Κωνσταντίνου Κυριακίδη κ.α. ν. Μερόπης Δικηγοροπούλου κ.α., Αγωγή Αρ.12023/04, 25 Ιουνίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A137 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.12023/04 Μεταξύ:
- Κωνσταντίνου Κυριακίδη, από Λονδίνο
- Δώρου Κυριακίδη, από Έγκωμη
- Μάριου Κυριακίδη, από Αγίους Ομολογητές
- Χάρη Κυριακίδη, από Λευκωσία Εναγόντων - και -
- Μερόπης Δικηγοροπούλου και
- Ανδρούλας Χατζημιχαήλ, από Λευκωσία, ως διαχειριστριών της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελένης Ι. Κυριακίδου, τέως από Λευκωσία
- Ευαγγελίας Παναγιώτου, από Αθήνα Εναγομένων Ημερομηνία: 25 Ιουνίου, 2008 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κ. Μ. Κυριακίδης Για εναγόμενες 1 και 3: κ. Μ. Ιωάννου Για εναγόμενη 3: κ. Χρ. Κατσούρης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες αποβλέπουν σε ενεργοποίηση των προνοιών του άρθρου 51 του Περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου Κεφ. 195, ώστε κατά τον υπολογισμό της κληρονομικής μερίδας τόσο των ιδίων όσο και της αδελφής τους εναγόμενης 3 συνυπολογισθεί και η αξία των ακινήτων που έκαστος έλαβε ενόσω η κληρονομούμενη μητέρα τους Ελένη Κυριακίδου (στο εξής η αποβιώσασα) βρισκόταν στη ζωή. Η εναγόμενη 3 συμφωνεί με το πρώτο σκέλος της αξιούμενης θεραπείας που αφορά τα αδέλφια της. Προβάλλει, όμως, ότι η ίδια δεν υποχρεούται σε συνεισφορά (bring into account) γιατί η ακίνητη περιουσία που πήρε εν ζωή της μητέρας της, της δόθηκε επ΄ ανταλλάγματι της φροντίδας που της παρέσχε. Η θέση αυτή αποτελεί και το κύριο επίδικο ζήτημα της υπόθεσης και στην περίπτωση που κριθεί ότι δεν ευσταθεί εγείρεται προς εξέταση το καθαρά νομικό ζήτημα που αφορά το χρόνο προσδιορισμού της αξίας των δωρεών που έγιναν. Επί του προκειμένου οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι ως βάση θα πρέπει να ληφθεί ο χρόνος του θανάτου της μητέρας τους, ενώ η εναγόμενη εισηγείται το χρόνο κατά τον οποίο έγιναν οι δωρεές. Το είδος της περιουσίας που κατέλειπε η αποβιώσασα, ως και η αξία των δωρεών με τις οποίες ευεργέτησε τα παιδιά της ενόσω ζούσε, αποτελούν κοινό έδαφος, το οποίο έχει ως ακολούθως:- Η αποβιώσασα απεβίωσε στις 13.3.00, αφήνοντας στα πέντε αντιδικούντα παιδιά της κινητή και ακίνητη περιουσία. Η κινητή περιλάμβανε καταθέσεις και μετοχές, ενώ η ακίνητη έξι κτήματα στη Λευκωσία, τα υπ΄ αρ. εγγραφής 403 (μερίδιο ½), Α1060 (μερίδιο 1/6), Α1059 (μερίδιο το όλο), Α1021 (μερίδιο 3/10), Α1022 (μερίδιο 3/10) και 977 (μερίδιο το όλο). Αντικείμενο των δωρεών ήταν οκτώ
(8)οικόπεδα στη Λευκωσία, τα οποία η αποβιώσασα μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς στα παιδιά της όπως πιο κάτω:-
- Στις 31.10.1967 και 19.2.1970 μεταβίβασε στην εναγόμενη 3 ακίνητη περιουσία - τα οικόπεδα υπ΄ αρ. εγγραφής 861, Α120 και 1017, μερίδιο το όλον - συνολικής, τότε, αξίας £40.
- Στις 12.7.80 μεταβίβασε στον ενάγοντα 2 περιουσία - το ½ μερίδιο των οικοπέδων υπ΄ αρ. εγγραφής Α1021 και Α1022 - συνολικής, τότε, αξίας £26.
- Την ίδια ημέρα έκαστος των εναγόντων 3 και 4 επωφελήθηκε με περιουσία - από ½ μερίδιο των οικοπέδων υπ΄ αρ. εγγραφής Α1033 και Α1034 - αξίας, τότε, £24.000 και
- Στις 20.12.1984 ήταν η σειρά του ενάγοντα 1 να επωφεληθεί περιουσίας συνολικής, τότε, αξίας £46.
- Αφορούσε ολόκληρο το οικόπεδο υπ΄αρ. εγγραφής 1044 και από 2/10 μερίδια των οικοπέδων Α1021 και Α
- Κατά την ακροαματική διαδικασία οι δύο διαχειρίστριες της περιουσίας της αποβιωσάσης - οι εναγόμενες 1 και 2 - τήρησαν αυστηρή ουδετερότητα, στο πλαίσιο της οποίας δεν αντεξέτασαν τους δύο μάρτυρες που κατέθεσαν για τους ενάγοντες, δηλαδή τον εκτιμητή Παπαδόπουλο (ΜΕ.1) και τον ενάγοντα 4 (ΜΕ.2). Η μαρτυρία του προσοντούχου εκτιμητή ακινήτων, ΜΕ.1, εξαντλήθηκε στην υιοθέτηση και επεξήγηση έκθεσης (τεκμ.1) που ετοίμασε σε σχέση τόσο με την αγοραία αξία των ακινήτων που άφησε η αποβιώσασα στα πέντε παιδιά της, όσο και για την αγοραία αξία των ακινήτων που τους μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς. Οι ανάγκες, όμως, της υπόθεσης δεν επιβάλλουν αναφορά σ΄ όλα τα στοιχεία της έκθεσης, αλλά μόνο σε εκείνα που αφορούν την αξία των δωρεών που έγιναν. Για υπολογισμό της αξίας αυτής ο μάρτυρας έλαβε υπόψη του δύο χρονικά σημεία. Το πρώτο αφορά το χρόνο κατά τον οποίο έγιναν οι δωρεές και το δεύτερο την αξία τους κατά το χρόνο του θανάτου της αποβιώσασας, δηλαδή κατά τη 13.3.
- Το πρώτο, όπως ήδη έχει καταγραφεί, έπαυσε να αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας γιατί η αγοραία αξία των δωρεών, κατά το χρόνο που έγιναν, αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Παρέμεινε, επομένως, η αγοραία τους αξία κατά το χρόνο του θανάτου της αποβιωσάσης. Ο μάρτυρας εκτίμησε ότι η αξία των κτημάτων, που έλαβε έκαστος των εναγόντων ως δωρεά από τη μητέρα τους, ανερχόταν κατά την 13.3.00 στις £200.000, ενώ εκείνων που έλαβε η εναγόμενη 3 στις £658.
- Τη βάσισε σε πωλήσεις παρόμοιων κτημάτων της ευρύτερης περιοχής και απέρριψε υποβολή ότι «παραφούσκωσε» την αξία των κτημάτων της εναγόμενης 3 ενώ μείωσε την αξία των κτημάτων των εναγόντων. Η αποβιώσασα, ανάφερε κατά τη μαρτυρία του ο ΜΕ.2, δεν ζήτησε ποτέ από τα παιδιά της οποιοδήποτε αντάλλαγμα για τις επίδικες δωρεές και σ΄ ότι αφορά την εναγόμενη 3 ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα:- Η αδελφή του διαμένει στην Αθήνα από το 1969, αρχικά ως φοιτήτρια και στη συνέχεια ως ιατρός μικροβιολόγος. Έκτοτε συνήθιζε να έρχεται στην Κύπρο για ολιγοήμερες διακοπές, αλλά ουδέποτε διαπίστωσε ότι πρόσφερε υπηρεσίες στην αποβιώσασα. Η μητέρα τους, τόνισε, ποτέ δεν χρειάστηκε τις υπηρεσίες της και ποτέ δεν την άκουσε να λέει ή να υπονοεί ότι δεν επιθυμεί, κατά τον υπολογισμό του κληρονομικού μεριδίου των παιδιών της, να συνυπολογισθεί και η περιουσία που τους έδωσε εν ζωή. Κατά την αντεξέταση ανάφερε ότι η μητέρα τους διέμενε σε ιδιόκτητη κατοικία στην οδό Καλλιπόλεως, αλλά μερικούς μήνες πριν από το θάνατό της μεταφέρθηκε στην κλινική «Άγιος Νικόλαος». Τα έξοδα της κλινικής, £1.000 περίπου, τα πλήρωσε η εναγόμενη 3, ενώ ο ίδιος είχε πληρώσει προηγουμένως άλλες £1000 (περίπου) σε υπηρέτρια που τη φρόντιζε. Του υποβλήθηκε ότι από το 1995 η εναγόμενη 3 έστελλε στη μητέρα τους £300 το μήνα για να πληρώνεται η υπηρέτρια που τη φρόντιζε, υποβολή που απέρριψε. Συμφώνησε, όμως, ότι δεν ήταν στις προθέσεις της αποβιωσάσης να ευνοήσει κάποιο από τα παιδιά της σε βάρος άλλου και εξέφρασε την άποψη ότι ευνόησε περισσότερο την εναγόμενη 3 γιατί ανέμενε φροντίδα, κάτι όμως που δεν έγινε. Η εναγόμενη 3 βάσισε τη θέση της ότι η ίδια δεν υποχρεούται σε συνεισφορά επικαλούμενη, βασικά, τα έξοδα που επωμίσθηκε για τη φροντίδα της μητέρας της. Επί του προκειμένου ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα:- Είναι ηλικίας 58 χρόνων και διαμένει στην Αθήνα από το
- Με τη μητέρα της είχε άριστες σχέσεις και όταν το 1995 αρρώστησε αυτή μερίμνησε να εργοδοτηθεί υπηρέτρια για να τη φροντίζει. Το μισθό της υπηρέτριας, £150 το μήνα, αυτή τον πλήρωνε και προς τούτο παρουσίασε καταστάσεις του λογαριασμού που τηρούσε στη Λαϊκή τράπεζα (τεκμ.2α-2στ) από τις οποίες προκύπτει ότι από 25.11.95 μέχρι 25.5.99 (43 μήνες) ο λογαριασμός της χρεωνόταν κάθε μήνα με το ποσό των £150 στη βάση διαρκούς εντολής (standing order) υπ΄ αρ. 005/04267 προς την τράπεζα. Κατά την αντεξέταση, όμως, συμφώνησε ότι πριν από την πιο πάνω υπηρέτρια υπήρχε και άλλη, το μισθό της οποίας δεν γνωρίζει ποιος πλήρωνε. Μέσα στο 1995, συνέχισε, η υγεία της μητέρας της επιδεινώθηκε και αυτή μερίμνησε να μεταφερθεί στην κλινική «Άγιος Νικόλαος», τα νοσήλια της οποίας αυτή πλήρωνε. Προς τούτο παρουσίασε απόδειξη ημερ. 28.5.95 (τεκμ.3) στην οποία παρουσιάζεται να πλήρωσε £840 για νοσήλια περιόδου 28.5.99 μέχρι 27.7.99 και επικαλέσθηκε τα τεκμ. 2ε και 2στ, όπου παρουσιάζονται χρεώσεις συνολικού ύψους £3.270 στη βάση της εντολής 005/04267 για τη μετέπειτα περίοδο μέχρι το θάνατο της αποβιωσάσης. Στο στάδιο των αγορεύσεων ο κ. Κατσούρης εισηγήθηκε ότι η εναγόμενη 3 δεν υποχρεούται σε συνεισφορά, γιατί σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία η ακίνητη περιουσία που πήρε από τη μητέρα της δυνάμει δωρεάς της δόθηκε επ΄ ανταλλάγματι της φροντίδας που της παρέσχε. Αν όμως, πρόσθεσε, το Δικαστήριο κρίνει διαφορετικά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η αξία των δωρεών το χρόνο που έγιναν. Παρέπεμψε, σχετικά, στις υποθέσεις Enver v. Kasim and others
(1976)7 J.S.C. 1186 και Zalihe Veli and others v. Sevim Ismail and others C.L.R. V.24 (1959-1990) σελ.15. Αντίθετες είναι οι εισηγήσεις του κ. Κυριακίδη. Ακόμη και στην περίπτωση, υποστήριξε, που το Δικαστήριο δεχθεί ότι η εναγόμενη 3 προέβηκε στις ισχυριζόμενες πληρωμές, αυτές δεν μπορούν να εξισωθούν με φροντίδα και πολύ περισσότερο να εκληφθούν ως αντάλλαγμα για δωρεές που έγιναν πολύ προγενέστερα. Με την προσκομισθείσα μαρτυρία, επεσήμανε, έχει αποδειχθεί ότι ικανοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου 51 και, επομένως, το Δικαστήριο θα πρέπει να τις ενεργοποιήσει. Σε σχέση με το χρόνο προσδιορισμού της αξίας των δωρεών επεσήμανε ότι στην Κύπρο δεν υπάρχει αυθεντία. Παρέπεμψε όμως στο σύγγραμμα Williams on Executors and administrators, 14η έκδοση, Τόμος 2 σελ. 884 υπό τον τίτλο «Valuations of residue» για να υποστηρίξει τη θέση του ότι ο χρόνος που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ο χρόνος του θανάτου της αποβιωσάσης. Η αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας δεν παρουσιάζει, κατά την άποψή μου, οποιαδήποτε δυσκολία. Αρχίζοντας από το ΜΕ.1 παρατηρώ τα ακόλουθα:- Ο μάρτυρας αυτός κατάθεσε ως εμπειρογνώμονας στον τομέα εκτίμησης ακινήτων. Εξέτασα τα προσόντα, την επαγγελματική του ενασχόληση ως και την εμπειρία του και κρίνω ότι όντως είναι εμπειρογνώμονας στο σχετικό τομέα. Επομένως η μαρτυρία του θα προσεγγισθεί ανάλογα. Οι εμπειρογνώμονες, όπως κατ΄ επανάληψη έχει τονισθεί (βλ. Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 ΑΑΔ 41, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 ΑΑΔ 984, Cybarco Ltd v. Kovascik
(2001)1 (Γ) AAΔ 2013 και άλλες), έχουν υποχρέωση να παραθέτουν στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους, έτσι ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία. Στην υπό εξέταση περίπτωση το πρώτο σκέλος της εκτίμησης του μάρτυρα, που αφορά την αξία των κτημάτων κατά το χρόνο που αυτά δωρήθηκαν στους κληρονόμους, είναι παραδεκτό. Ό,τι, επομένως, παρέμεινε είναι το δεύτερο σκέλος, το οποίο αφορά την εκτιμηθείσα αξία των εν λόγω κτημάτων κατά το χρόνο του θανάτου της αποβιώσασας. Εξέτασα τη σχετική μαρτυρία και διαπίστωσα ότι ο μάρτυρας ανταποκρίθηκε πλήρως στην αποστολή του, με τελική κατάληξη η δικαστική γνώση που σχημάτισα να ταυτίζεται πλήρως με τη δική του. Επισημαίνεται, επί του προκειμένου, ότι η αόριστη υποβολή προς το μάρτυρα για «παραφούσκωμα» της αξίας των κτημάτων που πήρε η εναγόμενη 3, παρέμεινε τελικά μετέωρη και δεν αντικρούσθηκε από άλλη σχετική μαρτυρία. Συνακόλουθα δέχομαι ότι η αξία των κτημάτων που πήρε κάθε κληρονόμος ως δωρεά από την αποβιώσασα ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου της, αυτή που εκτίμησε ο μάρτυρας και ανάλογο είναι και το εύρημα του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία των δύο αδελφών - του ενάγοντα 4 και της εναγόμενης 3 - δεν αποκαλύπτει, ουσιαστικά, διαφωνίες επί γεγονότων. Tην έχω εξετάσει και δέχομαι ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια και, συνεπώς, ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα και την προσκομισθείσα μαρτυρία:-
- Οι επίδικες δωρεές έγιναν πολλά χρόνια πριν το θάνατο της αποβιωσάσης και ενώ τα παιδιά της ήταν σε σχετικά νεαρή ηλικία.
- Οι ενάγοντες επωφελήθηκαν με δωρεές ακινήτων ίσης, περίπου, αξίας. Το γεγονός αυτό αποτελεί κοινή θέση των ιδίων, υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του ΜΕ.1 και δεν έτυχε αμφισβήτησης ούτε από την εναγόμενη
- Συνεπώς, το ότι ο ενάγοντας 1 παρουσιάζεται να πήρε ακίνητα μεγαλύτερης αξίας από τους λοιπούς ενάγοντες - ακόμη και από την εναγόμενη 3 - οφείλεται στο ότι οι δωρεές έγιναν σε διαφορετικούς χρόνους και όπως είναι κοινά γνωστό οι τιμές στα ακίνητα δεν είναι σταθερές, αλλά κατά κανόνα με την πάροδο του χρόνου αυξάνονται.
- Η πρώτη δωρεά που επωφελήθηκε η εναγόμενη 3 αξίας £15.000 έγινε όταν ήταν 17 χρονών και η δεύτερη, αξίας £25.000, τρία χρόνια αργότερα, το
- Στο μεταξύ είχε αναχωρήσει για σπουδές στην Ελλάδα όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα. Έκτοτε επισκεπτόταν την Κύπρο για διακοπές, εκτός από την περίοδο 1995-2000 που λόγω της κατάστασης της υγείας της μητέρας της ερχόταν για να τη βλέπει δύο φορές το χρόνο, δέκα ημέρες την κάθε φορά. Κατά την ίδια περίοδο πλήρωσε για τη φροντίδα της μητέρας της £10.500, περίπου, ενώ προηγουμένως τα έξοδα της υπηρέτριας της αποβιωσάσης τα επιβαρύνθηκαν οι ενάγοντες ή, τουλάχιστο, κάποιος ή κάποιοι απ΄ αυτούς. Έχοντας αποκρυσταλλώσει το πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης προχωρώ στην εξέταση του πρώτου ερωτήματος, αν δηλαδή η εναγόμενη 3 και τα αδέλφια της υποχρεούνται σε συνεισφορά σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 51 του Περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου. Το άρθρο 51, όπως μεταφράσθηκε επίσημα, έχει ως ακολούθως:- «
- Οποιοδήποτε τέκνο ή άλλος κατιών του αποβιώσαντος ο οποίος καθίσταται δικαιούχος για διαδοχή στο βάσει του νόμου μη διαθέσιμο μέρος της κληρονομιάς και στο τυχόν αδιάθετο μέρος της κληρονομιάς, λογαριάζει κατά τον υπολογισμό της μερίδας του, οποιαδήποτε κινητή ιδιοκτησία και ακίνητη ιδιοκτησία πουλήθηκε από αυτόν από τον αποβιώσαντα σε οποιοδήποτε χρόνο- (α) με παροχή εν ζωή˙ ή (β) δυνάμει γαμικής σύμβασης˙ ή (γ) ως προίκα˙ ή (δ) με δωρεά λόγω θανάτου: Νοείται ότι καμιά τέτοια κινητή ιδιοκτησία ή ακίνητη ιδιοκτησία δεν λογαριάζεται αν ο αποβιώσας άφησε διαθήκη που περιέχει ειδική διάταξη για μη υπολογισμό τέτοιας κινητής ιδιοκτησίας ή ακίνητης ιδιοκτησίας.» Οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου είναι, κατά τη γνώμη μου, σαφείς. Υποχρέωση για συνεισφορά (bring into account, hotchpot) εγείρεται όταν δεν ορίζεται διαφορετικά σε διαθήκη - όπως συμβαίνει εδώ που δεν υπάρχει καν διαθήκη - και στην περίπτωση που το τέκνο ή κατιόντας πήρε από τον αποβιώσαντα κινητή ή ακίνητη περιουσία:- (α) με παροχή εν ζωή (βλ. way of advancement) ή (β) δυνάμει γαμικής σύμβασης ή (γ) ως προίκα ή (δ) με δωρεά λόγω (επικείμενου) θανάτου. Υπό τα περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης είναι έκδηλο ότι οι δωρεές που έλαβαν οι ενάγοντες και η εναγόμενη 3 δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις υπό (β), (γ) και (δ) ανωτέρω. Η προσοχή, επομένως, του Δικαστηρίου θα πρέπει να στραφεί προς την πρώτη περίπτωση, αν δηλαδή τα ακίνητα που πήραν δυνάμει δωρεάς από την αποβιώσασα εμπίπτουν στην έννοια του όρου «παροχή εν ζωή» (by way of advancement) του εδαφίου (α) του άρθρου
- Η απάντηση, κατά την άποψή μου, είναι σαφώς θετική. Πρόκειται για δωρεές που έγιναν από την αποβιώσασα προς τα παιδιά της από πολύ ενωρίς και απέβλεπαν στην αποκατάσταση ή την ουσιαστική στήριξη τους στη ζωή. Παραθέτω, σχετικά, αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury´s Statutes of England, 3rd ed., V.13 σελίδα 78 κάτω από τον τίτλο «Advancement». «Advancement. «I have always understood that an advancement by way of portion is something given by the parent to establish the child in life, or to make what is called a provision for him - not a mere casual payment.. You may make the provision by way of marriage portion on the marriage of the child. You may make it on putting him into a profession or business in a variety of ways: you may pay for a commission, you may buy him the goodwill of a business and give him stock-in-trade; all these things I understand to be portions or provisions. Again, if in the absence of evidence you find a father giving a large sum to a child in one payment, there is presumption that that is intended to start him in life or make a provision for him; but if a small sum is given you may require evidence to show the purpose» (σημ.: παρατίθενται σχετικές αυθεντίες). Προβλήθηκε από την εναγόμενη 3 ότι η ίδια δεν υποχρεούται σε συνεισφορά γιατί η ακίνητη περιουσία που πήρε εν ζωή της μητέρας της, της δόθηκε λόγω της φροντίδας που της παρέσχε. Η θέση αυτή έκδηλα, κατά την άποψή μου, δεν ευσταθεί. Τις δωρεές τις πήρε σε ηλικία 17 και 20 χρονών και τότε δεν πρόσφερε οποιαδήποτε φροντίδα προς τη μητέρα της, ούτε ισχυρίσθηκε κάτι τέτοιο. Φροντίδα η αποβιώσασα, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, χρειάσθηκε ύστερα από 25 και πλέον χρόνια και δεν μπορεί οι πληρωμές που διενήργησε γι΄ αυτό το σκοπό από την Αθήνα να ταυτιστούν με αντάλλαγμα για περιουσία που της δόθηκε 25 χρόνια προηγουμένως. Εξάλλου, όπως επίσης προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία, κάποιες πληρωμές γι΄ αυτό το σκοπό έγιναν και από τα αδέλφια της και σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό ότι η πληρωμή £150 το μήνα προς τη δεύτερη υπηρέτρια κάλυπτε πλήρως τις ανάγκες της μητέρας της. Εν πάση περιπτώσει, είναι προφανές ότι οι λόγοι που ώθησαν την αποβιώσασα να ευνοήσει την εναγόμενη 3 περισσότερο απ΄ ότι τα άρρενα παιδιά της ανάγονται σε αντιλήψεις που σχετίζονται με το φύλο και δεν συνδέθηκαν με οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω κρίνω ότι κατά τον υπολογισμό του κληρονομικού μεριδίου τόσο της εναγόμενης 3 όσο και των εναγόντων θα πρέπει να συνυπολογισθεί και η αξία των ακινήτων που έκαστος έλαβε από την αποβιώσασα, ενόσω αυτή βρισκόταν στη ζωή. Ό,τι, επομένως, παρέμεινε προς εξέταση είναι ποιος χρόνος θα ληφθεί υπόψη για τον προσδιορισμό της εν λόγω αξίας. Το άρθρο 51, σε αντίθεση με τον Ελληνικό Αστικό Κώδικα (άρθρο 1899) και τον Αγγλικό Νόμο Περί Διαχειρίσεως Περιουσιών του 1925 (Άρθρο 47
(1)(iii)), δεν προνοεί για το χρόνο που λαμβάνεται υπόψη για προσδιορισμό της αξίας της παροχής, ούτε υπάρχει κυπριακή αυθεντία επί του θέματος. Ό,τι τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου είναι μια πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Enver (ανωτέρω), με την οποία κρίθηκε ότι η αξία της παροχής προσδιορίζεται με βάση το χρόνο που δόθηκε. Τα ιστορικά στοιχεία που περιέχονται στην εν λόγω απόφαση είναι ενδιαφέροντα αλλά, σ΄ ότι αφορά το υπό εξέταση θέμα, είναι αρκετό να ανιχνευθεί η πρόθεση του νομοθέτη, να εκτιμηθούν οι λύσεις που δόθηκαν επί του θέματος τόσο από τον Έλληνα όσο και από τον Άγγλο Νομοθέτη και, τέλος, να αποδοθεί, όσο είναι δυνατό, δικαιοσύνη στη βάση των περιστατικών της υπόθεσης. Η πρόθεση του Νομοθέτη είναι προφανής. Με το θεσμό της συνεισφοράς ο Νομοθέτης αποβλέπει στην κατοχύρωση της αρχής της ισότητας του κληρονομικού δικαιώματος των κατιόντων, ξεκινώντας «. από - τη δικαιολογημένη - σκέψη, ότι ο ανιών έχει την ίδια αγάπη και στοργή για όλους τους κατιόντες του, γι΄ αυτό και καθιερώνει σαν αρχή την ισότητα του κληρονομικού δικαιώματος των κατιόντων (βλ. σύγγραμμα «Κληρονομικό Δίκαιο», του καθηγητή Σπυριδάκη, έκδοση 1980, σελ. 192). Η ίδια πρόθεση αναγνωρίζεται και από το Αγγλοσαξωνικό Δίκαιο (βλ. το σύγγραμμα Williams on Executors and Administrators, 14η έκδοση, σελ. 894, υπό τον τίτλο «Hotchpot»). Η λύση που έδωσε επί του θέματος το Ηπειρωτικό Δίκαιο είναι απλή και ξεκάθαρη. Για σκοπούς συνεισφοράς η αξία της παροχής προσδιορίζεται (σε χρήμα) με βάση το χρόνο που έγινε (αρ. 1899 Α.Κ.). Όσον αφορά την Αγγλία, το άρθρο 47
(1)(iii) του Περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Νόμου του 1925 (βλ. Halsbury´s Statutes of England, 3η έκδοση, V.13, σελ. 77), προνοεί ότι η αξία της παροχής υπολογίζεται κατά το χρόνο του θανάτου του αποβιώσαντος. Μάλιστα στην Αγγλία αναγνωρίζεται γενικός κανόνας ότι η εν λόγω παροχή φέρει και τόκο προς 4% ετησίως μέχρι τη διενέργεια της διανομής (βλ. το ίδιο σύγγραμμα σελ. 79, καθώς επίσης και το πιο πάνω σύγγραμμα του Williams, σελ.884 (παρ.1386) και 895 (παρ.1402). Οι νομοθετικές λύσεις που δόθηκαν τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αγγλία δεν είναι δεσμευτικές για τα Κυπριακά Δικαστήρια, γιατί ο Κύπριος Νομοθέτης δεν μερίμνησε να ρυθμίσει νομοθετικά το πρόβλημα. Το άφησε να αποφασίζεται από τα Δικαστήρια στη βάση των περιστατικών της υπόθεσης και, επομένως, οι αναφερθείσες λύσεις μόνο υποβοηθητικές θα μπορούσαν να ήταν. Το πρώτιστο που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η πρόθεση του Νομοθέτη, δηλαδή η εφαρμογή στην πράξη της αρχής της ισότητας του κληρονομικού δικαιώματος. Χωρίς να παραγνωρίζονται τα υπέρ και τα κακά των δύο αναφερθέντων λύσεων, έχω την άποψη ότι η λύση που υιοθέτησε το Ηπειρωτικό Δίκαιο, με διορθωτικές όμως παρεμβάσεις όπου αυτό απαιτείται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, είναι πιο κοντά στην αρχή της ισότητας του κληρονομικού δικαιώματος. Η λύση αυτή, πέραν της βεβαιότητας που εισάγει σ΄ ότι αφορά τον υπολογισμό των κληρονομικών μεριδίων, αποτρέπει και αδικίες που καμιά αρχή δικαίου δεν θα δικαιολογούσε. Προς τούτο είναι αρκετό να δώσω δύο παραδείγματα. Το πρώτο, το 1970 ένας πατέρας δωρίζει στη θυγατέρα του ένα γεωργικό κλήρο - ας πούμε στο Παραλίμνι - αξίας £10.000 και κατά τον ίδιο χρόνο δωρίζει στο γιο του ένα χέρσο χωράφι στον Πρωταρά αξίας £1.
- Με τις αλλαγές που ακολουθούν λόγω της τουριστικής ανάπτυξης, το παραθαλάσσιο κτήμα του γιου αξίζει το 2000 - χρόνο που αποβιώνει ο πατέρας - £100.000 ενώ ο γεωργικός κλήρος της θυγατέρας £50.
- Υιοθέτηση της λύσης που υιοθετήθηκε στην Αγγλία θα είχε σαν αποτέλεσμα να κληθεί ο γιος σε συνεισφορά, παρόλο που κατά το χρόνο που έγιναν οι παροχές ευνοήθηκε η θυγατέρα. Κάτι τέτοιο, κατά την άποψή μου, δεν θα το δικαιολογούσε καμιά αρχή δικαίου. Το δεύτερο παράδειγμα - κι αυτό δανεισμένο από την πραγματικότητα - τι θα συμβεί αν το τέκνο που έτυχε το 1970 δωρεάς ενός ακινήτου αξίας, τότε, £10.000 το πώλησε; Θα κληθεί σε συνεισφορά το 2000 με βάση την αξία που θα είχε τότε το κτήμα αν δεν το πωλούσε; Όπως είναι αντιληπτό θα μπορούσαν να δοθούν και άλλα πολλά παραδείγματα αλλά περιορίζομαι μόνο σ΄ αυτά τα δύο. Καταλήγω, επομένως, ότι ως χρόνος προσδιορισμού της αξίας της παροχής θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο χρόνος που δόθηκε η παροχή. Σημειώθηκε, όμως, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να προβαίνει σε διορθωτικές παρεμβάσεις όπου αυτό δικαιολογείται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το ιδιαίτερο περιστατικό που εντοπίζεται στην παρούσα υπόθεση είναι ότι οι παροχές προς τους ενάγοντες αφορούσαν οικόπεδα ίδιας, περίπου, αξίας και το γεγονός ότι ο ενάγοντας 1 παρουσιάζεται να πήρε οικόπεδα μεγαλύτερης αξίας οφείλεται στο ότι οι παροχές δόθηκαν σε διαφορετικούς χρόνους. Επομένως, για τους σκοπούς της παρούσας θα ΄ταν ορθό και δίκαιο να θεωρηθεί ότι όλοι οι ενάγοντες έλαβαν ακίνητα αξίας, περίπου, £25.000 έκαστος. Όπως δε είναι παραδεκτό η αξία των παροχών προς την εναγόμενη 3, κατά το χρόνο που δόθηκαν, ήταν της τάξης των £40.
- Τα δύο αυτά ποσά προδιαγράφουν, τελικά, και το αποτέλεσμα: Υποχρέωση σε συνεισφορά έχει μόνο η εναγόμενη 3, με τη συνεισφορά της να περιορίζεται στη διαφορά των δύο ποσών, δηλαδή στις £15.
- Κρίνω, όμως, ότι υπό τα περιστατικά της υπόθεσης η αρχή της ισότητας του κληρονομικού δικαιώματος επιβάλλει όπως το εν λόγω ποσό φέρει τόκο προς 4% ετησίως από το 1970 μέχρις ότου γίνει η διανομή. Κι΄ αυτό για να αρθούν, όσο είναι δυνατό, οι οποιεσδήποτε ανισότητες λόγω του χρόνου κατά τον οποίο έγιναν οι παροχές. Για όλα τα πιο πάνω η αγωγή επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδεται διάταγμα όπως κατά τον υπολογισμό του κληρονομικού μεριδίου της εναγόμενης 3 συνυπολογισθεί ποσό £15.000 που έλαβε, όπως πιο πάνω, με τόκο 4% ετησίως από το 1970 μέχρις ότου γίνει η διανομή. Το εν λόγω ποσό να αφαιρεθεί από το κληρονομικό της μερίδιο προς όφελος των εναγόντων. Σ΄ ότι αφορά τα έξοδα, θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, έχοντας υπόψη τη φύση της υπόθεσης και το ότι η αγωγή πετυγχάνει μερικώς, κρίνω ότι θα΄ ταν ορθό και δίκαιο να μην επιδικασθούν έξοδα προς όφελος οποιασδήποτε πλευράς. Κάθε πλευρά να επωμισθεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο