Λούη Παναγή ν. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 7947/06, 19 Ιουνίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7947/06 Μεταξύ: Λούη Παναγή Ενάγοντα. και 1.Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου 2.Αιμιλία Κενεβέζου 3.Σταύρος Κυπριανού 4.Κατερίνα Χαραλάμπους 5.Σταυριανή Κωνσταντίνου Εναγομένων Ημερομηνία: 19 Ιουνίου,
- Εμφανίσεις: Για τους εναγόμενους - αιτητές: Η κ. Κ. Κραμβή. Για τον ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: Ο κ. Δ. Κούτρας. Αίτηση Ημερομηνίας 13.5.08 για Διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Απευθείας από την Έδρα) Ζητείται η διαγραφή της αποτελούμενης από δέκα πυκνογραμμένες σελίδες παραγράφου 4 της Έκθεσης Απαίτησης στην οποία παρατίθεται αυτούσιο το σύνολο του τηλεοπτικού ρεπορτάζ που φερόμενα δημοσιεύθηκε από τους εναγόμενους - αιτητές στις 19.10.06, στα δελτία ειδήσεων των 8:30μ.μ. και 11:00μ.μ., με τίτλο «Το πόρισμα καταπέλτης για τον Διευθυντή των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών», το οποίο ο ενάγων - καθ' ου η αίτηση θεωρεί δυσφημιστικό για το πρόσωπο του και διαζευκτικώς, η διαγραφή του συνόλου τού δικογραφήματος λόγω, ακριβώς, της εμβέλειας του περιεχομένου της εν λόγω παραγράφου ως καθορίζουσας, κατ' ουσίαν, τη βάση ολόκληρης της αγωγής, επειδή σε περίπτωση διαγραφής της παραγράφου, η υπόθεση ως εκ της φύσης του αγώγιμου δικαιώματος, δε θα μπορεί να προωθηθεί δεόντως ένεκα ανυπαρξίας επαρκούς πραγματικού υποβάθρου. Οι λόγοι που στηρίζουν το αίτημα διατυπώνονται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση της δικηγόρου Ιουλίας Μαλέκου. Ο κυριότερος ισχυρισμός που περιέχεται στην ένορκη δήλωση της δικηγόρου είναι ότι η παράθεση του επίδικου δημοσιεύματος στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης, δεν προσδιορίζει με σαφήνεια το μέρος εκείνο που θεωρείται ως δυσφημιστικό, ξέχωρα από το γεγονός ότι η διατύπωση του συνόλου του δημοσιεύματος σταχυολογεί το δικόγραφο ως κακόβουλο και ενοχλητικό ως συνταχθέν κατά παράβαση κάθε αρχής που διέπει στο ζήτημα της δικογράφησης παρομοίων θεμάτων. Ως εκ τούτου, λέγουν οι εναγόμενοι - αιτητές, δημιουργείται αμηχανία και αδυναμία εκ πλευράς τους στην αξιολόγηση και δικογραφική αντιμετώπιση των ζητημάτων που εγείρονται. Υπάρχει ένσταση στην έκδοση του διατάγματος με τους λόγους να καταγράφονται στο σώμα της Ειδοποίησης για Πρόθεση Ένστασης υπό (α)-(θ) και να επεξηγούνται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση. Αυτοί θα μπορούσαν να συνοψιστούν στο ότι η παράθεση του συνόλου του δημοσιεύματος είναι αναγκαία λόγω του δυσφημιστικού τού συνόλου των ισχυρισμών που γράφονται εκεί και ότι αν επιτραπεί η διαγραφή θα προκληθεί μεγάλη δυσμένεια στον ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση καθότι θα εμποδιστεί από του να προσκομίσει την απαραίτητη μαρτυρία για απόδειξη της υπόθεσης του κατά τη δίκη, χώρια από το γεγονός ότι δε συντρέχει απολύτως κανένας λόγος για την έκδοση του διατάγματος. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανάπτυξαν τις εισηγήσεις τους στη βάση του περιεχομένου της αίτησης και ένστασης αντιστοίχως, εφοδιάζοντας συνάμα το Δικαστήριο με επιμελή περιγράμματα της αγόρευσης τους. Αξιολόγησα το περιεχόμενο της αίτησης και ένστασης όπως και τις συνοδευτικές ένορκες δηλώσεις και μελέτησα το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Έλαβα επίσης υπόψη τα επιχειρήματα των δικηγόρων. Δε χωρεί αμφιβολία ότι στην κάθε περίπτωση θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα στους συνηγόρους να συντάσσουν τα δικόγραφα με τον τρόπο που επιθυμούν, με το Δικαστήριο να μην πρέπει να διαδραματίζει πατερναλιστικό ρόλο στον τομέα αυτό, υπό την αίρεση ασφαλώς ότι η σύνταξη τους δε θα πρέπει να παραβιάζει τους κανόνες που προβλέπονται για κάτι τέτοιο. Από αυτή τη σκοπιά αν διάδικος διατυπώσει στο δικόγραφο κάτι το αχρείαστο που τείνει να επηρεάσει δυσμενώς και να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης τότε το γεγονός, ενδεχομένως να οδηγήσει σε διαγραφή του δικογραφηθέντος ως γενόμενου κατά παρέκκλιση του παρεχόμενου δικαιώματος. Ο περιορισμός στη σύνταξη δικογράφων έλκει τις καταβολές του από την αναγκαιότητα λιτής και απέριττης παρουσίασης της υπόθεσης, με αντικειμενικό πάντοτε σκοπό την αποφυγή σύγχυσης και αβεβαιότητας σε διαδίκους και Δικαστήριο ως προς τον προσδιορισμό της υπό εκδίκαση διαφοράς και των παραμέτρων που την οριοθετούν έτσι ώστε να διασφαλίζεται η διεξαγωγή της δίκης με τρόπο δίκαιο και αποτελεσματικό. Αδιαμφισβητήτως τα συνεπόμενα ενάσκησης της εξουσίας για διαγραφή είναι δραστικά εξού και η συναφής διακριτική ευχέρεια ενασκείται με φειδώ. Το γεγονός και μόνον ότι ισχυρισμός σε δικόγραφο κρίνεται αχρείαστος ή ακόμη και περιττά περίπλοκος και λεπτομερής δεν οδηγεί, χωρίς άλλο, σε διαγραφή του αν κατά τα άλλα κρίνεται αβλαβής, με την έννοια δηλαδή ότι δεν οδηγεί στην πρόκληση εξόδων, ταλαιπωρίας και καθυστέρησης σε βαθμό παραβιαστικό των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Συγκλίνω με τις τοποθετήσεις του κ. Κούτρα κρίνοντας εν προκειμένω ότι η διατύπωση του επίδικου δημοσιεύματος στην παράγραφο 4, στο σύνολό του, είναι επιβεβλημένη στη βάση της λογικής που προωθείται με σαφήνεια στις παραγράφους 9 και 10 της Έκθεσης Απαίτησης, όπου αναφέρεται ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, κακόβουλο, ψευδές και ανυπόστατο στην ολότητά του για τους συγκεκριμένους λόγους που παρατίθενται στις επτά υποπαραγράφους τής παραγράφου 10, το περιεχόμενο των οποίων δε χρειάζεται να επαναληφθεί μια και κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Το ίδιο ασφαλώς ισχύει και στην αναγκαιότητα της αυτολεξεί επανάληψης, εδώ, του περιεχομένου της παραγράφου
- Το τι έχει σημασία είναι ότι στις παραγράφους αυτές είναι που προσδιορίζεται και αιτιολογείται η κατά την άποψη του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση κατάταξη του επίδικου δημοσιεύματος ως δυσφημιστικού. Το Δικαστήριο δε θα προβεί τώρα σε εύρημα για το κατά πόσον το σύνολο ή μέρος του επίδικου δημοσιεύματος είναι δυσφημιστικό για το πρόσωπο του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση, ούτε ασφαλώς και εάν αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 10, ως αιτιολογία για την κατάταξη αυτή, ισχύουν ως θέμα γεγονότος ή όχι. Αυτά θα γίνουν κατά τη δίκη. Η έκταση και μόνον του επίδικου δημοσιεύματος - και τούτο το έχω αναφέρει πιο πριν στα πλαίσια ανάλυσης των αρχών που περιβάλλουν το ζήτημα - δεν αποτελεί λόγο για διαγραφή του στην προκειμένη περίπτωση, όπως εμμέσως άφησε να νοηθεί η δικηγόρος των εναγομένων - αιτητών. Το ζήτημα είναι πιο σύνθετο διότι άπτεται του κατά πόσον το σύνολο ή μέρος του δημοσιεύματος θα μπορούσε, τελικώς, να χαρακτηρισθεί ως δυσφημιστικό σε αντίθεση με το υπόλοιπο. Είναι γνωστή η αρχή ότι λέξεις και φράσεις στις οποίες αποδίδεται δυσφημιστικό περιεχόμενο πρέπει να ερμηνεύονται στο σύνολό τους και ότι είναι δυνατόν η μια ή η άλλη διατύπωση να θεωρείται δυσφημιστική όπως εξίσου δυνατόν είναι να υπάρχουν στο δημοσίευμα και άλλες φράσεις ή προτάσεις που να απομακρύνουν από την πρώτη εντύπωση. Είναι άρα ενδεχόμενο να παρίσταται ανάγκη παράθεσης ολόκληρου του δημοσιεύματος επί του οποίου εδράζεται το παράπονο ακόμη και εκεί όπου, παραδεχτώς πια, η κατ' ισχυρισμό δυσφήμιση συγκεκριμενοποιείται με αναφορά σε ένα μόνο μέρος του δημοσιεύματος, με το υπόλοιπο να έχει τη δική του σημασία στην κατάληξη για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Σίγουρα λοιπόν η τοποθέτηση της κ. Κραμβή στο ότι θα πρέπει να δικογραφείται μόνον το ουσιώδες εκείνο μέρος του δημοσιεύματος που θεωρείται ως δυσφημιστικό είναι κατ' αρχήν ορθή, όμως στη συζητούμενη περίπτωση, ο ενάγων - καθ' ου η αίτηση υποστηρίζει με τρόπο στοχευμένο και εναργή ότι όλα όσα παρατίθενται εκεί είναι δυσφημιστικά ή καθορίζουν το σύνολό του δημοσιεύματος ως δυσφημιστικού και τούτο είναι για ό,τι εδώ απασχολεί, αρκετό. Συνεπώς, δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Οπωσδήποτε όμως αυτό δε σημαίνει ότι σε εύθετο χρόνο και εντός των πλαισίων που προβλέπει η Δ.30 των Περί Πολιτικής Δικονομιάς Θεσμών, οι διάδικοι δε θα μπορούσαν και δεν πρέπει να συμφωνήσουν σχετικώς (αν και εφόσον ασφαλώς παρέχεται τέτοιο πεδίο, αναλογιζόμενης της βάσης που έχει προωθήσει ο ενάγων - καθ' ου η αίτηση), ως προς τον τρόπο παρουσίασης του επίδικου δημοσιεύματος και τον προσδιορισμό τού μέρους ή των μερών αυτού ως του κατ' ακρίβειαν επίδικου έτσι ώστε να καταστεί πιο ευχερής η παρουσίαση της υπόθεσης και από τις δύο διάδικες πλευρές. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση και εναντίον των εναγομένων - αιτητών, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης, με μια όμως σημαντική επισήμανση ως προς τα έξοδα. Είναι γνωστή η αρχή ότι οι ένορκες δηλώσεις αποτελούν μέσο παράθεσης μαρτυρίας και όχι νομικών ισχυρισμών, με παραπομπή μάλιστα και σε νομολογία και συγγράμματα, όπως έγινε στην περίπτωση της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, εκτός βεβαίως εκεί όπου κάτι τέτοιο δυνατόν να επιβάλλεται ως εκ της φύσης του αιτήματος και των θέσεων που πρέπει να προωθηθούν, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Η παράθεση νομολογίας και νομικών συγγραμμάτων στην προκειμένη περίπτωση από τον ομνύοντα ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση στην ένορκη του δήλωση σε συνδυασμό μάλιστα με νομική επιχειρηματολογία ήταν παντελώς αχρείαστη, ενοχλητική και προκαλούσα σύγχυση και καθόλου, βεβαίως, δε βοήθησε στην ανάπτυξη και καλύτερη κατανόηση των θέσεων που επιχείρησε να προωθήσει εκεί. Αυτά τα έπραξε με ικανότητα ο δικηγόρος του και είναι στους δικηγόρους που εναποτίθεται η επιλογή της αγόρευσης και όχι στους ενόρκως δηλούντες στις ένορκες τους δηλώσεις. Ένεκα αυτής της παρατυπίας, η οποία παρόλο που δεν επηρέασε την ουσία της υπόθεσης του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση και δεν αποτέλεσε βάση για διαγραφή των αντίστοιχων παραγράφων ή μέρος αυτών βάσει της Δ.39 Θ18, οδήγησε στη σύνταξη μιας πολύ πιο εκτενούς υπό τις περιστάσεις ένορκης δήλωσης από ό,τι θα αναμενόταν δεδομένων των περιστάσεων και ως εκ τούτου έχοντας μάλιστα υπόψη αυτά που συναφώς αναφέρθηκαν επί του ζητήματος στη γνωστή υπόθεση Alfred Dunhill Ltd v. Sunoptics,[1] θεωρώ ορθό και δίκαιο να μην επιδικάσω τα έξοδα που προβλέπονται για τη σύνταξη της ένορκης αυτής δήλωσης έχοντας επιπροσθέτως υπόψη πάνω σε αυτό τις κατ' αναλογίαν εφαρμοζόμενες, θεωρώ, πρόνοιες της Δ.39 Θ
- (Υπ.)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. [1]Προσθήκη Δικαστηρίου: Βλ.
(1979)F.S.R. 337, 352, 373. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο