Μαρίας - Ουρανίας Ανδρέα Αντωνίου ν. Μαρίας Ιωάννου Πεδουλίδη, Αρ. Αγωγής: 1842/08, 20 Ιουνίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1842/08 Μεταξύ: Μαρίας - Ουρανίας Ανδρέα Αντωνίου Ενάγουσας και Μαρίας Ιωάννου Πεδουλίδη Εναγόμενης --------------------- Ημερομηνία: 20 Ιουνίου, 2008. Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα - αιτήτρια: Ο κ. Α. Πετουφάς. Για την εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση: Η κ. Χ. Μάρκου. Αίτηση Ημερομηνίας 8.4.08 για Έκδοση Απαγορευτικού Διατάγματος Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Απευθείας από την Έδρα) Ζητείται η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος που να απαγορεύει και εμποδίζει την εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση, τους αντιπροσώπους, υπηρέτες και εργοδοτούμενους της από του να επεμβαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο επί του δικαιώματος διαβάσεως της ενάγουσας - αιτήτριας επί του ακινήτου της εναγόμενης - καθ' ης η αίτησης στον Καλοπαναγιώτη με αριθμό εγγραφής 22651, τεμάχιο 1577, Φ/Σχ. 37/9,10 («το ακίνητο»). Το δικαίωμα διαβάσεως φαίνεται στο Τεκμήριο Γ το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και είναι χρωματισμένο με κίτρινο χρώμα. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και συμπληρωματική ένορκη δήλωση του συζύγου της ενάγουσας - αιτήτριας, Αντρέα Αντωνίου, ο οποίος παραθέτει και επεξηγεί τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το αίτημα. Αρχικώς, η αίτηση είχε υποβληθεί μονομερώς πλην όμως, για λόγους που φαίνονται στο πρακτικό, το Δικαστήριο διάταξε την επίδοση της προς την εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση. Υπάρχει ένσταση στην έκδοση του διατάγματος, με τους λόγους που τη συνθέτουν να διατυπώνονται στις παραγράφους 1-4 στο σώμα της Ειδοποίησης περί Πρόθεσης Υποβολής Ένστασης, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και απαντητική ένορκη δήλωση του γιου της εναγόμενης - καθ' ης η αίτηση Πανίκου Ναζίρη όπως και από ένορκη δήλωση του αρχιτέκτονα Χρήστου Χρήστου, στις οποίες εξηγούνται και διευκρινίζονται οι λόγοι ένστασης. Δε δόθηκε προφορική μαρτυρία. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανάπτυξαν τις εισηγήσεις τους στη βάση του περιεχομένου της αίτησης και ένστασης αντιστοίχως, εφοδιάζοντας συνάμα το Δικαστήριο με επιμελή περιγράμματα της αγόρευσης τους. Πολύ συνοπτικά, η θέση του κ. Πετουφά είναι ότι ισχύουν όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία και αναλύει η νομολογία για την έκδοση του ζητούμενου διατάγματος, ενώ αντιθέτως η θέση της κ. Μάρκου είναι ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν ικανοποιούνται, με αδήριτη συνεπώς την αναγκαιότητα για απόρριψη του αιτήματος. Χωρίς να υποβιβάζεται η σημασία όλων των άλλων που ανάφεραν οι δικηγόροι, εκείνο που ξεχωρίζει ιδιαίτερα λόγω των συνεπειών που μπορεί να έχει η αποδοχή του ως προς το πώς διαμορφώνεται η πραγματική βάση επί της οποίας θα πρέπει να αποφασισθεί η αίτηση, είναι το επιχείρημα της κ. Μάρκου ότι το γεγονός της μη επίδοσης στην πλευρά τους τής συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της ενάγουσας - αιτήτριας, αποστερεί από την τελευταία τη δυνατότητα να επικαλεστεί το περιεχόμενο της αφού η παράληψη επίδοσης με βάση τη Δ.48 Θ3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών δεν είναι θεραπεύσιμη δυνάμει των διατάξεων της Δ.64 Θ1, όπως αποφασίστηκε στην απόφαση Οικονομίδου ν. Χριστοδούλου και Υιοί Λτδ
(2005)1(Γ) Α.Α.Δ. 1157, με αποτέλεσμα τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση να περιορίζονται μόνον σε εκείνα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει από την αρχή την αίτηση και όχι και σε αυτά που διατυπώνονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αξιολόγησα όλες τις εισηγήσεις των συνηγόρων. Προέχει η εξέταση τού κατά πόσον θα πρέπει ή όχι να ληφθεί υπόψη το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης διότι το ζήτημα, αυτονόητα, άπτεται του ποια θα είναι τελικώς η βάση εκ πλευράς ενάγουσας - αιτήτριας επί της οποίας θα πρέπει να κριθούν τα πράγματα με αναφορά ασφαλώς στο αντίστοιχο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Προκύπτει από το φάκελο ότι, όντως, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν επιδόθηκε στην εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση και συνεπώς, με βάση το σκεπτικό της απόφασης Οικονομίδου (ανωτέρω), η θέση της κ. Μάρκου δε μπορεί παρά να γίνει αποδεκτή, με επακόλουθο το περιεχόμενο τής συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αλλά, βεβαίως, και της απαντητικής ένορκης δήλωσης της εναγόμενης - καθ' ης η αίτηση να μην επιτρέπεται να ληφθεί υπόψη. Αντιλήφθηκα τη θέση της κ. Μάρκου να έχει και μια άλλη πτυχή (που δεν έχει πλέον ιδιαίτερη σημασία λόγω της πιο πάνω κατάληξης), ότι δηλαδή, λόγω του εκπρόθεσμου της καταχώρησης τής συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αυτή να μην πρέπει να ληφθεί υπόψη. Τούτη όμως η έκφανση του επιχειρήματος, αν ορθώς το κατανόησα, δε θα μπορούσε να ευσταθήσει, όχι γιατί, ενδεχομένως, στερείται νομικού ορθολογισμού αλλά διότι δεν υποστηρίζεται από το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο αφού, για κάποιους άγνωστους λόγους, δεν αναγράφεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ούτε η ημέρα που ο ενόρκως δηλών ορκίστηκε ενώπιον του Πρωτοκολλητή αλλά ούτε και η ημερομηνία καταχώρησης της στο φάκελο της υπόθεσης. Αξιολόγησα το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση καθώς και αυτής που συνοδεύει την ένσταση με τα επισυναπτόμενα τεκμήρια όπως και το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Η προσέγγιση της μαρτυρίας σε ενδιάμεσες διαδικασίες όπως η παρούσα που σκοπό έχει την κατάληξη σε συμπέρασμα περί της ικανοποίησης των προϋποθέσεων έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος βάσει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, πρέπει να γίνεται με κατά νουν την αρχή ότι, σε αυτό το στάδιο, δεν είναι επιτρεπτή η ανάλυση της μαρτυρίας με στόχο την απόδειξη των προβαλλόμενων δικαιωμάτων ή των οποιωνδήποτε ισχυρισμών για στοιχειοθέτηση είτε της ενδιάμεσης θεραπείας είτε άλλων παρεμφερών ζητημάτων. Η αντιπαραβολή της μαρτυρίας και η αξιολόγηση της προς αποκρυστάλλωση των αληθινών γεγονότων θα πρέπει να λαμβάνει χώραν στο στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς και όχι ενδιαμέσως. Από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης αλλά και από όλα όσα με επιμέλεια παρεμφερώς και με αναφορά σε αυτό κατάδειξε η ευπαίδευτη δικηγόρος της εναγόμενης - καθ' ης η αίτηση περί της διάπλασης και ισχύος του αγώγιμου δικαιώματος στην προκειμένη περίπτωση με βάση την κυπριακή και αγγλική νομολογία, φαίνεται να καταδεικνύει επαρκώς στην ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Άρα η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, ικανοποιείται. Αναφορικώς με την ύπαρξη πιθανότητας η ενάγουσα - αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία, εκείνο που πρέπει να εξεταστεί είναι η απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας της αγωγής σε βαθμό όμως λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Απαιτείται με άλλα λόγια η κατάδειξη ορατού ενδεχομένου επιτυχίας της αγωγής. Η διακρίβωση της πιθανότητας αυτής γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα τα οποία να δείχνουν προς την ύπαρξη μιας τέτοιας πιθανότητας. Οι παράγραφοι 1-6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση είναι παραδεκτές, με την επιφύλαξη όμως της εναγόμενης - καθ' ης η αίτηση ότι ουδέποτε επιχείρησε κατάργηση ή έστω αρνητικό επηρεασμό, όπως λέγει, του δικαιώματος διαβάσεως με τις οικοδομικές εργασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη στο ακίνητο. Οι εργασίες αυτές εκτελούνται καθώς φαίνεται στη βάση όλων των νενομισμένων αδειών, όπως αναδύεται από το Τεκμήριο 1. Με βάση το τεκμήριο αυτό και δη την παράγραφο ΙΙΙ
(7)(β)(ιι), που αφορά στους όρους για την παραχώρηση της άδειας οικοδομής, το υφιστάμενο δικαίωμα διάβασης, δηλαδή το επίδικο, δεν πρέπει να επηρεαστεί. Όπως όμως σωστά επισημαίνει ο κ. Πετουφάς, δε διευκρινίζεται στην άδεια οικοδομής ο τρόπος με τον οποίο θα επιτευχθεί ο μη επηρεασμός του υφιστάμενου δικαιώματος διάβασης και τα δικαιώματα τρίτων ούτε και επισυνάπτονται οποιαδήποτε αρχιτεκτονικά ή άλλα σχέδια ή γίνεται τέλος πάντων οποιαδήποτε άλλη σχετική μνεία αναφορικώς με το ζήτημα. Το θέμα βεβαίως δεν υπέχει τυπική υφή και δεν καθάπτεται οποιασδήποτε άλλης έκφανσης παρά της κατάδειξης με ουσιαστικό τρόπο της διασφάλισης ή των μηχανισμών για διασφάλιση του δικαιώματος διάβασης. Είναι γεγονός και το επισημαίνει και τούτο ο κ. Πετουφάς, ότι στην ένορκη δήλωση του αρχιτέκτονα Χρήστου Χρήστου αναφέρεται στην παράγραφο 4 ότι: «Εξ' όσων κάλλιο γνωρίζω και ειλικρινά πιστεύω, τα αρχιτεκτονικά σχέδια με όλες τους τις πιθανές τροποποιήσεις βάση των οποίων εκτελούνται και θα εκτελεστούν οι οικοδομικές εργασίες δεν περιλαμβάνουν κατασκευή ή κτίσμα που καταργεί ή απειλεί το δικαίωμα διάβασης της Ενάγουσας ενόψει και της πρόθεσης της Εναγόμενης να αφήσει άνοιγμα στον εξωτερικό τοίχο που στο μέλλον θα συνορεύει με το τεμάχιο της Ενάγουσας, πρόθεση που επιβεβαιώνεται από την ήδη κατασκευασθείσα ράμπα που καταλήγει στο ακίνητο της Ενάγουσας.» Από την αναφορά στο απόσπασμα αυτό της ένορκης δήλωσης του αρχιτέκτονα, στην ίδια παράγραφο, ότι δηλαδή: «ενόψει και της πρόθεσης της Εναγόμενης να αφήσει άνοιγμα στον εξωτερικό τοίχο που στο μέλλον θα συνορεύει με το τεμάχιο της Ενάγουσας», εξάγεται σε σχέση με το δικαίωμα διάβασης ότι πολλά αφήνονται στις καλές προθέσεις της εναγόμενης - καθ' ης η αίτηση η οποία προτίθεται να αφήσει άνοιγμα στον εξωτερικό τοίχο της οικοδομής για να ενασκείται έτσι το εν λόγω δικαίωμα με αποτέλεσμα η ενάγουσα - αιτήτρια να πρέπει να περνά μέσα από την οικοδομή της εναγόμενης - καθ' ης η αίτηση για να μπορεί να πηγαίνει στο σπίτι της. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας όπως προσδιορίστηκε πιο πάνω, καθώς και τα κατατεθέντα τεκμήρια, κρίνω ότι υπάρχει πραγματικώς ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής, με τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση να είναι αρκούντως ακριβή και στοχευμένα προς αυτή την κατεύθυνση. Ως εκ τούτου ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Σε ό,τι αφορά στην τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, τούτο εξετάζεται κάτω από το πρίσμα του κατά πόσον η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής ή όχι με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά και της ύπαρξης τέτοιων άλλων περιστάσεων που ενδεχομένως να σταχυολογούσαν τα πράγματα με τρόπο που, ως ζήτημα γεγονότος, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια τέτοια διαπίστωση. Συγκλίνω και πάνω σε αυτή τη πτυχή με την εισήγηση του κ. Πετουφά ότι είναι δύσκολο αν όχι αδύνατον να προσδιοριστεί ή να αποτιμηθεί σε χρήμα η απώλεια της ενάγουσας - αιτήτριας αναφορικώς με τα εδώ επίδικα σε περίπτωση που το Δικαστήριο δε θα ενέκρινε την έκδοση του διατάγματος. Η επιδίκαση αποζημιώσεων δε θα ήταν εν προκειμένω επαρκής θεραπεία για κατοχύρωση του δικαιώματος διάβασης, χώρια από το γεγονός ότι, πράγματι, ένεκα της φύσης του προβαλλόμενου δικαιώματος θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η απονομή πλήρους δικαιοσύνης στο τέλος της υπόθεσης αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Συνεπώς ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Τα πράγματα συγκλίνουν επίσης υπέρ της αποδοχής του αιτήματος και όταν εξεταστούν με υπόψη το ισοζύγιο της ευχέρειας όπου αποφασίζεται το εύλογο και το δίκαιο της απόφασης για έκδοση του διατάγματος. Η ζημιά και η ταλαιπωρία που θα υποστεί η ενάγουσα - αιτήτρια, ιδιαίτερα λόγω του γεγονότος ότι είναι τυφλή και μερικώς ανάπηρη με αποτέλεσμα η διακίνηση της στον επίδικο χώρο να δυσχεραίνεται κατά τα φαινόμενα ακόμη περισσότερο ως εκ της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων, γέρνει αναπόδραστα τη ζυγαριά προς όφελος της. Οι αναφορές του κ. Πετουφά σε ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας, Κεφ. 6, κρίνονται ως άτοπες αφού το άρθρο αυτό δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση καθότι η αρχικώς καταχωρισθείσα ως μονομερής αίτηση μετατράπηκε σε δια κλήσεως με τη διαταγή για επίδοση της στην εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, το Δικαστήριο ενασκεί τη διακριτική του ευχέρεια και εγκρίνει το αίτημα. Εκδίδεται διάταγμα ως το αιτητικό (Α) της αίτησης. Το διάταγμα θα ισχύει μέχρι εκδικάσεως και πλήρους αποπερατώσεως της αγωγής. Η συμμόρφωση με τις πρόνοιες του διατάγματος θα λάβει χώραν αμέσως με την επίδοση του διατάγματος. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - αιτήτριας και εναντίον της εναγόμενης - καθ' ης η αίτηση, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της υπόθεσης. Και κάτι τελευταίο το οποίο εντούτοις το Δικαστήριο θεωρεί ότι έχει τη δική του βαρύτητα σε αυτό το στάδιο της υπόθεσης. Είναι πολύ σημαντικό μετά την έκδοση οποιουδήποτε απαγορευτικού διατάγματος η αγωγή να ορίζεται τάχιστα για ακρόαση, αφού ασφαλώς τηρηθούν πρώτα με ευλάβεια όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.30 και τούτο για να επιταχυνθούν τα πράγματα ακόμη περισσότερο και να περιοριστούν τα επίδικα γεγονότα στα απολύτως αναγκαία, με δεδομένο ασφαλώς ότι, ακριβώς, λόγω και της υφιστάμενης ισχύος του διατάγματος, να είναι άδικο για την εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση να μην έχει την ευκαιρία να ακουστεί στην κυρίως αγωγή το συντομότερο δυνατόν για όλους τους αυτονόητους λόγους που σχετίζονται με την ύπαρξη του εναντίον της απαγορευτικού διατάγματος και τούτο πηγάζει, κατά κάποιον τρόπον, τηρουμένων ασφαλώς των αναλογιών δεδομένων των διαφοροποιήσεων στα γεγονότα και περιστάσεις και από το σκεπτικό της απόφασης Αναφορικά με την Αίτηση της Εταιρείας Quantum Telecommunications Ltd
(2005)1(B) Α.Α.Δ. 901. Ως εκ τούτου, η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 9.7.08 και ώρα 9:00 π.μ., έτσι ώστε μέχρι τότε, να έχει καταχωρισθεί η Έκθεση Απαίτησης εκ πλευράς ενάγουσας - αιτήτριας. Τη μέρα εκείνη θα δοθούν οδηγίες για την καταχώρηση της Υπεράσπισης από την εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση και τυχόν Απάντησης από μέρους της ενάγουσας - αιτήτριας. Ο ορισμός γίνεται με αυτό τον τρόπο έτσι ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να παρακολουθεί με πιο ευχερή τρόπο την εξέλιξη της υπόθεσης δεδομένου ότι μετά την 9.7.08, αρχίζουν οι δικαστικές θερινές διακοπές. Με την τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων, η υπόθεση θα αρχίσει να εκδικάζεται περί τα τέλη Σεπτεμβρίου αρχές Οκτωβρίου τρέχοντος έτους. (Υπ.)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο