← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Παναγιώτης Ζερβός κ.α., Αρ. Αγωγής: 2172/05, 30 Ιουνίου, 2008

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Παναγιώτης Ζερβός κ.α., Αρ. Αγωγής: 2172/05, 30 Ιουνίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A142 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2172/05 ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 25.9.

  1. Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων. και
  2. Παναγιώτης Ζερβός
  3. Θεοδώρα Π. Ζερβού Εναγόμενων. --------------------- Ημερομηνία: 30 Ιουνίου,
  4. Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: Η κ. Κ. Κραμβή. Για τους εναγόμενους: Ο κ. Α. Παπαντωνίου. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες απαιτούν από τους εναγόμενους ποσό €49.862,88 (Λ.Κ.29.183,15), ως χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού δυνάμει γραπτής συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Οι εναγόμενοι απορρίπτουν την αξίωση ανταπαιτώντας, μεταξύ άλλων, επιδίκαση ποσού ύψους €157.564,64 (Λ.Κ.92.918,49), ως αποζημιώσεις για ζημιές και απώλειες που φερόμενα υπέστησαν από τις παράνομες και αντισυμβατικές ενέργειες των εναγόντων. Οι ενάγοντες λέγουν ότι τήρησαν πλήρως τους όρους της συμφωνίας και ότι δικαιούνται σε απόφαση ως η απαίτηση ενώ ισχυρίζονται ότι η ανταπαίτηση είναι ολοκληρωτικώς αβάσιμη τόσον νομικώς όσον και πραγματικώς. Ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες τού χορήγησαν επενδυτικό δάνειο με αποκλειστικό σκοπό τη χρήση για αγορά μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) και ότι χωρίς εξουσία και νόμιμο δικαίωμα και δίχως να είναι εγγεγραμμένοι ως μέλη του ΧΑΚ τού παρουσιάστηκαν ως χρηματιστές και ειδικοί σε θέματα επενδύσεων πείθοντας και εξωθώντας τον να υποβάλει αίτηση για δανειοδότηση με αύξηση του τότε υφιστάμενου ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού, κατά παράβαση μάλιστα σχετικών Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Οι ενάγοντες παραβίασαν ουσιώδεις όρους και προϋποθέσεις της συμφωνίας με αποτέλεσμα τη δημιουργία ζημιάς και απωλειών στους εναγόμενους. Οι ενάγοντες ανάλαβαν τη διαχείριση των μετοχών που ενεχυριαστήκαν τις οποίες διαχειρίστηκαν αμελώς και κατά παράβαση των συμβατικών και νομικών τους καθηκόντων. Ουδέποτε συνήψαν συμφωνία με τον τρόπο και τους όρους που ισχυρίζονται οι ενάγοντες οι οποίοι, μάλιστα, υποσχέθηκαν ότι θα τηρούσαν τις νόμιμες υποχρεώσεις τους και θα εξοφλούσαν το οποιοδήποτε χρέος μόνον με την εκποίηση και πώληση των μετοχών που είχαν ενεχυριαστεί και ότι θα προστάτευαν τον εναγόμενο 1 και κατ' επέκταση την εναγόμενη 2, από την πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς ασκώντας πάντοτε τις υποχρεώσεις τους με την αναμενόμενη επιμέλεια, προσοχή και δεξιότητα και δρώντας προσέτι, επιμελώς με επιδίωξη τη διατήρηση του λογαριασμού στην καθορισμένη αναλογία. Η συμφωνία ήταν ιδιαιτέρως ετεροβαρής σε βάρος τους λόγω του παραπλανητικού και ψευδούς τρόπου με τον οποίο παρουσιάστηκε από τους ενάγοντες χωρίς, επιπροσθέτως, να εξηγηθούν στον εναγόμενο 1 οι κίνδυνοι που ελλόχευαν από τη λειτουργία του λογαριασμού μετά την αύξηση του ορίου. Οι ισχυρισμοί που περιβάλλουν τις αντίστοιχες τοποθετήσεις βρίσκονται διατυπωμένοι με λεπτομέρεια στη δικογραφία και δε χρειάζεται να αναπαραχθούν. Σημασία έχει ότι αξιολογήθηκαν πλήρως. Για υποστήριξη της εκδοχής των εναγόντων έδωσαν μαρτυρία οι υπάλληλοι τους Ανδρέας Βανέζης (ΜΕ1) και Παναγιώτης Μαρτούδης (ΜΕ2), ενώ για την υπεράσπιση κατάθεσε ο εναγόμενος 1 Παναγιώτης Ζερβός (ΜΥ1). Ο Ανδρέας Βανέζης (ΜΕ1) κατά τους κρίσιμους χρόνους βρισκόταν στην υπηρεσία των εναγόντων ως ένας εκ των υπευθύνων για τον έλεγχο της κίνησης των χρεωστικών λογαριασμών στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών. Αναφέρθηκε στους όρους της συμφωνίας και σε αυτά που συναφώς επακολούθησαν. Ανάλυσε τον επίδικο λογαριασμό όπως και τους υπολογισμούς που οδήγησαν στο οφειλόμενο υπόλοιπο. Ο Παναγιώτης Μαρτούδης (ΜΕ2) κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν ένας από τους υπεύθυνους για την εποπτεία και έλεγχο του λογαριασμού στο Τμήμα Εχεγγύων του Κεντρικού Καταστήματος των εναγόντων. Αναφέρθηκε στη συμφωνία όπως και στις πρόνοιες και περιεχόμενο των αφορούντων εξασφαλίσεων. Ο Παναγιώτης Ζερβός (ΜΥ1) αναφέρθηκε στη συμφωνία και στην αύξηση του ορίου του από τους ενάγοντες παραθέτοντας λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι πρέπει να γίνει δεκτή η θέση του περί απόρριψης της αγωγής και έκδοσης απόφασης ως η Ανταπαίτηση. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό ανεξαρτήτως της όποιας απουσίας ρητής παράθεσης στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων

(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Κατά τις αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επικεντρώθηκαν στην αξιοπιστία της προσκομισθείσας μαρτυρίας και στην ανάπτυξη νομικών θέσεων καλώντας το Δικαστήριο να απορρίψει, για συγκεκριμένους λόγους, τις αντίδικες τοποθετήσεις. Λεπτομέρειες των επιμέρους εισηγήσεων διατυπώνονται στα γραπτά περιγράμματα με τα οποία οι δικηγόροι εφοδίασαν το Δικαστήριο και δε χρειάζεται να επαναληφθούν. Όπου κριθεί αναγκαίο, θα γίνει αναφορά στο κείμενο της απόφασης. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι συνήγοροι. Οι μάρτυρες των εναγόντων μού δημιούργησαν πολύ καλή εντύπωση. Ήσαν σαφείς και λεπτομερείς. Απαντούσαν χωρίς περιστροφές. Η αντεξέταση καθόλου δεν έπληξε την αξιοπιστία τους. Αντιθέτως την ενίσχυσε αφού σε κάποιες περιπτώσεις κατά τις οποίες τέθηκαν οι ίδιες περίπου ερωτήσεις, αυτοί απαντούσαν με σταθερότητα και συνέπεια χωρίς τον παραμικρό δισταγμό ή ουσιώδη αντίφαση. Κάποιες ανακολουθίες που παρατηρήθηκαν ήσαν επουσιώδεις και επακόλουθο της φυσικότητας και ειλικρίνειας με την οποία κατέθεσαν και σίγουρα με κανένα τρόπο δεν αλλοίωσαν τη συνολικώς θετική εικόνα που εξέπεμψαν ως μάρτυρες. Ο εναγόμενος 1 μού προξένησε αρνητική εντύπωση. Σε καίριες πτυχές της μαρτυρίας του ήταν αντιφατικός και αόριστος. Είπε για παράδειγμα, κατά την κυρίως εξέταση, ότι οι ενάγοντες τού αύξησαν προσωρινώς το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού από Λ.Κ.30.000 σε Λ.Κ.42.000, ενώ κατά την αντεξέταση το αρνήθηκε, ισχυριζόμενος ότι η αύξηση αφορούσε σε προσωρινή αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού σε Λ.Κ.30.000 και όχι σε Λ.Κ.42.
  1. Είναι γεγονός ότι στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι οι ενάγοντες είχαν εγκρίνει προσωρινή αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού σε Λ.Κ.30.000 και όχι από Λ.Κ.30.000 σε Λ.Κ.42.000, όπως είναι η εκδοχή που προώθησαν κατά τη δίκη. Θεωρώ ότι η τοποθέτηση του μάρτυρα ήταν προκατασκευασμένη και πλασματική για να προωθήσει και να ενισχύσει τη θέση ότι οι ενάγοντες βασίζουν την απαίτηση τους σε συμφωνία ή γεγονότα άλλα από εκείνα που δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης, και το λέγω αυτό με δεδομένη την εντύπωση που αποκόμισα κατά τη μαρτυρία ότι ο μάρτυς, με τον τρόπο που απαντούσε επί του ζητήματος αυτού και τις παύσεις που χαρακτήριζαν τις απαντήσεις του, απλούστατα δεν έλεγε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Στην Έκθεση Απαίτησης, όπως ορθώς υποδείχθηκε από τον κ. Παπαντωνίου και έγινε παραδεκτό από την κ. Κραμβή, αναφέρεται ότι η προσωρινή αύξηση του ορίου ανήλθε σε Λ.Κ.30.
  2. Εκείνο όμως που διέλαθε την προσοχή είναι ότι ο ισχυρισμός για αύξηση του ορίου από Λ.Κ.30.000 σε Λ.Κ.42.000, δικογραφείται, με περισσή μάλιστα σαφήνεια, στις παραγράφους 13, 14, 25, 34 και 43 της Απάντησης στην Υπεράσπιση & Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Αυτό είναι αρκετό για να επιτρέψει στους ενάγοντες να προωθήσουν εν προκειμένω τον ισχυρισμό και να καταστήσει ταυτοχρόνως εντελώς ανίσχυρη τη θέση των εναγομένων περί ασάφειας στην απαίτηση, σύγχυσης, παραπλάνησης και άλλων σχετικών. Ούτως ή άλλως η επί του προκειμένου θέση των εναγόντων βρίσκει έρεισμα και στην έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε χωρίς ένσταση εκ πλευράς εναγομένων, χώρια ασφαλώς και από το ότι επίκληση του γίνεται και στη γραπτή δήλωση του εναγόμενου 1, ο οποίος και κατάθεσε σχετικώς, ως Τεκμήριο 2, την απόφαση/έγκριση ημερομηνίας 29.4.02, που αφορά στην εν λόγω αύξηση. Είπε επιπλέον ότι ο επίδικος λογαριασμός δεν ήταν καλυμμένος με οποιαδήποτε υποθήκη και ότι οι υποθήκες - Τεκμήρια 3 και 4, αφορούσαν σε άλλες δοσοληψίες του με τους ενάγοντες και όχι στις επίδικες. Κατά την αντεξέταση ωστόσο παραδέχθηκε ότι οι υποθήκες αποτελούσαν στα αλήθεια εξασφάλιση του επίδικου λογαριασμού και όχι άλλου. Παρομοίως, δήλωσε κατά την κυρίως εξέταση ότι ο επίδικος λογαριασμός ήταν πλήρως εξασφαλισμένος με μετοχές της Τράπεζας Κύπρου ενώ κατά την αντεξέταση το αρνήθηκε λέγοντας ότι η ενεχυρίαση 7.628 μετοχών τής εν λόγω τράπεζας αποτελούσαν εξασφάλιση του δανείου που αποτελεί το αντικείμενο άλλης δικαστικής διαδικασίας και όχι της παρούσας και δη, της αγωγής 2171/05 (μεταξύ των ιδίων διαδίκων) - Τεκμήριο 23, πράγμα το οποίο ακολούθως αναίρεσε αφήνοντας να νοηθεί ότι οι υποθήκες αποτελούσαν όντως εξασφάλιση του επίδικου λογαριασμού και όχι άλλου. Ανάφερε περαιτέρω στην κυρίως εξέταση ότι οι ενάγοντες τον έπεισαν, παραπλανώντας τον, να αποδεχθεί αύξηση του ορίου του ενώ κατά την αντεξέταση αρνήθηκε ότι έγινε κάτι τέτοιο λέγοντας μάλιστα ρητώς ότι ουδέποτε έλαβε χώραν μια τέτοια παραπλάνηση και πίεση από οποιονδήποτε προς το άτομο του. Κλήθηκε επίσης να εξηγήσει τη θέση του περί παράτυπης και παράνομης χρέωσης τραπεζικών δικαιωμάτων και προμηθειών, χωρίς όμως να μπορεί να το πράξει. Τα ίδια αφορούν και στους ισχυρισμούς του για αγοραπωλησία των ενεχυριασμένων μετοχών. Προσπάθησε επίσης να συνδέσει δάνειο με ημερομηνία 19.4.99, για ποσό Λ.Κ.23.000, με τα επίδικα θέματα. Του υποδείχθηκε με αναφορά στην απόφαση/έγκριση των εναγόντων - Τεκμήριο 11, ότι η θέση του δεν ενισχύεται από το εν λόγω τεκμήριο (το περιεχόμενο του οποίου παραδέχθηκε) και ότι μάλιστα το δάνειο των Λ.Κ.23.000, στο οποίο αναφερόταν, αποτελεί αντικείμενο της αγωγής 2171/05 - Τεκμήριο 23 και όχι της παρούσας, για να δώσει μονολεκτικώς αρνητική απάντηση με τρόπο όμως καθόλου πειστικό όπως είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω βλέποντάς τον να προβαίνει στη σχετική αναφορά. Επέμεινε επίσης ότι δε γνώριζε τίποτε για τη συμφωνία διαχείρισης - Τεκμήριο 16 και περί του πληρεξουσίου εγγράφου προς όφελος της CISCO - Τεκμήριο 17, τα οποία είπε ότι δε μπορούσε καν να αναγνωρίσει λησμονώντας καθώς φαίνεται ότι τα κατάθεσε ο ίδιος (μαζί με άλλα τεκμήρια), στο στάδιο της κυρίως εξέτασης. Ήταν φανερή και σε αυτή την περίπτωση η προσπάθεια του να αποστασιοποιηθεί με κάθε δυνατό τρόπο από οτιδήποτε θα μπορούσε (κατά την αντίληψη του), να τον καταστήσει υπόλογο σε αυτά που απαιτούν οι ενάγοντες και να ενισχύσει την εκδοχή του ότι μόνοι υπεύθυνοι για αυτά που ισχυρίζεται ότι έλαβαν χώρα στην παρούσα υπόθεση ήσαν οι ενάγοντες και όχι, φερ' ειπείν, οι χρηματιστές οι οποίοι είχαν εξουσιοδοτηθεί να προβαίνουν στη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του με βάση το Τεκμήριο
  3. Ομοίως, οι αναφορές του ότι οι ενάγοντες τον παραπλάνησαν να αποδεχθεί αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού από Λ.Κ.30.000 σε Λ.Κ.60.000, ως το Τεκμήριο 10, όπως τελικώς παραδέχθηκε, τίποτε δεν έχουν να κάνουν με τα επίδικα γεγονότα και ότι ο ισχυρισμός αφορά σε υποβολή διαφορετικού αιτήματος στις 25.4.00, πολύ πιο πριν από το αίτημα που υποβλήθηκε σε σχέση με τα επίδικα. Παραδέχθηκε επίσης ότι το όριο του ουδέποτε αυξήθηκε στις Λ.Κ.60.
  4. Οι πιο πάνω αντιφάσεις και ασυνέπειες, που δεν είναι οι μόνες όπως κάποιος μπορεί να διαπιστώσει από τα πρακτικά, κρίνοντα ουσιώδεις, δεδομένης της φύσης της διαφοράς και των επίδικων θεμάτων. Δέχομαι ως πλήρως αξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγόντων και απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγομένων. Βρίσκω ότι οι ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος συμφώνως των νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας, διεξάγοντες τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών και ότι μέχρι την 11.7.04, λειτουργούσαν με το όνομα Τράπεζα Κύπρου Λτδ ενώ από την 12.7.04, μετονομάστηκαν σε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. O εναγόμενος 1 με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 9.2.99 (βλ. Τεκμήριο 1), συμφώνησε με τους ενάγοντες όπως του παραχωρήσουν δάνειο σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους Λ.Κ.30.000, συμφώνως των όρων που περιγράφονται εκεί. Στις 23.4.02, υπόβαλε αίτηση προς τους ενάγοντες για προσωρινή αύξηση του ορίου του εν λόγω λογαριασμού με αριθμό 0110-12-014912, από Λ.Κ.30.000 σε Λ.Κ.42.000, αίτημα που έγινε αποδεκτό στις 29.4.02 (βλ. Τεκμήριο 2), με τους όρους και προϋποθέσεις που περιγράφονται εκεί. Για σκοπούς περαιτέρω εξασφάλισης και εγγύησης των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες αυτός και η εναγόμενη 2 υποθήκευσαν δυνάμει των υποθηκών ΑΥ.1672/87 (πρώτη υποθήκη) και ΒΥ.1027/99 (δεύτερη υποθήκη), προς όφελος των εναγόντων, υπό τους όρους και προϋποθέσεις που διατυπώνονται στα Τεκμήρια 3 και 4, οικόπεδο τους στο Στρόβολο, με στοιχεία: Αρ. Εγγραφής: J1102, Φ/Σχ.ΧΧΧΙ 62.W.II, Τεμάχιο 1365, 2/6 μερίδια (1/6 μερίδιο έκαστος) («το κτήμα»). Ο λογαριασμός εξασφαλίστηκε ακόμη και με την ενεχυρίαση δικαιωμάτων αγοράς μετοχών και μετοχών διαφόρων εταιρειών του εναγόμενου 1, υπό τους όρους και προϋποθέσεις που περιγράφονται στα Τεκμήρια 8
(1)-
(9). Κατά τη δίκη, η απαίτηση σε σχέση με τις αξίες αυτές περιορίστηκε σε 7.628 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου. Η προσωρινή αύξηση θα έληγε στις 6.9.02, αναθεωρήθηκε όμως στις 3.4.03, με συνεχή ισχύ και με την κοινή αντίληψη ότι το προϊόν της χορήγησης του προσωρινού αυτού ορίου θα χρησιμοποιούνταν για εξόφληση δανείου το οποίο ο εναγόμενος 1 είχε συνάψει με άλλη εταιρεία (Eurolife) για κάλυψη εκτάκτων αναγκών. Ως αποτέλεσμα της παράληψης των εναγόμενων να τηρήσουν τους όρους της συμφωνίας και να πληρώσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο, οι ενάγοντες στις 24.5.04, τερμάτισαν δικαιολογημένως και νομίμως τη συμφωνία με τον εναγόμενο 1 ως το Τεκμήριο 6, ενώ προγενέστερα είχαν προσηκόντως ζητήσει και από την εναγόμενη 2, την αποπληρωμή των οφειλομένων βάσει των υποχρεώσεων που ανάλαβε με τα Τεκμήρια 3 και 4, χωρίς όμως αποτέλεσμα (βλ. Τεκμήριο 7). Ένεκα τούτου, ο λογαριασμός 110-12-014912 άλλαξε σε 0184-22-068186, αφού μετατράπηκε σε προβληματικό. Το περιεχόμενο του λογαριασμού ανακατασκευάστηκε με ακρίβεια από τους ενάγοντες έτσι ώστε να δεικνύει (και έτσι βρίσκω), το πραγματικώς οφειλόμενο μέχρι τις 21.4.08 [βλ. Τεκμήριο 5(Α)]. Η συμφωνία έγινε με την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων χωρίς καμιά απολύτως αθέμιτη παρότρυνση ή εξώθηση των εναγομένων και δεν ήταν καθόλου ετεροβαρής. Ως εγγύηση για την αύξηση του ορίου δόθηκαν οι εξασφαλίσεις που περιγράφονται στα Τεκμήρια 3, 4, 8
(1)- 8
(9), το περιεχόμενο των οποίων ουδόλως συγκλίνει με την άποψη των εναγομένων ότι οι ενάγοντες θα προχωρούσαν σε εξόφληση του οποιουδήποτε οφειλόμενου υπολοίπου μόνον με την εκτέλεση των εξασφαλίσεων αυτών. Οι υποθηκεύσεις αφορούν και στην εναγόμενη 2, όπως με σαφήνεια περιγράφεται στα εν λόγω έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων καθίσταται συνακόλουθο εύρημα του δικαστηρίου. Οι εξασφαλίσεις αφορούσαν και κάλυπταν όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες, παρούσες, μελλοντικές, άμεσες, έμμεσες, προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα. Οι ενάγοντες με βάση τη συμφωνία είχαν δικαίωμα (και όχι υποχρέωση) πώλησης των μετοχών που ενεχυριάστηκαν. Ως δανειστές δεν όφειλαν, όπως εισηγήθηκε ο κ. Παπαντωνίου, βάσει του άρθρου 67 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, να ενασκήσουν το δικαίωμα τους για πώληση των μετοχών προς διευκόλυνση εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 ως οφειλέτη, ούτε και καταδείχθηκε εκ πλευράς τελευταίου πώς η όποια παράληψη των εναγόντων να παράσχουν, έστω, εύλογες διευκολύνσεις στον εναγόμενο αποτέλεσε αιτία για τη μη εκπλήρωση των υποσχέσεων που αναλήφθηκαν (βλ. Singhal & Subrahamanyan, Indian Contract Act, 3η έκδ. 1989, Τομ. 1, σελ. 1330). Οι ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να ζυγιάσουν στην κρίση τους τα συμφέροντα του εναγόμενου. Μπορούσαν να ασκήσουν το δικαίωμά τους όποτε αυτοί επέλεγαν με μόνη υποχρέωση να πουλήσουν τις αξίες στην τρέχουσα τιμή της αγοράς κατά το χρόνο πώλησης (βλ. Silven Properties and Another v. Royal Bank of Scotland Plc and Others
(2004)4 All ER 484). Οι ενάγοντες δεν είχαν καμιά απολύτως ανάμιξη στη διαχείριση των αξιών του εναγόμενου υπό την έννοια της ενάσκησης διακριτικής ευχέρειας και λήψης αποφάσεων για οποιανδήποτε αγοραπωλησία μετοχών. Αυτά που πρότεινε συναφώς η υπεράσπιση είναι παντελώς άσχετα με το τι πραγματικώς συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων με βάση τα κατατεθέντα τεκμήρια, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε βάσιμη δικαιολογία για άλλη αντίκριση. Η σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων δεν ήταν καθόλου εμπιστευματική ή καταπιστευματική, όπως πρότεινε ο κ. Παπαντωνίου αλλά, απλώς, σχέση χρεώστη - δανειστή, με τους ενάγοντες να μην έχουν καμιά υποχρέωση προειδοποίησης των εναγομένων (και ιδιαίτερα του εναγόμενου 1), για τους όποιους κινδύνους δυνατόν να ελλόχευαν στο εγχείρημά του να δανειστεί λεφτά για οποιοδήποτε σκοπό, ακόμη και για το σκοπό που διατείνεται, δηλαδή, την αγοραπωλησία μετοχών στο ΧΑΚ. Καμιά αρχή δεν επιβάλλει καθήκον στον τραπεζίτη να εξετάσει το κατά πόσον το πρόσωπο που λαμβάνει το δάνειο το πράττει με γνώμονα τα ορθά επενδυτικά ή άλλα οικονομικά κριτήρια και συμφέροντα του (βλ. Foley v. Hill
(1848)(1843-60) All. E R Rep. 16). Επαφίεται στον εκάστοτε χρεώστη, είτε είναι επενδυτής είτε όχι, να αποφασίσει το κατά πόσον επιθυμεί να εμπλακεί σε οποιεσδήποτε χρηματιστηριακές συναλλαγές χρησιμοποιώντας λεφτά από δανεισμό ή δικές του καταθέσεις, με τις όποιες επενδυτικές του επιλογές να βαραίνουν αποκλειστικώς τον ίδιο, εκτός και αν συμβλήθηκε με οποιονδήποτε για την παροχή τέτοιων συμβουλών και τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του ή υπήρξαν τέτοιες παραστάσεις εκ πλευράς δανειστή που θα μπορούσαν, ίσως, να δικαιολογήσουν το συμπέρασμα, κάτι που επ' ουδενί δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση (βλ. Suriya & Douglas (a firm) v. Midland Bank Plc
(1999)1 All ER (Comm) 612, BP Refinery (Westernport) Pty Ltd v. The Shire of Hastings
(1977)180 CLR 266). Μήτε και η σχέση των διαδίκων ήταν τέτοια που δε μπορούσε να δημιουργήσει και δε δημιούργησε εδώ, ούτε και οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας των εναγόντων έναντι των εναγομένων [βλ. Murphy v. Brentwood District Council
(1990)2 All. E R 908(HL)]. Η συμφωνία ήταν καθ' όλα νόμιμη και με κανένα τρόπο αντίθετη με τη δημόσια πολιτική και το δημόσιο συμφέρον όπως σχετικώς ισχυρίσθηκε η υπεράσπιση, με αναφορά, κυρίως στο ζήτημα της φερόμενης παραβίασης εκ πλευράς εναγόντων Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας [βλ. Τεκμήριο 15
(1)-
(7)]. Πέραν του ότι η συμφωνία δεν είχε να κάνει τίποτε με χρηματιστηριακές συναλλαγές και ως εκ τούτου με το περιεχόμενο των αναφερόμενων Εγκυκλίων, τέτοια παραβίαση δεν υπήρξε έτσι και αλλιώς αλλά ακόμη και να υπήρξε δε θα μπορούσε να δημιουργήσει υπόβαθρο αποφυγής των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγόμενου, έστω ότι η συμφωνία αφορούσε σε επενδυτικούς σκοπούς στο ΧΑΚ, αφού με κανένα τρόπο η όποια τέτοια τυχόν παραβίαση δε θα επηρέαζε τη νομιμότητα και δεσμευτικότητα της συμφωνίας και όλων όσων επακολούθησαν ως εξ αυτής. Οι εγκύκλιοι αυτοί υπέχουν χαρακτήρα εσωτερικών διοικητικών μέτρων (internum), χωρίς να επιφέρουν οποιαδήποτε άμεση τροποποίηση στις υποχρεώσεις και δικαιώματα των επενδυτών ή των μελών του ΧΑΚ. Αν εξυπηρετείται με κάποιο τρόπο το δημόσιο συμφέρον, σίγουρα αυτός δεν είναι με την εμπέδωση κλίματος εύκολης απαλλαγής από τις συμβατικές υποχρεώσεις των συμβαλλομένων (ιδιαίτερα όταν το ένα μέρος αποκομίζει και απολαμβάνει το πλήρες όφελος του αντικειμένου της συμφωνίας, όπως εδώ), αλλά κλίματος προστασίας και διατήρησης των συμβάσεων που έχουν συναφθεί ελευθέρως μεταξύ ικανών συμβαλλομένων με ενάσκηση της ελεύθερης τους βούλησης, όπως έγινε και στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Διαχειριστικό Συμβούλιο Εμπορικής Σχολής Μιτσή Λεμύθου v. Πετράκη
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 941). Η εναγόμενη 2 βάσει των όρων και περιεχομένου των Τεκμηρίων 3 και 4 είναι υπόλογος μέχρι του ποσού που προβλέπεται στις προαναφερθείσες υποθήκες ΑΥ.1672/87 και ΒΥ.1027/99, πλέον τόκους και έξοδα. Οι ενάγοντες απόδειξαν την υπόθεση τους εναντίον και των δύο εναγομένων στον απαιτούμενο βαθμό. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται αφού στερείται αξιόπιστης πραγματικής και νομικής βάσης, χωρίς οποιαδήποτε έκφανση της να στοιχειοθετείται εν πάση περιπτώσει από οποιαδήποτε μαρτυρία έχει κριθεί ως αξιόπιστη. Καμιά πτυχή από τα όσα άλλα πρότειναν οι δικηγόροι δεν παρείχε επαρκές νομικό ή πραγματικό έρεισμα για μεταβολή της κατάληξης προς άλλη κατεύθυνση. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 1 για ποσό €59.547,73, με τόκο 11,5% από 22.4.08, επί ποσού €57.490,83, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο, δηλαδή την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους μέχρι εξοφλήσεως. Εκδίδεται διάταγμα εναντίον των εναγομένων 1 και 2, για την εκποίηση των υποθηκών ΑΥ.1672/87 και ΒΥ.1027/99 σε σχέση με το κτήμα, ως η παράγραφος 10(β) της Έκθεσης Απαίτησης, προς ικανοποίηση της απόφασης και των εξόδων. Εκδίδεται επιπλέον, διάταγμα εναντίον του εναγόμενου 1 ως οι παράγραφοι 10(γ), (δ) και (ε) της Έκθεσης Απαίτησης αναφορικώς με τις 7.628 ενεχυριασμένες μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, δικής του ιδιοκτησίας, προς ικανοποίηση της απόφασης και των εξόδων. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε σχέση με την Ανταπαίτηση και λόγω της φύσης και συνάφειας της με τα επίδικα θέματα που εκδικάστηκαν στα πλαίσια της απαίτησης, δεν εκδίδεται διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.