← Κύπρος

ΖΩΟΤΡΟΦΕΣ ΠΕΛΑΡΓΟΣ ΛΤΔ ν. Τάκης Δημοσθένους, Αρ. Αγωγής: 9274/03, 30 Μαϊου, 2008

ΖΩΟΤΡΟΦΕΣ ΠΕΛΑΡΓΟΣ ΛΤΔ ν. Τάκης Δημοσθένους, Αρ. Αγωγής: 9274/03, 30 Μαϊου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A130 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9274/03 Μεταξύ ΖΩΟΤΡΟΦΕΣ ΠΕΛΑΡΓΟΣ ΛΤΔ Εναγόντων Και Τάκης Δημοσθένους Εναγομένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:30 Μαϊου,

  1. Αίτηση ημερομηνίας 3-7-07 υπό Εναγόντων για ακύρωση κατ' ισχυρισμόν Δόλιας Μεταβίβασης ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Λ. Δικωμίτη Για Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: κα Γαβριηλίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες - Αιτητές είχαν εξασφαλίσει απόφαση στις 21-10-05 εναντίον του Εναγομένου για ποσόν £15.000 συν τόκους και έξοδα. Στις 26-1-06 προχώρησαν με ένταλμα κατάσχεσης κινητών το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο (λόγω του ότι ο Εναγόμενος στερείτο κινητής περιουσίας) και κατόπιν άλλης αίτησης τους εκδόθηκε διάταγμα στις 14.9.06 εναντίον του Εναγομένου προς αποπληρωμή του χρέους του διά μηνιαίων δόσεων εκ £100 μηνιαίως, αρχομένων από 1-11-
  2. Στις 3-7-07 καταχώρισαν την παρούσα αίτηση τους με την οποίαν αξιώνουν Διάταγμα που να κηρύσσει άκυρη την υπό του Εναγομένου μεταβίβαση και/ή εκχώρηση της περιουσίας του, ήτοι 330 αιγοπροβάτων προς την αδελφή του Μαρία Επαμεινώνδα ως γενόμενη προς τον σκοπό καταδολίευσης των δανειστών του και ή των Εναγόντων. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.48 και στα άρθρα 2-5 του περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ.
  3. Στην συνοδεύουσα ένορκη της δήλωση η υπάλληλος των Εναγόντων Μαριλένα Ζορλάκκη εκτός από το πιο πάνω ιστορικό της υπόθεσης αναφέρει ότι στις 20-4-07 υπάλληλος των Εναγόντων ο οποίος μετέβη στην περιοχή Φλάσου για να παραδώσει εμπορεύματα πληροφορήθηκε από κατοίκους της περιοχής ότι ο Εναγόμενος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή ήταν ιδιοκτήτης 330 αιγοπροβάτων συνολικής αξίας £25.000 τα οποία μεταβίβασε στην αδελφή του Μαρία Επαμεινώνδα. Όπως προσθέτει η ενόρκως δηλούσα η μεταβίβαση έγινε σε άγνωστη ημερομηνία αλλά μετά την καταχώριση και επίδοση της αγωγής. Εκφράζει επίσης την πίστη της πως με βάση τα όσα πληροφορείται, ο Εναγόμενος προέβη στην εν λόγω μεταβίβαση με πρόθεση καταδολίευσης των δανειστών του, ήτοι με σκοπό να αποφύγει να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος καθώς και ότι μετά απ' αυτό ο Εναγόμενος στερείται άλλης κινητής περιουσίας και δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει την απόφαση. Ο Εναγόμενος καταχώρισε ένσταση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: α. Η ενόρκως δηλούσα, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν είναι προσωπικά γνώστης των όσα ορκίζεται και λέγει. β. Η μεταβίβαση δεν μπορεί να ακυρωθεί ως δόλια αφού έγινε με αντάλλαγμα χρημάτων και υπηρεσιών. γ. Οι ενάγοντες - αιτητές προεπέλεξαν την πληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους με την έκδοση διατάγματος μηνιαίων πληρωμών ως και την καταχώρηση ΜΕΜΟ εις την ακίνητο περιουσία του εναγόμενου καθ' ου η αίτηση
  4. δ. Δεν αναφέρεται ο χρόνος τέλεσης της ισχυριζόμενης μεταβίβασης. ε. Τα όσα αναφέρονται εις την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι εξ ακοής μαρτυρία. στ. Οι ενάγοντες - αιτητές κωλύονται ή και εμποδίζονται ή και απεποιήθησαν των δικαιωμάτων των να αιτούνται ως η παρούσα αίτηση των. ζ. Η παρούσα αίτησις αποτελεί κατάχρηση των εξουσιών του Δικαστηρίου αφού επιδιώκονται όμοιοι σκοποί με την υιοθέτηση παράλληλων μέτρων ως και αχρείαστη καταπίεση εκ μέρους των αιτητών». Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου αλλά και της αδελφής του Μαρίας Επαμεινώνδα. Μέσα από τις ένορκες δηλώσεις αυτές είναι παραδεκτό ότι έγινε μεταβίβαση των αιγοπροβάτων, αλλά υπάρχει περαιτέρω ισχυρισμός ότι επρόκειτο για πώληση τους περί τις 18-4-05 έναντι ανταλλάγματος για άρρωστα και μη παραγωγικά ζώα σε μια εποχή που ο Εναγόμενος ήταν βαρειά άρρωστος, δεν μπορούσε να εργαστεί, έπρεπε επειγόντως να εγχειριστεί και δεν είχε τη δύναμη και τα χρήματα για να συντηρήσει το κοπάδι του και να καλύψει τα έξοδα των ιατρών του. Τα ζώα ήταν 4-6-ετών, άρρωστα και ταλαιπωρημένα και μη παραγωγικά, τα περισσότερα εκ των οποίων ψόφησαν και απέμειναν σήμερα 119, η αξία των οποίων ήτο μεταξύ £5-10 το καθένα. Επειδή ακριβώς δεν μπορούσε να τα συντηρεί τα πούλησε και τώρα βοηθά την αδελφή του και τον σύζυγο της στη συντήρηση του δικού τους κοπαδιού και των ζώων που τους έδωσε, λαμβάνοντας το ποσόν των £140, εκ του οποίου ο ίδιος καταβάλλει προς τους Ενάγοντες £100 μηνιαίως δυνάμει του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Τα ίδια περίπου επαναλαμβάνει και η αδελφή του προσθέτοντας ουσιαστικά ότι λόγω της άσχημης κατάστασης των ζώων κανένας δεν τα αγόραζε και ότι η ίδια το έπραξε αφενός για να βοηθήσει τον αδελφό της και αφετέρου επειδή έχοντας και άλλο κοπάδι της ήταν ευκολότερο. Στην διαδικασία που ακολούθησε κλήθηκαν και κατέθεσαν προφορικά εκ μέρους των Εναγόντων - Αιτητών η κα Γεωργία Μπάργουλη, λειτουργός των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών και εκ μέρους του Εναγόμενου ο ίδιος και η αδελφή του. Αναφορά στη μαρτυρία όλων θα γίνει κατωτέρω όπου και αν χρειάζεται. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με την υπόθεση Ιωακείμ κ.α. ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ (Αρ.1)

(2003)1 (Α) Α.Α.Δ.198 η αίτηση βάσει του Κεφ. 62 ανήκει στην κατηγορία αιτήσεων που έχουν πρωτογενή χαρακτήρα. Πρόκειται για αυτόνομη διαδικασία η οποία κατατάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών. Όπως επίσης αναφέρθηκε στην υποθ. Adamou v. Kitchiou
(1978)1 J.S.C. 12 σκοπός του Κεφ. 62 είναι να καταστήσει κάποια περιουσία ( η οποία διαφορετικά δεν θα ήταν) διαθέσιμη προς εκτέλεση με σκοπό την ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Το άρθρο 3
(1)του Κεφ. 62 μεταξύ άλλων προνοεί πως κάθε δωρεά, πώληση ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση οποιασδήποτε κινητής περιουσίας που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του να ανακτήσουν από αυτόν τα χρέη του θα θεωρείται ότι είναι δόλια και θα είναι άκυρη έναντι του εν λόγω πιστωτή. Τέτοια περιουσία δύναται να κατασχεθεί και να πωληθεί προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Για να χαρακτηριστεί κάποια διάθεση περιουσίας ως δόλια είναι απαραίτητο λοιπόν να διαπιστωθεί πρώτα ότι αυτή έγινε με πρόθεση παρεμπόδισης ή καθυστέρησης του πιστωτή. Η πρόθεση του διενεργούντος την διάθεση είναι το πιο σημαντικό στοιχείο. Όπως αναφέρεται σε απόσπασμα που παρατίθεται στην υποθ. Mailos v. Constantinides & others
(1979)1 J.S.C. 242: «The law of Cyprus as stated in the sections cited above makes the intent of the transferor the crucial test for deciding whether the transfer or disposal is to be deemed to be "fraudulent." The fraud contemplated is not what has been called "moral" fraud; but consists in the intention of the transferor to "hinder" or "delay" "(that is something less than "prevent") his creditors. Whether or not that intention exists, must be decided as an inference of fact from considering all the circumstances of the case". Με το άρθρο 3
(2)του Κεφ. 62 προβλέπεται η μετακύλιση του βάρους απόδειξης σε ορισμένες περιπτώσεις. Για ό,τι ενδιαφέρει στην παρούσα, προνοείται μεταξύ άλλων στο εδ.
(2)πως στην περίπτωση που η μεταβίβαση ή η εκχώρηση της περιουσίας έγινε σε αδελφή του δικαιοπάροχου αλλά όχι με χρηματικό αντάλλαγμα ή με αντάλλαγμα άλλη περιουσία ισοδύναμης αξίας ή γενικά με καλή αντιπαροχή, τότε το βάρος απόδειξης ότι αυτή η μεταβίβαση έγινε καλή τη πίστει και όχι με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του, το φέρει ο δικαιοπάροχος (δηλ. ο οφειλέτης) και το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η εν λόγω μεταβίβαση ή εκχώρηση. Με βάση τα πιο πάνω και με δεδομένο ότι στην παρούσα υπόθεση είναι παραδεκτό και αναμφισβήτητο ότι υπήρξε διάθεση περιουσίας θα πρέπει περαιτέρω να αποφασιστεί:
  1. Ποια περιουσία μεταβιβάστηκε;
  2. Αν υπήρξε αντάλλαγμα ποιο ήταν;
  3. Με βάση την απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα και με δεδομένο ότι η διάθεση ήταν προς την αδελφή του Εναγομένου κατά πόσον η τυχόν ανυπαρξία ανταλλάγματος ή το ύψος του ήταν τέτοιο που μεταθέτει το βάρος απόδειξης στον Εναγόμενο και στην αδελφή του.
  4. Τέλος και αναλόγως το ποιος έχει το βάρος απόδειξης κατά πόσον καταδεικνύεται πρόθεση του Εναγομένου να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του. Ο ίδιος ο Εναγόμενος παραδέχεται στην ένορκη δήλωση του ημερ. 29-11-07 την οποίαν υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ότι «τα αιγοπρόβατα ... πράγματι έχουν μεταβιβαστεί». Το ίδιο αναφέρει και η αδελφή του στη δική της ένορκη δήλωση υποστηρίζοντας ότι ο Εναγόμενος της πώλησε τα αιγοπρόβατα του. Ως προς τον αριθμό αιγοπροβάτων που μεταβιβάστηκαν η παραδοχή και των δύο παραπέμπει στα αναφερόμενα υπό των Αιτητών, δηλαδή 330 αιγοπρόβατα, παρότι κανένας τους δεν αναφέρει ρητώς τον αριθμό, (πράγμα που έχει τη δική του σημασία, ως εξηγείται κατωτέρω). Στην προφορική τους μαρτυρία όμως διαφοροποιήθηκαν και οι δύο, ισχυριζόμενοι ότι πωλήθηκαν 400 ζώα. Αυτό παρότι στην αρχή της μαρτυρίας του ο Εναγόμενος είχε πει πως είχε 450-480 ζώα. Προφανώς ανέφερε αυτό τον αριθμό επειδή είχε προηγουμένως ακούσει στο Δικαστήριο από την κα Μπάργουλη ότι με βάση τα επίσημα στοιχεία υπήρχαν στην εκμετάλλευση του κατά την ημερομηνία της πώλησης 484 αιγοπρόβατα (ήτοι 36 πρόβατα και 448 αίγες). Η αξιόπιστη και ειλικρινής μαρτυρία της κας Μπάργουλη καταδεικνύει ότι στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες τηρείται Βάση Δεδομένων του Σχεδίου Αναγνώρισης και Καταγραφής Ζώων στην οποία καταγράφονται όλες οι πληροφορίες για τις μετακινήσεις βοοειδών και αιγοπροβάτων (π.χ. γεννήσεις, σφαγές, θάνατοι, μετακινήσεις σε άλλη εκμετάλλευση) με βάση τους αριθμούς ενωτίων που τοποθετούνται στα ζώα και τις σχετικές δηλώσεις των κτηνοτρόφων. Ο Εναγόμενος ήταν ιδιοκτήτης Εκμετάλλευσης Ζώων η οποία στο εν λόγω Σχέδιο είχε τον κωδικό CYS1411005 και το Τεκμήριο 1 αποτελεί την Αίτηση για Αλλαγή Ιδιοκτήτη Εκμετάλλευσης ημερ. 18-4-05, την οποία υπέγραψε ο Εναγόμενος και η αδελφή του για την παραχώρηση των ζώων της εκμετάλλευσης, από τον πρώτο στη δεύτερη. Το Τεκμήριο 2 αποτελεί αναλυτικό κατάλογο με στοιχεία για την Εκμετάλλευση CYS 1411005, δηλαδή αυτή του Εναγόμενου, για την περίοδο από 3-3-02 εώς 3-3-
  5. Πρόκειται για κατάσταση του Σχεδίου Αναγνώρισης και Καταγραφής Ζώων για το οποίο είναι υπεύθυνες οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες του Κράτους. Σ' αυτήν περιέχονται στοιχεία όπως ο κωδικός ενωτίου του κάθε ζώου, η ημερομηνία γέννησης, το φύλο, η φυλή, η ημερομηνία και ο λόγος εξόδου από την εκμετάλλευση. Η κατάσταση αυτή εκτυπώθηκε στις 3-3-08 και παρουσιάζει ως νυν ιδιοκτήτρια της εκμετάλλευσης την αδελφή του Εναγόμενου. Με λίγα λόγια το Τεκμήριο 2 παρουσιάζει όλη την πορεία της εκμετάλλευσης που είχε ο Εναγόμενος από το 2002 μέχρι σήμερα. Η κα Μπάργουλη σημείωσε (με πορτοκαλί χρώμα) όλα τα ζώα τα οποία φαίνοντο στο σύστημα στις 18-4-05 ως ανήκοντα και ευρισκόμενα στη συγκεκριμένη εκμετάλλευση. Όπως ανέφερε αυτά ήταν 484, πράγμα που δεν αμφισβητήθηκε. Με βάση τις δηλωθείσες ημερομηνίες γέννησης τους προκύπτουν κατά έτος οι εξής γεννήσεις για όσα ζώα ευρίσκοντο εν ζωή στις 18-4-05 με βάση το Σχέδιο Καταγραφής: 1998 &n bsp; 8 1999 &n bsp; 45 2000 &n bsp; 132 2001 &n bsp; 128 2002 &n bsp; 60 2003 &n bsp; 7 2004 &n bsp; 84 2005 &n bsp; 20 ------- Σύνολο 484 ------- Ακούγοντας τα στοιχεία αυτά από την κα Μπάργουλη, ο Εναγόμενος δεν τα αμφισβήτησε αλλά προσπάθησε να εξηγήσει πως καμιά φορά καθυστερούν να δηλώσουν εγκαίρως τις αλλαγές στην εκμετάλλευση (π.χ. σφαγές, θανάτους, μετακινήσεις) όπως έχουν υποχρέωση, με αποτέλεσμα τα επίσημα στοιχεία να παρουσιάζουν περισσότερα ζώα από ότι είναι στην πραγματικότητα. Τόσον αυτός όσον και η αδελφή του εγκατέλειψαν την έμμεση παραδοχή (που είχαν κάμει στις ένορκες δηλώσεις τους) για μεταβίβαση 330 ζώων και υποστήριξαν λοιπόν ότι στις 18-4-05 μεταβιβάστηκαν 400 ζώα, πράγμα όμως που τους οδήγησε υποχρεωτικά στο να διαφοροποιήσουν και τις τιμές που είχαν αναφέρει αρχικά. Συγκεκριμένα όσον αφορά το αντάλλαγμα υπήρξαν και εδώ αρκετές αντιφατικές εκδοχές. Ο Εναγόμενος στην παρ. 7 της ένορκης δήλωσης του αναφέρει πως εισέπραξε £3.000 και όπως εξηγεί, £5,00 - £10,00 για κάθε ζώο, ενώ στην παρ. 8 ισχυρίζεται ότι έλαβε £4.
  6. Προφορικά κράτησε την τελευταία αυτή εκδοχή η οποία με το υπονοούμενο των 330 ζώων θα εσήμαινε πως κάθε ζώο πωλήθηκε πέραν των £12 και όχι £5-10 που είχε αναφέρει. Όμως δεν παρατηρήθηκε πρόβλημα επειδή προφορικά τώρα διαφοροποίησε και την τιμή εκάστου λέγοντας πως ήταν £10 και συνεπώς κατά τη νέα εκδοχή 400 ζώα πωλήθηκαν έναντι £4.
  7. ΄Αρα, σύμφωνα με τον ίδιο, όλα τα ζώα ήταν ίδιας αξίας πλέον, το καθένα. Η αδελφή του, κα Μαρία Επαμεινώνδα, στην ένορκη της δήλωση είχε διαφορετική εκδοχή. Με υπονοούμενο και αυτή ότι τα ζώα ήταν 330 ισχυρίστηκε πως τα αγόρασε £10-12 έκαστο και ότι ως αντάλλαγμα της αγοράς αυτής κατέβαλε το ποσόν των £4.
  8. Στην προφορική της μαρτυρία η αδελφή του Εναγόμενου βεβαίως - υποχρεωτικά θεωρώ - επανήλθε και αυτή στην εκδοχή του αδελφού της πως πωλήθηκαν 400 ζώα έναντι £4.000 συνολικά, πράγμα που σημαίνει επίσης πως το κάθε ζώο πωλήθηκε έναντι £10 σύμφωνα με τα λεγόμενα τους. Σημειώνεται λοιπόν μεγάλη αντίφαση μεταξύ του Εναγόμενου και της αδελφής του για την ισχυριζόμενη συμφωνηθείσα τιμή κάθε ζώου τόσον με βάση προηγούμενες δηλώσεις τους στις ένορκες δηλώσεις τους όσο και με βάση την υπόλοιπη τους μαρτυρία στην οποίαν παραδέχθηκαν ότι η αξία κάθε ζώου διαφέρει και εξαρτάται από την ηλικία, την κατάσταση και την παραγωγικότητα του, πράγμα που επιβεβαίωσε και η κα Μπάργουλη υπό την ιδιότητα της ως Κτηνίατρος. Παρατηρείται δε και για τον Εναγόμενο αλλά και για την αδελφή του μεγάλη ευκολία και προθυμία στο να διαφοροποιούν τις απαντήσεις τους κατά το δοκούν. Όσον αφορά τον αριθμό ζώων που διατέθηκαν στις 18-4-05 η πραγματικότητα είναι πως δεν μπορεί να διαπιστωθεί με ακρίβεια. Η κα Μπάργουλη κατέδειξε μεν ότι με βάση τα επίσημα στοιχεία κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχαν 484 ζώα, αλλά από την άλλη δέχθηκε ότι πολλοί κτηνοτρόφοι καθυστερούν να ενημερώσουν τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες για τις αλλαγές στην εκμετάλλευση τους (π.χ. σφαγές, θανάτους, μετακινήσεις ζώων κ.λ.π.), κάτι που επικαλέστηκε και ο Εναγόμενος. Τονίζω ότι παρακολουθώντας τον Εναγόμενο και την αδελφή του στο εδώλιο, δεν έχω πειστεί ότι τα ζώα ήταν ακριβώς 400 και ότι πωλήθηκαν όλα προς £10 το καθένα. Αν ήταν τόσο απλή η απάντηση και τόσο καθαρά τα στοιχεία τους δεν βλέπω τον λόγο γιατί να μην το αναφέρουν από την αρχή στις ένορκες δηλώσεις τους αντί της παράθεσης διαφορετικών και αντιφατικών τιμών για κάθε ζώο. Μου έδωσαν και οι δύο έντονα την εικόνα προσυνεννόησης τους για τα όσα κατέθεσαν στο Δικαστήριο και τούτο είναι προφανές ότι το έπραξαν μετά που άκουσαν την κα Μπάργουλη και είδαν το Τεκμήριο 2 στο οποίο φαίνοντο 484 ζώα. Ελλείψει άλλων στοιχείων για αλλαγές στην εκμετάλλευση μέχρι τις 18-4-05 και με δεδομένη την παραδοχή τους ότι ήταν τουλάχιστον 400 ζώα που πωλήθηκαν, εκείνο που μπορεί να λεχθεί μόνον είναι πως διατέθηκαν στις 18-4-05 μεταξύ 400-484 ζώα, που συνάδει και με την αρχική απάντηση Εναγόμενου. Όσον αφορά το ισχυριζόμενο αντάλλαγμα των £4.000 είναι προφανές πως και ο Εναγόμενος αλλά και η αδελφή του αντιλαμβάνονται και κατανοούν πως υπό κανονικές συνθήκες είναι πολύ χαμηλό για ένα τέτοιο κοπάδι. Για αυτό προσπάθησαν να πείσουν για την μειωμένη αξία του, προβάλλοντας τόσο ασθένειες όσο και την ηλικία των αιγοπροβάτων, ισχυριζόμενοι ότι τα ζώα ήταν σε τέτοια κατάσταση αδυναμίας και ασθένειας που δεν είχαν καμιά αξία. Ως προς την κατάσταση των ζώων η αδελφή του Εναγόμενου είπε συγκεκριμένα πως την εποχή εκείνη αυτά δεν είχαν καμιά αξία και έτσι αναγκάστηκε η ίδια να του δώσει ένα ποσό για να μπορέσει να πληρώσει τα χρέη του. Ερωτώμενη για ποιο λόγο τα αγόρασε τότε αφού δεν είχαν οποιαδήποτε αξία, είπε πως το έπραξε διότι ο αδελφός της δεν μπορούσε να ζήσει και να αντιμετωπίσει τα έξοδα του και σκέφθηκε να τον βοηθήσει. Δήλωσε δε επίσης πως τα χρήματα του τα έδωσε για βοήθεια του, επαναλαμβάνοντας συνεχώς πως η αξία των ζώων ήταν μηδενική. Από δικής του πλευράς ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε πως τα ζώα ήταν «χαλασμένα», «δεν είχαν κρέας πάνω τους» και ότι «είχαν δηλητηριαστεί που τες τροφές που ετρώαν» για αυτό και όταν τις πώλησε «ήταν χάλια, δεν αξίζαν τίποτε».Βασικά η εκδοχή και του Εναγόμενου αλλά και της αδελφής του ήταν πως το κοπάδι τον Απρίλιο του 2005 ήταν καταστραμμένο, χωρίς καμιά αξία. Παρακολουθώντας προσεκτικά τον Εναγόμενο και την αδελφή του στο εδώλιο και έχοντας υπόψιν και τις ένορκες τους δηλώσεις πρέπει να πω ότι δεν έχω πειστεί για την φιλαλήθεια, ειλικρίνεια και αξιοπιστία τους. Η επιμονή και των δύο ότι ένα τόσο μεγάλο κοπάδι ήταν εντελώς άχρηστο εντάσσεται, κατά τη γνώμη μου, απλώς στην προσπάθεια τους να καταδείξουν αφενός ότι ήταν μηδενικής αξίας και αφετέρου ότι η αδελφή από συμπόνοια έδωσε £4.000 για να βοηθήσει τον Εναγόμενο. Είναι διαφορετικό όμως θέμα το εάν έδωσε αυτά τα χρήματα ως βοήθεια στον αδελφό της λόγω οικονομικών προβλημάτων του και διαφορετικό εάν τα έδωσε ως αντάλλαγμα για ένα κοπάδι που είχε μηδενική αξία. Στην πρώτη περίπτωση δεν θα έπρεπε καν το ποσό να συσχετίζεται με το κοπάδι και προφανώς δεν χρειάζετο και η μεταβίβαση του κοπαδιού. Ο δε ισχυρισμός ότι το κοπάδι ήταν εντελώς άχρηστο με γέρικα και αδύνατα ζώα διαψεύδεται από τα ίδια τα στοιχεία που δηλώθηκαν στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες από τον ίδιο τον Εναγόμενο. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στις 84 γεννήσεις που δηλώθηκαν κατά το 2004 και συγκεκριμένα τον Μάιο και Νοέμβριο του 2004 καθώς και σε άλλες 20 γεννήσεις, κατά τον Ιανουάριο του 2005, δηλαδή λίγους μήνες πριν την διάθεση του κοπαδιού. ΄Εχω τη γνώμη πως ως θέμα κοινής λογικής ένα κοπάδι με 104 αρνιά και κατσίκια ηλικίας κάτω του έτους (και άλλες τόσες μητέρες που τα γέννησαν) δεν μπορεί εύκολα και χωρίς στοιχεία να χαρακτηρίζεται ως άχρηστο και μηδενικής αξίας. Στοιχεία για δηλητηριάσεις επίσης δεν παρουσιάστηκαν. Με βάση τα στοιχεία του Τεκμηρίου 2 δέχομαι βεβαίως ότι τουλάχιστον 313 ζώα ήταν ηλικίας 4 εώς 6 ετών (γεννήσεις του 1998 - 2002) και άλλα 67 ήταν ηλικίας 2 εώς 3 ετών, (γεννήσεις του 2003 - 2004), πλην όμως διαφαίνεται εκ των πραγμάτων πως τα πλείστα ήταν ακόμα παραγωγικά ζώα και ως τέτοια δεν ήταν άχρηστα και δεν είχαν την μηδενική αξία που ισχυρίζονται ο Εναγόμενος και η αδελφή του. Ενδεικτικά αναφέρω πως ο ίδιος ο Εναγόμενος σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του (προσπαθώντας να δικαιολογήσει την παράλειψη του να ενημερώσει εγκαίρως το Σχέδιο Αναγνώρισης και Καταγραφής Ζώων) είπε πως το κοπάδι του ήταν «ένα από τα πιο καθαρά κοπάδια» για αυτό και δεν έρχοντο τόσο συχνά οι αρμόδιοι, πράγμα που επιβεβαιώνει πως δεν υπήρχε οποιοδήποτε ιδιαίτερο πρόβλημα με τα ζώα. Πέραν του γενικού σχολίου ότι και ο Εναγόμενος αλλά και η αδελφή του αντιλαμβάνονται ότι ένα ποσόν των £4.000 θα ήταν πολύ χαμηλό για ένα κοπάδι των 400 και πλέον ζώων υπάρχει και παραδοχή της αδελφής ότι ένα κανονικό ζώο αυτής της ηλικίας (των 4-5 ετών) αξίζει και πωλείται από την ίδια και το σύζυγο της προς £45 έκαστο. ΄Ετσι και μόνον τα 260 μεγάλα ζώα (των ετών 2000 - 2001) να υπολογίσει κάποιος, καταλήγει πως αυτά ήταν αξίας τουλάχιστον £11.700 και τούτο χωρίς να λαμβάνει υπόψιν: α) Τα 53 ζώα (των ετών 1998 και 1999) τα οποία το 2005 θα ήταν όντως γέρικα ή και θα είχαν εξαντλήσει το μέσο όρο ζωής, που ανέφερε η κα Μπάργουλη (5-6 έτη). β) Τα 67 ζώα (των ετών 2002-2003) τα οποία ήταν 2-3 ετών το 2005 και τα οποία ως θέμα κοινής λογικής θα είχαν μεγαλύτερη αξία από τα πιο ηλικιωμένα. γ) Τα 104 (των ετών 2004 - 2005) τα οποία ήταν ηλικίας μικρότερης του ενός έτους το 2005 και θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αρνιά και κατσίκια, με τις ανάλογες συνέπειες ως προς την κατάσταση και την αξία τους. Με βάση όλα τα ανωτέρω είναι εύλογο το συμπέρασμα πως το κοπάδι του Εναγόμενου αποτελούμενο από 400 και πλέον ζώα άξιζε πολύ περισσότερα από £4.000 και θα μπορούσε να λεχθεί πως άξιζε τουλάχιστον υπερτριπλάσια από το ποσόν που κατ' ισχυρισμόν έδωσε η αδελφή του Εναγόμενου για να το αγοράσει. Με δεδομένη την ως άνω κατάληξη μου και με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Κεφ. 62 είναι προφανές πως το ποσόν των £4.000 δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να κριθεί ως αντάλλαγμα ισοδύναμης αξίας ούτε και καλή αντιπαροχή και κατά συνέπειαν το βάρος απόδειξης ότι η μεταβίβαση του κοπαδιού του Εναγομένου έγινε καλή τη πίστει και όχι με πρόθεση παρεμπόδισης ή καθυστέρησης των πιστωτών του, μετατίθεται στον Εναγόμενο και στην αδελφή του. Ως προς αυτό το θέμα λοιπόν οι αντιφατικές εκδοχές τους για την τιμή εκάστου ζώου, το συνολικό αντάλλαγμα, την κατάσταση του κοπαδιού καθώς και η παρατηρηθείσα τάση τους για υπεκφυγή αλλά και η εντύπωση που έδωσαν για προσυνεννόηση κατά την προφορική τους μαρτυρία εκβαραθρώνουν την ύπαρξη καλής πίστης για την εν λόγω διάθεση. Συνεπώς από αυτή τη σκοπιά όχι μόνον δεν υπάρχουν στοιχεία που θα καταδείκνυαν καλή πίστη, αλλά αντιθέτως η υπάρχουσα μαρτυρία δημιουργεί την πεποίθηση για την ανυπαρξία καλής πίστης και περί του ότι τα δύο αδέλφια έδρασαν έτσι έχοντας κατά νουν την υφιστάμενη τότε αγωγή και οικονομική αξίωση των Εναγόντων. Σημειώνω πως όντως το κλητήριο της αγωγής είχε επιδοθεί στον Εναγόμενο από τις 19-9-03 ο οποίος και είχε καταχωρίσει Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 13-2-04 ανταπαιτώντας αποζημιώσεις £13.200 για 110 αιγοπρόβατα που είχαν ψοφήσει. Στα πλαίσια του βάρους που έχουν ο Εναγόμενος και η αδελφή του το μόνο που θα μπορούσε να εξεταστεί είναι τα περί ασθενείας και οικονομικής αδυναμίας στην οποίαν κατ' ισχυρισμόν βρέθηκε ο Εναγόμενος. Προς το σκοπό απόδειξης των ασθενειών του ο Εναγόμενος παρουσίασε μόνο κάποια έγγραφα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας από τα οποία προκύπτει ότι: α) Στις 11-11-05 υπεβλήθη σε ακτινολογική εξέταση όπου διεπιστώθησαν αλλοιώσεις ΟΑ με στένωση των μεσαρθρίων (στα κύρια και έξω τμήματα άμφω) και οστεοχονδρωμάτωση των αρθρώσεων άμφω β) Υπάρχει βεβαίωση παθολόγου ημερ. 9-6-06 ότι ο Εναγόμενος πάσχει από οστεοαρθρίτιδα με στένωση των μεσαρθρίων και οστεοχονδρωμάτωση των αρθρώσεων άμφω καθώς και σπονδυλολίσθηση 2ου βαθμού του Ο4 επί του Ο
  1. γ) Υπάρχει βεβαίωση του Διευθυντή της Χειρουργικής κλινικής εκδοθείσα τον Ιούνιο του 2006 ότι ο Εναγόμενος έχει άμφω βουβωνοκήλη. δ) Υπάρχει βεβαίωση της Χειρουργικής Κλινικής ότι ο Εναγόμενος εισήχθη στο Χειρουργικό Τμήμα στις 16-8-06 και εξήλθε στις 19-8-06 μετά από πλαστική αποκατάσταση. Ο Εναγόμενος στην ένορκη του δήλωση (παρ. 7α) αλλά και στην προφορική του μαρτυρία προέβαλε την εκδοχή πως τον Απρίλιο του 2005 έπρεπε να εγχειριστεί επειγόντως και χρειαζόταν τα χρήματα για τους γιατρούς. Δεν υπάρχει όμως καμιά μαρτυρία είτε ότι χρειαζόταν εγχείρηση επειγόντως είτε ότι υπεβλήθη σε οποιαδήποτε εγχείρηση για την οποίαν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό. Το πρώτο έγγραφο αναφέρεται σε ακτινογραφίες τον Νοέμβριο του 2005 (δηλαδή 7 μήνες μετά την μεταβίβαση) και όλα τα άλλα έγγραφα αναφέρονται στον Ιούνιο του 2006 (δηλαδή 14 μήνες αργότερα). Αυτό που περιέγραψε ως εγχείρηση στα γόνατα, δηλαδή η πλαστική, φαίνεται να έγινε τον Αύγουστο του 2006 (δηλαδή 16 μήνες) μετά. Συνεπώς οι ισχυρισμοί του ότι έπρεπε να χειρουργηθεί επειγόντως δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία και δεν γίνονται δεκτοί όπως και οι ισχυρισμοί ότι χρειαζόταν χρήματα για ιατρούς αφού ακόμα και όταν έγιναν ήταν όλα στο Γενικό Νοσοκομείο, ενώ μια αόριστη του αναφορά για χειροπράκτη παρέμεινε επίσης ατεκμηρίωτη και χωρίς ισχυρισμό για πληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Εν πάση όμως περιπτώσει πρέπει να σημειωθεί πως και πρόβλημα υγείας του να υπήρχε κατά τον επίδικο χρόνο αυτό δεν θα κατεδείκνυε αυτομάτως την καλή πίστη αφού δεν μπορεί να γίνει κατανοητή και πιστευτή η θέση τους ότι σε μια τέτοια δύσκολη φάση της ζωής του η αδελφή του, η οποία κατά τα άλλα διατείνεται ότι ήθελε διακαώς να τον βοηθήσει, θα το έπραττε μόνον αγοράζοντας ένα τέτοιο κοπάδι αντί στην πραγματική του αξία - που ήταν πολλαπλάσια - στην εξευτελιστική τιμή των £4.000, εκμεταλλευόμενη το πρόβλημα του αδελφού της. Σημειώνω πως οι μάντρες τους είναι ακριβώς δίπλα - δίπλα και πως τα ζώα ούτε καν χρειάστηκε να μετακινηθούν με τη μεταβίβαση. Το δε επιχείρημα ότι αναγκάστηκε να πώλησει το κοπάδι αυτό για να δώσει £1.150 στους δικηγόρους που τον εκπροσωπούν μέχρι σήμερα επίσης δεν αντέχει σε κριτική, από τη στιγμή που με μια πώληση του στην πραγματική αξία θα μπορούσε να εξοφλήσει όχι μόνο τα δικηγορικά έξοδα αλλά όλα του τα χρέη και να του περισσέψουν και χρήματα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους είμαι πεπεισμένος πως η μόνη εξήγηση για την ενέργεια αυτή του Εναγόμενου ήταν η πρόθεση του να καθυστερήσει ή και παρεμποδίσει τους πιστωτές του να ανακτήσουν χρέη που είχε προς αυτούς, όπερ και έγινε λίγους μήνες αργότερα (Ιανουάριο του 2006) όταν το ένταλμα κατάσχεσης περιουσίας επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Ο ίδιος και η αδελφή του δεν απέσεισαν το βάρος που είχαν και συνεπώς η μεταβίβαση και η διάθεση του κοπαδιού του ημερομηνίας 18-4-05 εμπίπτει στην έννοια της δόλιας μεταβίβασης του Κεφ.
  2. Ως εκ τούτου η μεταβίβαση των αιγοπροβάτων που έγινε στις 18-4-05 από τον Εναγόμενο ιδιοκτήτη της εκμετάλλευσης CYS1411005 στην αδελφή του Μαρία Επαμεινώνδα ακυρώνεται και διατάσσεται η επανεγγραφή τους επ' ονόματι του. Είναι αυτονόητο πως η τυχόν εκτέλεση θα αφορά όσα εξ αυτών ευρίσκονται εν ζωή. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εις βάρος του Εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............ Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.