδοποίησης αυτού στους Εναγόμενους) για τους λόγους που εκτίθενται στο σώμα της αίτησης. Β. Περαιτέρω ή διαζευκτικά, Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την απόρριψη (dismissal) ή και διαγραφή (striking out) ή και αναστολή (stay) της παρούσας αγωγής ως καταχρηστικής για το λόγο ότι η παρούσα αγωγή είναι η τρίτη κατά σειρά αγωγή που εγείρεται από τους Ενάγοντες εναντίον των Εναγομένων για τα ίδια ακριβώς θέματα ή και για το λόγο ότι οι Ενάγοντες, για τρίτη συνεχή φορά, απέκρυψαν από το Δικαστήριο ή και παρέλειψαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα ή και παραπλάνησαν το Δικαστήριο. Γ. Διαζευκτικά, και σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει ότι έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή μέχρις ότου οι Ενάγοντες καταβάλουν στους Εναγόμενους το ποσό των Λ.Κ. 632,50 πλέον Φ.Π.Α. Λ.Κ. 93,30 που είναι το υπολογισθέν από τον Πρωτοκολλητή ποσό των δικηγορικών εξόδων που επιδικάσθηκαν υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων στα πλαίσια της Αγωγής αρ. 6512/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η οποία αφορούσε τα ίδια ακριβώς θέματα ως η παρούσα αγωγή. Δ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, άρθρα 1, 2, 3, 5, 6, 23, 26, 59 και 60, στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1348/2000 του Συμβουλίου περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, άρθρα 1-25, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, θθ. 9 και 10, Δ.6, θθ. 1-9, Δ.16, θ. 9, Δ.48, θθ. 1-4 και 7 και Δ.64, θθ. 1 και 2, στην πρακτική κα στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση εκτίθενται στην ένορκο δήλωση της δικηγόρου κ. Γιούλης Οικονόμου ημερ. 15.6.07 που την συνοδεύει («η Ε/Δ Οικονόμου ημερ. 15.6.07») ή και είναι εμφανή στο φάκελο του Δικαστηρίου. Στις 11.12.07 οι Ενάγοντες καταχώρισαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση η οποία συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του κ. Γεώργιου Χατζηπαυλή επίσης ημερ. 11.12.07 («η Ε/Δ Χατζηπαυλή ημερ. 11.12.07»). Προχωρώ τώρα σε παράθεση της νομολογίας σε σχέση με τις θεραπείες που ζητούνται με την υπό κρίση αίτηση, ξεκινώντας από το αίτημα για παραμερισμό της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος κ.τ.λ. (Θεραπεία «Α»). Α.3.1 ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥΣ Ή ΚΑΙ ΓΙΑ ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡ. 12.2.07 (ΘΕΡΑΠΕΙΑ «Α») Α.3.2 ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ - ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Το αίτημα των Εναγομένων για παραμερισμό της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής και για ακύρωση του σχετικού Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 12.2.07 που εκδόθηκε σε μονομερή βάση στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ. 93/07 βασίζεται, μεταξύ άλλων στο θ. 9 της Δ.16 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος προνοεί ως εξής: «A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining leave to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service.» Σε σχέση με το θ. 9 της Δ.16 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στην υπόθεση S.P.P. Ltd v. Integral Equipment Sarl

(1993)1 Α.Α.Δ. 762, αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 764: «Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας που στρέφεται εναντίον κατοίκου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοση της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του Δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό υποδηλώνει ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος . Διαταγή για επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό, εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση του ενάγοντα. Διαφυλάσσεται όμως στον εναγόμενο το δικαίωμα να ακουστεί, χάριν της φυσικής δικαιοσύνης, και να ζητήσει τον παραμερισμό του διατάγματος. Το δικαίωμα κατοχυρώνεται με τις διατάξεις της Δ.16, θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στα πλαίσια του αιτήματος για παραμερισμό του Διατάγματος μπορεί να αμφισβητηθούν τόσο τα γεγονότα που το στοιχειοθετούν όσο και η δικαιοδοτική του βάση.» Προτού αναφερθώ στους λόγους για τους οποίους οι Εναγόμενοι επιζητούν τον παραμερισμό της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και την ακύρωση του σχετικού Διατάγματος ημερ. 12.2.07 που εκδόθηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ. 93/07, θεωρώ ότι πρέπει να απαντήσω στο εξής επιχείρημα των Εναγόντων που προβάλλεται στα πλαίσια της ένστασης τους στην υπό κρίση αίτηση (Λόγος ΄Ενστασης 9): Οι Ενάγοντες εισηγούνται ότι οι Εναγόμενοι δεν δύνανται νομικά να αξιώσουν στα πλαίσια της υπό κρίσης αίτησης τον παραμερισμό ή την ακύρωση του διατάγματος ημερ. 12.2.2007 (με το οποίο δόθηκε στους Ενάγοντες άδεια για επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγόμενους στην Ολλανδία) καθ΄ότι το εν λόγω διάταγμα εκδόθηκε στα πλαίσια άλλης διαδικασίας και συγκεκριμένα στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ. 93/2007. Θέση των Εναγόντων είναι ότι το αίτημα για ακύρωση του υπό αναφορά διατάγματος θα έπρεπε να είχε υποβληθεί στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 93/2007 και ότι δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης. Είμαι της γνώμης ότι το ως άνω επιχείρημα των Εναγόντων είναι εντελώς αβάσιμο. Κατ΄αρχάς σημειώνω ότι η Γενική Αίτηση αρ. 93/2007 έγινε σε μονομερή βάση (ex parte) και ουδέποτε επιδόθηκε στους Εναγόμενους. Περαιτέρω, σημειώνω ότι η Γενική Αίτηση αρ. 93/2007 είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την παρούσα αγωγή αφού αυτή αφορούσε αφ΄ενός την σφράγιση και αφ΄ετέρου την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής. Το ίδιο ισχύει και σε ό,τι αφορά το σχετικό Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 8.2.2007 (Τεκμ. 2 στην Ε/Δ Οικονόμου ημερ. 15.6.2007). Η υπό κρίση αίτηση των Εναγομένων για παραμερισμό της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και για ακύρωση του διατάγματος ημερ. 8.2.07 δεν θα μπορούσε παρά να ενταχθεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής αφού με την αίτηση αυτή είναι, στην πραγματικότητα, η τύχη της παρούσας αγωγής που κρίνεται. Ενόψει των γεγονότων αυτών, η εισήγηση των Εναγομένων ότι το αίτημα για παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής θα έπρεπε να είχε υποβληθεί στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ. 93/2007 και όχι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής δεν μπορεί με κανένα τρόπο να γίνει αποδεκτή. Προς υποστήριξη της πιο πάνω κατάληξης μου παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Hani Mousa Εl-Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 836, σελ. 840-841, στην οποία προβλήθηκε από τον δικηγόρο του εφεσείοντα το ίδιο ακριβώς επιχείρημα που προβάλλεται από τους Ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση: «Κατά τη συζήτηση της έφεσης ο συνήγορος του εφεσείοντος έθεσε και δύο άλλα ζητήματα τα οποία, καθώς εισηγήθηκε, άπτονται της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου που σήμαινε ότι καθίστατο δυνατή η εξέταση τους παρόλον που δεν περιέχονται στην ειδοποίηση έφεσης. Βέβαια, ζητήματα δικαιοδοσίας εξετάζονται κατ΄έφεση, ακόμα και αυτεπάγγελτα: βλ. Central Cooperative Bank Ltd v. CY.E.M.S. Co. Ltd
(1984)1 C.L.R. 435. Ας δούμε όμως τα προταθέντα ζητήματα. Το ένα είναι ότι το δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί της αίτησης δεδομένου ότι υποβλήθηκε στο πλαίσιο της αγωγής ενώ η άδεια για σφράγιση και επίδοση είχε δοθεί σε προηγηθείσα γενική αίτηση. Κατά τον συνήγορο, τα επίδικα ζητήματα θα έπρεπε να είχαν ενταχθεί στο πλαίσιο της προηγηθείσας γενικής αίτησης εφόσον σε εκείνη ήταν που δόθηκε η άδεια για σφράγιση και για επίδοση και εκδόθηκαν κατ΄ακολουθίαν σχετικά διατάγματα. Το άλλο είναι ότι το εκδοθέν διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας παρέμεινε εν τέλει άθικτο από τη δικαστική κατάληξη στην εν λόγω αίτηση της τράπεζας εφόσον το δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα παραμερισμού της επίδοσης χωρίς να ακυρώσει το αρχικό εξουσιοδοτικό διάταγμα. Δεν μας φαίνεται να είναι ούτε το ένα, ούτε το άλλο ζήτημα δικαιοδοσίας. Το πρώτο αφορά σε δικονομική ορθότητα δίχως αντίκτυπο στη δικαιοδοσία. Η δικαιοδοσία του δικαστηρίου να προχωρήσει σε εξέταση της αίτησης παρέμενε ανεξάρτητα από την όποια επιλογή του δικονομικού πλαισίου. Δεν εξετάζεται λοιπόν εφόσον δεν εγείρεται με την ειδοποίηση έφεσης. Προσθέτουμε ενόψει του πρακτικού ενδιαφέροντος που ενέχει το ζήτημα, αλλά χωρίς να αποφαινόμαστε, τις εξής παρατηρήσεις: Η αποσύνδεση της αγωγής από την προηγηθείσα αίτηση μας φαίνεται να μοιάζει τεχνητή δεδομένης της συνάρτησης της αγωγής με ό,τι προηγήθηκε. Θα λέγαμε ότι η σημασία της προηγηθείσας αίτησης συνάπτεται προς τη σημασία της ιδίας αγωγής και εκφράζεται μέσα από την ύπαρξη της αγωγής. Με την αίτηση για ακύρωση ή παραμερισμό είναι κατ΄ουσίαν η τύχη της αγωγής που κρίνεται. Και νομίζουμε πως μέσα στο πλαίσιό της είναι που πρέπει να εντάσσεται μια τέτοια αίτηση.» Α.3.3. ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΟΙ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ ΖΗΤΟΥΝ ΤΟΝ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 12.2.2007 Α.3.4 ΓΕΝΙΚΑ Οι λόγοι για τους οποίους οι Εναγόμενοι επιζητούν τον παραμερισμό της επίδοσης σε αυτούς της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής και την ακύρωση του σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 12.2.2007 εκτίθενται στο σώμα της υπό κρίση αίτησης και είναι οι ακόλουθοι: (
  1. i)Το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή και αρμοδιότητας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. (
  2. ii)Το παρόν Δικαστήριο εστερείτο δικαιοδοσίας ή και αρμοδιότητας ή και εξουσίας να διατάξει την επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγόμενους στην Ολλανδία. (iii) Καμία από τις διατάξεις που οι Ενάγοντες επικαλέστηκαν προκειμένου να εξασφαλίσουν την άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και για επίδοση ειδοποίησης αυτού στους Εναγόμενους στην Ολλανδία δεν παρέχει στα Κυπριακά Δικαστήρια δικαιοδοσία ή και αρμοδιότητα να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή. (
  3. iv)Η παρούσα αγωγή ηγέρθη κατά παράβαση συμφωνίας μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων δυνάμει της οποίας οι διαφορές που αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής υπόκεινται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Αγγλικών Δικαστηρίων. (
  4. v)Η μονομερής αίτηση των Εναγόντων ημερ. 8.2.2007 που καταχωρίστηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ. 93/2007 και με την οποία επιζητείτο η άδεια το Δικαστηρίου για επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στους Αιτητές στην Ολλανδία ήταν αντικανονική. (
  5. vi)Όταν αποτάθηκαν στο Δικαστήριο μονομερώς επιζητώντας την άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση και επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγόμενους στην Ολλανδία, οι Ενάγοντες παραπλάνησαν το Δικαστήριο ή και παρέλειψαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο πληθώρα ουσιωδών γεγονότων. (vii) Οι Ενάγοντες - Καθ΄ων η Αίτηση παρέλειψαν να επιδώσουν στους Εναγόμενους όλα τα αναγκαία έγγραφα που προβλέπονται από τον θ. 7 της Δ.6 ή και τον θ. 13 της Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ή και επέδωσαν στους Εναγόμενους διατάγματα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ή και έγγραφα τα οποία ήταν συνταγμένα ή και μεταφρασμένα σε γλώσσες άλλες από την επίσημη γλώσσα της χώρας στην οποία έγινε η επίδοση με αποτέλεσμα η επίδοση να είναι αντικανονική ή και άκυρη. Να σημειωθεί ότι στο στάδιο των αγορεύσεων, μετά από μελέτη των εγγράφων, οι Εναγόμενοι δήλωσαν ότι εγκαταλείπουν τη θέση τους ως προς τα έγγραφα που τους επιδόθηκαν ως αυτή συνοψίζεται στην υποπαράγραφο (vii) πιο πάνω. Παραμένουν για εξέταση οι υπόλοιποι λόγοι για παραμερισμό της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και για ακύρωση του σχετικού Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 12.2.2007. Α.3.5 ΤΑ ΚΥΠΡΙΑΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΝΑ ΕΚΔΙΚΑΣΟΥΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΓΩΓΗ Στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι εγείρουν θέμα έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Σύμφωνα με τη νομολογία, θέματα δικαιοδοσίας είναι θεμελιακά για το ορθό υπόβαθρο μιας υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, μπορούν να εγερθούν οποτεδήποτε ακόμη και μετά την καταχώριση εμφάνισης άνευ όρων. Στην αγγλική υπόθεση Wilkinson v. Barking Corporation
(1948)1 All ER 564 οι εναγόμενοι καταχώρισαν εμφάνιση άνευ όρων και πρόβαλαν τον ισχυρισμό ότι δεν υφίστατο αγώγιμο δικαίωμα καθότι το Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση. Ο Δικαστής Asquith L.J. ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 567: «No act of the parties can create in the courts a jurisdiction which Parliament has said shall vest, not in the courts, but exclusively in some other body, and a party cannot submit to, so as to make effective, a jurisdiction which does not exist . The argument we are here rejecting seems to be based on a confusion between two distinct kinds of jurisdiction. The Supreme Court may by statute lack jurisdiction to deal with a particular matter . It has, however, jurisdiction to decide whether or not it has jurisdiction to deal with such matters, and by entering an unconditional appearance, a litigant submits to the former jurisdiction (which exists), but not to the latter (which does not). We are not here concerned with irregularity in the service or issue of the writ. That raises other considerations which are here quite out of place.» Όπως προκύπτει από την πιο πάνω περικοπή το Αγγλικό Εφετείο διαφοροποίησε μεταξύ δύο ξεχωριστών ειδών δικαιοδοσίας:
  1. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να αποφασίσει ή όχι κατά πόσο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει συγκεκριμένο ζήτημα, και
  2. Η δικαιοδοσία ή έλλειψη δικαιοδοσίας να αποφασίσει εκείνο το συγκεκριμένο και εγειρόμενο ζήτημα. Ένας εναγόμενος ο οποίος καταχωρίζει εμφάνιση άνευ όρων αποδέχεται το πρώτο είδος δικαιοδοσίας, αλλά δεν αποκλείεται να εγείρει θέμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει τη συγκεκριμένη αγωγή. Η υπαγωγή ενός διαδίκου στη δικαιοδοσία ενός Δικαστηρίου δια μέσου μιας κανονικής ή άνευ όρων εμφάνισης δεν δίδει πάντοτε δικαιοδοσία στ Δικαστήριο να αποφασίσει την αγωγή (Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 30, παρα. 676). Επομένως μπορεί οι Εναγόμενοι να έχουν δεχθεί να υπαχθούν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με την καταχώριση εμφάνισης άνευ όρων, αλλά είναι φανερό ότι μπορεί να αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με δεδομένο ότι η αίτηση τους είναι πολυσχιδής στις αιτιάσεις που οι Εναγόμενοι προβάλλουν για τον παραμερισμό του κλητηρίου και της επίδοσης του, καλύπτοντας τόσο δικονομικά όσο και ουσιαστικά θέματα. Στην υπόθεση Gwendjian v. Societe Tunisienne de Banque S.A.
(1983)1 CLR 588, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι εναγόμενοι δεν αποκλείονταν από το να εγείρουν το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας στην υπεράσπιση τους παρά το γεγονός ότι είχαν αρχικά λάβει άδεια για καταχώριση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, η οποία όμως κατέστη κανονική εμφάνιση δεδομένου ότι από αβλεψία απέτυχαν να αιτηθούν εντός του ορισθέντος χρόνου τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι στις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης, οι ενάγοντες δεν μπορούσαν βάσιμα να ισχυρισθούν ότι η μετατροπή της εμφάνισης υπό διαμαρτυρία σε κανονική εμφάνιση συνιστούσε εγκατάλειψη του δικαιώματος των εναγομένων να ενστούν στη δικαιοδοσία. Περαιτέρω στην υπόθεση Stella v. Sayias
(1983)1 CLR 186, αποφασίστηκε ότι ζητήματα δικαιοδοσίας διαπερνούν ολόκληρη τη δικαστική διαδικασία και έτσι μια ένσταση επί της δικαιοδοσίας δεν μπορεί να θεωρείται ως ζήτημα απλής αντικανονικότητας ή παρατυπίας, αλλά είναι ένα ουσιαστικό και θεμελιακό ζήτημα όλης της υπόθεσης. Όπως έχει προαναφερθεί άλλωστε, η προθυμία των Δικαστηρίων να θεωρούν ζητήματα δικαιοδοσίας ως θεμελιακά για την βιωσιμότητα μιας αγωγής είναι συνδυασμένη με την εξ ίσου αποδεκτή αρχή ότι τέτοια ζητήματα μπορούν να εγερθούν σε οποιοδήποτε στάδιο, ακόμη και κατ΄έφεση, έστω και αν το ζήτημα δεν έχει εγερθεί από τους εναγόμενους είτε στη δικογραφία τους είτε στην καταχώριση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία (Theofanous v. Georghiou
(1969)1 CLR 203). Είναι επίσης αποδεκτό, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Meyer v. Claretie (1890-91) 7 TL R 40, ότι ο τρόπος της εγκατάλειψης του δικαιώματος δεν βασίζεται κατ΄ανάγκη στον τύπο της εμφάνισης που καταχωρείται. Στην υπόθεση Michael v. United Transport Co. Ltd.
(1981)1 C.L.R. 322, αποφασίστηκε ότι το θέμα δικαιοδοσίας είναι ένα θέμα που ορθά πρέπει να αποφασίζεται προκαταρκτικά, όπου δεν είναι αναγκαίο να διασαφηνισθούν οποιαδήποτε γεγονότα, πέραν από εκείνα που φαίνονται στο κλητήριο ένταλμα. Στην υπό κρίση υπόθεση είμαι της γνώμης ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας για εκδίκαση της αγωγής, μπορεί να αποφασιστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας επί τη βάσει των γεγονότων στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια. Οι Κανονισμοί 44/2001 και 1348/2000 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Με την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1.5.2004 οι Κανονισμοί (Regulations) του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέστησαν αυτόματα μέρος του Κυπριακού δικαίου, με αυξημένη μάλιστα ισχύ έναντι των ημεδαπών Νόμων και Κανονισμών. Μεταξύ των Κανονισμών αυτών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβάνονται και οι δύο Κανονισμοί στους οποίους γίνεται αναφορά στην υπό κρίση αίτηση ήτοι,
(1)ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, και
(2)ο Κανονισμός (ΕΚ) 1348/2000 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα Κράτη Μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Ο Κανονισμός 44/2001 καθορίζει και διέπει τη δικαιοδοσία των κρατικών Δικαστηρίων των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Ε.Ε.») σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις στις οποίες ο εναγόμενος έχει την κατοικία (domicile) του σε ένα από τα Κράτη Μέλη. Ο εν λόγω Κανονισμός, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.3.2002, αντικατέστησε τη Σύμβαση των Βρυξελλών (Brussels Convention) του 1968 και τη Σύμβαση του Λουγκάνο (Lugano Convention) του 1988 οι οποίες, πριν από τη θέσπιση του Κανονισμού περιείχαν τους κοινούς κανόνες που καθόριζαν την δικαιοδοσία των Δικαστηρίων των Κρατών Μελών της Ε.Ε. σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Όπως ρητά αναφέρεται στο προοίμιο του Κανονισμού, ο Κανονισμός 44/2001 δεσμεύει και έχει άμεση ισχύ και εφαρμογή (direct effect) σε όλα τα Κράτη Μέλη της Ε.Ε. πλην της Δανίας, η οποία επέλεξε να συνεχίζει να δεσμεύεται από τη Σύμβαση των Βρυξελλών. Οι λόγοι για τους οποίους θεσπίστηκε ο Κανονισμός 44/2001 και οι βασικές πρόνοιες αυτού αναλύονται στο σύγγραμμα «The Conflict of Laws» του Adrian Briggs, έκδοση 2002, στις σελ. 52-
  1. Ο Κανονισμός 1348/2000 διέπει την επίδοση δικαστικών και εξωδίκων εγγράφων μεταξύ των Κρατών Μελών της Ε.Ε. σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Τόσο ο Κανονισμός 44/2001 όσο και ο Κανονισμός 1348/2000, ως Κανονισμοί του Συμβουλίου της Ε.Ε. έχουν άμεση ισχύ και εφαρμογή (direct effect) και στην Κύπρο και υπερισχύουν των ημεδαπών Νόμων και Κανονισμών δυνάμει, μεταξύ άλλων, του άρθρου 4 του περί της Συνθήκης Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Κυρωτικός) Νόμου, Ν. 35(III)/2003 (που τέθηκε σε ισχύ την 25.7.2003) το οποίο προνοεί τα εξής: «Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που επιβάλλει η Συνθήκη (Προσχώρησης) έχουν άμεση ισχύ στη Δημοκρατία και υπερισχύουν κάθε αντίθετης νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης». Κατά συνέπεια, από την 1.5.2004 η δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων επί αγωγών που στρέφονται εναντίον εναγομένων που διαμένουν σε άλλα Κράτη Μέλη της Ε.Ε., δεν διέπεται και δεν καθορίζεται πλέον από τον θ. 1 της Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αλλά από τον Κανονισμό 44/2001 του Συμβουλίου της Ε.Ε. Έπεται ότι το ερώτημα κατά πόσο τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή πρέπει να απαντηθεί με αναφορά στις διατάξεις του Κανονισμού 44/2001 και μόνο. Παράγοντες που σχετίζονται με το δόγμα του «natural forum»/«forum conveniens» δεν λαμβάνονται πλέον υπόψη όταν η υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 44/
  2. Οι σχετικές διατάξεις του Κανονισμού 44/2001 Επειδή τα συγγράμματα στα οποία θα αναφερθώ σε σχέση με την ερμηνεία του Κανονισμού 44/2001 και των αντίστοιχων διατάξεων της Σύμβασης των Βρυξελλών είναι στα Αγγλικά, θα ήθελα να αναφερθώ στο Αγγλικό κείμενο του εν λόγω Κανονισμού αντί στο Ελληνικό. Άρθρα 2 και 3 του Κανονισμού Ο γενικός κανόνας που τίθεται με τον Κανονισμό 44/2001 («ο Κανονισμός») περιέχεται στο άρθρο 2
(1)του εν λόγω Κανονισμού το οποίο προνοεί ως εξής: «Subject to this Regulation, persons domiciled in a Member State shall, whatever their nationality, be sued in the Courts of that Member State». Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 60
(1)του Κανονισμού: «For the purposes of this Regulation, a company or other legal person or association of natural or legal persons is domiciled at the place where it has its: (
  1. a)statutory seat, or (
  2. b)central administration, or (
  3. c)principal place of business.» Οι Εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ολλανδία η οποία διατηρεί χώρο εργασίας/εργοστάσιο στην Αγγλία. Κατά συνέπεια, βάσει του άρθρου 2
(1)του Κανονισμού, δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή έχουν τα Δικαστήρια της Ολλανδίας ή τα Δικαστήρια της Αγγλίας. Όχι, εν πάση περιπτώσει, τα Κυπριακά Δικαστήρια. Το άρθρο 3
(1)του Κανονισμού προνοεί ως εξής: «Persons domiciled in a Member State may be sued in the Courts of another Member State only by virtue of the rules set out in Sections 2 to 7 of this Chapter.» Από τους πολλούς κανόνες που περιέχονται στα Τμήματα 2 ως 7 του Κανονισμού, οι μόνοι κανόνες που μπορεί να θεωρηθούν σχετικοί με την παρούσα υπόθεση είναι αυτοί που περιέχονται στα άρθρα 5 και 23 του Κανονισμού. Άρθρο 5 του Κανονισμού Τα σχετικά εδάφια του άρθρου 5 του Κανονισμού προνοούν ως εξής: «A person domiciled in a Member State may, in another Member State be sued: 1. (
  1. a)in matters relating to contract, in the courts for the place of performance of the obligation in question: (
  2. b)for the purpose of this provision and unless otherwise agreed, the place of performance of the obligation in question shall be: - in the case of sale of goods, the place on a Member State where, under the contract, the goods were delivered or should have been delivered; . in matters relating to tort, delict or quasi delict, in the courts for the place where the harmful event occurred or may occur.» Το πρώτο ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η παρούσα αγωγή συνιστά «matter relating to contract» εν τη εννοία τους υποπαραγράφου
(1)του άρθρου 5 του Κανονισμού ή «matter relating to tort, delict or quasi delict» μέσα στην έννοια της υποπαραγράφου 3 του άρθρου 5. Σε σχέση με την ερμηνεία του άρθρου 5 του Κανονισμού παραπέμπω στο σύγγραμμα Dicey and Morris, The Conflict of Laws, 14th edition
(2006), στις σελ. 404-420 όπου γίνεται εκτενής αναφορά στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ.). Θα πρέπει πρώτα να σημειωθεί είναι ότι οι φράσεις «matter relating to contract» και «matter relating to tort» στο άρθρο 5 του Κανονισμού έχουν ανεξάρτητη και αυτόνομη έννοια. Δηλαδή, το κατά πόσο μία αγωγή συνιστά «matter relating to contract» ή «matter relating to tort» δεν πρέπει να αποφασίζεται με αναφορά στο εθνικό δίκαιο του δικάζοντος δικαστηρίου αλλά με αναφορά στη νομολογία του Δ.Ε.Κ. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Dicey and Morris (ανωτέρω), σύμφωνα με τη νομολογία του Δ.Ε.Κ. η φράση «matter relating to contract» στο άρθρο 5 καλύπτει όλες τις αγωγές οι οποίες αφορούν υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται οικιοθελώς (voluntarily) ενώ η φράση «matters relating to tort, delict or quasi delict» καλύπτει όλες τις αγωγές με τις οποίες επιζητείται ο καθορισμός της αστικής ευθύνης του εναγομένου και οι οποίες δεν σχετίζονται με «σύμβαση» («contract») μέσα στην έννοια της παραγράφου
(1)του άρθρου 5. Από το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής αλλά και από τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρίστηκαν από τους Ενάγοντες τόσο στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης όσο και στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ. 93/2007 προκύπτει ότι οι Ενάγοντες προβάλλουν κατά τρόπο διαζευκτικό δύο βάσεις αγωγής (causes of action). Η μία βάση αγωγής είναι αυτή της παράβασης σύμβασης και η άλλη είναι αυτή της αμέλειας (negligence) ή της αμελούς παραπληροφόρησης (negligent misstatement). Το κοινοδίκαιο, βεβαίως, επιτρέπει στους Ενάγοντες να προβάλλουν στα πλαίσια τους αγωγής τους διαζευκτικές βάσεις αγωγής. Ωστόσο, σύμφωνα με την νομολογία του Δ.Ε.Κ., αφ΄ης στιγμής η παρούσα αγωγή αφορά υποχρεώσεις που ανακύπτουν ή και σχετίζονται με τη σύμβαση πώλησης αγαθών που συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων, η παρούσα αγωγή συνιστά, για τους σκοπούς του άρθρου 5 του Κανονισμού, «matter relating to contract» και όχι «matter relating to tort, delict or quasi delict.» Προς υποστήριξη των πιο πάνω παραπέμπω στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου (Court of Appeal) στην υπόθεση Source Limited v. TUV Rheinland Holding AG and others, (CA),
(1997)EWCA Civ. 1270 (18.3.1997), όπου το Αγγλικό Εφετείο εξήγησε, με αναφορά στη νομολογία του Δ.Ε.Κ., ότι όταν μία αγωγή αφορά υποχρεώσεις που σχετίζονται με σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, η δικαιοδοσία του εκδικάζοντος Δικαστηρίου καθορίζεται από το άρθρο 5
(1)του Κανονισμού που αφορά «matters relating to contract» ανεξάρτητα από το κατά πόσο ή όχι η αγωγή στηρίζεται στη σχετική σύμβαση ή εγείρεται ανεξάρτητα από αυτή. Στην ίδια απόφαση το Αγγλικό Εφετείο εξήγησε, και πάλι με αναφορά στη νομολογία του Δ.Ε.Κ., ότι σε τέτοια περίπτωση η υποπαράγραφος
(3)του άρθρου 5 (που αφορά «matters relating to tort») δεν τυγχάνει εφαρμογής ακόμα και αν ο ενάγων προβάλλει ως αποκλειστική βάση αγωγής τη διάπραξη αστικού αδικήματος. Ενόψει των πιο πάνω είμαι της άποψης ότι η παρούσα αγωγή, η οποία σχετίζεται άμεσα με τη σύμβαση πώλησης που συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων, συνιστά «matter relating to contract» μέσα στην έννοια του άρθρου 5
(1)του Κανονισμού και ότι η δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή πρέπει να αποφασιστεί με αναφορά στην υποπαράγραφο
(1)του άρθρου 5 και όχι με αναφορά στην υποπαράγραφο
(3)του εν λόγω άρθρου. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η υποπαράγραφος
(3)του άρθρου 5 που αφορά «matters relating to tort» δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Το ερώτημα λοιπόν που εγείρεται είναι κατά πόσο τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή βάσει της υποπαραγράφου
(1)του άρθρου 5 του Κανονισμού η οποία, όπως έχω ήδη αναφέρει, προνοεί ως εξής: «A person domiciled in a Member State may, in another Member State be sued: 1(
  1. a)in matters relating to contract, in the courts for the place of performance of the obligation in question; . (
  2. c)for the purpose of this provision and unless otherwise agreed, the place of performance of the obligation in question shall be: - in the case of sale of goods, the place on a Member State where, under the contract, the goods were delivered or should have been delivered.» Ενόψει του ότι η σχετική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ήταν σύμβαση για την πώληση συγκεκριμένων εμπορευμάτων, δικαιοδοσία να εκδικάσουν τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων έχουν, τηρουμένων των όσων θα αναπτύξω στη συνέχεια σε σχέση με το άρθρο 23 του Κανονισμού, τα Δικαστήρια του Κράτους Μέλους στο οποίο, σύμφωνα με τη σύμβαση, τα σχετικά εμπορεύματα παραδόθηκαν ή έπρεπε να παραδοθούν. Ο τόπος παράδοσης των επίδικων εμπορευμάτων αποτελεί γεγονός σε σχέση με το οποίο προβάλλονται συγκρουόμενοι ισχυρισμοί. Οι Ενάγοντες, μέσω των ενόρκων δηλώσεων του κ. Χατζηπαυλή, ισχυρίζονται ότι τα επίδικα εμπορεύματα παραδόθηκαν σε αυτούς από τους Εναγόμενους στη Λευκωσία ενώ οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τα επίδικα προϊόντα παραδόθηκαν από αυτούς τους πράκτορες μεταφορών (forwarders) των Εναγόντων στο εργοστάσιο των Εναγομένων στο Huthwaite της Αγγλίας (ex works Huthwaite). Είναι επίσης ισχυρισμός των Εναγομένων ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση περιείχε ρητό όρο ότι τα επίδικα εμπορεύματα θα παραδίδονταν από αυτούς στους Ενάγοντες ή τους αντιπροσώπους τους στο Huthwaite της Αγγλίας (Ε/Δ Οικονόμου ημερ. 15.6.07, παρ. 6(Α) ως (Δ)). Κρίνω ότι ο ισχυρισμός που προβάλλεται από τους Ενάγοντες ότι ο συμφωνηθείς τόπος παράδοσης των επίδικων εμπορευμάτων ήταν η Λευκωσία (Ε/Δ Χατζηπαυλή ημερ. 11.12.07, παρ. 7(α) και 7(δ) είναι πρόδηλα ψευδής αφού από τα έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ξεκάθαρα ότι τα επίδικα εμπορεύματα συμφωνήθηκε να παραδοθούν και παραδόθηκαν από τους Εναγόμενους τους πράκτορες μεταφορών των Εναγόντων στο εργοστάσιο των Εναγομένων στο Huthwaite τους Αγγλίας. Συγκεκριμένα:
(1)Στο Προτιμολόγιο ημερ. 17.11.98 το οποίο αποτέλεσε τη βάση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας και το οποίο επισυνάπτεται στην Ε/Δ Χατζηπαυλή ημερ. 8.2.07 (που συνόδευε τη Γενική Αίτηση αρ. 93/07 ως Τεκμ. «Α» αναφέρεται ρητά και ξεκάθαρα ότι όλες οι παραγγελθείσες ποσότητες του προϊόντος Enfield Routemaster θα παραδίδονταν από τους Εναγόμενους στο Huthwaite της Αγγλίας. Συγκεκριμένα, στο μέσο περίπου του Προτιμολογίου, κάτω από τα παραγγελθέντα εμπορεύματα, αναγράφονται οι λέξεις «Total ex Huthwaite (Incoterms 90)». Είναι αλήθεια ότι στο Προτιμολόγιο αναφέρεται επίσης ως Διεύθυνση Παράδοσης (Delivery Address) η διεύθυνση των Εναγόντων στη Λευκωσία. Είναι όμως φανερό ότι η εν λόγω διεύθυνση αναγράφεται ως η διεύθυνση τελικού προορισμού των εμπορευμάτων, δηλαδή ως η διεύθυνση στην οποία τα εμπορεύματα θα παραδίδονταν από τους πράκτορες μεταφορών (forwarders) των Εναγόντων (οι οποίοι θα τα παραλάμβαναν από τους Εναγόμενους στο Huthwaite) στους Ενάγοντες.
(2)Στην επιστολή τους προς τους Εναγόμενους ημερ. 12.1.99 με την οποία οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν το ως άνω Προτιμολόγιο των Εναγομένων και η οποία επισυνάπτεται στην Ε/Δ Οικονόμου ημερ. 15.6.07 (που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση) ως Τεκμ. 3, οι Ενάγοντες ζητούν από τους Εναγόμενους να επιβεβαιώσουν την ημερομηνία αποστολής των εμπορευμάτων ώστε να ειδοποιήσουν τους πράκτορες μεταφορών τους («Please confirm shipping date in order to give you our forwarders details»). Από την αναφορά αυτή προκύπτει ξεκάθαρα ότι τα επίδικα εμπορεύματα δεν θα παραδίδονταν από τους Εναγόμενους στους Ενάγοντες απ΄ευθείας αλλά θα παραδίδονταν από τους Εναγόμενους στους forwarders των Εναγόντων στο Huthwaite της Αγγλίας οι οποίοι και θα μεριμνούσαν εκ μέρους των Εναγόντων για την αποστολή των εμπορευμάτων στους Ενάγοντες στην Κύπρο. Αν οι Εναγόμενοι όντως αναλάμβαναν να παραδώσουν τα επίδικα εμπορεύματα στους Ενάγοντες στη Λευκωσία τότε γιατί οι Ενάγοντες αναφέρονται σε «forwarders» δικούς τους; Γιατί θεωρούσαν ότι θα έπρεπε οι ίδιοι να ειδοποιήσουν αυτούς τους «forwarders» και για ποιο λόγο έπρεπε να ειδοποιηθούν οι «forwarders» αυτοί για τις ημερ. αποστολής των εμπορευμάτων;
(3)Στα Τιμολόγια ημερ. 18.3.99 και 31.3.99 που εκδόθηκαν από τους Εναγόμενους σε ανύποπτο χρόνο και τα οποία επισυνάπτονται χωρίς σχόλιο στην Ε/Δ Χατζηπαυλή ημερ. 8.2.07, που συνόδευε την Γενική Αίτηση αρ. 93/2007, ως Τεκμ. «Γ» και «Δ» αναφέρονται ξεκάθαρα τα εξής: (
  1. i)Οι «όροι παράδοσης» (terms of delivery) ήταν ότι η παράδοση θα γινόταν στο χώρο εργασίας των Εναγομένων στο Huthwaite. Συγκεκριμένα αναγράφεται κάτω από τον τίτλο «Terms of delivery» η φράση «Ex Works Huthwaite». Ως προς την έννοια των λέξεων «ex works», οι οποίες έχουν συγκεκριμένη νομική έννοια, παραπέμπω στο σύγγραμμα Benjamin´s Sale of Goods (ed. 1974) όπου, στη σελ. 912, αναφέρονται τα εξής κάτω από τον τίτλο «Ex Works or Ex Store Contracts»: «Goods to be delivered from the seller´s works. This is not, in a sense an overseas sale at all, but goods may be sold to an overseas buyer with terms that they are to be delivered from the seller´s works. In such a case the normal rule applies, that the place of delivery is the seller´s place of business and that the seller performs his duty to deliver by allowing the buyer to collect the goods.» (
  2. ii)Τα επίδικα εμπορεύματα θα φορτώνονταν σε φορτηγό. Συγκεκριμένα αναγράφεται κάτω από τις λέξεις vessel/aircraft η λέξη «Truck», δηλαδή φορτηγό. Αν οι Εναγόμενοι όντως αναλάμβαναν οι ίδιοι να παραδώσουν τα επίδικα εμπορεύματα στους Ενάγοντες στη Λευκωσία, τότε για ευνόητους λόγους θα τα φόρτωναν αυτά σε πλοίο και όχι σε φορτηγό. (iii) Η μεταφορά των εμπορευμάτων στην Κύπρο αποτελούσε ευθύνη των Εναγόντων οι οποίοι διόρισαν για το σκοπό αυτό τους forwarders Hay Pollock. Συγκεκριμένα, στο Τιμολόγιο ημερ. 18.3.99 αναγράφονται οι λέξεις «Customer´s Carrier: Hay Pollock». Υπενθυμίζω ότι τα ως άνω Τιμολόγια ετοιμάστηκαν από τους Ενάγοντες σε ανύποπτο χρόνο, ήτοι «ταυτόχρονα με τη φόρτωση των εμπορευμάτων στα οποία αναφέροντο», ως γίνεται παραδεκτό στην παράγραφο 5 της Ε/Δ Χατζηπαυλή ημερ. 8.2.07 (που συνόδευε την Γενική Αίτηση αρ. 93/07). Οι Ενάγοντες δεν είχαν κανένα απολύτως λόγο να ισχυριστούν ότι παρέδωσαν τα εμπορεύματα στο Huthwaite αν στην πραγματικότητα τα είχαν παραδώσει στη Λευκωσία. Ούτε και είχαν λόγο να ισχυριστούν ότι τα φόρτωσαν σε φορτηγό αν στην πραγματικότητα τα είχαν φορτώσει σε πλοίο ή να αναφερθούν σε «Customer´s Carrier» αν είχαν οι ίδιοι αναλάβει ευθύνη να αποστείλουν τα εμπορεύματα στην Κύπρο με πλοίο. Σημειώνω ότι σε καμία από τις Ε/Δ Χατζηπαυλή δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι τα όσα αναφέρονται στα σχετικά τιμολόγια των Εναγομένων δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Σημειώνω επίσης ότι, εφόσον οι συμφωνηθέντες όροι πληρωμής ήταν (ως είναι παραδεκτό) «cash against documents» και εφόσον (ως είναι επίσης παραδεκτό) οι Ενάγοντες πληρώθηκαν για τα επίδικα εμπορεύματα, οι Ενάγοντες δεν μπορεί παρά να πληρώθηκαν μέσω του μηχανισμού της ενέγγυας πίστωσης (Letter of Credit) παρουσιάζοντας (μεταξύ άλλων) τα ως άνω Τιμολόγια (Invoices). Εφόσον οι Ενάγοντες πληρώθηκαν, αυτό καταδεικνύει ξεκάθαρα ότι τα σχετικά Τιμολόγια έγιναν αποδεκτά από την Τράπεζα που προέβη στην πληρωμή ως σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων.
(4)Οι Ενάγοντες δεν έχουν παρουσιάσει οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ αυτών και των Εναγομένων με την οποία οι Εναγόμενοι να αναλαμβάνουν υποχρέωση να αποστείλουν τα επίδικα εμπορεύματα στους Ενάγοντες στην Κύπρο δια θαλάσσης. Ούτε και ισχυρίζονται ότι υπάρχει τέτοια συμφωνία. Κατά συνέπεια τα ακόλουθα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα: Πώς και πότε οι Εναγόμενοι συμφώνησαν να αποστείλουν τα επίδικα εμπορεύματα στην Κύπρο; Σε ποιο πλοίο θα τα φόρτωναν; Σε ποιο λιμάνι; Ποιος θα πλήρωνε τον ναύλο και πότε; Είναι κατά την άποψη μου φανερό ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε συμφώνησαν ή ανέλαβαν να αποστείλουν τα επίδικα προϊόντα στην Κύπρο, πόσο μάλλον να τα παραδώσουν στους Ενάγοντες στους Άγιους Ομολογητές. Από τα έγγραφα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ξεκάθαρα ότι τα επίδικα εμπορεύματα παραδόθηκαν από τους Εναγόμενους στους Ενάγοντες στην Αγγλία και κατά συνέπεια κρίνω ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή βάσει του άρθρου 5 του Κανονισμού. Άρθρο 23 του Κανονισμού Αλλά ακόμα και αν τα επίδικα εμπορεύματα παραδίδονταν από τους Εναγόμενους στους Ενάγοντες στην Κύπρο (ως αναληθώς ισχυρίζονται οι Ενάγοντες) και πάλι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν θα είχαν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή. Και τούτο διότι τα Δικαστήρια της Αγγλίας θα είχαν αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν την αγωγή βάσει του άρθρου 23
(1)του Κανονισμού το οποίο προνοεί ως εξής: «If the parties, one of whom is domiciled in a Member State, have agreed that a court of a Member State shall have jurisdiction to settle any disputes which have arisen or may arise in connection with a particular legal relationship, that court or those courts shall have jurisdiction. Such jurisdiction shall be excusive unless the parties have agreed otherwise. Such an agreement conferring jurisdiction shall be either: (
  1. a)in writing or evidenced in writing; or (
  2. b)in a form which accords with practices which the parties have established between themselves; or (
  3. c)in international trade or commerce, in a form which accords with a usage of which the parties are or ought to have been aware and which in such trade or commerce is widely known to, and regularly observed by, parties to contracts of the type involved in the particular trade or commerce concerned.» Στο Προτιμολόγιο (Pro-Forma Invoice) των Εναγομένων ημερ. 17.11.1998, το οποίο αποτέλεσε τη βάση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας και το οποίο επισυνάπτεται στην Ε/Δ Χατζηπαυλή ημερ. 8.2.07, που συνόδευε τη Γενική Αίτηση αρ. 93/07 ως Τεκμ. «Α», αναφέρεται ρητά και ξεκάθαρα ότι η πώληση των επίδικων εμπορευμάτων θα διεπόταν από τους συνήθεις όρους πώλησης των Εναγομένων (Our conditions of sale apply). Όπως γίνεται παραδεκτό στην παράγραφο 6 της Ε/Δ Χατζηπαυλή ημερ. 8.2.07 οι εν λόγω όροι πώλησης (conditions of sale), οι οποίοι εκτίθενται στο πίσω μέρος των Τιμολογίων των Εναγομένων ημερ. 18.3.1999 και 31.3.1999 (Τεκμ. «Γ» και «Δ» στην Ε/Δ Χατζηπαυλή ημερ. 8.2.07), περιλάμβαναν όρο ότι σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ των διαδίκων θα ίσχυε το Αγγλικό δίκαιο και αποκλειστική δικαιοδοσία θα είχαν τα Αγγλικά Δικαστήρια. Το ως άνω Προτιμολόγιο των Εναγομένων ημερ. 17.11.98, και κατ΄επέκταση οι όροι πώλησης (conditions of sale) των Εναγομένων στους οποίους γινόταν ρητή αναφορά στο Προτιμολόγιο, έγινε αποδεκτό από τους Ενάγοντες χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη, με την επιστολή των Εναγόντων ημερ. 12.1.1999 η οποία επισυνάπτεται στην Ε/Δ Οικονόμου ημερ. 15.6.07 που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ως Τεκμ. 3 (και στην οποία, όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια, οι Ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο όταν αποτάθηκαν στο Δικαστήριο μονομερώς για να εξασφαλίσουν άδεια για επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στο εξωτερικό). Στην εν λόγω επιστολή οι Ενάγοντες αναφέρουν ρητά: «We are pleased to inform you that we accept your offer pro-forma invoice dd. 17.11.98». Ενόψει των ανωτέρω, είμαι της γνώμης ότι οι όροι πώλησης των Εναγομένων (συμπεριλαμβανομένου του όρου περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Αγγλικών Δικαστηρίων) ενσωματώθηκαν δι΄αναφοράς (incorporated by reference) στη σύμβαση πώλησης που συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων με αποτέλεσμα να υπάρχει μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, η οποία επιβεβαιώνεται γραπτώς (evidenced in writing) μέσα στην έννοια του άρθρου 23 του Κανονισμού (γραπτό Προτιμολόγιο, γραπτή αποδοχή Προτιμολογίου), δυνάμει της οποίας οι μεταξύ των διαδίκων διαφορές υπόκεινται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Αγγλικών Δικαστηρίων. Προς υποστήριξη των πιο πάνω παραπέμπω στις αποφάσεις του Δ.Ε.Κ. στις υποθέσεις 24/76 Estasis Salotti v. RUWA και 159/97, Transporti Castelletti v. Hugo Trumpy SpA. Στις εν λόγω υποθέσεις το Δ.Ε.Κ. ανέλυσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 της Σύμβασης των Βρυξελλών (στο οποίο βασίζεται το άρθρο 23 του Κανονισμού) και κατέληξε ότι, ενώ η εκτύπωση ρήτρας περί δικαιοδοσίας στο πίσω μέρος συμβολαίου που υπογράφεται από τα μέρη δεν ικανοποιεί τις τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 17 της Σύμβασης, η θέση είναι διαφορετική όταν το ίδιο το συμβόλαιο περιέχει ρητή αναφορά στους γενικούς όρους που περιλαμβάνουν τη ρήτρα περί δικαιοδοσίας. Σε τέτοια περίπτωση οι τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 17 (άρθρου 23 του Κανονισμού) ικανοποιούνται πλήρως. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε συμβόλαιο που υπογράφηκε από τα μέρη. Σημειώνω ωστόσο ότι το άρθρο 23 του Κανονισμού δεν θέτει ως προϋπόθεση την υπογραφή συμβολαίου. Αρκεί η σχετική συμφωνία να επιβεβαιώνεται γραπτώς (evidenced in writing). Στην παρούσα υπόθεση οι Εναγόμενοι, με την επιστολή τους ημερ. 12.1.99 (Τεκμ. 3, Ε/Δ Οικονόμου 15.6.07) αποδέχθηκαν γραπτώς και ανεπιφύλακτα το επίσης γραπτό Προτιμολόγιο των Εναγομένων στο οποίο γινόταν ρητή αναφορά στους όρους πώλησης (conditions of sale) των Εναγομένων που περιλάμβαναν και τη ρήτρα περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Αγγλικών Δικαστηρίων. Προς περαιτέρω υποστήριξη της κατάληξης μου ότι οι όροι πώλησης των Εναγομένων (συμπεριλαμβανομένης της ρήτρας περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Αγγλίας) ενσωματώθηκαν δι΄αναφοράς στη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, παραπέμπω στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου (Court of Appeal) στην υπόθεση O´Brien v. MGN Ltd
(2001)EWCA Civ. 1279. Στην εν λόγω υπόθεση ο ενάγων πίστεψε ότι είχε κερδίσει συγκεκριμένο χρηματικό ποσό σε διαγωνισμό τύπου «ξυστού λαχείου» (scratch card game) που έγινε από την εφημερίδα της εναγομένης εταιρείας. Στη συνέχεια διαφάνηκε ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης εξέδωσαν κατά λάθος μεγάλο αριθμό λαχείων με τους τυχερούς αριθμούς αντί για ένα. Ως αποτέλεσμα αντί να υπάρχουν δύο νικητές για το χρηματικό ποσό των £50.000 υπήρξαν 1,472 «νικητές». Το Αγγλικό Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων δεν εδικαιούτο να αποζημιωθεί καθ΄ότι οι Όροι σχετικού Διαγωνισμού προνοούσαν ότι σε περίπτωση που υπήρχαν περισσότεροι από ένας «νικητές», το ποιος θα έπαιρνε το χρηματικό έπαθλο θα αποφασιζόταν με κλήρωση. Το σημαντικό σημείο είναι ότι το Αγγλικό Εφετείο έκρινε οι Όροι του Διαγωνισμού είχαν έγκυρα ενσωματωθεί δι΄αναφοράς στη σύμβαση που συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων για το λόγο ότι στις σχετικές οδηγίες που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα αναφερόταν ρητά ότι ίσχυαν οι συνήθεις όροι των εναγομένων («Normal Mirror Group Rules Apply»). Τα άρθρα 15, 16 και 17 του Κανονισμού τα οποία επικαλούνται οι Ενάγοντες Στην Ε/Δ Χατζηπαυλή ημερ. 8.2.07 που συνόδευε τη Γενική Αίτηση αρ. 93/07 [παρ. 10
(10)] αλλά και στην Ε/Δ Χατζηπαυλή ημερ. 11.12.07 που συνοδεύει την ένσταση των Εναγόντων στην υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή, ανεξάρτητα του τόπου παράδοσης των επίδικων εμπορευμάτων, βάσει των άρθρων 16 και 17 του Κανονισμού. Το άρθρο 16
(1)του Κανονισμού προνοεί ως εξής: «A consumer may bring proceedings against the other party to a contract either in the courts of the Member State in which that party is domiciled or in the courts of the place where the consumer is domiciled.» Το άρθρο 16 (όπως και τα άρθρα 15 και 17) του Κανονισμού αποτελούν μέρος του Τμήματος 4 (Section 4) του Κανονισμού το οποίο τιτλοφορείται «Jurisdiction over consumer contracts». Το πεδίο και οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων που περιλαμβάνονται στο Τμήμα 4 καθορίζονται στο άρθρο 15 του Κανονισμού (που είναι το πρώτο άρθρο του Τμήματος 4). Το άρθρο 15 του Κανονισμού προνοεί ως εξής: «1. In matters relating to a contract concluded by a person, the consumer, for a purpose which can be regarded as being outside his trade or profession, jurisdiction shall be determined by this Section, without prejudice to Article 4 and point 5 of Article 5, if: (
  1. a)it is a contract for the sale of goods on installment credit terms; or (
  2. b)it is a contract for a loan repayable by installments, or for any other form of credit, made to finance the sale of goods; (
  3. c)in all other cases, the contract has been concluded with a person who pursues commercial or professional activities in the Member State of the consumer´s domicile or, by any means, directs such activities to that Member State or to several States, including that Member State, and the contract falls within the scope of such activities.» Το δε ελληνικό κείμενο του άρθρου 15, έχει ως εξής: «1. Σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5, σημείο 5: (α) όταν πρόκειται για πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος ή. (β) όταν πρόκειται για δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για άλλη πιστωτική συναλλαγή συνδεόμενη με τη χρηματοδότηση αγοράς ενσώματων κινητών ή (γ) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν η σύμβαση καταρτίσθηκε με πρόσωπο, το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή ή το οποίο κατευθύνει με οποιοδήποτε μέσον τέτοιου είδους δραστηριότητες σ΄αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους μέλους και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων.» Απλή ανάγνωση του άρθρου 15 του Κανονισμού οδηγεί αβίαστα στο ξεκάθαρο συμπέρασμα ότι τα άρθρα 15, 16 και 17 του Κανονισμού δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Κατ΄αρχάς, απαραίτητη προϋπόθεση για εφαρμογή των άρθρων 15 ως 17 είναι ότι η σύμβαση σε σχέση με την οποία εγείρεται η αγωγή πρέπει να είναι «για σκοπό ξένο προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που την καταρτίζει, του καταναλωτή» (for a purpose which can be regarded as being outside his trade or profession). Παραπέμπω συναφώς στο σύγγραμμα του Adrian Briggs «The Conflict of Laws»
(2002)όπου αναφέρονται τα εξής (στη σελ. 67): «A consumer contract is one in which an individual concludes the contract for a purpose outside his trade or profession and is one which in general secures the needs of an individual in terms of private consumption.» Στην παρούσα υπόθεση η σχετική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ήταν για την πώληση από τους Εναγόμενους προς τους Ενάγοντες του προϊόντος, μπογιάς «Enfield Routemaster 9610» το οποίο, όπως ρητά αναφέρεται στην παράγραφο 2 της Ε/Δ Χατζηπαυλή ημερ. 8.2.07, που συνόδευε τη Γενική Αίτηση αρ. 93/07, θα χρησιμοποιείτο από τους Ενάγοντες στα πλαίσια της «υπό των Εναγόντων εκτέλεσης των εργασιών της σήμανσης, σηματοδότησης των διαύλων προσγείωσης και απογείωσης αεροσκαφών και άλλων συναφών χώρων στα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου ως και την αεροπορική βάση «Ανδρέας Παπανδρέου» στην Πάφο». Είναι λοιπόν ξεκάθαρο ότι η σχετική σύμβαση μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων καταρτίστηκε από τους Ενάγοντες στα πλαίσια και για τους σκοπούς των επαγγελματικών/επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων και ότι αυτή δεν μπορεί με κανένα τρόπο να θεωρηθεί ότι ήταν «για σκοπό ξένο προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που την καταρτίζει, του καταναλωτή» (for a purpose which can be regarded as being outside his trade or profession). Έπεται (
  1. i)ότι οι Ενάγοντες με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι συμβλήθηκαν με τους Εναγόμενους ως «καταναλωτές» μέσα στην έννοια των άρθρων 15 ως 17 του Κανονισμού και (
  2. ii)ότι τα εν λόγω άρθρα δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μπορούσε να θεωρηθεί ότι ήταν για σκοπό ξένο προς τις επαγγελματικές δραστηριότητες των Εναγομένων, τα άρθρα 15 ως 17 του Κανονισμού και πάλι δεν θα τύγχαναν εφαρμογής αφού η σχετική σύμβαση ούτε «σύμβαση για πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος» ήταν αλλά ούτε και «δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για άλλη πιστωτική συναλλαγή». Ούτε και οι Εναγόμενοι ασκούν ή κατευθύνουν οποιεσδήποτε εμπορικές δραστηριότητες στην Κύπρο. Κατά συνέπεια είναι απολύτως ξεκάθαρο ότι καμία από τις προϋποθέσεις για εφαρμογή των άρθρων 15 ως 17 του Κανονισμού δεν ικανοποιείται στην παρούσα υπόθεση. Γενικό Συμπέρασμα σε σχέση με το θέμα της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή Ενόψει των όσων ανέφερα πιο πάνω και υπό το φως των σχετικών διατάξεων του Κανονισμού 44/2001, καταλήγω ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή αφού, μεταξύ άλλων: (
  3. i)οι Εναγόμενοι δεν έχουν την έδρα τους στην Κύπρο ούτε και διατηρούν οποιοδήποτε παράρτημα ή τόπο εργασίας στην Κύπρο, (
  4. ii)οι Ενάγοντες συμβλήθηκαν με τους Εναγόμενους και αγόρασαν τα επίδικα προϊόντα από τους Εναγόμενους στα πλαίσια και για σκοπούς των επαγγελματικών/επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων και εργασιών και όχι ως «καταναλωτές» μέσα στην έννοια των άρθρων 15 ως 17 του Κανονισμού, (iii) τα επίδικα προϊόντα παραδόθηκαν από τους Εναγόμενους στους πράκτορες μεταφορών (forwarders) των Εναγόντων στο εργοστάσιο των Εναγομένων στο Huthwaite της Αγγλίας (ex works Huthwaite), σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας και σύμφωνα με τα όσα ρητά αναφέρονται στα σχετικά τιμολόγια των Εναγομένων, (
  5. iv)οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν γραπτώς και ανεπιφύλακτα τους όρους πώλησης (conditions of sale) των Εναγομένων στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο όρος σύμφωνα με τον οποίο οι μεταξύ των διαδίκων διαφορές υπόκεινται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Αγγλικών Δικαστηρίων. Β. ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Εκδίδεται διάταγμα ακύρωσης και/ή παραμερισμού της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγόμενους καθώς επίσης και διάταγμα ακύρωσης και/ή παραμερισμού του διατάγματος ημερ. 12.2.07 που εκδόθηκε στα πλαίσια και στη βάση της Γενικής Αίτησης αρ. 93/07, με το οποίο δόθηκε άδεια στους Ενάγοντες για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και για επίδοση ειδοποίησης αυτού στους Εναγόμενους εκτός δικαιοδοσίας. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα αναστολής της περαιτέρω διαδικασίας της αγωγής. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου δεν θα προχωρήσω να εξετάσω την ισχυριζόμενη απόκρυψη γεγονότων καθώς και τις υπόλοιπες θεραπείες που ζητούνται με την αίτηση. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων-Αιτητών και εναντίον των Εναγόντων-Καθ΄ων η αίτηση. (Υπ.) ............. Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.