← Κύπρος

Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χριστίνας Παναγή, Αρ. Αγωγής: 2562/07, 30 Μαΐου, 2008

Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χριστίνας Παναγή, Αρ. Αγωγής: 2562/07, 30 Μαΐου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A127 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2562/07 Μεταξύ Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Αιτήτριας-Eνάγουσας και Χριστίνας Παναγή Καθ' ης η αίτηση-Εναγομένης Αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερ. 25.6.2007 Ημερομηνία: 30 Μαΐου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια-ενάγουσα: κα Χούρη Για Καθ' ης η αίτηση-εναγομένη: κ. Νικολαϊδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση η αιτήτρια-ενάγουσα ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης όπως η απαίτηση της στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εναντίον της καθ' ης η αίτηση-εναγόμενης, πλέον έξοδα. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θ.θ.1, 2 και 9(α) και Δ.48 θ.θ.1-4 και 9, υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού ίδιας ημερομηνίας. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι όντας υπάλληλος της ενάγουσας έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν στην υπηρεσία της ενάγουσας στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών (Recoveries Department), ως ένας από τους υπεύθυνους για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών των πελατών, μεταξύ των οποίων είναι και ο λογαριασμός της εναγομένης. Σύμφωνα με τις αρμοδιότητες του Τμήματος αυτού, του έχει ανατεθεί η παρακολούθηση του λογαριασμού της εναγομένης, τα έγγραφα του οποίου έχει στην κατοχή του και υπό τον έλεγχο και φύλαξη του. Υποστηρίζει ότι η εναγομένη αληθώς οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των £2.208,05 πλέον τόκο προς 14% επί του ποσού των £2.182,58 από 30.1.2007 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές τον χρόνο στις 30.6 και 31.12, όπως προνοείται στο Νόμο 160

(1)/99, κατόπιν αίτησης της ημερομηνίας 15.7.1998 για έκδοση της πιστωτικής κάρτας «Visa Card», όπως γίνεται λεπτομερής αναφορά στην έκθεση απαίτησης της αγωγής, της οποίας το περιεχόμενο είναι ορθό. Επισυνάπτοντας ως Τεκμήριο Α την πρωτότυπη αίτηση της εναγομένης ημερομηνίας 15.7.1998 για έκδοση πιστωτικής κάρτας με αριθμό τον οποίο αναφέρει και με όριο £500, ως Τεκμήριο Β επιστολές της ενάγουσας προς την εναγομένη με ημερομηνίες 8.4.2005 και 30.1.2007 και ως Τεκμήριο Γ κατάσταση λογαριασμού, την οποία ετοίμασε ο ίδιος και την προσυπογράφει μαζί με τον διευθυντή του Τμήματος Προβληματικών Λογαριασμών, γνωρίζει ότι το εν λόγω χρέος υφίσταται και εξακολουθεί να παραμένει απαιτητό, παρά τις κλήσεις της ενάγουσας προς την εναγόμενη για εξόφληση του. Αληθώς πιστεύει και τυγχάνει νομικής συμβουλής ότι η εναγόμενη δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή και ζητά την έκδοση απόφασης εναντίον της. Με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, που καταχωρήθηκε στις 9.10.2007 και βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θ.θ.3 και 6-9 και Δ.48 θ.4 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, η καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης. Ότι έχει καλή υπεράσπιση και τυχόν αποδοχή της υπό κρίση αίτησης θα παραβιάσει το δικαίωμα της να ακουστεί, ότι στα ποσά της απαίτησης υπάρχουν παράνομες και ανεπίτρεπτες χρεώσεις τόκου εφόσον η συμφωνία ημερομηνίας 2.4.1999 υπογράφηκε πριν την έναρξη της ισχύος του Νόμου 160
(1)/1999, που βρισκόταν σε ισχύ ο περί Τόκου Νόμος 2/77, σύμφωνα με το άρθρο 3 του οποίου το ανώτατο επιτρεπόμενο ποσοστό επιτοκίου ήταν 9% και ότι ο ανατοκισμός είναι παράνομος και η ενάγουσα προέβη σε μονομερή και αυθαίρετη αύξηση του επιτοκίου, η οποία αποτελεί αυθαίρετη μεταβολή και εκτροπή από τα μεταξύ των μερών συμφωνηθέντα. Στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 9.10.2007 που συνοδεύει την ένσταση η εναγομένη, δηλώνει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και για όσα γεγονότα δεν γνωρίζει προσωπικά αναφέρει την πηγή των γνώσεων της. Υιοθετώντας τους προαναφερθέντες λόγους ένστασης υποστηρίζει ότι έχει καλή υπεράσπιση και η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Σύμφωνα με νομική συμβουλή που έχει, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1 καθότι δεν περιέχει την απαιτούμενη ή/και καμία μαρτυρία για την έκδοση συνοπτικής απόφασης σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία και αρνείται τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, οι οποίοι είναι αντίθετοι με τους δικούς της ισχυρισμούς, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε οποιαδήποτε συνεργασία ή/και επαφή ή/και δοσοληψία με τον ενόρκως δηλούντα. Προσθέτει ότι ουδέποτε η ίδια πληροφορήθηκε ούτε και συνήνεσε σε αύξηση του οφειλόμενου τόκου, για κεφαλαιοποίηση των τόκων ή για την παροχή άλλων εξασφαλίσεων ενόσω η ενάγουσα προέβη μονομερώς σε αυθαίρετη αύξηση του επιτοκίου που αποτελεί εκτροπή από τα συμφωνηθέντα μεταξύ των μερών χωρίς καμία ειδοποίηση. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, που δόθηκε χωρίς ένσταση εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση-εναγόμενης στο σχετικό αίτημα της αιτήτριας-ενάγουσας, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντος της αιτήτριας-ενάγουσας ημερομηνίας 27.11.07. Σ' αυτήν ο ενόρκως δηλών υιοθετώντας το περιεχόμενο της προγενέστερης ένορκης του δήλωσης αναφέρει ότι μετά από ενδελεχή έρευνα των εγγράφων που έχει στην κατοχή του προέκυψε ότι η επιστολή κοινοποίησης της αύξησης του επιτοκίου από 9% σε 14% που στάληκε στην εναγομένη έχει απωλεσθεί. Επισυνάπτοντας καινούργια κατάσταση λογαριασμού ως Τεκμήριο Δ ζητά την άδεια του Δικαστηρίου όπως εκδοθεί απόφαση εναντίον της εναγομένης με μειωμένο επιτόκιο δηλαδή προς 9%. Κατά συνέπεια η απαίτηση της αιτήτριας-ενάγουσας έναντι της καθ' ης η αίτηση-εναγομένης διαμορφώνεται σε £2.140,02 πλέον τόκο 9% από 16.10.2007 επί του ποσού των £2.083,76 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές τον χρόνο, στις 30.6 και 31.12 με βάση το Νόμο 160
(1)/99, πλέον έξοδα. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν και οι συνήγοροι των δύο πλευρών καταχωρώντας γραπτές αγορεύσεις υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα με αναφορά στα γεγονότα και τις νομολογιακές αρχές. Εκ μέρους της αιτήτριας-ενάγουσας η συνήγορος της εισηγήθηκε ότι η αιτήτρια έχει ικανοποιήσει τις ελάχιστες προϋποθέσεις που τίθενται από τη Δ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών ενώ η καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη δεν έχει αποσείσει το βάρος της να αποδείξει ότι έχει υπεράσπιση καθότι αρχικά προβάλλει γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς για την ύπαρξη υπεράσπισης και λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε εκ μέρους της αιτήτριας είναι πρόδηλο ότι η αιτήτρια δικαιούται απόφαση υπέρ της. Αντίθετα εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση-εναγομένης προβάλλει η εισήγηση ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση στην υπόθεση. Και αυτό επειδή η ενάγουσα χρέωνε τον λογαριασμό της εναγόμενης με παράλογες επιβαρύνσεις ποσοστού 2% αλλά και λόγω της καθυστέρησης καταχώρησης της αγωγής εφαρμόζεται η αρχή της ολιγωρίας (laches) με αποτέλεσμα η ενάγουσα να εμποδίζεται να διεκδικεί οποιοδήποτε ποσό από την εναγομένη δεδομένου ότι συνεπεία της καθυστέρησης επήλθε άδικα διόγκωση του επίδικου λογαριασμού. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 18.4.2007 και επιδόθηκε στις 10.5.
  1. Σημείωμα εμφάνισης καταχωρήθηκε στις 24.5.
  2. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης η ενάγουσα απαιτεί έναντι της εναγομένης το προαναφερθέν ποσό, που οφείλεται στην ακύρωση της πιστωτικής κάρτας «Visa Card» που είχε εκδοθεί κατόπιν αίτησης της εναγομένης προς την ενάγουσα ημερομηνίας 15.7.
  3. Η ακύρωση της εν λόγω πιστωτικής κάρτας επήλθε συνεπεία παράβασης εκ μέρους της εναγομένης των όρων έκδοσης της και ειδικότερα συνεπεία υπέρβασης του ορίου της και καθυστερήσεις στην εξόφληση των οφειλομένων ποσών εκ μέρους της εναγομένης κατόπιν χρήσης της εν λόγω κάρτας. Η εναγομένη δεν εξόφλησε το οφειλόμενο και απαιτούμενο ποσό παρά τις ειδοποιήσεις της ενάγουσας προς αυτήν με τις επιστολές ημερομηνίας 8.4.2004 και 30.1.
  4. Οι νομολογιακές αρχές που αφορούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης έχουν θεμελιωθεί σε πάγια νομολογία, όπου τονίζεται ότι η δικαιοδοσία δυνάμει της Δ.18, ως εξαιρετικό μέτρο, θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή ώστε να μην αποκλείεται διάδικος να εγείρει οποιαδήποτε υπεράσπιση, την οποία μπορεί πράγματι να έχει. Στην απόφαση Μεττή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΑΔ 417, έχουν λεχθεί χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.» Σύμφωνα με το κείμενο της Δ.18 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών αλλά και τη νομολογία ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει ότι συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το κλητήριο να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, (β) να έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφανίσεως από τον εναγόμενο και (γ) η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντος ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Με την ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνεται η αιτία της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και να δηλώνεται η πίστη του ενόρκως δηλούντος ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η μη ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση καθόσον η τήρηση τους σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130). Όπως έχει υποδειχθεί στη νομολογία, αν κριθεί ότι ο ενάγων με αυστηρή τήρηση και προσήλωση στις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 θ.1 έχει ικανοποιήσει τις πιο πάνω προϋποθέσεις (βλ. N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1912), το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγομένου, ο οποίος για να εξασφαλίσει δικαίωμα υπεράσπισης θα πρέπει να παρουσιάσει λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση ή εγείρονται θέματα που πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται αρκετά ώστε να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει υπεράσπιση (βλ. Μεττή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, (πιο πάνω)). Το Δικαστήριο στη διαδικασία αυτή δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών ή σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγομένου, ως να εκδίκαζε την ουσία της υπόθεσης. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (βλ. Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Αν οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, όσον απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, δικαιολογούν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης, η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν μπορεί να επιτύχει (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(2001)1 ΑΑΔ 418). Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, από το φάκελο της διαδικασίας προκύπτει ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει η ενάγουσα πληρούνται εφόσον αφενός το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 18.4.2007 είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2 θ.6 και αφετέρου η εναγόμενη έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στις 24.5.2007. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θα πρέπει να ικανοποιήσει η ενάγουσα προκύπτει, από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση της, ότι ο ενόρκως δηλών, ενόψει των όσων αναφέρει στην παράγραφο 1 της αρχικής ένορκης του δήλωσης, είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, γνωρίζοντας αυτά θετικά και παρακολουθώντας τον λογαριασμό της εναγομένης. Έχοντας ετοιμάσει την πρώτη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο Γ), ετοίμασε στη συνέχεια τη δεύτερη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο Δ της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης), την οποία προσυπογράφει, έχοντας επίσης στην κατοχή του και φυλάττοντας όλα τα σχετικά έγγραφα (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1 ΑΑΔ 782, Παύλου ν. Ο.Χ.Τ.Κ. Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1051, Σπηταλιώτης κ.α. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1113, Νεάρχου κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Έλλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) ΑΑΔ 818, Γεωργίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΑΔ 274 και Θεοδώρου κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2006)1(Β) ΑΑΔ 915). Είναι εντέλει φυσικό πρόσωπο που ορκίζεται στη θέση της ενάγουσας εταιρείας. Εξάλλου ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις του ενόρκως δηλούντος της αιτήτριας εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση-εναγομένης καθότι δεν ζητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία η αντεξέταση του. Η δυνατότητα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον ενάγοντα μετά από άδεια του Δικαστηρίου αναγνωρίζεται από τη νομολογία (βλ. Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (πιο πάνω). Συνεπώς θεωρείται ότι έχει ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση δεδομένου ότι επιβεβαιώνεται από τον ενόρκως δηλούντα τόσο η αιτία της αγωγής όσο και το αξιούμενο ποσό αλλά και δηλώνεται η πίστη του ότι η εναγόμενη δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η εισήγηση της εναγομένης στην παράγραφο 6 της ένορκης της δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση σε σχέση με την έλλειψη μαρτυρίας προς απόδειξη της αίτησης δεν ευσταθεί, ενόψει των πιο πάνω λεχθέντων, οι αρχές δε της απόφασης που αυτή επικαλείται δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Έχοντας η ενάγουσα ικανοποιήσει τις τρεις απαιτούμενες προϋποθέσεις, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η εναγόμενη παρουσιάζει τέτοια στοιχεία και γεγονότα ώστε αποσείεται το βάρος που έχει μετατεθεί στους ώμους της, με αποτέλεσμα να της δοθεί το δικαίωμα από το Δικαστήριο να υπερασπιστεί στην παρούσα αγωγή. Εξετάζοντας τους λόγους ένστασης της καθ' ης η αίτηση-εναγομένης σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση επισημαίνεται ότι ενόψει της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε εκ μέρους της αιτήτριας-ενάγουσας, στην οποία σημειωτέον ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε απαντητική ένορκη δήλωση εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση-εναγομένης, οι λόγοι ένστασης που αφορούν παράνομες και ανεπίτρεπτες χρεώσεις τόκων και αυθαίρετη αύξηση του επιτοκίου παραμένουν άνευ αντικειμένου, αλλά και δεν προωθήθηκαν όπως φαίνεται στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση-εναγομένης. Ως προς τον εναπομείναντα λόγο της ένστασης περί ύπαρξης καλής υπεράσπισης, είναι φανερό ότι δεν εξειδικεύεται ούτε και δίδονται επαρκή στοιχεία και λεπτομέρειες στην ένσταση για τη στοιχειοθέτηση του και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του τα αναγκαία στοιχεία από τα οποία να μπορεί να κριθεί ότι η εναγόμενη δείχνει την ύπαρξη πιθανής υπεράσπισης στην απαίτηση της ενάγουσας (βλ. Παχατουριάν v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 322). Ενόψει των πιο πάνω και με δεδομένο ότι οι λόγοι ένστασης της καθ' ης η αίτηση-εναγομένης κατέστησαν άνευ αντικειμένου, το μόνο εύρημα που θα μπορούσε να εξαχθεί είναι ότι η τελευταία δεν απέδειξε ότι έχει υπεράσπιση στην απαίτηση της αιτήτριας-ενάγουσας. Οι λόγοι ένστασης που αναπτύσσονται στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση-εναγομένης δεν θα έπρεπε να εξεταστούν από το Δικαστήριο εφόσον δεν προβλήθηκαν νομότυπα με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης της ημερομηνίας 9.10.2007. Σύμφωνα με τη νομολογία επιβάλλεται συμμόρφωση προς τις διατάξεις της νέας Δ.48 θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών αναφορικά με τον καθορισμό στο σώμα της γραπτής ένστασης των λόγων που την υποστηρίζουν και επισημαίνεται το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Αυτό απαιτεί το καθήκον πληροφόρησης του αντιδίκου για τους ακριβείς λόγους της ένστασης καθώς και η ανάλογη υποχρέωση του ενιστάμενου προς το Δικαστήριο (βλ. Σοφοκλέους v. Ταβελούδη κ.α.
(2002)1(Α) ΑΑΔ 92). Ωστόσο ακόμη και αν οι λόγοι αυτοί θα μπορούσαν να εξεταστούν διαφαίνεται αρχικά ότι ουδεμία επιβάρυνση ποσοστού 2% έχει επιβληθεί εκ μέρους της ενάγουσας, όπως προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο Δ της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του ενόρκως δηλούντος της αιτήτριας. Ως προς τον ισχυρισμό δε ύπαρξης καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε από το οποίο να καταδεικνύεται πώς επηρεάζεται η καθ' ης η αίτηση-εναγομένη από την ισχυριζόμενη καθυστέρηση. Η οφειλή της καθ' ης η αίτηση-εναγομένης πηγάζει από την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία και λόγω παράβασης της εκ μέρους της (βλ. Τεκμήριο Α της αίτησης) και διεκδικείται το ποσό με το οποίο χρεώθηκε η επίδικη κάρτα λόγω της χρήσης της, πλέον τόκο προς 9% μέχρις εξόφλησης του, όπως προνοείται στην εν λόγω συμφωνία. Παρόλο που γίνεται αναφορά σε άδικη διεκδίκηση των απαιτουμένων ποσών και σε διόγκωση του επίδικου λογαριασμού δεν αναφέρθηκε ότι υπήρχε πρόθεση της εναγομένης για πληρωμή του απαιτούμενου από την ενάγουσα ποσού σε οποιοδήποτε στάδιο, ούτε και μετά τις 8.4.2005 που η εναγομένη ειδοποιήθηκε για την επίδικη οφειλή της προς την ενάγουσα. Η γενικότητα και αοριστία της εισήγησης δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε στοιχεία βάσιμης υπεράσπισης. Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στην απόφαση N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd (πιο πάνω), όπου για ενίσχυση της εφαρμοζόμενης αρχής ότι με την έλλειψη παροχής λεπτομερειών σε λογική έκταση σε τέτοιες αιτήσεις δεν ικανοποιείται το κριτήριο ύπαρξης δικάσιμου θέματος, παρατέθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από το Annual Practice
(1959), σελ. 250, ως το απαύγασμα της αγγλικής νομολογίας με την οποία είναι εναρμονισμένη η κυπριακή: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection. Sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence (Wallingford v. Mutual Soc., 5 App Cas. 685, see Judgment of Lord Blackburn at p. 704; Harrison v. Bottenheim, 26 W.R. 362, Ray v. Barker, 4 Ex. D. 283; Shurmer v. Young, 5 T.L.R. 155 and cases cited r. 6(n)». Εν όψει όλων των προαναφερθέντων κρίνεται ότι η καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη απέτυχε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση καταδεικνύοντας τα ελάχιστα εκείνα στοιχεία, όπως όφειλε, με αποτέλεσμα η αίτηση να επιτύχει εναντίον της. Εκδίδεται, ως εκ τούτου, απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης για το αντίστοιχο της αξίωσης της ποσό των £2.140,02, δηλαδή για το ποσό των €3.656,44, που αποτελεί το νέο ισχύον στην Κύπρο νόμισμα σύμφωνα με τον περί Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμο αρ. 33
(1)/07, πλέον τόκο 9% από 16.10.2007 επί του ποσού των £2.083,76, δηλαδή επί του ποσού των €3.560,32, μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές τον χρόνο, στις 30.6 και 31.12. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας-ενάγουσας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση-εναγομένης. (Υπ.) .......... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.