← Κύπρος

Ηλία Κοντού ν. Πανίκου Παναγή, Αρ. Αγωγής: 6111/06, 30 Μαϊου, 2008

Ηλία Κοντού ν. Πανίκου Παναγή, Αρ. Αγωγής: 6111/06, 30 Μαϊου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A128 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6111/06 Μεταξύ: Ηλία Κοντού Ενάγοντα. και Πανίκου Παναγή Εναγόμενου. --------------------- Ημερομηνία: 30 Μαϊου, 2008. Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Ο κ. Α. Πετρίδης. Για τον Εναγόμενο: Ο κ. Ε. Κορακίδης. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι διάδικοι αξιώνουν ο ένας από τον άλλον αποζημιώσεις, έκδοση διαταγμάτων και δηλωτικών αποφάσεων για παράβαση συμφωνίας. Είναι εκδοχή του ενάγοντα ότι τον Ιούνιο 2003 και ενώ ήταν ο μοναδικός μέτοχος και κάτοχος 1.000 μετοχών στην εταιρεία Football Mania Ltd («η εταιρεία»), προσεγγίστηκε από τον εναγόμενο για να εξαγοράσει μέρος του μετοχικού της κεφαλαίου. Η εταιρεία διαχειριζόταν γήπεδα μίνι ποδοσφαίρου που βρίσκονταν υπό ανέγερση στην τελική τους φάση εντός μέρους του τεμαχίου 300, Φ/Σχ. ΧΧΧ/12Ε.2, στην οδό Αγίου Δημητριανού 50, στη Λακατάμεια («τα γήπεδα»). Μετά από διαβουλεύσεις κατάρτησαν και υπόγραψαν στη Λευκωσία σχετική συμφωνία στις 25.6.03, με βάση την οποία ο εναγόμενος έπρεπε, μεταξύ άλλων, να πληρώσει προς τον ενάγοντα ποσό Λ.Κ.11.000, για την αγορά των 499 από τις 1.000 μετοχές της εταιρείας. Ο ενάγων τήρησε τη συμβατική του υποχρέωση και μεταβίβασε τις μετοχές στο όνομα του εναγόμενου στις 3.7.03, σε αντίθεση με τον εναγόμενο ο οποίος μέχρι σήμερα αρνείται να καταβάλει το τίμημα αγοράς παρά τις επανειλημμένες προτροπές του ενάγοντα. Και όχι μόνο αυτό αλλά παραβίασε και τον όρο 3 της συμφωνίας που αφορούσε στην υποχρέωση κάλυψης του κόστους τού ½ όλων των υποχρεώσεων, δαπανών και εξόδων για ολοκλήρωση των γηπέδων που είτε είχαν ήδη πληρωθεί από τον ενάγοντα είτε θα προέκυπταν μελλοντικώς. Ως εκ της αντισυμβατικής αυτής συμπεριφοράς του εναγόμενου, ο ενάγων τερμάτισε τη συμφωνία, πλην όμως ο εναγόμενος, χωρίς τη συγκατάθεση του ενάγοντα, συνεχίζει να μεταβαίνει στα γήπεδα, να διαχειρίζεται περιουσία της εταιρείας και να ιδιοποιείται χρηματικά ποσά τα οποία της ανήκουν. Η εκδοχή του εναγόμενου είναι διαφορετική. Λέγει ότι κατά τον Ιούνιο 2003, συμφώνησε με τον ενάγοντα μερικώς γραπτώς και μερικώς προφορικώς όπως ασκούν μαζί την επιχείρηση, πληρώνουν από κοινού τα έξοδα κατασκευής και λειτουργίας των γηπέδων και μοιράζονται τα κέρδη. Ο εναγόμενος θα λάμβανε μηνιαίο μισθό Λ.Κ.500, από την εταιρεία και θα ήταν ο μοναδικός Διευθυντής και Γραμματέας της. Σε αντίθεση όμως με τα συμφωνηθέντα όχι μόνον δεν πήρε ποτέ μισθό αλλά και δε διορίστηκε ως ο μοναδικός Διευθυντής και Γραμματέας αφού στην ίδια θέση παράμεινε διορισμένη και η μητέρα του εναγόμενου. Βασιζόμενος στη συμφωνία ο εναγόμενος προέβη σε διάφορες πληρωμές και πρόσφερε υπηρεσίες που θα έπρεπε να υπολογιστούν ως μέρος της συνολικής συνεισφοράς του και οπωσδήποτε έναντι του τιμήματος αγοράς των μετοχών. Τον Αύγουστο 2006, ο ενάγων απαίτησε όπως ο εναγόμενος μη πληρωθεί τους μισθούς του Ιουλίου και Αυγούστου 2006 και όπως του παραδώσει όλες τις εισπράξεις που είχε διενεργήσει. Έκτοτε, ο ενάγων άρχισε να προβαίνει σε σειρά ενεργειών με σκοπό την εκδίωξη του εναγόμενου από την επιχείρηση, μέρος των οποίων ήταν και η εμμονή του στην απαίτηση πληρωμής του ποσού των Λ.Κ.11.000, αρνούμενος να λάβει υπόψη και συνυπολογίσει τις πληρωμές και συνεισφορά του. Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης έδωσε προφορική μαρτυρία ο ενάγων Ηλίας Κοντού (ΜΕ1) [ο οποίος αναφέρθηκε στην ευρύτερη συμβατική και επιχειρηματική του σχέση με τον εναγόμενο καθώς και επί ζητημάτων που κατά το πλείστον σχετίζονταν με τα επίδικα θέματα], ο Λειτουργός στην Υπηρεσία Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Δημήτρης Δημητρίου (ΜΕ2) [ο οποίος αναφέρθηκε στην εκτέλεση των φορολογικών υποχρεώσεων της εταιρείας, εξηγώντας ταυτοχρόνως το περιεχόμενο φορολογικών της δηλώσεων ως τα Τεκμήρια 25

(1)-25
(5)] και η υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας στο υποκατάστημα Λατσιών, Άντρη Φυσέντζου (ΜΕ3) [η οποία αναφέρθηκε σε επαφές που είχαν οι διάδικοι με το υποκατάστημα της τράπεζας αναφορικώς με την επιχείρηση καθώς και στο περιεχόμενο κατάστασης λογαριασμού της εταιρείας - Τεκμήριο 26]. Για την υπεράσπιση κατάθεσε ο εναγόμενος Πανίκος (Παναγιώτης) Παναγή (ΜΥ1) (ο οποίος αναφέρθηκε στα της συμφωνίας και εκτέλεσης των συμβατικών και επιχειρηματικών του υποχρεώσεων αναφορικώς με την επίδικη διαφορά), ο αδελφός του Σταύρος Παναγή (ΜΥ2) (ο οποίος αναφέρθηκε σε διάφορες ξυλουργικές και άλλες εργασίες που εκτέλεσε προς όφελος της επιχείρησης και σε συναφείς χρεώσεις) και ο κουνιάδος του εναγόμενου οικοδόμος Στέλιος Κανικλίδης (ΜΥ3) (ο οποίος αναφέρθηκε σε διάφορες εργασίες που εκτέλεσε προς όφελος της επιχείρησης και σε ανάλογες χρεώσεις. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκε πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής αναφοράς στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mousse Ltd v. Harris Zechariah Engineering Co. Ltd και Άλλων
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Κατά τις αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επικεντρώθηκαν στην αξιοπιστία της μαρτυρίας καλώντας το Δικαστήριο να απορρίψει για συγκεκριμένους λόγους την αντίδικη θεώρηση και να αποδεχθεί πλήρως τις αντιστοίχως προβαλλόμενες θέσεις. Επιπροσθέτως, με αναφορά σε νομολογία και συγγράμματα, ενασχολήθηκαν με ζητήματα που αφορούν ευρύτερα στην ερμηνεία των συμβάσεων υποστηρίζοντας το ορθό των τοποθετήσεων τους. Ο ενάγων μού δημιούργησε πολύ κακή εντύπωση. Ήταν αόριστος, ασαφής, αντιφατικός και ανακόλουθος σε ουσιώδεις πτυχές της μαρτυρίας του. ΄Ηρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να μην πει όλη την αλήθεια. Η εκδοχή του είναι ότι πριν τη σύναψη της συμφωνίας δεν είχε καμιά απολύτως επικοινωνία ή συναλλαγή με τον εναγόμενο σε σχέση με το αντικείμενο της. Μάλιστα, ρωτήθηκε πολύ παραστατικά από τον κ. Κορακίδη πώς ήταν δυνατόν να μην είχε έστω και την ελάχιστη επαφή με τον εναγόμενο πριν την υπογραφή της συμφωνίας αφού θα πρέπει λογικώς να είχαν βρεθεί ή μιλήσει πριν από το γεγονός για να συμφωνήσουν, αν μη τι άλλον, τους όρους που θα περίβαλλαν τη συνεργασία τους καθώς και αυτούς που θα άπτονταν της μεταβίβασης των 499 μετοχών. Κατά την αντεξέταση ωστόσο, παραδέχθηκε ότι πέντε μέρες πριν την υπογραφή της συμφωνίας, ο εναγόμενος πλήρωσε σε αυτόν ποσό Λ.Κ.2.200, ως μέρος πληρωμής που είχε κάνει ο ενάγων για την εγκατάσταση ηλεκτρικού ρεύματος στα γήπεδα. Όταν κλήθηκε από το δικηγόρο υπεράσπισης να εξηγήσει την αντίφαση απόφυγε να απαντήσει με ευθύτητα. Είπε: «Εκείνο το οποίο θέλω να ξεκαθαρίσω είναι ότι από τη στιγμή υπογραφής της συμφωνίας, η συμφωνία υιοθετείται όπως έχει. Εάν εσείς πιστεύετε ή σας έχει πει ο πελάτης σας ότι μου έχει δώσει λεφτά πριν την υπογραφή της συμφωνίας θα ήταν λογικό τα ποσά αυτά να ήταν αφαιρετέα από το οποιοδήποτε ποσό αναγράφεται στη συμφωνία.» Κλήθηκε ξανά να τοποθετηθεί ως προς την ύπαρξη προγενέστερης συνεννόησης για να πει, τελικώς, ότι ο εναγόμενος είχε στα χέρια του τη συμφωνία για σκοπούς μελέτης από πριν και ότι αποφάσισε να προχωρήσει στην υπογραφή της ως είχε χωρίς την ύπαρξη οποιασδήποτε προγενέστερης διαβούλευσης ή συνεννόησης μαζί του. Και πάλιν όμως το ουσιώδες ερώτημα παράμεινε αναπάντητο. Μάλιστα, η ασάφεια και το ομιχλώδες της εκδοχής επιτάθηκε αφού, σύμφωνα με τη λογική που πρόβαλε, πριν την υπογραφή της συμφωνίας και ενώ ο εναγόμενος μελετούσε το περιεχόμενο του γραπτού κειμένου που θα υπογραφόταν, χωρίς οποιαδήποτε επαφή ή συζήτηση μαζί του, προχώρησε αυτοβούλως (και στα καλά καθούμενα) στην πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.2.200, για το σκοπό που προαναφέρθηκε. Σε άλλη ερώτηση που ακολούθησε, ρωτήθηκε και πάλι αν το ποσό των Λ.Κ.2.200, ήταν για την πληρωμή του ηλεκτρικού ρεύματος, όπως είχε ισχυριστεί προηγουμένως, για να απαντήσει (και πάλιν ανακόλουθα με βάση την προηγηθείσα απάντηση του), ότι το ποσό δεν πληρώθηκε μόνον για το ηλεκτρικό ρεύμα χωρίς όμως να εξειδικεύσει (αν και κλήθηκε) για ποιον άλλο λόγο πληρώθηκε και έναντι ποιων εξόδων ή εργασιών χρησιμοποιήθηκε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας τα γήπεδα ήσαν σχεδόν συμπληρωμένα ενώ σε σχετική υποβολή κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε ότι αν και είχαν προηγηθεί κάποιες χωματουργικές εργασίες, τα γήπεδα δεν είχαν συμπληρωθεί και υπήρχε μάλιστα αρκετή εργασία να γίνει προς αυτή την κατεύθυνση και ότι η εικόνα που παρουσίασε αρχικώς σε σχέση με τη αποπεράτωση των γηπέδων δεν ήταν ακριβής. Η τοποθέτηση του αυτή δεν ήταν δεικτική ειλικρίνειας αλλά εκβιασμένης παραδοχής ως εκ της πιεστικής και ικανής αντεξέτασης που δέχθηκε. Είπε επίσης ότι από την 25.6.03, απαιτούσε από τον εναγόμενο την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.11.000, ως την αξία των μετοχών που του είχαν μεταβιβαστεί, σε πλήρη αντίφαση ασφαλώς άλλου ισχυρισμού που έδωσε (και πάλι στην κυρίως εξέταση) ότι στις 3.7.03, έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του για να προχωρήσουν με τη μεταβίβαση των 499 μετοχών στη βάση των συμφωνηθέντων στο Τεκμήριο
  1. Διερωτάται ασφαλώς κανείς γιατί ο ενάγων να προχωρήσει με τη μεταβίβαση των μετοχών τη στιγμή που ο εναγόμενος (αγνοώντας τις οχλήσεις του) δεν είχε ακόμη πληρώσει το ποσό που είχε συμφωνηθεί γεγονός που πασιφανώς του είχε προξενήσει ανησυχία (εξού και η πρόσκληση για συμμόρφωση), ως προς εξέλιξη της συνεργασίας τους. Το εύλογο του ερωτήματος σταχυολογείται ως τέτοιο ως εκ της τοποθέτησης του ενάγοντα ότι το αντίτιμο των μετοχών θα έπρεπε να πληρωθεί ταυτοχρόνως με τη μεταβίβαση των μετοχών ή προγενέστερα, χωρίς να υπάρχει τέτοια αναφορά στη γραπτή συμφωνία και στο ότι (κατά τον ενάγοντα πάντοτε) το κείμενο της εμπεριείχε το σύνολο των συμφωνηθέντων όρων χωρίς να υπάρχει καν ζήτημα προς συζήτηση για την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας ή άλλης επάλληλης συνεννόησης με τον εναγόμενο. Συνεπώς, η θέση του περί του ότι το τίμημα πώλησης έπρεπε να πληρωθεί στο χρόνο που προαναφέρθηκε δε συνάδει ευλόγως, στην απουσία άλλης αξιόπιστης εξήγησης, με την απόφαση του να προχωρήσει με τη μεταβίβαση των μετοχών πριν την καταβολή του τιμήματος πώλησης. Το ζήτημα δεν αφορά μόνον στην πειστικότητα της εκδοχής που προβλήθηκε αλλά και στην κατάδειξη της διάθεσης του μάρτυρα (εμφανούς καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του), να προβαίνει σε αυθαίρετους ισχυρισμούς με σκοπό το εύσχημο πλασάρισμα του προκατασκευασμένου υποβάθρου που επινόησε για προώθηση της απαίτησης του. Είπε ακόμη ότι ο ίδιος δεν είχε πρόσβαση στις επιταγές που εκδίδονταν από την εταιρεία διότι, ούτως ή άλλως, δεν είχε δικαίωμα υπογραφής κάτι το οποίο είχαν μόνον η μητέρα του Παναγιώτα Κοντού και ο εναγόμενος ως Διευθυντές και Γραμματείς της εταιρείας. Είπε επίσης ότι δεν καταχωρούσε στα βιβλία της εταιρείας τις διάφορες πληρωμές και εισπράξεις που γίνονταν σε σχέση με την επιχείρηση. Τα ανάφερε αυτά όταν κλήθηκε να δώσει λεπτομέρειες των ποσών που ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε για εργασίες που σχετίζονταν με τα γήπεδα έχοντας πει προηγουμένως ότι δεν κρατούσε όλες τις σχετικές αποδείξεις και ότι τις περισσότερες δουλειές τις εκτελούσε με δικές του υπηρεσίες, ό,τι και να σήμαινε αυτό. Εντούτοις σε κατοπινό στάδιο και σε πλήρη αντίφαση με αυτά που ισχυρίστηκε προηγουμένως, παραδέχθηκε ότι κάποιες από αυτές τις πληρωμές και εισπράξεις τις είχε όντως σημειώσει στα βιβλία της εταιρείας ο ίδιος και ότι μάλιστα πλήρωσε για διάφορες εργασίες με δικές του προσωπικές επιταγές. Όταν κλήθηκε να δώσει λεπτομέρειες αυτών των πληρωμών και εισπράξεων δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να το πράξει, τουλάχιστον κατ' εκείνο το χρόνο όταν κατέθετε, τέτοια όμως μαρτυρία δεν προσκομίστηκε σε οποιοδήποτε άλλο μεταγενέστερο στάδιο της υπόθεσης. Αργότερα, αρνήθηκε ότι είχε ή ότι υπήρχε οποιοδήποτε λογιστικό ή άλλο βιβλίο μέσα στο οποίο καταγράφονταν οι πληρωμές και εισπράξεις που γίνονταν σε σχέση με την επιχείρηση. Επιπροσθέτως, ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε έδωσε εντολή ή γνώριζε οτιδήποτε αναφορικώς με την καταγγελία του εναγόμενου για την εγκατάσταση και λειτουργία ηλεκτρογεννήτριας στα γήπεδα την οποία όμως η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας Κύπρου (ΡΑΕΚ), αποφάσισε να διακόψει στις 27.9.06 (βλ. Τεκμήριο 62). Ήταν αξιοσημείωτη πράγματι η εμμονή του ενάγοντα να αποστασιοποιείται από οτιδήποτε είχε να κάνει με την καταγγελία αυτή, ενώ στις 15.11.06, είχε λάβει επιστολή από την ΡΑΕΚ σε απάντηση επιστολής του ημερομηνίας 25.9.06, αναφορικώς με τη λειτουργία της γεννήτριας (βλ. Τεκμήριο 11), ενώ οι δικηγόροι του σε απάντηση επιστολής τους ημερομηνίας 30.5.07, παρέλαβαν επιστολή από τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας με θέμα την «Παράνομη εγκατάσταση και λειτουργία ηλεκτρογεννήτριας στην οδό Αγίου Δημητριανού 50, στης Λακατάμεια - Λευκωσία» και με την οποία πληροφορούνταν ότι είχαν «.ήδη δοθεί οδηγίες προς την Αστυνομία για ποινική δίωξη των κατηγορουμένων». Και σε αυτή λοιπόν την πτυχή ο μάρτυς ήταν ανειλικρινής. Περαιτέρω, όταν ρωτήθηκε για το κατά πόσον είχε συμφωνηθεί με τον εναγόμενο η καταβολή σε αυτόν μηνιαίου μισθού Λ.Κ.500, το αρνήθηκε, παραπέμποντας στο περιεχόμενο της γραπτής συμφωνίας στην οποία, είναι γεγονός, ότι δε γίνεται τέτοια αναφορά. Του ζητήθηκε τότε να απαντήσει με αναφορά στις διαβουλεύσεις που έγιναν πριν τη σύνταξη του κειμένου της γραπτής συμφωνίας, στα πλαίσια της θέσης του εναγόμενου ότι είχε λάβει χώραν μεταξύ των διαδίκων και προφορική συμφωνία που αναφερόταν στην ευρύτερη επιχειρηματική σχέση τους. Αρνήθηκε όχι μόνον την ύπαρξη οποιονδήποτε διαβουλεύσεων (τις οποίες ακολούθως παραδέχθηκε, χωρίς όμως να συγκεκριμενοποιεί το περιεχόμενο τους), αλλά συνάμα και την ύπαρξη οποιασδήποτε απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας που να εγκρίνει την παροχή ενός τέτοιου μισθού, σε σύμπνοια ομολογουμένως των όσων ανάφερε στη γραπτή του δήλωση. Όταν κλήθηκε όμως να τοποθετηθεί ευθέως για το κατά πόσον είχε συμφωνήσει με τον εναγόμενο για την καταβολή μισθοδοσίας ξέχωρα από το γεγονός του κατά πόσον υπήρξε ή δεν υπήρξε έγκριση από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας, απόφυγε να απαντήσει επαναλαμβάνοντας ότι δεν υπήρξε μια τέτοια έγκριση και χωρίς να ασχοληθεί με το κατά πόσον, ανεξαρτήτως τούτου, συμφώνησε ή δε συμφώνησε με τον εναγόμενο για τη μισθοδοσία. Ήταν φανερό ότι δεν έλεγε την αλήθεια στο Δικαστήριο ούτε και σε αυτή την πτυχή. Παρομοίως δεν είπε την αλήθεια και σε σχέση με τους ισχυρισμούς του περί σοβαρών ελλειμμάτων στο ψυγείο της καντίνας των γηπέδων και αδικαιολογήτως ψηλών τηλεφωνικών λογαριασμών, παλινδρομώντας μεταξύ της θέσης περί ύπαρξης, ως γεγονότος, ελλειμμάτων και αδικαιολόγητων τηλεφωνικών χρεώσεων και της θέσης ότι απλώς υπήρχαν περί τούτου υπόνοιες και υποψίες. Τόσον όμως στη μια όσον και στην άλλη περίπτωση η μαρτυρία του ήταν γενικόλογη. Για παράδειγμα, δεν ανάφερε με βάση πιο σταθερό κριτήριο ήταν που θεώρησε αδικαιολόγητο το ποσό των χρεώσεων στους τηλεφωνικούς λογαριασμούς (βλ. Τεκμήριο 8). Το ότι ο εναγόμενος παραδέχθηκε ότι έκανε κάποια προσωπικά τηλεφωνήματα τα οποία χρεώνονταν στο λογαριασμό της εταιρείας δε δικαιολογεί με κανένα τρόπο τη θέση αφού παράπονό του δεν ήταν η διενέργεια προσωπικών τηλεφωνημάτων εκ πλευράς εναγόμενου αλλά η υπερβολική χρήση του τηλεφώνου για προσωπικούς σκοπούς από το συνέταιρο του και το αδικαιολογήτως ψηλό κόστος που προέκυπτε (και πάλι όμως χωρίς αναφορά σε σταθερό μέτρο σύγκρισης). Το ότι ο ενάγων πλήρωσε τον τηλεφωνικό λογαριασμό - Τεκμήριο 8 (βλ. Τεκμήριο 9), με τον εναγόμενο να επανασυνδέει το τηλέφωνο σε κατοπινό στάδιο, δε κατατάσσεται ως συμβάν ιδιαίτερης σημασίας για ό,τι εδώ αφορά και σίγουρα δεν ενισχύει τη θέση του πρώτου περί αδικαιολόγητων χρεώσεων. Αν όμως οδηγεί σε κάτι αυτό δεν είναι άλλο από την εχθρική διάθεση του ενάγοντα έναντι του εναγόμενου. Σε σχέση με τα κατ' ισχυρισμόν ελλείμματα στο ψυγείο, ο μάρτυς απόφυγε να δώσει λεπτομέρειες και να εξειδικεύσει τους ισχυρισμούς του, η σοβαρή φύση των οποίων απαιτούσε, θεωρώ, πολύ μεγαλύτερη επιμέλεια και προσοχή στην εκστόμιση. Εξίσου μετέωροι παρέμειναν και όλοι οι ισχυρισμοί του ενάγοντα περί ύπαρξης κακοδιαχείρισης εκ πλευράς εναγόμενου με ιδιαίτερη αναφορά, για παράδειγμα, στην είσπραξη από τον τελευταίο χρηματικών ποσών από τη Σχολή Τυφλών (βλ. Τεκμήριο 16) και στη χρησιμοποίηση επιταγής πελάτη της εταιρείας για την πληρωμή διδάκτρων ιδιωτικού σχολείου στο οποίο φοιτούσαν τα παιδιά του (βλ. Τεκμήριο 17). Και στη μια και στην άλλη περίπτωση ο εναγόμενος έδωσε τις εξηγήσεις του, με πιο σημαντικό βεβαίως το γεγονός ότι ο ενάγων γνώριζε καλώς και για τα δύο αυτά περιστατικά ευθύς εξ αρχής έχοντας μάλιστα συναινέσει σε αυτά αμέσως. Μετά είναι που θεώρησε καλό να τα αναδείξει σε δήθεν νεοφανή στοιχεία τα οποία (όπως είπε) όχι μόνον του κλόνισαν την εμπιστοσύνη έναντι του εναγόμενου αλλά, κυρίως, αποτέλεσαν και ουσιώδεις παραβάσεις της γραπτής συμφωνίας - Τεκμήριο
  2. Ο ενάγων πρόβαλε ως ενισχυτικό της αξιοπιστίας του και του άμεμπτου τρόπου με τον οποίο ο ίδιος αντίκριζε τις υποχρεώσεις του προς την εταιρεία και κατ' επέκταση προς τον εναγόμενο, το γεγονός ότι τα οποιαδήποτε ποσά είχαν περιέλθει στην κατοχή του στα πλαίσια των κοινών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, τα είχε καταθέσει έναντι του λογαριασμού δανείου της εταιρείας στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ (βλ. Τεκμήριο 72Α), για να χρησιμοποιηθούν έναντι των οφειλών της εταιρείας, όπως έπραξε για παράδειγμα στις 22.2.07, με την κατάθεση επιταγής της Τράπεζας Κύπρου - Τεκμήριο 21 και στις 18.5.07, με την κατάθεση επιταγής της ΑΤΗΚ (βλ. Τεκμήριο 22). Απόφυγε όμως να πει αν η ίδια συνέπεια τον χαρακτήριζε και για την περίοδο πριν την καταχώρηση της αγωγής, αν και κλήθηκε πάνω σε αυτό να δώσει εξηγήσεις, αποφεύγοντας όμως την πρόκληση με μαεστρία. Τέλος, ανάφερε σε σχέση με την ολοκλήρωση της ανέγερσης των γηπέδων ότι είχε καταβάλει πέραν των Λ.Κ.20.000, όταν όμως του ζητήθηκε κατά την αντεξέταση να δώσει λεπτομέρειες και αποδεικτικά στοιχεία που να ενισχύουν τη θέση του, το μόνον που παράθεσε ήταν η επανάληψη του ισχυρισμού και τίποτε περισσότερο. Τούτο το τελευταίο έχει ασφαλώς τη δική του ιδιαίτερη σημασία αν κάποιος αναλογιστεί τις πρόνοιες του όρου 3 της συμφωνίας αναφορικώς με την υποχρέωση του εναγόμενου για ανάληψη του ½ όλων των υποχρεώσεων, δαπανών και εξόδων που είτε είχαν αναληφθεί είτε θα αναλαμβάνονταν μελλοντικώς από τον ενάγοντα σε σχέση με την ολοκλήρωση των γηπέδων διότι, αυτονόητα, το συνολικό ποσό που πλήρωσε ο ενάγων στα πλαίσια αυτού του σκεπτικού θα αποτελούσε και το σταθερό σημείο αναφοράς για τον υπολογισμό της συνεισφοράς του εναγόμενου. Όταν κλήθηκε κατά την αντεξέταση να διευκρινίσει αν με την αναφορά του σε πληρωμή ποσού «πέραν των ΛΚ20.000,00», εννοούσε και συνυπολόγιζε το ποσό του δανείου των ΛΚ20.000,00 που χορήγησε στην εταιρεία η Ελληνική Τράπεζα, απάντησε ότι ήταν και αυτό μέσα στην εξίσωση. Όταν του υποβλήθηκε ότι δε μπορούσε να προβάλει ως προσωπική του συνεισφορά τη δανειοδότηση της εταιρείας από την Ελληνική Τράπεζα μια και ο ίδιος δεν είχε πληρώσει οτιδήποτε σχετικό, επανέλαβε ότι: «Γι' αυτό σας είπα ότι δεν είναι μόνο αυτό το ποσό που εννοούσα για τις ΛΚ20.000,00». Όταν του τέθηκε ότι έτσι και αλλιώς (έστω ότι κάποιος θα μπορούσε να θεωρήσει τη δανειοδότηση της εταιρείας ως μέρος της προσωπικής του χρηματικής συνεισφοράς στα της επιχείρησης), το ποσό αυτό θα έπρεπε να ήταν λιγότερο του συνολικού ποσού του δανείου (με βάση τη δική του λογική πάντοτε), αφού η δανειοδότηση έγινε με την εγγύηση του ιδίου και άλλων ατόμων, συμπεριλαμβανομένου του εναγόμενου, το δέχτηκε. Η παραδοχή όπως (που προέκυψε ως εκ της λογικής των πραγμάτων και μετά από εύστοχη αντεξέταση) και όχι γνησίως και αυτοβούλως δεν περίσωσε την αρνητική εντύπωση που δημιούργησε ως εκ της αντίφασης. Αντιθέτως, ενίσχυσε την εντύπωση περί υπερβολικής του διάθεσης για παρουσίαση των δικών του συνεισφορών και τήρηση των όρων της συμφωνίας σε αντίθεση με την προσέγγιση που έδειξε αναφορικώς με τις πληρωμές και συνεισφορά του εναγόμενου. Απορρίπτω τη μαρτυρία και εκδοχή του ενάγοντα ως παντελώς αναξιόπιστη. Ο εναγόμενος μού δημιούργησε αρκετά καλή εντύπωση. Κάποιες αντιφάσεις και ανακολουθίες που παρατηρήθηκαν στη μαρτυρία του ήσαν επουσιώδεις και με κανένα τρόπο επηρεαστικές τής γενικώς καλής εικόνας που εξέπεμψε ως μάρτυς. Οι αναφορές του για την ύπαρξη όρου στη συμφωνία περί διορισμού του ως μοναδικού Διευθυντή και Γραμματέα της εταιρείας δεν εκλαμβάνονται ως ένδειξη διάθεσης για ψεύδος. Είναι φανερό ότι σε αυτό είναι που προσέβλεπε και αυτή είναι η αντίληψη που του δημιουργήθηκε κατά τις διαβουλεύσεις με τον ενάγοντα και ότι το γεγονός θα καταγραφόταν μάλιστα και στη γραπτή συμφωνία, κάτι βεβαίως που δεν έγινε. Αυτό αναμφιβόλως δε σημαίνει ότι η αντίληψη του αυτή υπερέχει του γραπτού κειμένου που υπόγραψαν οι συμβαλλόμενοι ή ότι η αναφορά του είναι εν προκειμένω αρκετή για να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ένας τέτοιος όρος ενσωματώθηκε στη μερικώς γραπτή και μερικώς προφορική τους συμφωνία, δεδομένου ιδίως του γεγονότος διατύπωσης ειδικής αναφοράς στο Τεκμήριο
  3. Δεν υπήρξε εξάλλου τέτοια εισήγηση. Είναι επίσης γεγονός ότι ο εναγόμενος επέδειξε ιδιαίτερη εμπάθεια και εχθρική διάθεση προς τον ενάγοντα όταν τον Οκτώβριο 2007, τον κατάγγειλε γραπτώς στους εργοδότες του Marfin Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, για τη διαφορά που ανάκυψε στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες (βλ. Τεκμήριο 19), ωσάν αυτό να ενδιέφερε την τράπεζα ή να μπορούσε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να συνδράμει θεμιτώς στην επίλυση της διένεξης τους. Σε τόσο μάλιστα χαμηλό επίπεδο έφθασε ο εναγόμενος (και το λέγω τούτο με κάθε σεβασμό), που θεώρησε πρέπον να αναφέρει στην επιστολή του ότι «.τα χρέη της εταιρείας ήταν περίπου 26 χιλιάδες λίρες σε δάνειο που έγινε μετά από επιμονή του συνέταιρου μου στην Ελληνική Τράπεζα. Αν είναι δυνατό υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας να έχει τα δάνεια και τις καταθέσεις του στην Ελληνική.» και ότι «.Σκοπός της επιστολής μου είναι να σας ενημερώσω σχετικά με τις πράξεις του πιο πάνω υπαλλήλου του Ομίλου Λαϊκής ο οποίος αθέτησε όλους τους όρους της ηθικής, αξιοπρέπειας και εντιμότητας που πρέπει να θεωρούνται βασικό χαρακτηριστικό στοιχείο υπαλλήλου ενός κολοσσού όπως είναι η Λαϊκή Τράπεζα.». Η ενέργεια του όμως αυτή δεν επηρέασε την εικόνα του ως μάρτυρα αφού αυτά που είπε κατά τη μαρτυρία του ήσαν στην πλειονότητά τους επαρκώς στοιχειοθετημένα και ειλικρινώς εκφρασμένα. Κρίνω ότι προχώρησε σε αυτό το διάβημα σε μια χρονική στιγμή όπου οι εντάσεις που είχαν δημιουργηθεί με τον ενάγοντα βρίσκονταν στο απόγειο τους. Το γεγονός όμως παραμένει ότι η πράξη του ήταν επιεικώς απαράδεκτη. Όπως προαναφέρθηκε, σε καταγγελία είχε προβεί και ο ενάγων εναντίον του εναγόμενου στις αρμόδιες αρχές αναφορικώς με τη χρήση εκ πλευράς τελευταίου γεννήτριας στα γήπεδα, συμπεριφορά όμως που αν και παρομοίως επιλήψιμη απείχε πολύ από του να τεθεί στην ίδια βαθμίδα σοβαρότητας με την καταγγελία του εναγόμενου. Και σε αυτή όμως την περίπτωση η πράξη του ενάγοντα αξιολογήθηκε με τον ίδιο τρόπο που αξιολογήθηκε και η αντίστοιχη συμπεριφορά του εναγόμενου, με τη διαφορά όμως ότι η καταγγελία του ενάγοντα σκοπούσε στη δημιουργία προσκομμάτων στην ομαλή λειτουργία της επιχείρησης από τον εναγόμενο με σκοπό την εκδίωξη του σε αντίθεση με αυτή του τελευταίου που περιορίστηκε στην έκφραση απόγνωσης για τη συμπεριφορά και χαρακτήρα του ενάγοντα. Η διαφορά αν και λεπτή έχει τη δική της βαρύτητα αν ιδωθεί εντός του συνόλου της εικόνας που προκύπτει. Η μαρτυρία του εναγόμενου ελέγχεται και ως προς την ακρίβεια της σε ό,τι αφορά στους ισχυρισμούς για την πληρωμή εκ πλευράς του διαφόρων ποσών για την εγκατάσταση ντεπόζιτου νερού και πιεστικού συστήματος στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης (βλ. παράγραφο 17 της γραπτής του δήλωσης). Δεν ήταν καθόλου ακριβής σχετικώς με τα έγγραφα που κατάθεσε προς υποστήριξη του ισχυρισμού του (βλ. Τεκμήρια 65-68), όμως η αδυναμία του δεν προέκυψε από τάση για ψέμα αλλά από σύγχυση ως προς τις ημερομηνίες κατά τις οποίες δημιουργήθηκε η ανάγκη για την ενέργεια και τον τρόπο διεκπεραίωσης των σχετικών εργασιών. Πέραν αυτών, οι αναφορές του στη συνολική αξία της εμπορικής φήμης της εταιρείας (goodwill) με μνεία στο Τεκμήριο 69 και στην αξία των μετοχών του στην εταιρεία, με παραπομπή στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 70, δεν έχουν απολύτως καμία βαρύτητα υπό τις περιστάσεις αφού δε μπορούσε να τοποθετηθεί με ενάργεια ως προς τον τρόπο υπολογισμού των ποσών και το σκεπτικό που το συνόδευε, αλλά και διότι, για άγνωστους λόγους, τα άτομα που προέβησαν σε σχετικές εκτιμήσεις πάνω στις οποίες βασίστηκε για να εκφράσει τις δικές του θέσεις, δηλαδή ο πολιτικός μηχανικός Αχιλλέας Αχιλλέως και ο λογιστής Γιαννάκης Κωνσταντίνου, δεν κλήθηκαν να δώσουν μαρτυρία έτσι ώστε να δινόταν και η ευκαιρία στην αντίδικη πλευρά να αντεξετάσει. Τούτο ασφαλώς επηρεάζει τη δυνατότητα αποτελεσματικής προώθησης της αξίωσης του εναγόμενου στην Ανταπαίτηση για επιδίκαση αποζημιώσεων για την αξία των μετοχών του στην εταιρεία και τα περί της καταβολής σε αυτόν του μισού της αξίας της επιχείρησης και των εγκαταστάσεων της στη βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού του ενάγοντα. Τέλος, η αναφορά του εναγόμενου στην κυρίως εξέταση ότι η συμφωνία δεν αφορούσε στην αγορά μετοχών, είναι εμφανέστατο από το σύνολο της μαρτυρίας του ότι αποσκοπούσε στη διασαφήνιση ότι η συμφωνία που επιτεύχθηκε με τον ενάγοντα δεν είχε σκοπό απλώς και μόνον την αγορά 499 μετοχών στην εταιρεία χάριν της αγοράς και μόνον αλλά την απόκτηση με αυτόν τον τρόπο της δυνατότητας διενέργειας επιχειρηματικών δραστηριοτήτων με τον ενάγοντα σε σχέση και συνάρτηση πάντοτε με την εκμετάλλευση των γηπέδων. Οι υπόλοιποι μάρτυρες μού δημιούργησαν αρκετά καλή εντύπωση. Παρουσιάστηκαν αποστασιοποιημένοι από την επίδικη διαφορά και τους διαδίκους και δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση. Η συγγενική σχέση των Σταύρου Παναγή (ΜΥ2) και Στέλιου Κανικλίδη (ΜΥ3), με τον εναγόμενο δε θα μπορούσε στην προκειμένη περίπτωση να αποτελέσει, από μόνη της (και στην απουσία άλλου ικανοποιητικού ερείσματος), επαρκή βάση για αμφισβήτηση της αξιοπιστίας τους (βλ. Μουζάκης ν. Της Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 220). Οι διάδικοι αποφάσισαν και συμφώνησαν τον Ιούνιο 2003, να συνεταιριστούν για την εκμετάλλευση των γηπέδων. Η συμφωνία τους ήταν μερικώς γραπτή (βλ. Τεκμήριο 1) και μερικώς προφορική, με το γραπτό κείμενο να μη ρυθμίζει εξαντλητικώς τους όρους τής συνεργασίας. Το προφορικό της μέρος καταπιανόταν με το αντικείμενο της διαχείρισης των γηπέδων ποδοσφαίρου αλλά και στους όρους μισθοδοσίας του εναγόμενου. Ο μηνιαίος μισθός είχε συμφωνηθεί σε Λ.Κ.
  1. Ο ενάγων δεν θα λάμβανε μισθό αφού δε θα εργαζόταν στην επιχείρηση, θα μοιραζόταν όμως τα κέρδη που θα προέκυπταν με τον εναγόμενο. Για τους πρώτους τέσσερεις περίπου μήνες της συνεργασίας τους ο εναγόμενος δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε μισθό διότι πρωταρχικό μέλημα ήταν η κάλυψη των πιστωτών της εταιρείας. Κατοπινά η τελευταία δια του ενάγοντα (ο οποίος διαχειριζόταν τα οικονομικά της επιχείρησης), πλήρωνε στον εναγόμενο διάφορα ποσά για να καλύψει τους οφειλόμενους μισθούς. Κάθε βράδυ ο ενάγων πήγαινε στο γήπεδο και ο εναγόμενος τού παρέδιδε τις εισπράξεις της ημέρας. Κάθε μια περίπου βδομάδα ο ενάγων έδινε στον εναγόμενο κάποιο χρηματικό ποσό της τάξης των ΛΚ100,00 περίπου. Με τη συμπλήρωση της συμφωνίας ο κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους άρχισε την προσπάθεια υλοποίησης των όρων της, με τα δύο μέρη να πληρώνουν διάφορα ποσά τόσον για την ανέγερση και συμπλήρωση των εγκαταστάσεων των γηπέδων όσον και για την ευρύτερη λειτουργία της επιχείρησης. Για παράδειγμα, ο ενάγων πλήρωσε προς τον Έπαρχο Λευκωσίας ποσό Λ.Κ.6.700, ως ενοίκιο μακροχρόνιας μίσθωσης του τουρκοκυπριακού τεμαχίου μέσα στο οποίο βρίσκονται τα γήπεδα (βλ. Τεκμήρια 13, 14 και 15), ενώ ο εναγόμενος ποσό Λ.Κ.2.200, για εξασφάλιση παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στα γήπεδα (βλ. Τεκμήριο 28), Λ.Κ.4.000 έναντι των εξόδων κατασκευής των γηπέδων και της τοποθέτησης χορτοτάπητα (βλ. Τεκμήριο 29), καθώς και Λ.Κ.1.500 για εγκατάσταση φωτισμού στα γήπεδα και στην καντίνα (βλ. Τεκμήριο 30). Προέβη επίσης είτε προσωπικώς είτε με τη βοήθεια συγγενικών του προσώπων, όπως για παράδειγμα του Στέλιου Κανικλίδη (ΜΥ3), σε διάφορες εργασίες στα γήπεδα ύψους Λ.Κ.4.500, καθώς και σε ξυλουργικές εργασίες [που έγιναν από τον αδελφό του εναγόμενου Σταύρο Παναγή (ΜΥ2)], αξίας Λ.Κ.8.056,57 (βλ. Τεκμήριο 38). Πλήρεις λεπτομέρειες των πληρωμών και συνεισφορών του εναγόμενου διατυπώνονται στην παράγραφο 10 της γραπτής του δήλωσης που κατατέθηκε και σημειώθηκε ως «Β» κατά την ακροαματική διαδικασία ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και το οποίο, χάριν οικονομίας λόγου καθίσταται και συνακόλουθο εύρημά μου. Εκτός αυτών, οι διάδικοι τον Ιανουάριο 2003 υπόγραψαν μαζί με άλλους ως εγγυητές σε συμφωνία δανειοδότησης ύψους ΛΚ20.000,00 που χορήγησε η Ελληνική Τράπεζα στην εταιρεία για τους σκοπούς της επιχείρησης (βλ. Τεκμήριο 72Α). Ταυτοχρόνως η Ελληνική Τράπεζα άνοιξε λογαριασμό παρατραβήγματος στο όνομα της εταιρείας (βλ. Τεκμήριο 72Β). Η κοινή επιχείρηση λειτουργούσε για τρία περίπου χρόνια χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Τα πράγματα όμως πήραν άλλη τροπή γύρω στο Σεπτέμβρη 2006, οπόταν και επήλθε σημαντική διάσταση στις σχέσεις των διαδίκων. Αφορμή για την ένταση αποτέλεσε απαίτηση του ενάγοντα όπως ο εναγόμενος μη πληρωθεί μισθό για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο
  2. Ήσαν εξυπακουόμενοι όροι της συμφωνίας ότι και οι δύο συμβαλλόμενοι θα μεριμνούσαν για τη σωστή λειτουργία της επιχείρησης και ότι κανείς από αυτούς δε θα ενεργούσε με τρόπο που θα ζημίωνε ή θα δημιουργούσε προβλήματα σε αυτή, ότι ο ενάγων θα παραχωρούσε το κτήμα μέσα στο οποίο βρίσκονταν τα γήπεδα προς κοινή εκμετάλλευση και θα διασφάλιζε ότι η λειτουργία των γηπέδων θα ήταν εφικτή με την έννοια ότι θα παρεχόταν σε αυτά ηλεκτρικό ρεύμα και νερό. Είναι και σε αυτές τις πτυχές που αναφέρεται η παράγραφος 3 της συμφωνίας με αναφορά στην «.ολοκλήρωση του γηπέδου ποδοσφαίρου.». Είχε επίσης συμφωνηθεί ότι το τηλέφωνο της εταιρείας θα το χρησιμοποιούσε ο εναγόμενος διότι είναι από αυτό που γίνονταν οι κρατήσεις των γηπέδων από πελάτες και παραγγελίες για φαγητό στους ποδοσφαιριστές που θα τα χρησιμοποιούσαν. Ο εναγόμενος χρησιμοποιούσε το τηλέφωνο αυτό και για προσωπικά του τηλεφωνήματα. Είχε μάλιστα εισηγηθεί στον ενάγοντα όπως η αξία τους αποκόπτεται από το μισθό του πλην όμως ο ενάγων δεν άφησε περιθώριο συζήτησης για κάτι τέτοιο. Η ενέργεια το ενάγοντα να αποσυνδέσει το τηλέφωνο αποτέλεσε πλήγμα (ανεξαρτήτως της προσωρινότητας του) στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της εταιρείας. Ο ενάγων με διάφορους τρόπους κατά το 2006 προσπαθούσε με κάθε τρόπο να δημιουργήσει προσκόμματα στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της εταιρείας. Είτε ήταν με την αποσύνδεση του τηλεφώνου είτε ήταν με τις καταγγελίες σχετικώς με την εγκατάσταση της γεννήτριας ηλεκτρικού ρεύματος, την παροχή του οποίου ο ενάγων μερίμνησε να σταματήσει στα γήπεδα είτε με το σταμάτημα παροχής νερού στις εγκαταστάσεις το Νοέμβριο 2006, η επιχείρηση επηρεάστηκε και η σχέση των συμβαλλομένων κλονίστηκε σε υπερθετικό βαθμό. Κατέστη φανερό ότι ο ενάγων κατά παράβαση της συμφωνίας ενεργούσε σε βάρος της επιχείρησης. Η κορύφωση των πραγμάτων οδήγησε στην εμπλοκή του δικηγορικού γραφείου Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σια (και ακολούθως του δικηγόρου του εναγόμενου), για σκοπούς επίλυσης της διαφοράς (βλ. Τεκμήρια 4-7), χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ξαφνικά και εκεί που για τρία σχεδόν χρόνια δεν υπήρξε τέτοια αντίθεση, ο ενάγων θυμήθηκε ότι ο εναγόμενος κατά παράβαση, φερόμενα, των σχετικών όρων που συμφωνήθηκαν, δεν πλήρωσε το τίμημα πώλησης των μετοχών ύψους Λ.Κ.11.000, με αποτέλεσμα να αρχίσει να το απαιτεί από αυτόν. Μάλιστα το γεγονός αποτέλεσε και τον κυριότερο άξονα των διαβουλεύσεων με τους δικηγόρους. Το τι προέκυψε τελικώς ήταν η αποστολή προς τον εναγόμενο επιστολής των δικηγόρων που ενεργούσαν πλέον αποκλειστικώς εκ μέρους του ενάγοντα στις 11.9.06 [βλ. Τεκμήριο 5(α)], με την οποία καλούνταν να σταματήσει (μεταξύ άλλων) αμέσως τη διαχείριση των γηπέδων. Το περιεχόμενο της απορρίφθηκε από τον εναγόμενο με επιστολή του δικηγόρου του, ως το Τεκμήριο 7(γ). Είναι γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν πλήρωσε το ποσό των Λ.Κ.11.000, υπό την έννοια της συγκεκριμενοποιημένης πληρωμής με αναφορά στο εν λόγω αντάλλαγμα. Όμως πλήρωσε ποσό πέραν των ΛΚ11.000,00 έναντι των εξόδων της επιχείρησης, κάτι που με συναίνεση του ενάγοντα θεωρείται και ως ικανοποίηση της αντίστοιχης συμβατικής του υποχρέωσης. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη και καθαρή αναφορά στη γραπτή συμφωνία ούτε και συμφωνήθηκε προφορικώς οτιδήποτε σχετικό μεταξύ των διαδίκων, ως προς τον καθορισμό συγκεκριμένου χρόνου μέσα στον οποίο θα έπρεπε ο εναγόμενος να πληρώσει το ποσό των Λ.Κ.11.000, για την αγορά των μετοχών. Σίγουρα σε τέτοιες περιπτώσεις θεωρείται, κατά κανόνα, ότι η αγορά και πληρωμή των μετοχών πρέπει ή θεωρείται ότι πρέπει να γίνεται ταυτοχρόνως (βλ. Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 10η εκδ., σελ.433). Εδώ όμως τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά αφού πρόθεση των συμβαλλομένων από την αρχή ήταν η μεταβίβαση των μετοχών στο όνομα του εναγόμενου και η μεταγενέστερη πληρωμή του αντίστοιχου τιμήματος από τον τελευταίο σε χρόνο που θα καθόριζαν οι διάδικοι, με την πληρωμή να λαμβάνει χώραν είτε απ' ευθείας και συγκεκριμενοποιημένα για το ποσό των Λ.Κ.11.000,00 είτε με τη ποικιλόμορφη συνεισφορά του εναγόμενου στην επιχείρηση. Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς την πολύ σημαντική τοποθέτηση του ενάγοντα κατά την αντεξέταση ότι ανεξαρτήτως της μετοχικής διασποράς του κεφαλαίου της εταιρείας τη θεωρούσε ως δική του ιδιοκτησία και από αυτό είναι που ενισχύεται και η γενικότερη στάση του να θεωρεί (κατά το δοκούν βέβαια, αναλόγως των εκλαμβανόμενων συμφερόντων του στην κάθε περίπτωση), τη συνεισφορά του εναγόμενου είτε ως γενόμενη απ' ευθείας στον ίδιο (τον ενάγοντα) είτε προς την εταιρεία. Το ότι πρόθεση των συμβαλλομένων δεν ήταν η ταυτόχρονη καταβολή του τιμήματος πώλησης των μετοχών προκύπτει και από το περιεχόμενο του όρου 4 της συμφωνίας που καθορίζει ότι ο εναγόμενος (ως ο Β ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΣ): «.δεν θα έχει το δικαίωμα να πωλήσει το αναλογούν του μερίδιο επί της αξίας της «Εταιρείας», ούτε να μεταβιβάσει τις 499 μετοχές του σε οποιονδήποτε, προτού διευθετήσει/εξωφλήσει όλες τις υποχρεώσεις του προς τον «Α ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟ» (δηλαδή τον ενάγοντα), οι οποίες απορρέουν από την παράγραφον 3 της παρούσης Συμφωνίας». Η παράγραφος 3 της συμφωνίας προνοεί ότι: «Ο «Β ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΣ», με την μεταβίβαση των 499 (τετρακοσίων ενενήντα εννέα) μετοχών της «Εταιρείας» επ' ονόματι του, αναλαμβάνει και το ½ όλων των υποχρεώσεων, δαπανών και εξόδων, τα οποία, είτε έχουν γίνει από τον «Α ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΝ» με σκοπό την ολοκλήρωση του γηπέδου ποδοσφαίρου στην Κάτω Λακατάμια, επί του τεμαχίου αρ. 300 μέρος, του Φ/Σχ. ΧΧΧ/12 Ε.2, ήτε θα προκύψουν μελλοντικά». Επήλθε κοινή αντίληψη μεταξύ των διαδίκων ότι ο εναγόμενος θα συνείσφερε ό,τι ήταν να συνεισφέρει στην επιχείρηση με τις ακανόνιστες ακαθόριστες πληρωμές διαφόρων ποσών εκεί και όπου χρειαζόταν και ότι ο τρόπος αποπληρωμής του τιμήματος αγοράς των μετοχών αλλά και της συνεισφοράς του στα κοινά έξοδα της επιχείρησης (παρελθόντα, υφιστάμενα και μελλοντικά), θα γινόταν με το γενικό τρόπο που λάμβανε χώρα και έτυχε της έγκρισης του ενάγοντα για όλη την τριετία που προηγήθηκε. Ο ενάγων σύμπλευσε με τον τρόπο ενέργειας του εναγόμενου και ουδέποτε έθεσε ζήτημα ξεχωριστής και αυτόνομης πληρωμής του ποσού των Λ.Κ.11.
  3. Αυτή η κατάσταση πραγμάτων που δημιουργήθηκε και η οποία αναδύεται και ως δικογραφημένος ισχυρισμός από το σύνολο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, αλλά και πιο εξειδικευμένα στις παραγράφους 11-13, δεικνύει ότι ο ενάγων αποφάσισε να μην επιμείνει στα όποια δικαιώματα μπορούσαν τυχόν να θεωρηθούν ότι προέκυπταν προς όφελος του ένεκα της μη εξειδικευμένης πληρωμής του ποσού των Λ.Κ.11.
  4. Το γεγονός ότι με τη μεταγενέστερη αλληλογραφία που ακολούθησε τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο 2006, ζητούσε το ποσό των Λ.Κ.11.000, δε μετάτρεψε στην προκειμένη περίπτωση τη χρονική τήρηση του όρου αυτού ως ουσιώδους διότι, εν τω μεταξύ, μεσολάβησαν οι πληρωμές που έκανε ο εναγόμενος για τους σκοπούς λειτουργίας της επιχείρησης με τον τρόπο που αναφέρθηκε πιο πάνω έτσι ώστε με δεδομένη την άρνηση του ενάγοντα να συνυπολογίσει προσηκόντως την αξία της συνεισφοράς αυτής να καθιστά άδικη και αδόκιμη την αναφερόμενη επιλογή θεώρησης (βλ. Bullen & Leake & Jacob`s, Precedents of Pleadings, 13η εκδ., σελ. 1455). Όλες οι θεραπείες που ζητούνται εναντίον του εναγόμενου απορρέουν από τη θέση περί παραβίασης εκ πλευράς του των όρων της συμφωνίας, θέση που έχει ήδη απορριφθεί. Ως εκ τούτου η απόληξη αυτή δε μπορεί παρά να συμπαρασύρει και κάθε άλλη έκφανση της αξίωσης. Αναφορικώς με την Ανταπαίτηση, καμιά από τις θεραπείες που ζητούνται δε στοιχειοθετήθηκε ή θα μπορούσε να αποδοθεί στην προκειμένη περίπτωση. Η ανταξίωση και τα παράπονα που διατυπώνονται εκεί καθώς και οι αξιώσεις που επιδιώκονται ως δυνάμενες να επιλύσουν τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων (όπως προβάλλονται από τον εναγόμενο), πηγάζουν, ακριβώς, απ' αυτήν καθ' αυτήν την απαίτηση του ενάγοντα και των λόγων που την υποστηρίζουν. Είναι δεδηλωμένη η θέση του εναγόμενου ότι επιθυμεί τη συνέχιση της συνεταιριστικής σχέσης με σκοπό το καλό της επιχείρησης και κατ' ακολουθίαν την εξυπηρέτηση των αμοιβαίως και καλώς νοούμενων συμφερόντων και των δύο συνεταίρων, εκτός και εάν ο ενάγων τον αποζημιώσει δεόντως σε περίπτωση που ο τελευταίος δεν επιθυμεί την εξακολούθηση της σχέσης. Αναφορικώς με τα περί έκδοσης δηλωτικής απόφασης βάσει του άρθρου 41 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, κρίνω ότι δε συντρέχουν εδώ οι προϋποθέσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν αντικειμενικώς στην ενάσκηση της συναφούς διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς αυτή την κατεύθυνση δεδομένης της βάσης αγωγής, των λόγων που την υποστήριξαν, το αιτιολογικό απόρριψης της απαίτησης και τις δυνητικές επιπτώσεις της δήλωσης στα δικαιώματα των διαδίκων, δοσμένου και του γεγονότος ότι η εταιρεία δεν είναι διάδικος στην αγωγή (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1954, σελ. 425-428). Η αγωγή και ανταπαίτηση απορρίπτονται. Ενόψει της κατάληξης της απαίτησης και της συνάφειας των επίδικων θεμάτων που εκδικάστηκαν στα πλαίσια της Ανταπαίτησης, δεν εκδίδεται διαταγή για τα έξοδα. (Υπ.)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.