← Κύπρος

Έλλη Ανδρέου κ.α. ν. Εταιρεία ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ ΑΚΙΝΗΤΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2904/08, 13 Ιουνίου, 2008

Έλλη Ανδρέου κ.α. ν. Εταιρεία ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ ΑΚΙΝΗΤΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2904/08, 13 Ιουνίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A133 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2904/08 Μεταξύ:

  1. Έλλη Ανδρέου
  2. Ρωσσάνας Τάραμα Εναγουσών. και 1.Εταιρεία ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ ΑΚΙΝΗΤΑ ΛΤΔ 2.Γρηγόρης Σταυρίδης Εναγομένων. --------------------- Αίτηση Ημερομηνίας 23.5.08 για Έκδοση Απαγορευτικού Διατάγματος Ημερομηνία: 13 Ιουνίου,
  3. Εμφανίσεις: Για τις ενάγουσες - αιτήτριες: Ο κ. Λ. Λουκαϊδης. Για τους εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Σ. Σκορδής. ------------------------ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Απευθείας από την Έδρα) Ζητείται η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος που να απαγορεύει στους εναγόμενους 1 - καθ' ων η αίτηση από του να πουλήσουν, δωρίσουν, μεταβιβάσουν, αποξενώσουν, επιβαρύνουν ή εκχωρήσουν το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 13/3294, Φ/Σχ. 21.62Ε, τεμάχιο 2074, εκτάσεως 520τ.μ. περίπου, στην περιοχή Αγίου Δημητρίου Στροβόλου στη Λευκωσία («το ακίνητο»). Αρχικώς το αίτημα είχε υποβληθεί μονομερώς πλην όμως για τους λόγους που φαίνονται στο πρακτικό το Δικαστήριο διάταξε την επίδοση της αίτησης προς τους εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της ενάγουσας 1 - αιτήτριας η οποία αναφέρει ότι ενεργεί και κατ' εξουσιοδότηση της ενάγουσας 2 - αιτήτριας. Εκεί η ομνύουσα λέγει, μεταξύ άλλων, ότι έχει πρωτογενή γνώση των γεγονότων διότι είχε προσωπικώς διαμεσολαβήσει εκ μέρους των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση για να επιτευχθεί, όπως ισχυρίζεται στην παράγραφο 2 της δήλωσης: «.το συμβόλαιο αγοράς του κτήματος στην Αλυκή Βοιωτίας στην Ελλάδα όπως λεπτομερώς αναφέρεται στην Έκθεση Απαιτήσεως.», προβαίνοντας σε όλες τις σχετικές πράξεις, σε συνεργασία με την ενάγουσα 2 - αιτήτρια. Επιπροσθέτως αναφέρει στην παράγραφο 3 της δήλωσης ότι: «Τα γεγονότα που αναφέρονται στην Έκθεσης Απαιτήσεως στην πιο πάνω αγωγή είναι ορθά με αποτέλεσμα να οφείλει η εναγόμενη σε μένα και στην Ενάγουσα 2 τα ποσά που αναφέρονται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν και αρνούνται αυθαίρετα και αποφεύγουν να πληρώσουν τα εν λόγω ποσά.» Τέλος, λέγει στην παράγραφο 4 της δήλωσης ότι όπως τη συμβουλεύει ο δικηγόρος της η αγωγή θα έχει οπωσδήποτε επιτυχή έκβαση και ότι δεδομένης της αυθαίρετης, όπως τη χαρακτηρίζει, συμπεριφοράς των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και της περιορισμένης ευθύνης των εναγομένων 1- καθ' ων η αίτηση καθώς και της περιορισμένης περιουσίας του εναγόμενου 2 - καθ' ου η αίτηση και με υπόψη τη δυνατότητα και των δύο τελευταίων να προβούν σε αποξένωση της περιουσίας τους, με ειδικότερη αναφορά περί της δυνατότητας αυτής στους εναγόμενους 1 - καθ' ων η αίτηση ως νομικού προσώπου, να πράξουν κάτι τέτοιο στη βάση των δυνατοτήτων που νομικώς τους παρέχονται, όπως και με υπόψη το ύψος του οφειλόμενου ποσού υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας των εναγομένων 1 - καθ' ων η αίτηση με αποτέλεσμα να μην έχει αντίκρισμα η οποιαδήποτε δικαστική απόφαση ήθελεν εκδοθεί. Είναι αυτές οι ανησυχίες εκ πλευράς εναγουσών - αιτητριών που, ως εκ των πραγμάτων, φαίνεται να οδήγησαν στην καταχώρηση της αίτησης. Υπάρχει ένσταση στην έκδοση του διατάγματος, με τους λόγους που τη συνθέτουν να διατυπώνονται στο σώμα της Ειδοποίησης για Πρόθεση Ένστασης, στις παραγράφους 1-6, το περιεχόμενο των οποίων επεξηγείται και αναλύεται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 - καθ' ου η αίτηση. Οι λόγοι αυτοί θα μπορούσαν να συνοψιστούν στο ότι η αίτηση δε στηρίζεται πάνω σε οποιαδήποτε νομική ή κανονιστική βάση με αποτέλεσμα να μην ενεργοποιείται η συναφής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, στο ότι δεν πληρείται κανένα από τα κριτήρια για την έκδοση του διατάγματος και στο ότι οι ενάγουσες - αιτήτριες απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Στο στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι δικηγόροι ανάπτυξαν τις θέσεις τους με αναφορά στα γεγονότα και συναφή νομολογία. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγουσών - αιτητριών πρότεινε ότι ισχύουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος στη βάση των αρχών που διατυπώθηκαν στην κλασσική πια υπόθεση επί του θέματος Odysseos ν. Pieris Estates Ltd

(1982)1 CLR 557. Υποστήριξε επίσης με αναφορά στην Wunderlich και Άλλων ν. Παναγιώτου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 366, ότι η παράληψη διατύπωσης νομικής βάσης στην αίτηση μπορεί να θεραπευθεί με την ενεργοποίηση των διατάξεων της Δ.64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών αφού πρόκειται περί απλής και επουσιώδους παρατυπίας, με τα δικαιώματα των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση να μην έχουν επηρεαστεί ή να μη μπορούν να επηρεαστούν με οποιονδήποτε τρόπο αφού είναι πασίδηλο ότι τέτοιου είδους αιτήσεις δε μπορεί παρά να θεωρούνται ότι βασίζονται στις «γνωστές νομοθετικές πρόνοιες και νομολογία». Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόμενων - καθ' ων η αίτηση αντέτεινε ότι η έλλειψη νομικής βάσης είναι αθεράπευτη και θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης χωρίς αναφορά σε οτιδήποτε άλλο. Διαζευκτικώς, εισηγήθηκε ότι καμιά προϋπόθεση από αυτές που ορίζει η νομοθεσία και η νομολογία δεν ικανοποιούνται εν προκειμένω, ιδιαίτερα αν λάβει κανείς υπόψη και το γεγονός ότι η ομνύουσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση υιοθετεί, απλώς, το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης προσπαθώντας να την μετατρέψει με αυτό τον τρόπο ως μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου κάτι που ρητώς η νομολογία απαγορεύει, με αποτέλεσμα η αίτηση να στερείται πραγματικής βάσης επί της οποίας θα μπορούσε να βασιστεί το Δικαστήριο για να ενασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση αφού καμιά άλλη πτυχή του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης δε θα μπορούσε να δικαιολογήσει κάτι τέτοιο. Αξιολόγησα όλες τις εισηγήσεις των δικηγόρων καθώς επίσης και το περιεχόμενο των συνοδευτικών ενόρκων δηλώσεων και της δικογραφίας, στο βαθμό ασφαλώς που τούτο είναι επιτρεπτό σε αυτό το στάδιο. Θα αρχίσω με το ζήτημα της απουσίας αναφοράς νομικής βάσης στο σώμα της αίτησης. Το ότι δεν υπάρχει τέτοια επίκληση είναι καθαρό και δεδομένο. Η απόφαση επί του ζητήματος αυτού πριν από οτιδήποτε άλλο έχει τη σημασία του αφού τυχόν αποδοχή των θέσεων του κ. Σκορδή ενδεχομένως να έχει και καταλυτική σημασία στην τύχη του αιτήματος χωρίς να προκύπτει στη θεωρία του πράγματος ιδιαίτερη αναγκαιότητα για ενασχόληση με άλλες πτυχές του αιτήματος. Στη Μιχαήλ ν. Σκορδή
(2003)1(β) Α.Α.Δ. 1108, διαπιστώθηκε ότι οι κανονισμοί πάνω στους οποίους είχε στηριχθεί η αίτηση δεν ενεργοποιούσαν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της αίτησης, μεμπτότητα η οποία κρίθηκε ότι θα δικαιολογούσε την απόρριψη της χωρίς οτιδήποτε άλλο. Προκύπτει επίσης από την Bank of Foreign Trade of Russian Federation "Vneshkorgbank" v. ICC Chemicals (UK) Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1728, ότι η παράλειψη αιτητή να στηρίξει την αίτησή του στις ορθές νομοθετικές διατάξεις ή στους ορθούς θεσμούς οδηγεί σε απόρριψη της, χωρίς δυνατότητα περίσωσης της από τις διατάξεις της Δ.
  1. Το σκεπτικό στην απόφαση Wunderlich και Άλλων ν. Παναγιώτου (ανωτέρω), στην οποία παρέπεμψε ο κ. Λουκαϊδης, κρίνω με κάθε σεβασμό ότι δε θα μπορούσε να υποστηρίξει με ιδιαίτερη δυναμική την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η παράλειψη αναφοράς στο άρθρο 42 του Ν14/60, στα πλαίσια αίτησης για παρακοή διατάγματος, συνιστούσε απλή παρατυπία την οποία το Δικαστήριο είχε διακριτική εξουσία να θεραπεύσει βάσει της Δ.
  2. Σε αντίθεση όμως με το τι έγινε στην Bank of Foreign Trade of Russian Federation "Vneshkorgbank" v. ICC Chemicals (UK) Ltd (ανωτέρω), το Εφετείο δεν εξέτασε το κατά πόσον θα ήταν δίκαιο να παραβλέψει τη σχετική παράλειψη αφού κατάληξε ότι, τελικώς, οι εφεσίβλητοι, ως εκ της συμπεριφοράς που επέδειξαν κατά τη διαδικασία, είχαν παραιτηθεί από το συναφές τους δικαίωμα μια και δεν είχαν εγείρει θέμα εσφαλμένης δικονομικής βάσης της αίτησης σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Σχετικό με αυτό είναι και το γεγονός ότι στην Bank of Foreign Trade of Russian Federation "Vneshkorgbank" v. ICC Chemicals (UK) Ltd (ανωτέρω), το Εφετείο εντρύφησε εκτενώς επί του ζητήματος, σε αντίθεση με το τι έγινε στην Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου (ανωτέρω), όπου δεν αναλύθηκε το ζήτημα. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τόσον η Bank of Foreign Trade of Russian Federation "Vneshkorgbank" v. ICC Chemicals (UK) Ltd (ανωτέρω), όσον και η Μιχαήλ ν. Σκορδή (ανωτέρω), είναι μεταγενέστερες της Wunderlich και Άλλων. ν. Παναγιώτου (ανωτέρω), παρά το γεγονός ότι στην Μιχαήλ ν. Σκορδή (ανωτέρω), δε γίνεται καμιά αναφορά στις δυο προηγούμενες, όπως ούτε και η Bank of Foreign Trade of Russian Federation "Vneshkorgbank" v. ICC Chemicals (UK) Ltd (ανωτέρω), στην Wunderlich και Άλλων. ν. Παναγιώτου (ανωτέρω). Δε θεωρώ ότι το κατά πόσον είναι ή δεν είναι ή το αν θα μπορούσε να είναι ή να μην είναι γνωστό κατά τεκμήριο ή άλλως πώς σε κάποιον ότι αίτημα δε μπορεί παρά να βασίζεται σε συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες ή διατάξεις αποτελεί επαρκή λόγο αποδοχής των θέσεων των εναγουσών - αιτητριών πάνω στο σημείο αυτό και κατ' επέκταση για διαφοροποίηση της νομολογίας που έχει αναπτυχθεί πάνω στο ζήτημα της αναγκαιότητας παραπομπής στη συγκεκριμένη νομοθετική ή κανονιστική πρόνοια η οποία ενεργοποιεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στο αίτημα που τίθεται ενώπιον του προς απόφανση. Το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό αλλά αντικειμενικό στην κάθε περίπτωση και δε θα μπορούσε να είναι διαφορετικό, θεωρώ, διότι άλλως πως θα δημιουργούνταν ανεξέλεγκτες προσεγγίσεις και αβεβαιότητα στο δίκαιο σε μια ουσιώδη δικαιοδοτική πτυχή των πραγμάτων. Η εξέλιξη των νομικών πραγμάτων στην Κύπρο με την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η συναφής με αυτή αλλά και ανεξαρτήτως τούτης, ανάπτυξη της νομολογίας καθώς και η εισροή και θέσπιση, σωρηδόν, νέων νομοθετημάτων και κανονισμών, σε συνδυασμό με την περιπλοκότητα που διέπει σήμερα τις συναλλαγές και τις δικαστικές διαδικασίες, όπως και ο μεγάλος όγκος υποθέσεων που κατακλύζουν τα Δικαστήρια, με το πλήθος των πολυσχιδών αναφορών σε διάφορα ζητήματα προς δικανική απόφανση, καθιστούν ακόμη μεγαλύτερη την υποχρέωση των συνηγόρων κατά την προώθηση των υποθέσεών τους, για ενδελεχή και ακριβή παραπομπή του Δικαστηρίου σε όλες τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις και νομολογία που περιβάλλουν τις αξιώσεις και αιτήματά τους. Δυστυχώς αυτό δεν έγινε κατά την προώθηση της μονομερούς αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα την περιπλοκή των πραγμάτων. Θα ήταν ουτοπιστικό να ισχυριζόταν κάποιος ότι, κατά τεκμήριο, ένα Δικαστήριο γνωρίζει όλους τους νόμους και κανονισμούς ή ακόμη και όλη τη νομολογία που διέπει το οποιονδήποτε ζήτημα που τίθεται ενώπιόν του για απόφαση, πόσον μάλλον μέσα στο κλίμα του προαναφερθέντος νομοθετικού και νομολογιακού οίστρου. Αυτή η άποψη δεν είναι νέα. Είναι από το 1937 που ο Λόρδος Atkin προέβη σε συναφή σχόλια στην Evans v. Barthlam
(1937)2 All E.R.,
  1. Εδώ, δεν είναι μόνον οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι εφαρμόζονται, όπως άφησε να νοηθεί ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγουσών - αιτητριών, αλλά (όπως πρότεινε ο κ. Σκορδής) και αυτές των άρθρων 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  2. Είναι βεβαίως γεγονός χωρίς να υπάρχει αμφισβήτηση περί τούτου από ό,τι αντιλαμβάνομαι ότι το ακίνητο δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής και συνεπώς θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει ως εκ των πραγμάτων και του περιεχομένου τους σε συνάρτηση με το τι εδώ ενδιαφέρει ότι αποκλείεται η εφαρμογή των άρθρων 4 και 9 του Κεφ. 6, με υπαρκτή όμως τη δυνατότητα επίκλησης του άρθρου 5 του Κεφ. 6, ανεξαρτήτως της οποιασδήποτε συνάφειας των προνοιών του με αυτές του άρθρου 32 του Ν14/
  3. Ενόψει τούτων, δέχομαι την ένσταση του κ. Σκορδή και κρίνω ότι η παράληψη στήριξης του αιτήματος επί συγκεκριμένων νομοθετικών και κανονιστικών προνοιών είναι εδώ ουσιώδης και καταλυτική για την τύχη της αίτησης η οποία ως εκ τούτου χρήζει απόρριψης. Ανεξαρτήτως της κατάληξης αυτής θα εξετάσω πολύ συνοπτικά και τα υπόλοιπα ζητήματα που ηγέρθηκαν χάριν μιας πιο ολοκληρωμένης αντίκρισης του αιτήματος, για κάθε ενδεχόμενο. Θα εξετάσω το αίτημα με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 αλλά και του άρθρου 5 του Κεφ.
  4. Από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης φαίνεται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Άρα η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν14/60 η οποία αποτελεί και προϋπόθεση με βάση το άρθρο 5 του Κεφ. 6, ικανοποιείται. Αναφορικώς με την ύπαρξη πιθανότητας οι ενάγουσες - αιτήτριες να δικαιούνται σε θεραπεία, εκείνο που πρέπει να εξεταστεί είναι η απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας της αγωγής σε βαθμό όμως λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Απαιτείται με άλλα λόγια η κατάδειξη ορατού ενδεχομένου επιτυχίας της αγωγής. Η διακρίβωση της πιθανότητας αυτής γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα τα οποία να καταδείχνουν στην ύπαρξη μιας τέτοιας πιθανότητας. Εδώ είναι ακριβώς είναι που υπεισέρχεται και η δυναμική του επιχειρήματος του κ. Σκορδή σε σχέση με την απλή υιοθέτηση εκ πλευράς ομνύουσας του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης, με δεδομένο ότι από τις αναφορές της (χωρίς επίκληση του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης), με κανένα τρόπο δε θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η προϋπόθεση αυτή αφού τα γεγονότα που παρατίθενται δε χαρακτηρίζονται από την κατάλληλη εκείνη λεπτομέρεια για ένα τέτοιο σκοπό. Είναι ορθός ο συνήγορος. Είναι δεδομένο ότι η υιοθέτηση ενόρκως του περιεχομένου ενός δικογραφήματος δεν το καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπάρχει επί τούτου και νομολογία, όπως για παράδειγμα η Interpartemental Concern «Uralmetrom» v. Besuno Ltd
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 557. Συνεπώς, το περιεχόμενο του δικογραφήματος αυτού, με την όποια λεπτομέρεια θα μπορούσε να προταχθεί ότι θα είχε ως αποδεικτικό υλικό προς απόδειξη αυτής της προϋπόθεσης αν και εφόσον το περιεχόμενο του διατυπωνόταν σωστά στην ένορκη δήλωση, δε μπορεί να ληφθεί υπόψη για αυτούς τους σκοπούς. Είναι γεγονός ότι ο κ. Λουκαϊδης με την αγόρευσή του προέβη σε κάποιες επισημάνσεις που αν διατυπώνονταν ως μαρτυρία στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ενδεχομένως να οδηγούσαν τα πράγματα αλλού για τις ενάγουσες - αιτήτριες απ' ό,τι οδηγούνται τώρα. Τα όποια όμως κενά έχουν παρατηρηθεί στη μαρτυρία δε μπορούν να συμπληρωθούν από την αγόρευση του δικηγόρου στην απουσία συγκεκριμένων ισχυρισμών στην ένορκη δήλωση αφού η αγόρευση δεν αποτελεί μέσο προσαγωγής μαρτυρίας και τούτο προκύπτει σαφές, μεταξύ άλλων, και από το σκεπτικό της απόφασης Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ.
  1. Συνεπώς, η δεύτερη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται. Σε ό,τι αφορά στην τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, τούτο εξετάζεται κάτω από το πρίσμα του κατά πόσον η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής ή όχι με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά και της ύπαρξης τέτοιων άλλων περιστάσεων που ενδεχομένως να σταχυολογούσαν τα πράγματα με τρόπο που, ως γεγονός, να οδηγούσαν σε μια τέτοια διαπίστωση. Αυτά σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν14/
  2. Όμως κατά το άρθρο 5
(2)του Κεφ. 6, εκείνο που προέχει είναι η εξέταση της πιθανότητας να εμποδιστούν οι ενάγουσες - αιτήτριες στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ τους, σε περίπτωση που πράγματι το ακίνητο αποξενωθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Προκύπτει λοιπόν ότι υπάρχει κάποια αντιστοιχία μεταξύ των δύο προνοιών. Άρα σε ό,τι αφορά στην προσέγγιση των πραγμάτων με βάση το άρθρο 5
(2)η απάντηση παραμένει η ίδια όπως και στην περίπτωση του άρθρου 32 του Ν14/60 αφού δεν υπάρχει το κατάλληλο ποιοτικό μαρτυρικό υλικό προς εξαγωγή του ανάλογου συμπεράσματος στο βαθμό και έκταση ασφαλώς που επιτρέπεται εδώ αφού σε ενδιάμεσες διαδικασίες δεν είναι επιτρεπτή η ανάλυση μαρτυρίας με σκοπό τη διαπίστωση απόδειξης είτε των προβαλλόμενων ως ουσιαστικών δικαιωμάτων είτε των οποιονδήποτε άλλων ισχυρισμών που στόχο έχουν την κατάδειξη των προϋποθέσεων που απαιτούνται προς στοιχειοθέτηση είτε της ενδιάμεσης θεραπείας είτε άλλων παρεμφερών ζητημάτων. Να σημειωθεί επίσης στα πλαίσια εξέτασης αυτής της προϋπόθεσης ότι η έκφραση και μόνον γενικών και αόριστων φόβων περί αποξένωσης του ακινήτου (με όλες τις συνέπειες που αυτό θα μπορούσε να έχει), με παραπομπή μάλιστα και στις θεωρητικές δυνατότητες των νομικών προσώπων για τη λήψη διαφόρων διαβημάτων με αναφορά σε αυτά, δεν είναι αρκετή για να ικανοποιήσει με την επάρκεια που απαιτείται εδώ, την ύπαρξη κινδύνου για αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης στο τέλος της υπόθεσης, αν και εφόσον τα πράγματα εξελιχθούν με τον τρόπο που φοβούνται οι ενάγουσες αιτήτριες. Συνεπώς, ούτε η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Έστω όμως ότι ικανοποιούνταν όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, όταν το Δικαστήριο θα ζύγιαζε και το κατά πόσον θα ήταν εύλογο και δίκαιο να εκδιδόταν το διάταγμα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας, η κατάληξη θα ήταν προς απόρριψη του αιτήματος. Έχει μεγάλη σημασία για την πτυχή αυτή το γεγονός ότι οι ενάγουσες - αιτήτριες δεν καθόρισαν με οποιονδήποτε τρόπο την αξία του ακινήτου έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορούσε να αποφασίσει κατά πόσο θα ήταν τελικώς δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το διάταγμα είτε όπως αυτό ζητείται στο αιτητικό είτε με τέτοιους περιορισμούς έτσι ώστε να ενταχθούν τα πράγματα εντός των ορθών παραμέτρων. Το βάρος για κατάδειξη του στοιχείου αυτού το είχαν οι ενάγουσες - αιτήτριες και απέτυχαν για τους λόγους που αναφέρθηκαν πριν λίγο. Τούτη η πτυχή έχει επίσης ιδιαίτερη σημασία αν κάποιος προσεγγίσει τα πράγματα και μέσα από τις πρόνοιες του άρθρου 5
(1)του Κεφ. 6, όπου ρητώς αναφέρεται η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος, όπως αυτού που ζητείται σήμερα, σε τέτοιο βαθμό και έκταση με αναφορά στο ακίνητο, όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν επαρκές για να ικανοποιήσει την απαίτηση των εναγουσών - αιτητριών μαζί με τα έξοδα της αγωγής. Κάτι τέτοιο δε μπορεί να γίνει για τους ίδιους λόγους. Παρενθέτω ότι αυτά περί των προνοιών του άρθρου 5 του Κεφ. 6 και του άρθρου 32 του Ν14/60, αποτελούν μια μόνο ένδειξη της σημασίας που έχει ο σαφής νομικός προσδιορισμός της βάσης της αίτησης έτσι ώστε να καταστήσει εφικτή την ενασχόληση με οτιδήποτε συναφώς προκύπτει από την εφαρμογή των προνοιών αυτών στα γεγονότα της κάθε περίπτωσης. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης το αγώγιμο δικαίωμα φαίνεται να δημιουργήθηκε στις 8.9.
  1. Η αγωγή καταχωρίσθηκε μόλις πριν λίγες μέρες, δηλαδή στις 23.5.
  2. Δε δόθηκε δικαιολογία για την καθυστέρηση, ούτε και συγκεκριμενοποιήθηκε ο χρόνος κατά τον οποίο φερόμενα οι ενάγουσες - αιτήτριες απαίτησαν την πληρωμή της κατ' ισχυρισμό οφειλόμενης προμήθειας και αμοιβής τους από τους εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση. Το περιεχόμενο της παραγράφου 7 της Έκθεσης Απαίτησης το οποίο παραπέμφθηκα κατά την αγόρευση του κ. Λουκαϊδη είναι εν προκειμένω ασαφές ως προς αυτή την πτυχή και το λέγω τούτο ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν αποτελεί εδώ μαρτυρικό υλικό προς αξιολόγηση. Δύο τελευταία θέματα πριν το τέλος. Το πρώτον, αφορά στη θέση του κ. Σκορδή ότι δεν καθορίζεται στην Έκθεση Απαίτησης το κατά πόσον οι ενάγουσες - αιτήτριες (και ειδικότερα η ενάγουσα 1 - αιτήτρια), είναι εγγεγραμμένοι κτηματομεσίτες με βάση το νόμο και ως εκ τούτου η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και για αυτό το λόγο. Δε συμφωνώ. Θεωρώ ότι η τοποθέτηση του κ. Λουκαϊδη περί της ύπαρξης και εφαρμογής εδώ του τεκμηρίου της κανονικότητας είναι απολύτως ορθή και ότι το ζήτημα μπορεί να αποτελέσει βάση για κατάλληλο χειρισμό στα πλαίσια της αγωγής και όχι τώρα. Το δεύτερον, αφορά στους ισχυρισμούς των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση περί μη αποκάλυψης. Η θέση δεν προωθήθηκε στην αγόρευση και θεωρώ ότι εγκαταλείφθηκε. Η αίτηση δε μπορεί να πετύχει για τους λόγους που έγινε προσπάθεια να επεξηγηθούν και γι' αυτό απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγουσών - αιτητριών, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.