← Κύπρος

SUPHIRE (FINANCE) LTD ν. Παπάμιχαηλ Σάββα, Αρ. Αγωγής: 12241/03, 30 Μαΐου 2008

SUPHIRE (FINANCE) LTD ν. Παπάμιχαηλ Σάββα, Αρ. Αγωγής: 12241/03, 30 Μαΐου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 12241/03 Μεταξύ: SUPHIRE (FINANCE) LTD, εκ Λευκωσίας Εναγόντων Και Παπάμιχαηλ Σάββα, εκ Λευκωσίας Εναγομένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Μαΐου

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κ. Σ. Στυλιανού για Κ. Καλλής & Δ. Καλλής Για Εναγόμενο: κ. Α. Παπαντωνίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες διεκδικούν ποσό Λ.Κ.19.264,04 δυνάμει έγγραφης συμφωνίας δανείου και ή πιστωτικών διευκολύνσεων συν τόκους προς 8,25% από 1-1-
  2. Το κατ' ισχυρισμόν χρέος προκύπτει από τη λειτουργία του σχετικού επενδυτικού λογαριασμού (γνωστού ως investor account). Ο Εναγόμενος παραδέχεται μεν ότι στις 10-7-00 υπέβαλε αίτηση προς τους Ενάγοντες για την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων για αγορά μετοχών και ότι υπέγραψε τη Συμφωνία Χρηματοδοτήσεως Επενδυτικού Σχεδίου αλλά προβάλλει πως τόσο την αίτηση, όσον και τη συμφωνία τις υπέγραψε κατόπιν εξώθησης και ή επηρεασμού από τους Ενάγοντες, οι οποίοι είχαν σκοπό την επέκταση των δραστηριοτήτων τους και το κέρδος. Προβάλλει επίσης ισχυρισμούς πως η επίδικη σύμβαση είναι ultra vires του καταστατικού των Εναγόντων, ότι ποτέ δεν έδωσε όλες τις εντολές που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες για αγορά μετοχών, αλλά μόνο ορισμένες στην αρχή της συνεργασίας τους, ότι η σύμβαση είναι άκυρη λόγω έλλειψης ανταλλάγματος, ότι ήταν θύμα ψευδών παραστάσεων και ή απειλών και διάφορες άλλες θέσεις στις οποίες θα γίνει αναφορά πιο κάτω. Ανταπαιτητικώς αξιώνει ακύρωση της σύμβασης, διαγραφή του χρέους και επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.20.895 το οποίο ο ίδιος είχε στη διάθεση των Εναγόντων και αντιπροσώπευε την αξία των υπό παρακαταθήκη μετοχών τις οποίες απώλεσε από τον τρόπο λειτουργίας και διαχείρισης του εν λόγω λογαριασμού (investor account). Μαρτυρία. Για να αποδείξουν την υπόθεση τους οι Ενάγοντες κάλεσαν ως μόνο μάρτυρα τον κ. Ανδρέα Παπαπαρασκευά, διευθυντή των επενδυτικών σχεδίων τους (Μ.Ε.), ενώ για λογαριασμό του Εναγομένου κατέθεσε ο ίδιος ως πρώτος μάρτυρας (Μ.Υ.1) και κλήθηκε ως δεύτερος ο κ. Νίκος Γεωργίου (Μ.Υ.2) ο οποίος ήταν παρών με τον Εναγόμενο σε κάποια ενημέρωση που τους έκαμε ο Μ.Ε. τον Ιούλιο του
  3. Ο Μ.Ε. αναφέρθηκε στην υποβολή αίτησης, στην έγκριση της, στην υπογραφή συμφωνίας με τον Εναγόμενο καθώς και στην υπογραφή πληρεξουσίου εγγράφου προς χρηματιστηριακή εταιρεία, στην εγγραφή των αξιών (που αγοράζοντο) επ΄ ονόματι άλλης εταιρείας για εξασφάλιση, στις αρχικές αξίες που παρέδωσε ο Εναγόμενος, στο άνοιγμα λογαριασμού επ΄ ονόματι του, στην χρήση του ορίου από τον Εναγόμενο, στη λειτουργία του συγκεκριμένου σχεδίου, στην αλληλογραφία και επικοινωνία του με τον Εναγόμενο, στην είσπραξη μερισμάτων και τέλος στον τερματισμό της συμφωνίας, στην πώληση των μετοχών και στο οφειλόμενο υπόλοιπο. Στη δική του μαρτυρία ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι εκτός από κάποιες εντολές στην αρχή για αγοραπωλησία μετοχών δεν έδωσε άλλη εντολή, ότι δεν παρέλαβε ποτέ πινακίδια συναλλαγής ή κατάσταση λογαριασμού και γενικά ότι οι Ενάγοντες διαχειρίστηκαν όπως ήθελαν τον λογαριασμό του, για τις ζημιές του οποίου ευθύνονται οι ίδιοι. Ήταν η θέση του πως παραπλανήθηκε και ή επηρεάστηκε από τους Ενάγοντες να υπογράψει τα επίδικα έγγραφα κατόπιν υποσχέσεων και δηλώσεων τους ότι δεν είχε τίποτε να χάσει εκτός από τις μετοχές που θα έδιδε προς εξασφάλιση του λογαριασμού. Προέβαλε και σειρά άλλων επιχειρημάτων, τα οποία κυρίως είναι νομικής φύσης. Ο Μ.Υ.2 είχε λάβει και αυτός μέρος σε συνάντηση που είχαν για να τους εξηγήσει ο Μ.Ε. το επίδικο επενδυτικό σχέδιο των Εναγόντων, τον Ιούλιο του
  4. Η θέση του ήταν πως ο Μ.Ε. τους έπεισε να συμμετάσχουν στο σχέδιο λέγοντας τους ότι δεν υπήρχε περίπτωση να απωλέσουν οτιδήποτε πέραν των μετοχών που θα έδιδαν ως εξασφάλιση επειδή οι Ενάγοντες θα φρόντιζαν το λογαριασμό αν υπήρχε πτώση στο Χ.Α.Κ. Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα. Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία και αξιοπιστία τους με βάση την εικόνα που σχημάτισα και τα όσα ανέφεραν σε συνδυασμό με τα έγγραφα που έχουν παρουσιαστεί. Μεγάλο μέρος των γεγονότων είναι παραδεκτά μεταξύ των δύο πλευρών όπως προκύπτει από τις ερωτήσεις και υποβολές που έγιναν σε όλους τους μάρτυρες. Αξίζει να ξεκινήσει κάποιος από τη φράση του Μ.Υ.2 ότι εκείνο τον καιρό, δηλαδή το 2000 «όπου εκάθεσουν εσυζητούσαν για μετοχές». Είχε προηγηθεί μεγάλη άνοδος του Χ.Α.Κ. και ο Εναγόμενος ήταν ένας από αυτούς που είχαν επενδύσει και προηγουμένως, όπως και ο φίλος του ο Μ.Υ.2 και είχαν ήδη χάσει χρήματα. Τον Ιούλιο του 2000 είχαν με κάποιο τρόπο πληροφορηθεί ότι θα μιλούσε σε μια ταβέρνα στο Λυθροδόντα ο Μ.Ε. για θέματα Χ.Α.Κ. και παρευρέθηκαν και οι ίδιοι. Παρόντες ήταν άλλοι περίπου 10 ενδιαφερόμενοι. Δέχομαι τη θέση του Μ.Υ.2 και λογικό είναι πως ο Μ.Ε. τους είπε καλά λόγια για το σχέδιο των Εναγόντων και, μεταξύ άλλων, τους είπε ότι ήταν ένας καλός τρόπος να ανακτήσουν τις ζημιές τους. Άλλωστε καθήκον του ήταν να εκπροσωπεί τους Ενάγοντες και να διαφημίζει τα προϊόντα τους. Δεν δέχομαι όμως τη θέση του Μ.Υ.2 - και σε όποιο βαθμό την εξέφρασε - και του Εναγομένου ότι τους διαβεβαίωσε ο Μ.Ε. πως δεν υπήρχε περίπτωση να χάσουν κάτι πέραν από τις μετοχές που θα έδιδαν ως αρχική εξασφάλιση. Πρόκειται για εντελώς παράλογη θέση αφού τόσο αυτές (οι αρχικές μετοχές) όσο και οι αγορασθείσες βάσει του σχεδίου ήταν φανερό ότι θα υπέκειντο στις διακυμάνσεις του Χ.Α.Κ.. Η ουσία του επενδυτικού σχεδίου ήταν η παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων για αγορά μετοχών, των οποίων την τιμή ουδείς μπορούσε να εγγυηθεί στο μέλλον (ως ένα αβέβαιο γεγονός) και αυτό το γνώριζαν και οι δύο πολύ καλά, αφού όταν ασχολήθηκαν για πρώτη φορά με το Χ.Α.Κ., αυτό ήταν στις 750 μονάδες και τον Ιούλιο του 2000 ευρίσκετο στις 400, όπως ανέφεραν. Η πραγματικότητα είναι πως οι ίδιοι έχοντας ζημιώσει από προηγούμενες χρηματιστηριακές συναλλαγές τους, είδαν αυτό το σχέδιο ως μια ευκαιρία να αποκαταστήσουν τις ζημιές τους. Ό,τι ενδιαφέρει όμως στην παρούσα είναι τα γεγονότα που σχετίζονται ειδικά με τον Εναγόμενο. Είναι παραδεκτό πως αυτός υπέγραψε στις 10-7-00 την αίτηση (Τεκμήριο 2) για «συμμετοχή στο Suphire Investors Account», υπογράφοντας την ενώπιον του Μ.Ε. στα γραφεία των Εναγόντων. Παρότι ζήτησε να του παραχωρηθεί όριο £20.000 η αίτηση εγκρίθηκε στις 12-9-00 για £15.
  5. Ο ίδιος πρότεινε ως εξασφάλιση μετοχές οι οποίες τουλάχιστον στην αίτηση περιγράφονται ως έχουσες αξία £26.000, αλλά από άλλη μαρτυρία προκύπτει ότι ήταν αξίας £20.895, πράγμα που δεν αμφισβητείται. Η Συμφωνία Χρηματοδοτήσεως Επενδυτικού Σχεδίου φέρει ημερομηνία υπογραφής την 13η Σεπτεμβρίου 2000 (Τεκμήριο 3). Σ΄ αυτή δεν αναφέρεται όριο, αλλά γίνεται αναφορά σε «πιστωτικές διευκολύνσεις μέχρι συνολικού ύψους το οποίο θα καθορίζεται από την εταιρεία». Είναι εύλογο το συμπέρασμα πως πρόκειται για γενικούς όρους που ίσχυαν για όλους τους επενδυτές και ότι στο δακτυλογραφημένο κείμενο τροποποιείτο αναλόγως μόνο το όνομα του επενδυτή και η ημερομηνία. Αρκεί προς το παρόν να σημειωθεί ότι με βάση το Τεκμήριο 3: - οι πιστωτικές διευκολύνσεις θα χρησιμοποιούντο για αγορά αξιών μέσω του χρηματιστή - οι αξίες που θα αγοράζοντο θα εγγράφοντο στο όνομα των Εναγόντων ή της θυγατρικής τους, δηλαδή της Suphire (Custodian) Ltd και θα παρέμεναν έτσι ενόσω υπήρχε οποιοδήποτε υπόλοιπο οφειλόμενο από τον επενδυτή - πέραν των αγοραζόμενων αξιών ο επενδυτής υποχρεούτο να καταθέσει μετρητά ή να μεταβιβάσει μετοχές ίσες σε αξία προς το 100% του ύψους του ορίου. - οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να πωλούν τις εν λόγω αξίες και να εισπράττουν το εκ της πωλήσεως εισόδημα καθώς και δικαίωμα είσπραξης μερισμάτων (Όρος 4 του Τεκμηρίου 3). Είναι παραδεκτό επίσης πως την ίδια μέρα που υπεγράφη το Τεκμήριο 3, ο Εναγόμενος υπέγραψε και το Πληρεξούσιο Έγγραφο (Τεκμήριο 4) με το οποίο διόριζε την άλλη θυγατρική του ομίλου, ήτοι, την Suphire (Stockbrokers) Ltd ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο για να αγοράζει ή πωλεί μετοχές, και εξασκεί ή φροντίζει για την άσκηση δικαιωμάτων του Εναγομένου. Υπήρξε κάποια διαφωνία ως προς την ακριβή ημερομηνία υπογραφής των Τεκμηρίων 3 και 4 αφού ο Εναγόμενος επέμενε προφορικά ότι μόνο μια φορά, ήτοι τον Ιούλιο του 2000 επισκέφθηκε τα γραφεία των Εναγόντων για υπογραφή εγγράφων, αλλά γεγονός αναμφισβήτητο παραμένει πως όλα τα επίδικα έγγραφα φέρουν γνήσιες υπογραφές του. Προκύπτει επίσης ότι μέχρι τις 26-9-00 ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση και εγγραφή επ΄ ονόματι της Suphire (Custodian) Ltd των 10.700 μετοχών του Εναγομένου συνολικής αξίας £20.895 με τα ακόλουθα έξοδα Χ.Α.Κ. τα οποία χρεώθηκαν στο λογαριασμό ως φαίνεται από την κατάσταση (Τεκμήριο 6): Εταιρεία Ποσότητα Λ.Κ./Αξία Έξοδα Χ.Α.Κ. Louis 2.000 1.620 9,58 Severis 3.000 5.310 30,43 Unifast 2.700 11.745 67,19 Kyknos 3.000 2.220 13,87 Σύνολο 20.895 121,07 Ο Εναγόμενος παραδέχεται μόνο ότι αρχικά έδωσε εντολές για την αγορά κάποιων μετοχών και ότι αργότερα τον Ιούλιο του 2001 υπέγραψε εξουσιοδότηση (Τεκμήριο 19) για την εξάσκηση κάποιων δικαιωμάτων αγοράς. Αρνείται όμως ότι εξουσιοδότησε οποιαδήποτε άλλη αγορά ή πώληση μετοχών. Η κατάσταση του λογαριασμού Α0210 που άνοιξαν οι Ενάγοντες για τον Εναγόμενο όμως παρουσιάζει συνολικά 21 αγορές μέχρι τις 5-1-01 και 21 πωλήσεις μέχρι τις 4-7-03 (Τεκμήριο 6). Στην κατάσταση αυτή παρουσιάζονται επίσης χρεώσεις για τα αρχικά έξοδα, τα δικαιώματα του Χ.Α.Κ., τα ασφάλιστρα για μια υποχρεωτική ασφάλεια ζωής, τις κεφαλαιοποιήσεις τόκων και πιστώσεις από πωλήσεις μετοχών καθώς και μερίσματα. Η άρνηση του Εναγομένου ότι έδωσε τις εντολές που επικαλούνται οι Ενάγοντες καθιστά το θέμα αυτό ως ένα από τα βασικότερα επίδικα ζητήματα στην υπόθεση. Σημειώνεται ότι στο πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 4) περιέχεται στο τέλος η εξής δήλωση του Εναγομένου: «Δηλώ με το παρόν έγγραφο ότι υποχρεούμαι και αναλαμβάνω να αναγνωρίζω κάθε πράξη, ενέργεια και υπογραφή του αναφερόμενου αντιπροσώπου μου, γενομένη ή δοθείσα δυνάμει του παρόντος εγγράφου, ως νόμιμη και έγκυρη, σαν να έχει γίνει και/ή δοθεί από εμένα τον ίδιο προσωπικά». Στην γραπτή του δήλωση (σελ. 13) ο Μ.Ε. δέχθηκε πάντως πως ο κάθε πελάτης «ήταν ελεύθερος να προβεί σε όποια ξεχωριστή διευθέτηση ήθελε, για παράδειγμα εκτέλεση συναλλαγών από τον χρηματιστή μόνο κατόπιν εντολών του πελάτη ή διακριτική ευχέρεια του χρηματιστή να αποφασίζει ο ίδιος για αγορές» προσθέτοντας ότι «την τελική απόφαση θα έπαιρνε ο πελάτης». Προφορικά εξήγησε και επέμεινε μέχρι τέλους (ο Μ.Ε.) πως ο Εναγόμενος με οδηγίες προς το χρηματιστή του θα μπορούσε να προβεί σε οποιαδήποτε αγορά ή πώληση ήθελε. Εγείρεται λοιπόν ζήτημα ως προς τις εντολές που έδωσε ο Εναγόμενος. Είναι προφανές πως άμεση και σαφής μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση από πλευράς Εναγόντων δεν έχει προσφερθεί εκτός από το Τεκμήριο 19 που αφορά την εξάσκηση των 5.000 δικαιωμάτων αγοράς και το οποίο ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι υπέγραψε στις 11-6-01 υπό συνθήκες όμως που εξηγεί και συγκεκριμένα ότι απλώς του υπαγόρευσαν ένα κείμενο λέγοντας του πως ήταν προς όφελος του λογαριασμού του να το υπογράψει. Οι βασικές θέσεις του Μ.Ε. ως προς το θέμα των εντολών εκφράστηκαν με γενικόλογες και στερεότυπες φράσεις χωρίς αυτός να είναι σε θέση να αναφέρει σε οποιαδήποτε περίπτωση ο,τιδήποτε συγκεκριμένο περί του αν πράγματι δόθηκε ποτέ κάποια εντολή. Οι δε χρηματιστές ή άλλος εκπρόσωπος τους δεν έχουν κληθεί να καταθέσουν. Αντί λοιπόν οποιασδήποτε άμεσης μαρτυρίας για τις εντολές, οι Ενάγοντες στηρίζονται στην ύπαρξη αλληλογραφίας ή κοινοποίησης εγγράφων προς τον Εναγόμενο και ισχυρίζονται ότι από τέτοια έγγραφα συνάγεται η ύπαρξη εντολών αφού προκύπτει, κατά τη γνώμη τους, ενημέρωση του Εναγομένου. Δεν είναι όμως αυτό το ζητούμενο. Το ερώτημα είναι αν δόθηκαν και ποιες εντολές από τον Εναγόμενο και όχι αν αγοράστηκαν ή πωλήθηκαν μετοχές στο όνομα του ή αν εκ των υστέρων ενημερώθηκε ή ακόμα αν εκείνος θα έπρεπε να καταλάβει εκ των υστέρων ότι είχε μετοχές στο όνομα του. Αξίζει όμως να γίνει πρώτα αναφορά στα έγγραφα που επικαλούνται οι Ενάγοντες. Στα πλαίσια αυτά και πριν από ο,τιδήποτε άλλο πρέπει να σημειωθεί πως όσον αφορά τον ισχυρισμό για αποστολή καταστάσεων λογαριασμού εβδομαδιαίως ή μηνιαίως επίσης δεν έχει παρουσιαστεί καμιά μαρτυρία πέραν της γενικόλογης και αόριστης σχετικής αναφοράς του Μ.Ε. στην γραπτή του δήλωση. Θεωρώ αβάσιμη και παράλογη τη θέση του ότι στέλλοντο τόσο συχνά καταστάσεις λογαριασμού χωρίς έστω μια συνοδευτική επιστολή ή κυρίως χωρίς τη φύλαξη ενός αντιγράφου. Δέχομαι επ' αυτού τη μαρτυρία του Εναγόμενου ότι τέτοια κατάσταση δεν είχε δει κατά τον επίδικο χρόνο, αλλά μόνον πολύ αργότερα (είχε δει) στα πλαίσια της αγωγής αυτής. Άλλη κατηγορία τέτοιων εγγράφων είναι τα 42 πινακίδια συναλλαγών (Τεκμήρια 7.1 έως 7.42) τα οποία αφορούν τις 21 αγορές και 21 πωλήσεις που περιέχονται στον λογαριασμό του Εναγόμενου. Τα πρώτα 24, δηλαδή μέχρι και τις 22-12-00 παρουσιάζουν ως παραλήπτες τους ίδιους τους χρηματιστές Suphire (Stockbrokers) Ltd και τα υπόλοιπα 18 τους Suphire (Custodian) Ltd, αν και σ' όλα αναφέρεται το «C/o Papamichael Savvas". Σε κανένα σημείο δεν αναφέρεται όμως διεύθυνση του Εναγόμενου, αλλά αντιθέτως προκύπτει ότι αυτά στέλλοντο στην ταχυδρομική θυρίδα 28053, την οποίαν, όπως προκύπτει από τα επιστολόχαρτα των Εναγόντων (π.χ. Τεκμήριο 13) αλλά και από αυτά των χρηματιστών, (π.χ. Τεκμήριο 7.1) την χρησιμοποιούσαν οι εταιρείες του ομίλου ως ταχυδρομική τους διεύθυνση. Συνεπώς η εξ ακοής αναφορά του Μ.Ε. (στη σελ. 8 της γρ. δήλωσης του) ότι ως θέμα πρακτικής το ένα έντυπο πινακιδίου συναλλαγής αποστέλλετο από τον Χρηματιστή στον πελάτη, δεν επιβεβαιώνεται και δεν γίνεται δεκτή. Δέχομαι και ως προς αυτό τη θέση του Εναγόμενου πως ποτέ δεν παρέλαβε οποιοδήποτε πινακίδιο συναλλαγής. Η τρίτη κατηγορία τέτοιων εγγράφων είναι οι επιστολές που κατ' ισχυρισμόν στάληκαν προς τον Εναγόμενο. Χρονολογικά η πρώτη επιστολή είναι το Τεκμήριο 13, την οποίαν ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι παρέλαβε. Αυτή αναφέρει ότι ο λογαριασμός Α0210 παρουσιάζει ποσοστό κάλυψης 12,50% αντί 100% που έπρεπε να είναι και ζητείται από τον Εναγόμενο να φροντίσει για επιπρόσθετη εξασφάλιση. Η επιστολή αυτή κατατέθηκε στο Δικαστήριο συνοδευόμενη από Κατάσταση Χαρτοφυλακίου, αλλά ο Εναγόμενος αρνείται ότι αυτή ήταν επισυνημμένη στην επιστολή που τότε παρέλαβε, ενώ το αντίθετο υποστήριξε στην προφορική του μαρτυρία ο Μ.Ε. Στην γραπτή του μαρτυρία όμως ο Μ.Ε. (σελ. 11) δεν αναφέρει ο,τιδήποτε για το συνοδευτικό αυτό έγγραφο και η αλήθεια είναι πως ούτε στο κείμενο της επιστολής γίνεται οποιαδήποτε αναφορά για αποστολή τέτοιας ανάλυσης. ΄Εχοντας υπόψιν ότι σε άλλες περιπτώσεις όταν υπήρχε επισυνημμένο έγγραφο, γίνεται αναφορά στο κείμενο της επιστολής, όπως π.χ. στα Τεκμήρια 16 και 17, όπου παραπέμπεται ο παραλήπτης σε εσώκλειστη αποτίμηση χαρτοφυλακίου, πρέπει να πω ότι δεν δέχομαι τον ισχυρισμό του Μ.Ε. Αποτελεί εύρημα μου πως ο Εναγόμενος είναι ειλικρινής όταν επιμένει πως δεν είχε παραλάβει ή δει τότε την ανάλυση που παρουσιάστηκε εδώ με το Τεκμήριο 13, αφού δεν ήταν επισυνημμένη σ' εκείνη την επιστολή. Οι υπόλοιπες 11 επιστολές των Εναγόντων, δηλαδή τα Τεκμήρια 8-12, 14-18 και 20 φέρουν ημερομηνίες 16-7-01 μέχρι και 31-1-
  6. Πέντε από αυτές, ήτοι τα Τεκμήρια 8-12 αναφέρονται σε είσπραξη μερίσματος από την Suphire (Custodian) Ltd και αντίστοιχη πίστωση του επίδικου λογαριασμού, δύο αφορούν απαίτηση για παροχή επιπρόσθετων εξασφαλίσεων ήτοι τα Τεκμήρια 16 και 17, δύο αφορούν αναθεώρηση του επιτοκίου, ήτοι τα Τεκμήρια 14 και 15, το Τεκμήριο 20 αφορά την ανανέωση του λογαριασμού και το Τεκμήριο 18 απαιτεί την εξασφάλιση ή εξόφληση του λογαριασμού. Σημειώνεται πως δύο μεταγενέστερες επιστολές των δικηγόρων των Εναγόντων ημερ. 21-2-03 (Τεκμήριο 21) και ημερ. 10-6-03 (Τεκμήριο 22), με τις οποίες ουσιαστικά τερματίστηκε ο λογαριασμός, επιδόθηκαν τελικώς μέσω ιδιώτη επιδότη, ήτοι η πρώτη στις 3-6-03 και η δεύτερη στις 23-6-
  7. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσον οι 11 αυτές επιστολές παραλήφθηκαν από τον Εναγόμενο. Ο Μ.Ε. ανέφερε γενικά πως απέστελλε επιστολές προς τον Εναγόμενο αλλά δεν παρουσίασε οποιοδήποτε στοιχείο ταχυδρόμησης, ούτως ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής του τεκμηρίου λήψης τους. Η μόνη μαρτυρία για παραλαβή κάποιων προέρχεται και πάλι από τον Εναγόμενο. Συγκεκριμένα αυτός στην παρ. 8(δ) της γραπτής δήλωσης του εντίμως και ευθαρσώς αναφέρεται σαφώς στην παραλαβή των Τεκμηρίων 13,15,16 και 20 και προς το τέλος της αντεξέτασης του δέχθηκε εμμέσως πλην σαφώς ότι παρέλαβε και τις επιστολές που «γνωστοποιούσαν πίστωση μερισμάτων», δηλαδή τα Τεκμήρια 8-
  8. Ουσιαστικά δεν έγινε καμιά ειδική αναφορά στα Τεκμήρια 14, 17 και 18, για τα οποία όμως είναι εύλογο το συμπέρασμα ότι και αυτά έχουν παραληφθεί από τον Εναγόμενο και ότι δεν έτυχαν ιδιαίτερης αναφοράς επειδή δεν περιείχαν κάτι το ιδιαίτερο ή διαφορετικό από άλλες στις οποίες χρειάστηκε να αναφερθεί κατά τη μαρτυρία του. Όπως ήδη έχει αναφερθεί, πέραν αυτών είναι παραδεκτό από τον Εναγόμενο πως στις 11-6-01 του ζητήθηκε από τους Ενάγοντες να υπογράψει κάποια εξουσιοδότηση για την εξάσκηση 5.000 δικαιωμάτων αγοράς της Cyventure Capital και πως αυτός παρότι εξεπλάγη για την κατοχή τέτοιων δικαιωμάτων εν τούτοις υπέγραψε και απέστειλε με τηλεομοιότυπο (από την εργασία του στη Λάρνακα) την εν λόγω εξουσιοδότηση δηλαδή το Τεκμήριο
  9. Δέχομαι ως προς αυτό τη μαρτυρία του Εναγόμενου και συγκεκριμένα ότι κάποιος από τους Ενάγοντες του υπαγόρευσε τηλεφωνικώς το κείμενο που θα υπέγραφε, πράγμα το οποίο έπραξε όταν πείστηκε πως θα ήταν προς όφελος του. Προκύπτει λοιπόν από τα προαναφερθέντα και πρέπει να σημειωθεί στα πλαίσια του βασικού επίδικου ζητήματος πως όλες οι αγορές μετοχών είχαν διενεργηθεί το αργότερο μέχρι τις 5-1-01 και πως όλες οι πωλήσεις που αποδίδονται στον Εναγόμενο έγιναν μέχρι τις 8-6-
  10. Είναι δε αναμφισβήτητο πως σε όλη αυτή την περίοδο οι Ενάγοντες είχαν γραπτή επικοινωνία με τον Εναγόμενο μόνον μια φορά και αυτή ήταν με την επιστολή ημερ. 21-11-00 (Τεκμήριο 13), με την οποίαν τον πληροφορούσαν ότι ανετράπη το ποσοστό κάλυψης του λογαριασμού. Από το απλό γεγονός της αποστολής αυτής της επιστολής ή ακόμα και από το περιεχόμενο της δεν είναι δυνατό να εξαχθεί συμπέρασμα χορήγησης συγκεκριμένων εντολών ή εκ των υστέρων έστω έγκρισης όλων των αγορών που είχαν γίνει μέχρι τότε (19 αγορές εκ των 21). Εξάλλου οι οποιεσδήποτε τυχόν εντολές θα πρέπει λογικά να είχαν δοθεί πολύ νωρίτερα από τις 21-11-00 (ημερ. Τεκμηρίου 13) αφού οι πράξεις έγιναν στις 13-9-00 (16 αγορές), στις 26-9-00 (1 αγορά), στις 17-10-00 (2 αγορές και 3 πωλήσεις) και στις 18-10-00 (1 αγορά). Ελλείψει οποιασδήποτε άλλης ειδικής μαρτυρίας για την ύπαρξη ή όχι εντολών το όλο θέμα καταλήγει να εξαρτάται από την αξιοπιστία του Μ.Ε. αφενός και αυτής του Εναγομένου αφετέρου, με ιδιαίτερη έμφαση βασικά σε τυχόν παραδοχές του τελευταίου δεδομένου ότι ο Μ.Ε. δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει ως προς αυτό το θέμα, αφού αρνείται ότι είχε προσωπική ανάμειξη και γνώση. Παρακολουθώντας τον Μ.Ε. έχω σχηματίσει την εντύπωση πως δεν υπήρξε απολύτως ειλικρινής καθότι προσπαθούσε επιμόνως να αποφύγει την δική του αποκλειστική επικοινωνία και τη λήψη εντολών από τον Εναγόμενο. Η αγωνιώδης προσπάθεια του ήταν να πείσει πως το Σχέδιο λειτούργησε όπως είχε αρχικώς σχεδιαστεί δηλαδή ότι οι εντολές δίδοντο μόνο προς τους χρηματιστές και ότι οι δικές του επαφές με τον Εναγόμενο αφορούσαν μόνο την κατάσταση του λογαριασμού. Αυτή του η στάση είχε ως αποτέλεσμα να επιμένει στις προαναφερθείσες γενικόλογες και στερεότυπες φράσεις π.χ. ότι ο Εναγόμενος «διενεργούσε αγορές και πωλήσεις μέσω των χρηματιστών του» (σελ. 4 της γραπτής δήλωσης), ότι «άρχισε να κάνει αγορές μέσω των χρηματιστών του» (σελ. 7), ότι «χρησιμοποίησε το όριο» και ότι «κατόπιν εντολών προέβηκε σε αγοραπωλησίες μετοχών» (σελ. 8), τις οποίες θέσεις επανέλαβε και στην προφορική του μαρτυρία. Θεωρώ πως εάν ήταν έτσι τα πράγματα θα ήταν πολύ εύκολο τόσο για τον ίδιο να είναι σε θέση να αναφέρει το όνομα ενός έστω χρηματιστή από την θυγατρική τους εταιρεία που έλαβε εντολές από τον Εναγόμενο, όσο και για τους Ενάγοντες να καλούσαν ένα τέτοιο μάρτυρα στο Δικαστήριο, για να αντικρούσουν τον Εναγόμενο, αποσείοντας το βάρος που οι ίδιοι είχαν. Βασικά το μόνο που ήταν σε θέση να πράξει ο Μ.Ε. - και τελικά έπραξε - ήταν να παρουσιάσει μια σειρά εγγράφων τα οποία εκ της θέσης του είχε στην κατοχή του, υποστηρίζοντας απλώς πως για να καταγράφεται μια αγορά ή πώληση στο Τεκμήριο 6 ή για να υπάρχουν πινακίδια συναλλαγής, έπεται πως δόθηκαν και σχετικές εντολές προς τους χρηματιστές. Τα πράγματα όμως δεν είναι καθόλου έτσι και δεν είναι αυτονόητο ότι η καταγραφή ή ακόμα και η ίδια η αγορά (ή πώληση) αποδεικνύει την ύπαρξη εντολής από τον Εναγόμενο. Ενδεικτικό τούτου είναι οι τελευταίες 13 πωλήσεις που έγιναν στις 4-7-03, οι οποίες παρότι είναι παραδεκτό πως έγιναν από τους ίδιους τους Ενάγοντες (μετά τον τερματισμό του λογαριασμού) εν τούτοις στο Τεκμήριο 6 δηλώνεται ότι έγιναν από τον Εναγόμενο με τη φράση «sold by customer", πράγμα που βεβαίως δεν ευσταθεί. Γενικά ο Μ.Ε. δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ο,τιδήποτε συγκεκριμένο περί εντολών του Εναγόμενου. Αντιθέτως δήλωσε ρητώς πως «δεν γινόταν έλεγχος στις εντολές» κατά πόσον εδίδοντο ή όχι, ή στο «κατά πόσον τα πινακίδια συναλλαγών ανταποκρίνοντο» όντως σε τυχόν σχετικές εντολές. Στον δε Εναγόμενο δεν υποβλήθηκε ούτε μια περίπτωση για την οποίαν έδωσε συγκεκριμένη εντολή σε συγκεκριμένο χρηματιστή. Ο ίδιος ο Εναγόμενος ήταν πολύ σαφής και πειστικός στη μαρτυρία του ότι το μόνο πρόσωπο που γνώριζε και με το οποίο είχε κάποια επικοινωνία ήταν ο Μ.Ε. τον οποίον και θεωρούσε ως εκπρόσωπο ολόκληρου του ομίλου Suphire. Παρακολουθώντας τον Μ.Ε. είμαι πεπεισμένος πως γνώριζε πολύ καλά ότι ο Εναγόμενος δεν είχε επικοινωνία με άλλο πρόσωπο και ειδικά χρηματιστή και για αυτό εξάλλου δεν ήταν και σε θέση να αντιτάξει κάτι συγκεκριμένο. Αυτά πέραν της αποδεκτής αξιοπιστίας του Εναγόμενου και της θέσης του ότι ποτέ δεν μίλησε με οποιοδήποτε από τους χρηματιστές και ότι ποτέ δεν έδωσε όλες τις εντολές που καταγράφονται. Ο Εναγόμενος - όπως παραδέχθηκε - είναι πρόσωπο που είχε και παλαιότερα (το ίδιο έτος) επενδύσει χρήματα στο Χ.Α.Κ. και είχε απώλειες, αφού ο δείκτης από 750 μονάδες είχε κατέλθει στις 400 κατά τον Ιούλιο του
  11. Είχε ακούσει τον ιθύνοντα του ομίλου Suphire στα Μ.Μ.Ε. και καλώς ή κακώς έδωσε πίστη στην εκτίμηση ότι το Χ.Α.Κ. δεν θα είχε άλλες περαιτέρω απώλειες. Ο κ. Ανδρονίκου τότε θεωρείτο ένας από τους καλύτερους χρηματιστές στην Κύπρο και αυτό μετρούσε κάπως στην κρίση του (Εναγομένου). ΄Ακουσε και τις εκτιμήσεις του Μ.Ε. στην ομιλία του στον Λυθροδόντα και (επίσης καλώς ή κακώς) πείστηκε πως το επίδικο σχέδιο ήταν μια καλή ευκαιρία για τον ίδιο να ανακτήσει τις προηγούμενες του ζημιές. Δεν δέχομαι τις θέσεις του Εναγόμενου ή του Μ.Υ.2 ότι πιέστηκαν, εξωθήθηκαν ή κατ' άλλον τρόπο υποχρεώθηκαν ή παραπλανήθηκαν να συμμετάσχουν. Αυτό που έγινε όμως είναι ότι υιοθέτησαν την εκτίμηση για την επερχόμενη άνοδο του Χ.Α.Κ. Ιδιαίτερα ο Εναγόμενος είναι και φανερό πως αντιλήφθηκε με λάθος τρόπο το επίδικο σχέδιο. Είναι και εδώ ενδεικτικό πως επέμενε μέχρι και την ακρόαση πως αυτό ήταν διασφαλισμένο και δεν μπορούσε να αποτύχει αφού απαιτείτο η εξασφάλιση του 100% και με τη βοήθεια των Εναγόντων το σχέδιο θα ήταν κερδοφόρο, έχοντας υπόψιν ότι (με τον όρο 4) οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να πωλούν όποτε ήθελαν τις κατεχόμενες μετοχές οι οποίες ούτως ή άλλως θα ήταν εγγεγραμμένες στο όνομα τους. Αυτά όλα βεβαίως σχετίζονται με την εντύπωση του Εναγόμενου και το λόγο που υπέγραψε την επίδικη συμφωνία, που δεν ήταν άλλος από το ότι ήθελε και ο ίδιος να εξασφαλίσει κέρδη. Παρακολουθώντας τον Εναγόμενο στο εδώλιο είμαι πεπεισμένος πως γενικά υπήρξε αξιόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας. Η πιο βασική και καθοριστική του θέση ήταν πως ο ίδιος ένα μόνο άτομο γνώριζε από όλο τον όμιλο των Εναγόντων με το οποίο και είχε επικοινωνία, δηλαδή μίλησε 2-3 φορές. Αυτός ήταν ο Μ.Ε. Όταν μιλούσε για όμιλο της Suphire o Εναγόμενος εννοούσε τις τρεις εμπλεκόμενες εταιρείες δηλαδή τους Ενάγοντες, την Suphire Custodian και την Suphire Stockbrokers. Αυτή του η θέση ότι μόνο τον Μ.Ε. γνώριζε και μόνο με αυτόν μίλησε δεν ανατράπηκε ούτε με μαρτυρία αλλά ούτε και του υποβλήθηκε καν ότι μίλησε σε κάποια περίπτωση με κάποιον άλλο για το θέμα αγοράς μετοχών. Ουσιαστικά ο Εναγόμενος θεωρούσε και τον Μ.Ε. ως χρηματιστή ή τουλάχιστον ως έχοντα άμεση πρόσβαση με τους χρηματιστές, αφού ανήκαν στον ίδιο όμιλο. Ο Εναγόμενος υπέγραψε την αίτηση, την συμφωνία και έδωσε όλες τις δικές τους μετοχές ως εξασφάλιση τον Ιούλιο του
  12. Ως προς τη συμφωνία δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα να υπογραφεί από τότε αφού αυτή δεν αναφερόταν σε ποσό. Παραδέχεται ότι λίγο μετά τον Ιούλιο πήρε τηλέφωνο τον Μ.Ε. και έδωσε κάποιες εντολές για αγορά μετοχών εκ των οποίων ενθυμείτο αυτή της Minerva. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να έδωσε εντολή και για κάποιαν άλλη εναλλακτική μετοχή αλλά δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα. Ο ίδιος θεωρούσε ότι η αίτηση του είχε εγκριθεί από τον Ιούλιο και για αυτό είχε δώσει αυτές τις εντολές. Δίδοντας τις εντολές περίμενε ότι θα παραλάμβανε κάποια έγγραφα στην περίπτωση εκτέλεσης τους αλλά αυτό δεν έγινε, οπότε υπέθεσε πως δεν είχαν διενεργηθεί οι σχετικές πράξεις. Η όλη ουσία της μαρτυρίας του Εναγόμενου εστιάζεται βασικά στο εξής απόσπασμα από την παρ. 14(β) της γραπτής δήλωσης του: «(β) Η αγορά των μετοχών θα γινόταν με βάση εντολές που θα δίδοντο από εμένα και οι οποίες αγορές εκ των προτέρων θα τύγχαναν και πράγματι πάντοτε τύγχαναν της απολύτου εγκρίσεως της Ενάγουσας. Εγώ έδωσα στην αρχή 2 ή 3 εντολές για αγορά μετοχών μέχρι ΛΚ3000 χωρίς να μπορώ να τις επιβεβαιώσω διότι ουδέποτε μου αποστάληκαν τα contract notes αλλά και αφού δεν μπορούσα να δώσω εντολές αφού είχε ανατραπεί σχεδόν από την αρχή το περιθώριο εξασφάλισης.» Η προφορική του θέση επίσης ήταν ότι έδωσε κάποιες εντολές αρχικά αλλά ενθυμείτο μόνο τη Minerva. Αρνήθηκε ρητώς τις αγορές της Sharelink Financial Services και τα δικαιώματα της Cyventure Capital. Ουσιαστικά είναι προφανές πως ούτε με βάση παραδοχές του Εναγόμενου είναι δυνατό να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για το ποιες μετοχές αγοράστηκαν με οδηγίες του και ποιες όχι. Σημειώνεται εν πάση περιπτώσει πως με τις αγορές που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες είχαν υπερβεί το όριο των £15.000 που οι ίδιοι έθεσαν αφού στις 26-9-00 ο λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο £17.
  13. Αποτελεί συνεπώς εύρημα μου πως αρχικά ο Εναγόμενος έδωσε κάποιες εντολές και αυτό το έπραξε λίγο μετά που υπέβαλε την αίτηση του αλλά δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία για τις συγκεκριμένες εντολές και αγορές που εξουσιοδότησε ο ίδιος. Η πτώση του Χ.Α.Κ. που είχε αρχίσει ήδη από το τελευταίο 3μηνο του 2000 σίγουρα μείωσε το ενδιαφέρον όλων για συναλλαγές και ειδικά του Εναγόμενου που είχε με το Τεκμήριο 13 πληροφορηθεί πως το όριο κάλυψης του λογαριασμού του είχε ανατραπεί, και ο ίδιος γνώριζε πως δεν ήταν σε θέση να παρέχει επιπρόσθετες εξασφαλίσεις, πράγμα που γνωστοποίησε από την αρχή στους Ενάγοντες. Το μειωμένο αυτό ενδιαφέρον σε συνδυασμό με την εμπιστοσύνη του προς τους Ενάγοντες εξηγεί και την υπογραφή του τεκμηρίου 19 όταν τον Ιούνιο του 2001 τον πήραν τηλέφωνο λέγοντας του ότι έπρεπε να υπογράψει ένα έγγραφο το οποίο του υπαγόρευσαν. Όπως και να έχουν τα πράγματα ούτε το Τεκμήριο 19 ούτε και οι υπόλοιπες επιστολές που έλαβε μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι έδωσε όλες τις εντολές που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες. Ενδεχομένως να ήταν λάθος ή παράλειψη του το ότι δεν αντέδρασε με κάποιον άλλο τρόπο (π.χ. με μια επιστολή ή νομικά μέτρα) αλλά επαναλαμβάνω πως κατά τη γνώμη μου τέτοιες παραλείψεις δεν μπορούν να αποδεικνύουν ότι έδωσε εντολές αγοράς μετοχών σχεδόν ένα χρόνο προηγουμένως ιδιαίτερα όταν οι Ενάγοντες δεν έχουν προσκομίσει καμιά μαρτυρία περί τούτου. Είναι προφανές πως κατά την επίδική περίοδο, Σεπτεμβρίου 2000 - Ιανουαρίου 2001, οι Ενάγοντες δεν έστειλαν ούτε πινακίδια συναλλαγών, ούτε καταστάσεις λογαριασμού, ούτε και ανάλυση χαρτοφυλακίου στον Εναγόμενο. Δεχόμενος τη μαρτυρία του Εναγόμενου στην σκέψη μου παραμένει βέβαιο ότι οι Ενάγοντες διενήργησαν και αγορές χωρίς οδηγίες του Εναγόμενου, έστω και αν δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποιες συγκεκριμένα. Ως προς την αγωγή το βάρος απόδειξης ήταν στους Ενάγοντες να αποδείξουν ποιες αγοραπωλησίες ήταν στα πλαίσια οδηγιών του Εναγόμενου και όχι στον τελευταίο να αποδείξει ποιες δεν ήταν, πράγμα με το οποίο βαρύνετο στην ανταπαίτηση του. Με το μαρτυρικό υλικό που έχει παρουσιαστεί και από τις δύο πλευρές και τα ευρήματα του Δικαστηρίου διαπιστώνεται απλώς πως κάποιες συναλλαγές έγιναν όντως με οδηγίες του Εναγομένου και κάποιες όχι, χωρίς να μπορεί να δοθεί περαιτέρω διευκρίνιση. Αν υπήρχε συγκεκριμένη μαρτυρία και ευρήματα το Δικαστήριο ίσως θα ήταν σε θέση να προβεί το ίδιο σε υπολογισμούς προς διόρθωση της κατάστασης (Τεκμήριο 6) ούτως ώστε να διαφανεί ποιος, εάν και πόσα οφείλει. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει επειδή απλούστατα δεν υπάρχουν ευρήματα για τις συγκεκριμένες πράξεις. Ο ίδιος είχε το βάρος εν σχέσει με την Ανταπαίτηση του να αποδείξει ποιες συγκεκριμένα πράξεις εκτελέστηκαν χωρίς τις δικές του εντολές και ποιο θα έπρεπε να ήταν το πραγματικό οφειλόμενο υπόλοιπο ούτως ώστε να τίθεται θέμα αποζημιώσεων. Διότι όπως είναι τα πράγματα δεν μπορεί να διευκρινιστεί κανένα ποσό και ο ίδιος ο Εναγόμενος αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να οφείλει κάποιο υπόλοιπο ακόμα και από τις 2-3 εντολές που έδωσε (τις οποίες δεν ενθυμείτο συγκεκριμένα) και το υπόλοιπο αυτό να είναι ψηλότερο από τις εισπράξεις που έγιναν από εκποίηση δικών του μετοχών. Ειδικά δε όσον αφορά δικές του μετοχές παρατηρώ αφενός ότι η αβεβαιότητα όσον αφορά την ύπαρξη ή όχι εντολών καλύπτει ακόμα και την πώληση μετοχών της Kyknos στις 22-12-00 που φαίνεται να έγινε πριν τον τερματισμό και αφετέρου ότι στην κατάσταση (Τεκμήριο 6) δεν αναφέρεται κάτι για τις μετοχές της Unifast, πράγμα που διέφυγε του Εναγόμενου τόσον δικογραφικά όσον και κατά τη μαρτυρία του. Ακριβώς για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να επιτύχει ούτε και η Ανταπαίτηση του Εναγομένου για τις αρχικές του μετοχές διότι ο ίδιος με την υπογραφή του Τεκμηρίου 3 έδωσε το δικαίωμα στους Ενάγοντες (όρος 8) να εκποιούν όλες τις αξίες που κρατούντο ως εξασφάλιση από την εταιρεία. Ούτε ευσταθεί το επιχείρημα του για αντίθεση της σύμβασης προς εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας αφού όλες αυτές (Τεκμήριο 26) δεν απευθύνοντο προς τους Ενάγοντες αλλά μόνο προς Τράπεζες. Επίσης δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε απάτη ή ψευδής παράσταση προς τον Εναγόμενο κατά τη σύναψη της σύμβασης. Αντιθέτως διαπιστώθηκε ότι και ο ίδιος ο Εναγόμενος ήθελε να λάβει μέρος στο σχέδιο, ελπίζοντας να ανακτήσει τις ζημιές του και υπέγραψε έχοντας πλήρη γνώση των όρων και προνοιών του συμβολαίου και του πληρεξουσίου εγγράφου. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων και συμπερασμάτων θεωρώ ότι παρέλκει η εξέταση οποιωνδήποτε άλλων θεωρητικών και νομικών πτυχών της υπόθεσης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων όπως και στις δύο περιπτώσεις θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, συν Φ.Π.Α. (Υπ.)............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.