← Κύπρος

Rosamara Trading Ltd ν. Telsim Mobil Telekomunikasyon Hizmetleri AS, Αρ. Αγωγής: 2779/06, 23 Ιουνίου, 2008

Rosamara Trading Ltd ν. Telsim Mobil Telekomunikasyon Hizmetleri AS, Αρ. Αγωγής: 2779/06, 23 Ιουνίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A136 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2779/06 Μεταξύ: Rosamara Trading Ltd Εναγόντων και Telsim Mobil Telekomunikasyon Hizmetleri A.S. Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερομ. 30.3.2007 για Ακύρωση Διατάγματος και Διαφοροποίηση των Όρων Εγγύησης 23 Ιουνίου,

  1. Για τους Αιτητές-εναγόμενους: κ. Ρ. Βραχίμης Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-ενάγοντες: κ. Μ. Μιχαηλίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 26.4.2006 οι ενάγοντες, Κυπριακή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο, προσέφυγαν στο Δικαστήριο αξιώνοντας από τους εναγόμενους το συνολικό ποσό το USD 738.122.856, πλέον τόκο προς 15%. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησής τους οι εναγόμενοι τους οφείλουν το πιο πάνω ποσό δυνάμει έξη χρεωστικών γραμματίων και/ή γραμματίων σε διαταγή και/ή χρεωστικών ομολόγων και/ή συναλλαγματικών και/ή εγγράφων αναγνώρισης χρέους. Δύο μέρες αργότερα, την 28.4.2006, οι ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση ζητώντας από το Δικαστήριο την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίον να απαγορεύει στην εναγόμενη εταιρεία από του να μεταβιβάσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή ενοικιάσουν και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπον αποξενώσουν οιαδήποτε ιδιοκτησιακά δικαιώματα του ενεργητικού κεφαλαίου της, μαζί με όλα τα δικαιώματα επί των προσόδων του ενεργητικού κεφαλαίου της εταιρείας μέχρι εκδικάσεως και/ή εκδόσεως τελικής αποφάσεως εις την υπό τον άνω αριθμόν και τίτλο αγωγή και/ή μέχρι περαιτέρω και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίον να απαγορεύει στην εναγόμενη εταιρεία από του να εισπράξει και/ή αξιώσει πληρωμή οιονδήποτε ποσών μέχρι του ποσού των Δολαρίων Αμερικής $738,122,856, προερχόμενα από εισοδήματα γραπτών μηνυμάτων (sms), εισοδήματα διεθνών κλήσεων, εισοδήματα κλήσεων δεδομένων, (data call revenues), εισοδήματα δορυφορικών κλήσεων (GPRS Call Revenues) εισοδήματα φωνητικών μηνυμάτων, και εισοδήματα περιαγωγής κλήσεων (Roaming revenues) από τις εταιρείες οι οποίες αναφέρονται στον επισυνημμένο κατάλογο, καθώς επίσης και οιονδήποτε άλλο εισόδημα παραγόμενο ως αποτέλεσμα διεθνών συμφωνιών μεταξύ της καθ΄ ης η αίτηση και των εταιρειών οι οποίες αναφέρονται στον επισυνημμένο κατάλογο.» Στις 11:00 π.μ. της ίδιας ημέρας, η Αίτηση τέθηκε ενώπιον Επαρχιακού Δικαστή, προφανώς λόγω του προγράμματος των διακοπών του Πάσχα. Το Δικαστήριο, μετά από παράκληση του συνήγορου των εναγόντων, την όρισε προς εξέταση μετά από λίγη ώρα, στις 11:45 π.μ., προκειμένου να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Όπως επίσης εντοπίζεται από τη συνέχεια του πρακτικού της ημερομηνίας αυτής, λίγο αργότερα, στις 12 μ., το Δικαστήριο, αφού μελέτησε την Αίτηση και τις υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις, σε συνάρτηση με την αγωγή, εξέδωσε προσωρινό διάταγμα ως οι πιο πάνω παράγρ. Α και Β της Αίτησης. Έθεσε δε όρο την υπογραφή εκ μέρους των Αιτητών εγγύησης ύψους Λ.Κ.1.000.000 «για τυχόν ζημιές που ήθελαν προκληθεί από την έκδοση του εν λόγω διατάγματος». Το εκδοθέν διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο για τις 8.5.
  2. Το Δικαστήριο, πέραν της πιο πάνω αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, επιλήφθηκε ταυτόχρονα και αίτησης για υποκατάστατη επίδοση, ίδιας ημερομηνίας, 28.4.
  3. Ως αποτέλεσμα, διέταξε, μεταξύ άλλων, όπως η επίδοση των ήδη εκδοθέντων διαταγμάτων λάβει χώρα είτε με διπλοσυστημένη επιστολή, είτε μέσω της διεθνούς εταιρείας μεταφορών DHL, στη διεύθυνση των εναγομένων, στη Τουρκία. Στις 8.5.2006 την υπόθεση χειρίστηκε Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Οι ενάγοντες παρουσίασαν κατά την ημερομηνία αυτή ένορκη δήλωση υπαλλήλου της εταιρείας DHL, η οποία βεβαίωνε ότι το προσωρινό διάταγμα παραδόθηκε στη διεύθυνση των εναγομένων. Με βάση αυτά, και στην απουσία των εναγομένων, το Δικαστήριο κατέστησε απόλυτα τα ενδιάμεσα διατάγματα ημερ. 28.4.
  4. Η απόφαση αυτή, αλλά και η ίδια η μορφή της εγγύησης που κάλυπτε την έκδοση των διαταγμάτων, αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Οι εναγόμενοι, με αίτησή τους ημερ. 30.3.2007, εξαιτούνται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την δικαστική απόφαση να γίνει το ενδιάμεσο δικαστικό διάταγμα/απόφαση (interim order) στην πιο πάνω υπόθεση απόλυτο εναντίον της και/ή την δικαστική απόφαση στις 8 Μαϊου
  5. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάζει την ενάγουσα - καθ΄ ης η αίτηση να καταχωρήσει εξασφάλιση υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης ή άλλη ανάλογη εξασφάλιση στη ικανοποίηση του πρωτοκολλητή προς εξασφάλιση του εγγυητηρίου του £1000000,00, το οποίο υπέγραψε στις 28.4.06 με το οποίο κατέστη δυνατή η έκδοση και/ή ως αποτέλεσμα της έκδοσης ενδιάμεσης δικαστικής απόφασης/διατάγματος (interim order) στην πιο πάνω υπόθεση ημερομηνίας 28.4.2006, η οποία/οποίο κατέστη απόλυτη/ο στις 8 Μαϊου 2006, η οποία καταχώρηση εξασφάλισης να αποτελεί προϋπόθεση για την συνέχιση της ισχύος της ενδιάμεσης δικαστικής απόφασης/διατάγματος (interim order).» Παρεμβάλλω, προς ολοκλήρωση της εικόνας, ότι από τις 8.5.2006, ημερομηνίας οριστικοποίησης του προσωρινού διατάγματος, μέχρι τις 30.3.2007 που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, έλαβαν χώρα άλλα διαδικαστικά βήματα ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, στις 31.5.2006, οι εναγόμενοι καταχώρησαν μονομερή αίτηση ζητώντας άδεια του Δικαστηρίου προκειμένου να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης υπό όρους ή διαμαρτυρία. Ανάλογο διάταγμα εκδόθηκε από το Δικαστήριο αυθημερόν, με την προϋπόθεση όπως εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου καταχωρηθεί αίτηση για ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος και/ή απόρριψη της αγωγής. Κατ΄ ακολουθία, οι εναγόμενοι, στις 20.6.2006, καταχώρησαν αίτηση ζητώντας διατάγματα ακύρωσης και/ή παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος, θέτοντας ζήτημα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Μεταξύ άλλων ζητούσαν επίσης διάταγμα το οποίο να αναστέλλει κάθε διαδικασία για το λόγο ότι το Δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο βήμα (forum convenience) να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Μετά από μακρά διαδικασία, το Δικαστήριο, με Ενδιάμεση Απόφασή του ημερ. 27.2.2007, απέρριψε την αίτηση εν μέρει, αφήνοντας το ζήτημα της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων για να αποφασιστεί στα πλαίσια της κυρίως δίκης. Ένα περίπου μήνα μετά την πιο πάνω εξέλιξη καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, η οποία συνοδευόταν αρχικά από υποστηρικτική ένορκη δήλωση κάποιου David Graham Hughes, Άγγλου συνήγορου των εναγομένων. Το περιεχόμενο της ένορκης αυτής δήλωσης εξαντλείται, κατά κύριο λόγο, στην προσέγγισή του ενόρκως δηλούντα επί της νομικής υφής των ζητημάτων που καλύπτει η αίτηση. Στο μέρος δε που αφορά τα γεγονότα εδράζονται οι θέσεις του επί πληροφοριών που έλαβε από αξιωματούχους και υπαλλήλους των εναγομένων. Είναι για τους λόγους αυτούς που ο κ. Βραχίμης, μετά από σχετική άδεια του Δικαστηρίου, προχώρησε στην καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, με ενόρκως δηλούντες τρεις Τούρκους υπηκόους: Τη δικηγόρος Gokce Guler Sirin, η οποία κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν νομική σύμβουλος στο Τμήμα Διεθνών Νομικών Υποθέσεων των εναγομένων, τον Mehmet Tasaltin, Διευθύνων Σύμβουλο των εναγομένων κατά τους κρίσιμους χρόνους και τον Maruf Zenger, λογιστή. Οι δύο πρώτοι από αυτούς παρουσιάστηκαν και ενώπιον του Δικαστηρίου και αντεξετάστηκαν επί συγκεκριμένων σημείων των ενόρκων δηλώσεών τους. Θα επιχειρήσω να καταγράψω τα σημαντικά για τη διαδικασία στοιχεία της μαρτυρίας τους, με καθοδήγηση τις εισηγήσεις που προώθησε τελικά ο συνήγορος των εναγομένων, κι όπως αυτά μπορούν να συνοψιστούν μέσα από τις μακροσκελείς ένορκες δηλώσεις τους. Η Sirin εργοδοτήθηκε στους εναγόμενους το
  6. Παρέμεινε στην υπηρεσία τους μέχρι την 24.5.2006, οπόταν όλα τα περιουσιακά στοιχεία των εναγομένων μεταβιβάστηκαν στη Vodafone Telekomunikasyon A.S. (Vodafone). ΄Εκτοτε εργοδοτείται στην εταιρεία αυτή. Θέτει ότι λόγω των καθηκόντων που είχε κατά το χρόνο υπηρεσίας της στους εναγόμενους, θα έπρεπε να γνώριζε κατά πόσο υπήρχαν τα έξη έγγραφα αναγνώρισης χρέους που αποτελούν τη βάση αγωγής. Είναι ουσιαστική της θέση ότι θα έπρεπε να είχε ληφθεί η συμβουλή της το Μάιο του 2003, προκειμένου να ετοιμαστούν τα έγγραφα αυτά. Τουλάχιστον δε, θα έπρεπε να είχε ρωτηθεί η ίδια προτού αυτά υπογραφούν. Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι παρουσιάζονται στα έγγραφα να έχουν ως αποκλειστική δικαιοδοσία τα Κυπριακά Δικαστήρια, την οδηγούν στο απόλυτο συμπέρασμα πως αυτά είναι πλαστά. Είναι η θέση της ότι όλες οι διεθνείς συμβάσεις των εναγομένων καλύπτονται από τους νόμους της Τουρκίας και σε περίπτωση που αυτό δεν γινόταν αποδεκτό από αντισυμβαλλόμενο μέρος, ισχύον δίκαιο οριζόταν το Ελβετικό, το οποίο σε πολλούς τομείς προσομοιάζει με το Τουρκικό. Συμπληρώνει ότι μέχρι της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων στη Vodafone η εναγόμενη ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία τηλεφωνίας στην Τουρκία και σε καμία περίπτωση θα συμφωνούσαν να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε σύμβαση η οποία θα στηριζόταν ή θα διέπετο από το Κυπριακό δίκαιο και η οποία θα ενέπιπτε στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Πέραν των πιο πάνω, το δεύτερο σκέλος της ένορκης δήλωσης της Sirin καλύπτει τη θέση των εναγομένων πως το προσωρινό διάταγμα ουδέποτε τους επιδόθηκε και ως εκ τούτου δεν είχαν τη δυνατότητα να γνωρίζουν περί της ύπαρξής του και της ημερομηνίας ορισμού του, προκειμένου να εμφανιστούν. Ισχυρίζεται ότι για πρώτη φορά οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση περί της ύπαρξης εναντίον τους διατάγματος την 11.5.2006, μέσω ενός άρθρου το οποίο δημοσιεύθηκε στο διαδίκτυο. Όταν η ίδια διάβασε αυτό το άρθρο επικοινώνησε με δικηγόρο στην Κύπρο, στον οποίο απέστειλε αντίγραφο και του ζήτησε να εξετάσει την περίπτωση και να την ενημερώσει σχετικά. Πράγματι, την επόμενη, 12.5.2006, ο Κύπριος δικηγόρος την πληροφόρησε ότι μετά από έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου εντόπισε να υπάρχει ένορκος δήλωση από υπάλληλο της διεθνούς εταιρείας μεταφορών DHL, ο οποίος βεβαίωνε ότι παραδόθηκε ένας φάκελος με έγγραφα στους εναγόμενους στην Κωνσταντινούπολη, και συγκεκριμένα σε κάποιο Zeki Goen, την 1.5.2006 και ώρα 14:
  7. Η μάρτυρας βεβαιώνει πως τέτοιο πρόσωπο δεν εργοδοτείται από τους εναγόμενους, ούτε αυτοί έλαβαν ποτέ οποιοδήποτε σχετικό φάκελο. Η πιο πάνω μάρτυρας παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και αντεξετάστηκε επί της ενόρκου δηλώσεώς της, επιμένοντας ουσιαστικά στις βασικές της θέσεις. Δέχθηκε ότι η πώληση των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων στη Vodafone έλαβε χώρα λίγες μέρες μετά την έκδοση του διατάγματος, πρόσθεσε όμως ότι οι εναγόμενοι δεν ενήργησαν κατά παράβαση οποιουδήποτε διατάγματος, αφού ουδέποτε τους επιδόθηκε τέτοιο διάταγμα. Η ένορκος δήλωση του Tasaltin καλύπτει ουσιαστικά τη θέση των εναγομένων ότι τα επίδικα χρεωστικά έγγραφα είναι πλαστά και/ή αποτελούν προϊόν δόλου. Είναι ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα ότι εκ της θέσεώς του ως διευθυντή των εναγομένων θα γνώριζε εάν όντως είχαν εκδοθεί νομότυπα τα επίδικα χρεωστικά έγγραφα. Κατά απόλυτο τρόπο θέτει ότι ουδέποτε οι εναγόμενοι εξέδωσαν τα επίδικα αυτά έγγραφα κι ούτε είχαν οποιεσδήποτε συναλλαγές με τους ενάγοντες, ούτως ώστε να καθίσταται αναγκαία τέτοια έκδοση. Προσθέτει ότι αυτά ήταν εικονικά και αποτέλεσμα δόλου, με αποκλειστικό σκοπό την υφαρπαγή χρημάτων από τους εναγόμενους κατά το χρόνο πώλησης των περιουσιακών τους στοιχείων στη Vodafone. Κατονομάζει δε συγκεκριμένο πρόσωπο, κάποιο Murat Hakan Uzan, ως εμπλεκόμενο στις δόλιες αυτές ενέργειες, και δίδει λεπτομέρειες της σχέσης του προσώπου αυτού με τους εναγόμενους και το λόγο που τον οδήγησε στις συγκεκριμένες παράνομες πράξεις. Προσθέτει ακόμη ο ενόρκως δηλών ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν ούτε έχουν κανένα περιουσιακό στοιχείο στα όρια της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, ούτε και είχαν ποτέ οποιεσδήποτε σχέσεις με τους ενάγοντες, οι οποίες θα δικαιολογούσαν την ύπαρξη των επίδικων χρεωστικών εγγράφων ύψους USD738.000.
  8. Η παρουσία του στο Δικαστήριο και η αντεξέτασή του δεν πρόσθεσαν οτιδήποτε ουσιαστικό στα πλαίσια που καλύπτει η παρούσα διαδικασία. Επανέλαβε, βασικά, ισχυρισμούς που καλύπτονται από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής του. Ο τελευταίος ενόρκως δηλών εκ μέρους των Αιτητών, ο Zenger, βεβαιώνει ότι από λογιστικό έλεγχο που έκαμε στα βιβλία της εταιρείας σχετικά με την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουνίου του 2003, δεν εντόπισε οτιδήποτε το οποίο να ανταποκρίνεται ή να συνάδει με τις λεπτομέρειες απαίτησης των εναγόντων εναντίον των εναγομένων, σχετικά δηλαδή με τα διεκδικούμενα στην απαίτηση ποσά που καλύπτουν τα έξη χρεωστικά έγγραφα. Για τους ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση ορκίστηκαν προς υποστήριξη της ένστασής τους δύο πρόσωπα: Ο οικονομικός διευθυντής της ενάγουσας Πανίκος Σενέκκης και η υπάλληλος στο γραφείο του δικηγόρου της ενάγουσας εταιρείας Άννα Κοζάκου. Ο Σενέκκης, πέραν των νομικών θέσεων που, αχρείαστα, καλύπτει στην ένορκη δήλωσή του, θέτει ότι το επίδικο διάταγμα και η ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος, επιδόθηκαν, σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, στους εναγόμενους μέσω της DHL. Προσθέτει ότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν στις 31.5.2006 σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και ακολούθως, την 20.6.2006, αίτηση για ακύρωση, μεταξύ άλλων, του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή της επίδοσής του λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ο πιο πάνω μάρτυρας αντεξετάστηκε από το δικηγόρο των εναγομένων κατ΄ ακολουθία σχετικής άδειας του Δικαστηρίου. Δέχθηκε ότι ο ίδιος δεν είχε καμιά εμπλοκή στην προσπάθεια επίδοσης του διατάγματος και ότι τις σχετικές λεπτομέρειες πληροφορήθηκε από το δικηγόρο των εναγόντων. Δέχθηκε επίσης ότι δεν παγοποιήθηκαν οποιαδήποτε ποσά στα όρια της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, ούτε και ενεγράφη το διάταγμα σε οποιαδήποτε άλλη χώρα προς το σκοπό εφαρμογής του. Τα υπόλοιπα μέρη της αντεξέτασής του περιστράφηκαν γύρω από τις οικονομικές δυνατότητες της ενάγουσας εταιρείας. Σε όση έκταση αυτό είναι χρήσιμο θα επεκταθώ σε κατοπινό στάδιο, κατά την εξέταση του αιτήματος για τροποποίηση των όρων εγγύησης. Στην ένορκη δήλωσή της η Κοζάκου αναφέρεται στις ενέργειές της προκειμένου να επιδοθεί το διάταγμα στους εναγόμενους. Σύμφωνα με τη θέση της, στις 28.4.2006, και κατόπιν οδηγιών του συνηγόρου των εναγόντων, ετοίμασε φάκελο ο οποίος περιείχε «όλα τα αναγκαία προς επίδοση έγγραφα, σύμφωνα με τα σχετικά διατάγματα του Δικαστηρίου». Ακολούθως, αντιπρόσωπος της DHL παρέλαβε το φάκελο αυτό από το δικηγορικό γραφείο του κ. Μιχαηλίδη. Την 5.5.2006 πληροφορήθηκε η μάρτυρας από τη DHL ότι ο φάκελος παραδόθηκε στους εναγόμενους στη δοθείσα διεύθυνση, την 1.5.
  9. Αντεξεταζόμενη, επίσης μετά από άδεια του Δικαστηρίου, η ενόρκως δηλούσα ανάφερε ότι το γραφείο στο οποίο εργοδοτείται συνεργάζεται με τη DHL και γνωρίζει το πρόσωπο που παρέλαβε τον υπό αναφορά φάκελο προκειμένου να τον αποστείλει στους εναγόμενους. Διευκρίνισε, τέλος, ότι η ίδια κατέγραψε τη διεύθυνση των εναγομένων στο φάκελο, όπως αυτή αναφέρεται στο επίδικο διάταγμα. Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών αποτυπώνονται και οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις ως προς την όλη διάσταση της αίτησης και της ένστασης. Θα τις καταγράψω επιγραμματικά κι όπου είναι απαραίτητο θα επεκταθώ στην πορεία της απόφασης. Ο κ. Βραχίμης εισηγήθηκε εκ μέρους των αιτητών ότι η ύπαρξη περιουσίας εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αποτελεί προϋπόθεση για έκδοση διατάγματος αυτής της μορφής. Πρόσθεσε δε πως παραμένει αδιαμφισβήτητο ότι οι εναγόμενοι δεν διαθέτουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο στα όρια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επικέντρωσε ακολούθως την προσοχή του στο ζήτημα της επίδοσης του προσωρινού διατάγματος στους εναγόμενους. Ήταν η θέση του πως η μόνη μαρτυρία που υπάρχει εκ μέρους των εναγόντων είναι ότι ένας φάκελος παραλήφθηκε στην Κωνσταντινούπολη από κάποιο Zeki Goen. Δεν υπάρχει μαρτυρία ποιο είναι αυτό το πρόσωπο. Αντίθετα, υπάρχει μαρτυρία των εναγομένων-αιτητών ότι τέτοιο πρόσωπο δεν βρισκόταν ποτέ στην υπηρεσία τους. Εν πάση περιπτώσει, εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος, καλή και νομότυπη επίδοση θα ήταν η παράδοση των οποιωνδήποτε δικαστικών εγγράφων σε αξιωματούχο ή πρόσωπο υπεύθυνο του επαγγελματικού χώρου των εναγομένων. Κατά προέκταση κάλεσε το Δικαστήριο να παραμερίσει, ex-debito justitiae, την επίδικη απόφαση για το λόγο και μόνο της μη ικανοποίησης της προϋπόθεσης της επίδοσης του διατάγματος. Εισηγήθηκε περαιτέρω ο κ. Βραχίμης ότι οι αιτητές έχουν καλή υπόθεση και εύλογη βάση να ενστούν στο ενδιάμεσο διάταγμα, στοιχείο που, πάντα κατά τη θέση του, προσμετρά σε κατάληξη για απόφαση παραμερισμού της διαταγής η οποία κατέστησε απόλυτο το διάταγμα. Δικαιολογώντας το χρόνο που παρήλθε από της έκδοσης της διαταγής με την οποία το διάταγμα κατέστη απόλυτο μέχρι της ημερομηνίας καταχώρησης της υπό εκδίκαση αίτησης, ο κ. Βραχίμης έθεσε ότι η παρατηρηθείσα καθυστέρηση δεν συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, δεδομένου ότι στο μεσοδιάστημα λάμβαναν χώρα άλλες διαδικασίες, οι οποίες ολοκληρώθηκαν με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε ένα περίπου μήνα πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Το υπόλοιπο μέρος της αγόρευσης του συνήγορου των αιτητών περιστράφηκε γύρω από το δεύτερο μέρος της αίτησης, της διαφοροποίησης δηλαδή των όρων εγγύησης η οποία συνοδεύει την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Είναι ουσιαστικά η θέση του ότι έχει καταδειχθεί πως οι ενάγοντες δεν είναι σε θέση να τιμήσουν την ανάληψη της υποχρέωσης για πληρωμή αποζημιώσεων της τάξης του Λ.Κ.1.000.000 που προβλέπει το εκδοθέν διάταγμα και συνεπώς θα πρέπει να διαφοροποιηθεί η μορφή εγγύησης ούτως ώστε να εξασφαλίζονται οι εναγόμενοι σε περίπτωση που αυτοί ήθελαν υποστεί ζημιές λόγω της έκδοσης του διατάγματος. Από την πλευρά του ο κ. Μιχαηλίδης εισηγήθηκε ότι οι Αιτητές βρίσκονται σε παρακοή του διατάγματος λόγω της μεταβίβασης των περιουσιακών τους στοιχείων στη Vodafone και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να τους επιτρέψει να ακουστούν στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι δικονομικά είναι αστήριχτη η εξεταζόμενη αίτηση και ότι, εν πάση περιπτώσει, ελλείπει το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορούσε να ελεγχθεί η ορθότητα και/ή η νομιμότητα της απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία κατέστη απόλυτο το διάταγμα. Πρόσθεσε ακόμη ότι ο ενόρκως δηλών Tasaltin δεν διεφάνη να είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκή του δήλωση, ούτε, όπως ο ίδιος ανάφερε, είναι γνώστης της αγγλικής γλώσσας, ούτως ώστε να ήταν σε θέση να υπογράψει την ένορκή του δήλωση σε αυτή τη γλώσσα. Αμφισβήτησε επίσης την ύπαρξη εξουσιοδότησης προς υποβολή ένορκης δήλωσης και εκ μέρους της Sirin. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο ευπαίδευτος συνήγορος στη θέση του ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα και χωρίς να δικαιολογηθεί επαρκώς η καθυστέρηση αυτή, προσθέτοντας ότι το γεγονός πως οι εναγόμενοι επέλεξαν να ακολουθήσουν άλλες διαδικασίες δεν είναι επαρκής δικαιολογία. Σε σχέση με την επίδοση του προσωρινού διατάγματος ήταν η θέση του ότι αυτή έγινε κατά τον ορθό τρόπο και σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Το γεγονός δε ότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης εντός της προθεσμίας η οποία προβλεπόταν από το σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, καταδεικνύει ότι παρέλαβαν όλα τα σχετικά δικαστικά έγγραφα, τα οποία και βρίσκονταν στον ίδιο φάκελο. Προκύπτει ως πρώτο ζήτημα για εξέταση η θέση των καθ΄ ων η αίτηση περί ανυπαρξίας δικονομικού ή και άλλου πλαισίου μέσα στο οποίο θα ήταν δυνατό να ελεγχθεί η απόφαση ημερ. 8.5.2008, με την οποία το προσωρινό διάταγμα κατέστη απόλυτο. Επικαλέστηκαν δε προς στήριξη της εισήγησής τους τα λεχθέντα στην υπόθεση Στέλιος Μιχαηλίδης κ.ά. v. Μιχαήλ Σκορδή

(2002)1 ΑΑΔ
  1. Στην πιο πάνω απόφαση Μιχαηλίδης η έφεση στεφόταν εναντίον της πρωτόδικης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε αίτημα των εφεσειόντων για παραμερισμό διατάγματος φυλάκισης που εκδόθηκε εναντίον τους για παράλειψη πληρωμής μηνιαίων δόσεων. Οι εφεσείοντες υποστήριξαν ότι το διάταγμα εκδόθηκε στην απουσία τους, κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος. Αμφισβήτησαν επίσης τη δικαιοδοτική δυνατότητα έκδοσής του. Το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι στην αίτηση για παραμερισμό μόνοι σχετικοί, από δικονομικής άποψης, ήταν ο Καν. 5 της Δ.33 και ο Καν. 14 της Δ.
  2. Σημείωσε όμως ότι ο μεν πρώτος αφορά τη δυνατότητα παραμερισμού τελικής απόφασης επί της αγωγής, ο δε δεύτερος απόφαση που εκδίδεται λόγω παράλειψης (default) είτε κατάθεσης εγγράφων προτάσεων είτε άλλης για την οποία οι Κανονισμοί περιέχουν ρύθμιση. Προχώρησε δε αναφέροντας ότι «η περίπτωση αίτησης παραμερισμού διατάγματος που εκδίδεται μετά από αίτηση διά κλήσεως που υποβάλλεται δυνάμει της Δ.48, δεν καλύπτεται δικονομικά». Σημαντικό δεδομένο της υπόθεσης ήταν η κατάληξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη διαπίστωση πως η εκδίκαση, πρωτόδικα, των εναντίον των εφεσειόντων αιτήσεων στην απουσία τους οφειλόταν σε δική τους παράλειψη, αφού τους είχε δοθεί κάθε δυνατότητα να παρουσιαστούν και να ακουστούν. Στο μέρος αυτό της απόφασης Μιχαηλίδη θα επανέλθω σε μεταγενέστερο στάδιο, δεδομένης της άμεσης σύνδεσής του με τα γεγονότα της παρούσας αίτησης και της κορυφαίας σημασίας του. Στην υπόθεση Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας v. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 1283, μεταγενέστερης δηλαδή της υπόθεσης Μιχαηλίδης (ανωτέρω), εξετάστηκε παρόμοιο με το εγερθέν στην υπό κρίση υπόθεση ζήτημα. Τα γεγονότα της, σε συντομία, είχαν ως εξής: Στις 23.5.2001 εκδόθηκαν μονομερώς προσωρινά διατάγματα εναντίον όλων των εναγομένων στην αγωγή. Ορίστηκαν επιστρεπτέα στις 28.5.
  1. Ακολούθως, ορίστηκαν για ακρόαση στις 15.6.2001 με οδηγίες να καταχωρηθούν ενστάσεις. Παρά το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 4 - εφεσείοντες καταχώρησαν, εκπρόθεσμα, την ένστασή τους, κατά την ημερομηνία ακρόασης ο συνήγορός τους δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνακόλουθα, το προσωρινό διάταγμα κατέστη απόλυτο, μετά από σχετικό αίτημα του συνήγορου της άλλης πλευράς. Αναφορικά με τους υπόλοιπους εναγόμενους η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση και λίγο αργότερα, τον Ιούλιο του 2001, διατάχθηκε η ακύρωση των εκδοθέντων εναντίον τους μονομερώς διαταγμάτων. Οι εναγόμενοι 4, τέσσερις περίπου μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 2001, καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό του διατάγματος ημερ. 15.6.2001, με το οποίο το προσωρινό διάταγμα κατέστη απόλυτο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε πως το αίτημα μπορεί να στηριχθεί δικονομικά στη Δ.26, θ.14, η οποία προνοεί ότι: «Any judgment by default, whether under this Order or under any other of these Rules, may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as to costs or otherwise as the Court may think fit.» Το πρωτόδικο Δικαστήριο στη συνέχεια ανέλυσε τις αρχές με βάση τις οποίες παραμερίζεται εκδοθείσα απόφαση. Παρά το γεγονός ότι έκρινε πως οι εφεσείοντες είχαν εκ πρώτης όψεως αποδείξει καλή υπόθεση, κατέληξε ότι δεν ικανοποιούνταν οι δύο άλλες προϋποθέσεις: η ικανοποιητική δηλαδή δικαιολόγηση της μη εμφάνισης των εφεσειόντων στο Δικαστήριο κατά την ημέρα της ακρόασης και η επαρκής επίσης αιτιολόγηση του χρόνου που διέρρευσε από την ημερομηνία της απόφασης μέχρι της καταχώρησης της αίτησης για παραμερισμό. Ως αποτέλεσμα, απέρριψε την αίτηση. Κατ΄ έφεση αμφισβητήθηκε η πρωτόδικη απόφαση, στην έκταση που αυτή αφορούσε τους λόγους που οδήγησαν στην απόρριψη της αίτησης. Δεν τέθηκε ζήτημα εξέτασης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου να επιληφθεί της αίτησης δυνάμει της Δ.26, θ.
  2. Αντιθέτως, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στις αποφάσεις Evagorou v. Christodoulou and another
(1982)1 CLR 771 και Toumbouros Estates Ltd v. Χαριτίνης Ιωαννίδου κ.ά.
(1997)1 ΑΑΔ 1512, δεν αμφισβήτησε τη δυνατότητα αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ο Δικαστής Πικής ερμηνεύοντας τον όρο «judgment», όπως αυτός τίθεται στη Δ.26, θ.14, αναφέρει στην απόφαση Evagorou (ανωτέρω), σελ. 774: «Judgment is any order finally disposing of the matter whether on the merits or on any other ground». Στην, επίσης μεταγενέστερη της Μιχαηλίδης, υπόθεση Θεμιστοκλής Χαραλαμπίδης v. Ιάκωβου Πέτρου κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 2071, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του εφεσείοντα λόγω αδυναμίας του να προχωρήσει κατά την ημέρα ακρόασης σε απόδειξη της υπόθεσής του. Οι εφεσίβλητοι αμφισβήτησαν το παραδεκτό της έφεσης, υποστηρίζοντας ότι δεν χωρεί έφεση κατά απόφασης απορριπτικής αγωγής λόγω παράλειψης του ενάγοντα να προβεί στην απόδειξή της. Εισηγήθηκαν δε ότι μόνη προσφερόμενη οδός για επαναφορά της υπόθεσης είναι μέσω του ιδίου Δικαστηρίου που την απέρριψε με την υποβολή αιτήματος προς τούτο. Στήριξαν τις θέσεις τους αυτές, μεταξύ άλλων, στη Δ.26, θ.
  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την πιο πάνω προσέγγιση του συνηγόρου των εφεσίβλητων. Ως προς την ερμηνεία δε του Δ.26, θ.14, ανάφερε, στη σελ. 2074: «Έχει καθολικό χαρακτήρα διέπουσα τα της επαναφοράς υπόθεσης η οποία απορρίπτεται λόγω παράλειψης (default) διαδίκου να ενεργήσει κατά τα δέοντα και όχι επί της ουσίας». Πρόσθεσε, ακολούθως: «Κατανοητή είναι η διάκριση η οποία γίνεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας πρώτον, μεταξύ αποφάσεων που δεν προκύπτουν από την εξέταση της ουσίας του αντικειμένου της δίκης και δεύτερον, εκείνων που αποτελούν το απαύγασμα της δίκης. Θέμα επαναφοράς μπορεί να εγερθεί μόνο στην πρώτη περίπτωση όχι στη δεύτερη, όπου εξαντλούνται τα όρια της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. ..Εξυπακούεται ότι απόφαση απορριπτική αιτήματος για επαναφορά απορριφθείσας αγωγής μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο έφεσης.» Δεν μου διαφεύγει πως οι αιτητές δεν κάνουν ρητή αναφορά στην πιο πάνω Δ.26, θ.
  2. Το γεγονός αυτό δεν είναι μοιραίο, ούτε και αποτρέπει το Δικαστήριο από του να εξετάσει το αίτημά τους. Όπως εντοπίστηκε στην απόφαση Ζήνων Χριστοδούλου & Zendia Machinery Ltd Πολ. Έφ. 400/06, ημερ. 4.4.2008: «Τα δικαιώματα των διαδίκων κρίνονται επί της ουσίας τους όταν αυτά διατυπώνονται με σαφήνεια. .... Οι κανόνες Πολιτικής Δικονομίας υιοθετούνται για να διευκολύνεται η δικαστική διαδικασία, η οποία ρυθμίζεται από αυτούς ώστε να προχωρεί απρόσκοπτα. Δεν ερμηνεύονται, ή η νομολογία μας εφαρμόζεται, με τέτοιο τρόπο που να καταστρατηγούνται τα δικαιώματα των διαδίκων, οι οποίοι δικαιούνται σε πρόσβαση στο Δικαστήριο. Η αρχή πως στην αίτηση πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια η θεραπεία και η νομική της βάση ισχύει. Σκοπός της είναι να γνωρίζει το Δικαστήριο, αλλά και η άλλη πλευρά, το περιεχόμενο της αίτησης για να μπορεί να τοποθετηθεί.» Στην υπό κρίση περίπτωση η αιτούμενη θεραπεία είναι ξεκάθαρη, διατυπωμένη με ακρίβεια και με τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Επιπρόσθετα, η αίτηση εδράζεται, μεταξύ άλλων, και στη Δ.48, θ.11, των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Έχει ως εξής: «
  3. Every order, if and when drawn up, shall be drawn up in the same manner as judgements are by these Rules directed to be drawn up, and when drawn up, shall show on the face of it by whom, or on whose behalf, the application was made, and the nature of the order made. Every such order may be set aside or varied in the same way as a judgment, and may be enforced in any manner in which the judgment of a Court may be enforced.» Ανεξάρτητα από την πιο πάνω βάση στήριξης της δυνατότητας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της αίτησης, υπάρχουν και επιπρόσθετοι λόγοι οι οποίοι από μόνοι τους συνιστούν θεμέλιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί του ενώπιόν του αιτήματος. Έχουν ως βάση τη διασφάλιση Συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων. Στην υπόθεση Μιχαηλίδης (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού επεσήμανε την ανυπαρξία δικονομικού ή και άλλου πλαισίου μέσα στο οποίο θα ήταν δυνατό να ελεγχθεί από την άποψη της ορθότητάς της ή της νομιμότητάς της, απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου, από μέλος του, τόνισε ότι αυτό «δεν επάγεται αδυναμία παραμερισμού για λόγους που άπτονται των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης, ειδικά του δικαιώματος να έχει ο διάδικος την ευκαιρία να ακουστεί». Κατέληξε δε, αναλύοντας τα λεχθέντα στην υπόθεση Χριστάκης Μιχαήλ κ.ά. v. Αδελφοί Πούλλου Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 684, με την αναγνώριση πως παράπονα τα οποία άπτονται των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης εμπίπτουν στα πλαίσια αρμοδιότητας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ήταν, συνεπώς, η απουσία τέτοιων παραπόνων που διαφοροποιούσε τα δεδομένα της υπόθεσης Μιχαηλίδης από αυτά της Μιχαήλ, με αποτέλεσμα να κριθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι μόνο στα πλαίσια έφεσης θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί τα όσα επικαλούνταν οι εφεσείοντες στην υπόθεση Μιχαηλίδης. Θα καταδειχθεί στη συνέχεια της απόφασης, κατά την εξέταση του ζητήματος της επίδοσης του προσωρινού διατάγματος, ότι το ουσιαστικό παράπονο των εναγομένων-αιτητών άπτεται κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, του δικαιώματός τους συγκεκριμένα να γνωρίζουν για την εναντίον τους υπόθεση και της στέρησής τους της ευκαιρίας να ακουστούν. Υπάρχει ανάγκη εξέτασης ακόμη ενός ζητήματος προτού το Δικαστήριο προχωρήσει στην ουσία της παρούσας αίτησης. Τέθηκε από το συνήγορο των καθ΄ ων η αίτηση ότι οι αιτητές, έχοντας αποξενώσει τα περιουσιακά τους στοιχεία μετά την έκδοση και οριστικοποίηση του διατάγματος, βρίσκονται σε παρακοή κι ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να τους επιτραπεί να ακουστούν. Στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453, 1460-1462, γίνεται εκτενής ανάλυση της στέρησης του δικαιώματος ακρόασης σε συνάρτηση με την παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου. Συνοπτικά, η παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου δεν συνεπάγεται αυτόματα και τη στέρηση του δικαιώματος ακρόασης του βρισκόμενου σε παρακοή διαδίκου σε παρεμπίπτουσα διαδικασία ή κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Από το σύνολο της νομολογίας προκύπτει ως κοινή κατάληξη πως δεν στερείται το δικαίωμα ακρόασης διάδικος ο οποίος αμφισβητεί τη νομιμότητα του διατάγματος που κατά τεκμήριο ή ισχυρισμό παρήκουσε. Είναι επιτρεπτό σε διάδικο ο οποίος βρίσκεται σε παρακοή να ακουστεί σε διαδικασία που αποβλέπει στην ακύρωση του διατάγματος για παρακοή για το οποίο βαρύνεται ή κατηγορείται. Η υπό κρίση περίπτωση αφορά αίτημα το οποίο έχει άμεση σχέση με το διάταγμα που, κατ΄ ισχυρισμό, παρέβησαν οι εναγόμενοι-αιτητές. Βασική μάλιστα θέση των οποίων είναι ότι ουδέποτε τους επιδόθηκε οποιοδήποτε διάταγμα, ούτως ώστε και να ενεργοποιείται η αντίστοιχη υποχρέωσή τους για συμμόρφωση με αυτό. Συνεπώς, έχουν κάθε δικαίωμα να ακουστούν επί της αιτήσεώς τους η οποία αποβλέπει, σε τελικό επίπεδο, στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της αίτησης. Το θέμα παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία της άλλης πλευράς, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα αποτέλεσαν αντικείμενο πολλών αποφάσεων, τόσο Κυπριακών όσο και Αγγλικών. Είναι σταθερή η γραμμή της νομολογίας ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει πως έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Θα πρέπει επίσης να δείξει ότι υπήρξε σοβαρός λόγος για τη μη εμφάνισή του στη διαδικασία ή την καθυστέρησή του να αποταθεί στο Δικαστήριο λαμβάνοντας έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της απόφασης. Το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, ισοζυγίζει από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος του κάθε διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ανάγκη για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης και διεκπεραίωση, τελεσίδικα, των δικαστικών διαδικασιών. Προτού εξεταστούν τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, υπό το φως των πιο πάνω αρχών, παρεμβάλλω ότι το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο, αυτοδίκαια, ή όπως εκφράζεται διαφορετικά ex debito justitiae, να παραμερίσει απόφαση εφόσον η επίδοση είναι κακή. Σε τέτοια περίπτωση δεν υπεισέρχεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Είναι βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορείται κάποιος για τα δικαστικά εναντίον του μέτρα και τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον Δικαστηρίου ούτως ώστε, ανάλογα, να είναι σε θέση να προβάλει τους δικούς του ισχυρισμούς. Όπως τέθηκε από το Νικήτα, Δ. στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού και Chr. P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1 AAΔ 43, 49: «Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το άρθρο 30.3(α) και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των ΄θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών΄ του Συντάγματος.» Οι αιτητές προέβαλαν ότι δεν έλαβαν γνώση της έκδοσης εναντίον τους προσωρινού διατάγματος καθότι τίποτα σχετικό τους επιδόθηκε και ως εκ τούτου επικαλούνται ότι, ως θέμα δικαιώματος, η ακολουθείσασα απόφαση του Δικαστηρίου για οριστικοποίηση του διατάγματος θα πρέπει να ακυρωθεί. Έχω ήδη εκθέσει σε προηγούμενο στάδιο τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από τις δύο πλευρές σε σχέση με την επίδοση ή όχι του διατάγματος. Παραμένει αδιαμφισβήτητο ότι οι ενάγοντες, κατ΄ ακολουθία εκδοθέντος διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 28.4.2006, προχώρησαν σε υποκατάστατη επίδοση όλων των σχετικών δικαστικών εγγράφων μέσω της χρησιμοποίησης των υπηρεσιών της DHL. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης πως φάκελος ο οποίος ετοιμάστηκε από τη δικηγορική υπάλληλο Άννα Κοζάκου, μάρτυρα των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση, και στον οποίο τέθηκε η διεύθυνση των εναγομένων στην Κωνσταντινούπολη, δόθηκε προς αποστολή σε υπάλληλο της DHL. Αναντίλεκτη επίσης μαρτυρία, συμπεριλαμβανομένου του σχετικού εγγράφου παράδοσης αντικειμένων της DHL (Τεκμήριο DGH4 επί της ενόρκου δηλώσεως του David Hughes), επιμαρτυρεί πως ο συγκεκριμένος φάκελος παραδόθηκε σε κάποιο Zeki Goen στην Κωνσταντινούπολη. Ό,τι αμφισβητούν οι αιτητές είναι ακριβώς τη μη σύνδεση του πιο πάνω προσώπου με την εταιρεία τους. Όλη η σχετική μαρτυρία τους συγκλίνει στη θέση πως τέτοιο πρόσωπο δεν γνωρίζουν, ούτε ήταν ποτέ υπάλληλος της εναγομένης. Εισηγούνται περαιτέρω ότι εν πάση περιπτώσει η επίδοση θα έπρεπε να είχε γίνει σε αξιωματούχο της εταιρείας. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί πειστικά ότι το πεδίο γύρω από την επίδοση του προσωρινού διατάγματος είναι ομιχλώδες. Ακόμη και το άτομο στο οποίο αφέθηκε ο φάκελος παραμένει άγνωστο. Πολύ δε περισσότερο η ιδιότητά του. Το έγγραφο παράδοσης της DHL δεν φέρει καν υπογραφή του παραλήπτη. Μόνο μια σφραγίδα με το όνομα Zeki Goen. Στην αδυναμία των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση να διαφωτίσουν περαιτέρω τις συνθήκες επίδοσης, αντιπαραβάλλεται η ακλόνητη μαρτυρία των μαρτύρων των αιτητών ως προς τη μη παραλαβή από οποιοδήποτε υπάλληλό τους των δικαστικών εγγράφων. Η νομική τους σύμβουλος Sirin εξήγησε κατά τρόπο απόλυτα πειστικό τη διαδικασία παραλαβής εγγράφων από την εναγόμενη και την εμπλοκή της ίδιας σε σχέση με οποιαδήποτε έγγραφα νομικού περιεχομένου που λαμβάνονται. Εξήγησε δε, προς απάντηση ισχυρισμού των εναγόντων, κάτω από ποιες συνθήκες έλαβε γνώση της εναντίον των εναγομένων διαδικασίας και τις ενέργειες στις οποίες προχώρησε προκειμένου να εκπροσωπηθούν οι εναγόμενοι στην καταχωρηθείσα αγωγή. Γεγονότα που παραμένουν αδιαμφισβήτητα δίνουν επίρρωση στη θέση της πως χωρίς άλλο θα εμφανιζόταν η εναγόμενη στη διαδικασία ακρόασης του προσωρινού διατάγματος εάν και εφόσον γνώριζε περί της ύπαρξής του. Αυτά είναι η ανταπόκριση των εναγομένων απαντώντας μέσω δικηγόρου τους στη γραπτή απαίτηση που απέστειλε ο συνήγορος των εναγόντων, οι επαφές που είχαν με Κύπριο δικηγόρο προκειμένου να ενημερωθούν για κάθε λεπτομέρεια που αφορούσε την εναντίον τους διαδικασία και η άμεση καταχώρηση εμφάνισης στην αγωγή στην προσπάθειά τους να προβάλουν τις θέσεις τους ενώπιον των Δικαστηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι περιστάσεις λοιπόν της κρινόμενης υπόθεσης δεν αφήνουν στο Δικαστήριο αμφιβολία για το παράτυπο της επίδοσης, η οποία ήταν και η βάση λήψης της απόφασης για οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος. Ήταν, ταυτόχρονα, και η αιτία που οι αιτητές-εναγόμενοι δεν έλαβαν γνώση της ενδιάμεσης διαδικασίας έκδοσης του διατάγματος, με αποτέλεσμα την αδυναμία τους να αμυνθούν προβάλλοντας τις θέσεις τους προτού το διάταγμα καταστεί απόλυτο. Μπροστά στην πιο πάνω διαπίστωση η υπόθεση τελειώνει εδώ και παρέλκει η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου προς εξέταση των σχετικών παραγόντων παραμερισμού απόφασης. Της τυχόν δηλαδή ύπαρξης, εκ πρώτης όψεως, καλής υπόθεσης και της πιθανής καθυστέρησης προσφυγής στο Δικαστήριο. Στοιχεία που, ούτως ή άλλως, με δεδομένη τη φύση της διαδικασίας έκδοσης προσωρινού διατάγματος και των αρχών που την καλύπτουν, συντρέχουν. Οι αιτητές επικαλούνται σειρά λόγων προς ακύρωση των εκδοθέντων μονομερώς προσωρινών διαταγμάτων, παραθέτοντας, ταυτόχρονα, ικανοποιητικές λεπτομέρειες. Είναι λόγοι που καλύπτουν, μεταξύ άλλων, και ισχυρισμούς για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και έλλειψη δικαιοδοσίας. Περαιτέρω, η παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εκδίκαση αίτησης δικαιολογήθηκε επαρκώς με αναφορά σε αίτηση που προηγήθηκε και η οποία ακολούθησε την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Η φύση της αίτησης αυτής, σε συνάρτηση με τα δεδομένα της υπόθεσης, δικαιολογούσαν την επιλογή των εναγομένων να αναμένουν το αποτέλεσμά της προτού προχωρήσουν στην καταχώρηση της υπό εκδίκαση αίτησης. Προσθέτω ότι η καταχώρηση αυτή έγινε ένα μήνα μετά την απόρριψη της προαναφερθείσας αίτησης. Υπό το φως των γεγονότων που καλύπτουν την υπόθεση και της ανάγκης επαφής με διαδίκους από το εξωτερικό, και μάλιστα από χώρα με ιδιαίτερα προβλήματα ως προς την επικοινωνία και τη νομότυπη ετοιμασία ενόρκων δηλώσεων προς στήριξη της αίτησης, ο χρόνος του ενός μηνός που μεσολάβησε δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να κριθεί ως αδικαιολόγητη αργοπορία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το πρώτο αίτημα της αίτησης εγκρίνεται. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης ημερ. 8.5.2006 για οριστικοποίηση του εκδοθέντος την 28.4.2006 προσωρινού διατάγματος. Το δεύτερο μέρος της αίτησης αφορά, ουσιαστικά, αίτημα για διαφοροποίηση της μορφής εγγύησης που δόθηκε την 28.4.2006 κατά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Είναι η θέση των αιτητών ότι η ενάγουσα εταιρεία δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθεί στην εξασφάλιση που έδωσε, ύψους Λ.Κ.1.000.000, προς κάλυψη τυχόν ζημιών που ήθελαν υποστεί οι εναγόμενοι ως αποτέλεσμα της έκδοσης του διατάγματος. Είναι γεγονός ότι δεν αμφισβητήθηκε από τους ενάγοντες πως το ονομαστικό και εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιό τους είναι περιορισμένο. Ανέρχεται στις Λ.Κ.10.000 μόνο. Ο οικονομικός τους δε διευθυντής, Σενέκκης, αντεξεταζόμενος, δεν διαφώτισε περαιτέρω ως προς τις οικονομικές δυνατότητες της ενάγουσας. Η αοριστία που κάλυπτε τις σχετικές απαντήσεις του δεν αφήνει περιθώρια εξαγωγής οποιουδήποτε συμπεράσματος στήριξης της θέσης του περί κύκλου εργασιών της ενάγουσας εκατομμυρίων λιρών. Αδιαμφισβήτητα όμως δεδομένα, άμεσα συνυφασμένα με το σκοπό παροχής εγγύησης κατά την έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκθεμελιώνουν τη βάση στήριξης του αιτήματος των αιτητών για διαφοροποίηση της μορφής εγγύησης η οποία δόθηκε κατά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Είναι κοινή συνισταμένη της μαρτυρίας των αιτητών πως λίγες μέρες μετά την έκδοση και οριστικοποίηση του διατάγματος τα περιουσιακά τους στοιχεία μεταβιβάστηκαν σε άλλη εταιρεία, τη Vodafone. Αναφέρει συγκεκριμένα η Sirin, στην παράγρ. 5 της ένορκης δήλωσής της: «On 24 May 2006, all of Telsim's assets were transferred to Vodafone..» Eίναι γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία εξετάζοντας σε μεταγενέστερο στάδιο την κυρίως αίτηση να επανεξετάσει και το ύψος της εγγύησης ή το είδος της, με γνώμονα η δοθείσα εγγύηση να έχει αντίκρισμα, να είναι δηλαδή, μεταξύ άλλων, ουσιαστική ώστε να καλύψει τις τυχόν ζημιές των καθ΄ ων (Αναφορικά με την αίτηση Certiorari του Graham Hartman
(1990)1 ΑΑΔ 587, σελ. 593-4). Η επανεξέταση όμως της μορφής ή του ύψους της εγγύησης πρέπει να έχει λογική αιτία. Συνδέεται δε με τον κίνδυνο πρόκλησης ζημιών λόγω της έκδοσης και διατήρησης του διατάγματος. Παράμετροι που ελλείπουν στην υπό κρίση υπόθεση. Η μεταβίβαση όλων των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων σε τρίτο πρόσωπο λίγες μέρες μετά την έκδοση του διατάγματος, καθιστά, αναπόδραστα, αδύνατη και την πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς σε αυτούς. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, το δεύτερο μέρος της αίτησης απορρίπτεται. Υπό τις περιστάσεις, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται ως έξοδα στο αποτέλεσμα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα ακολουθήσουν οδηγίες ως προς το χρόνο καταχώρησης ένστασης και την όλη διαδικασία εκδίκασης του εκδοθέντος την 28.4.2006 προσωρινού διατάγματος. Προτού όμως ολοκληρώσω, θεωρώ απαρέγκλιτα επιβεβλημένο να τονίσω τα ακόλουθα, τα οποία επιμαρτυρούν το θεωρητικό του όλου εγχειρήματος και την εκτροπή που εκ των πραγμάτων δημιουργείται τόσο σε σχέση με την πορεία της ενδιάμεσης διαδικασίας, όσο και σε αναφορά με αυτή της κυρίως υπόθεσης: Το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε πριν από δύο περίπου χρόνια και παρέμεινε ουσιαστικά χωρίς πρακτική σημασία. Είναι κοινό έδαφος ότι δεν έγινε καμία νομότυπη προσπάθεια ενεργοποίησής του, ούτε και εντοπίζεται να υπάρχει δυνατότητα αποτελεσματικής εφαρμογής του. Οι εναγόμενοι δε, όπως κατ΄ επανάληψη έθεσαν, επιχειρούν την ακύρωσή του «ως θέμα αρχής». Στο διάστημα αυτό των δύο χρόνων τα δικόγραφα στην κυρίως υπόθεση έχουν συμπληρωθεί. Ενδιάμεση δε απόφαση του Δικαστηρίου κάλυψε και την προσέγγισή του ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας, το οποίο επηρεάζει και το αναφερόμενο προσωρινό διάταγμα. Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι υπό το φως των πιο πάνω ουσιαστική σημασία έχει πλέον η προώθηση χωρίς καθυστέρηση της κυρίως υπόθεσης, όπως είναι βεβαίως και βασική υποχρέωση όλων των μερών. [Υπ.] Α.Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.