← Κύπρος

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Στέλιος Μαρκίδης, Αρ. Αγωγής: 5635/04, 30 Ιουνίου, 2008

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Στέλιος Μαρκίδης, Αρ. Αγωγής: 5635/04, 30 Ιουνίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A143 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5635/04 ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 01/11/

  1. Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων και Στέλιος Μαρκίδης Εναγόμενου Ημερομηνία: 30 Ιουνίου,
  2. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Η κ. Χ. Κότσαπα. Για τον Εναγόμενο: Ο κ. Α. Παπαντωνίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες απαιτούν από τον εναγόμενο ποσό €138.908,97 (Λ.Κ. 81.299,81), ως χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού δυνάμει γραπτής συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 4.5.98 («η συμφωνία»), πλέον τόκο προς 11.5% το χρόνο επί του ποσού αυτού από 1.1.04, κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι εξοφλήσεως. Ο εναγόμενος απορρίπτει την αξίωση ανταπαιτώντας επιστροφή ποσού €17.940,32 (Λ.Κ.10.500), το οποίο ενεχυρίασε στους ενάγοντες στα πλαίσια της συμφωνίας καθώς και αποζημιώσεις για αμέλεια, παράβαση συμφωνίας και παραβίαση νομίμων υποχρεώσεων και καθηκόντων των εναγόντων έναντι του. Είναι παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων ότι: (α) Οι ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός εγγεγραμμένος συμφώνως του νόμου ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λευκωσία, διεξάγοντες τραπεζικές εργασίες σε όλη την Κύπρο. (β) Ο εναγόμενος στις 4.5.98,υπόγραψε αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο «ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ» («το σχέδιο»), ενώ στις 12.5.98 υπόγραψε επιστολή αποδοχής των όρων του σχεδίου (βλ. τεκμήριο 2). (γ) Την 28.12.98, ο εναγόμενος αποδέχθηκε δια υπογραφής του, αύξηση του ορίου της πιστωτικής διευκόλυνσης που του παρείχαν οι ενάγοντες με βάση το σχέδιο από ΛΚ35.000,00 σε Λ.Κ. 61.000,00 (βλ. τεκμήριο 18). (δ) Στις 26.8.98, ο εναγόμενος υπόγραψε προς όφελος των εναγόντων έγγραφο ενεχυρίασης τίτλων αξιών (βλ. Τεκμήριο 5), ενώ στις 11.6.98, υπόγραψε πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος της Εθνικής Χρηματιστηριακής Λτδ (βλ. Τεκμήριο 4) και στις 9.9.02, άλλο πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος των εναγόντων (βλ. τεκμήριο 19). (ε) Οι ενάγοντες άνοιξαν λογαριασμό στο όνομα του εναγόμενου με αριθμό 529/399504-
  3. (στ)Κατά ή περί την 24.11.03,οι ενάγοντες έκλεισαν τον λογαριασμό με αριθμό 529/399504-9, μεταφέροντας το υπόλοιπο, στο λογαριασμό καθυστερήσεων με αριθμό 529/399504-
  4. (ζ) Ο εναγόμενος έλαβε την επιστολή των εναγόντων με ημερομηνία 24.11.03, με την οποία τερματίστηκε η λειτουργία του. Οι ενάγοντες λέγουν ότι τήρησαν πλήρως τους όρους της συμφωνίας και ότι δικαιούνται σε απόφαση ως η απαίτηση, με την ανταπαίτηση να πρέπει να απορριφθεί ως πραγματικώς και νομικώς αβάσιμη. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι δε σύναψε τη συμφωνία με τον τρόπο και τους όρους που ισχυρίζονται οι ενάγοντες, διότι, μεταξύ άλλων, αυτή τροποποιήθηκε μονομερώς από αυτούς χωρίς τη συναίνεση του, ότι αποδεχόμενος τη συμμετοχή του στο σχέδιο στηρίχθηκε σε και επηρεάστηκε από υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις των εναγόντων (ρητές, σιωπηρές ή εξυπακουόμενες), περί τήρησης των νόμιμων υποχρεώσεων και υποσχέσεων τους, ότι θα προστάτευαν τον εναγόμενο από την πρόκληση ζημιάς και θα ασκούσαν πάντοτε με την αναμενόμενη επιμέλεια, προσοχή και δεξιότητα τις υποχρεώσεις τους, ότι θα κατέβαλλαν την απαιτούμενη λογική φροντίδα για τον καθορισμό της χρονικής περιόδου πώλησης των μετοχών και την εξόφληση του χρέους, ότι ενήργησαν αμελώς ως προς τη διατήρηση του επίδικου λογαριασμού στην καθορισμένη αναλογία, ότι το σχέδιο ήταν ιδιαιτέρως ετεροβαρές σε βάρος του λόγω του παραπλανητικού και ψευδούς τρόπου με τον οποίο του το παρουσίασαν οι ενάγοντες χωρίς να του εξηγήσουν όλους τους κινδύνους που ελλόχευαν από τη λειτουργία του, ότι οι ενάγοντες ενήργησαν κατά παράβαση των νομίμων υποχρεώσεων τους αναφορικώς με τη συμφωνία παρακαταθήκης/ενεχύρου η οποία έλαβε χώραν σε σχέση με τις μετοχές που ενεχυριάστηκαν, ότι οι ενάγοντες ενήργησαν με απάτη, δόλο και ψευδείς παραστάσεις αφού απόκρυψαν από αυτόν και παραβίασαν σχετικές Εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και ότι χρέωναν παράνομα, κακόβουλα και κακόπιστα τόκους επί του φερόμενου χρέους. Οι ισχυρισμοί που περιβάλλουν τις αντίστοιχες τοποθετήσεις βρίσκονται διατυπωμένοι με λεπτομέρεια στη δικογραφία και δε χρειάζεται να αναπαραχθούν. Σημασία έχει ότι αξιολογήθηκαν πλήρως. Για υποστήριξη της εκδοχής των εναγόντων, έδωσε μαρτυρία η Διευθύντρια του καταστήματος Λευκωσίας και μέχρι την 31.12.05, Προϊστάμενη της Υπηρεσίας Εθνοεπενδυτή, Λίζα Παντελίδου (ΜΕ1), η οποία αναφέρθηκε στην επίτευξη της συμφωνίας και σε όλα όσα την περιβάλλουν. Εκ πλευράς υπεράσπισης, έδωσε προφορική μαρτυρία ο εναγόμενος Στέλιος Μαρκίδης (ΜΥ1), ο οποίος αναφέρθηκε στη συμφωνία και σε παρεμφερή με αυτήν γεγονότα. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό ανεξαρτήτως της όποιας απουσίας ρητής παράθεσης στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων

(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Σε σχέση με τα κατατεθέντα τεκμήρια, το περιεχόμενο της Έκθεσης Επιτροπής του ΧΑΚ - Τεκμήριο 52, δε γίνεται αποδεκτό για την αλήθεια οποιουδήποτε γεγονότος αναφέρεται εκεί αφού δεν αποτελεί την καλύτερη δυνατόν μαρτυρία που θα μπορούσε να προσκομιστεί έχοντας υπόψη τα γεγονότα που την αφορούν και τις πρόνοιες των άρθρων 27, 34 και 36 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.
  1. Ούτε και καταδείχθηκε επαρκώς ότι η εν λόγω έκθεση αποτελεί μέρος αρχείου βάσει του άρθρου 35 του Κεφ.
  2. Κατά τις αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επικεντρώθηκαν στην αξιοπιστία της μαρτυρίας και στην ανάπτυξη νομικών θέσεων καλώντας το Δικαστήριο να απορρίψει για συγκεκριμένους λόγους τις αντίδικες τοποθετήσεις και να αποδεχθεί πλήρως τις αντιστοίχως επιζητούμενες θεραπείες. Λεπτομέρειες των επιμέρους εισηγήσεων διατυπώνονται στα γραπτά περιγράμματα με τα οποία οι δικηγόροι εφοδίασαν το Δικαστήριο και δε χρειάζεται να επαναληφθούν. Όπου κριθεί αναγκαίο, θα γίνει αναφορά στο κείμενο της απόφασης. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι συνήγοροι. Η Λίζα Παντελίδου (ΜΕ1), μου δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση. Ήταν σαφής και λεπτομερής. Απαντούσε χωρίς περιστροφές. Η αντεξέταση της αν και διήρκησε για αρκετό χρόνο, καθόλου δεν έπληξε την αξιοπιστία της. Αντιθέτως την ενίσχυσε αφού αρκετές είναι οι φορές που της τέθηκαν οι ίδιες περίπου ερωτήσεις, με τη μάρτυρα να απαντά στην κάθε περίπτωση με σταθερότητα και συνέπεια χωρίς τον παραμικρό δισταγμό ή ουσιώδη αντίφαση. Κάποιες ανακολουθίες που παρατηρήθηκαν στη μαρτυρία της ήσαν επουσιώδεις και επακόλουθο της φυσικότητας και ειλικρίνειας με την οποία κατάθεσε και σίγουρα με κανένα τρόπο δεν αλλοίωσαν τη συνολικώς θετική εικόνα που εξέπεμψε ως μάρτυς. Ο εναγόμενος μού δημιούργησε αρνητική εντύπωση. Σε ουσιώδεις πτυχές της μαρτυρίας του ήταν αντιφατικός και αόριστος. Είπε για παράδειγμα, ότι η Λίζα Παντελίδου (ΜΕ1), καθώς και κάποιος άλλος λειτουργός των εναγόντων με το όνομα Κυριάκος Καψός, τον είχαν παροτρύνει και επηρεάσει στο να υποβάλει αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο και να υπογράψει τη συμφωνία. Κατά την αντεξέταση όμως είπε ότι δε μπορούσε να θυμηθεί αν πράγματι τα άτομα αυτά ή άλλα, τον παρότρυναν και επηρέασαν προς την κατεύθυνση αυτή ή σε οποιανδήποτε άλλην. Σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης είπε ότι δε γνώριζε αν οι Παντελίδου και Καψός του είχαν αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με το κατά πόσον θα έπρεπε ή όχι να υποβάλει αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο. Δήλωσε επίσης σε σχέση με τον Κυριάκο Καψό ότι δε θυμόταν καν να είχε μιλήσει μαζί του πριν την υπογραφή της συμφωνίας ή σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο. Ανάφερε επίσης κατά την κυρίως εξέταση ότι έδινε εντολές για αγοραπωλησίες μετοχών προς την Εθνική Χρηματιστηριακή Λτδ, ενώ κατά την αντεξέταση είπε ότι δεν είχε δώσει εντολές για όλες τις αγοραπωλησίες και ότι δε μπορούσε να προσδιορίσει για ποιες είχε δώσει και για ποιες δεν είχε δώσει τέτοιες εντολές. Όταν του υποβλήθηκε ότι έδωσε εντολές για όλες τις αγοραπωλησίες είπε ότι δε μπορούσε να αποκλείσει μια τέτοια περίπτωση. Οι πιο πάνω αντιφάσεις και ασυνέπειες κρίνονται ως ουσιώδεις, δεδομένης της φύσης της διαφοράς και των επίδικων θεμάτων. Δέχομαι ως πλήρως αξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγόντων και απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή του εναγόμενου. Βρίσκω ότι περί τα τέλη του 1996, οι ενάγοντες αποφάσισαν τη δημιουργία του σχεδίου με βλέψη την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων σε προτιθέμενους επενδυτές με το άνοιγμα ειδικού τρεχούμενου λογαριασμού με σκοπό την πραγματοποίηση αγοραπωλησιών μετοχικών τίτλων και αξιών στο ΧΑΚ. Ο εναγόμενος στις 4.5.98, υπόβαλε στη Λευκωσία αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο. Με την υπογραφή της συμφωνίας στη Λευκωσία οι ενάγοντες παραχώρησαν στον εναγόμενο πιστωτικές διευκολύνσεις για συμμετοχή στο σχέδιο. Η σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων δεν ήταν εμπιστευματική ή καταπιστευματική, παρά μόνο σχέση χρεώστη - δανειστή. Οι ενάγοντες δεν είχαν καμιά υποχρέωση να προειδοποιήσουν τον εναγόμενο για τους όποιους κινδύνους δυνατόν να ελλόχευαν στο εγχείρημά του να δανειστεί λεφτά με σκοπό την αγοραπωλησία μετοχών στο ΧΑΚ. Καμιά αρχή δεν αναγνωρίζει καθήκον στους τραπεζίτες για εξέταση του κατά πόσον το πρόσωπο που λαμβάνει το δάνειο το πράττει τούτο με γνώμονα ορθά επενδυτικά ή άλλα οικονομικά κριτήρια (βλ. Foley v. Hill
(1848)(1843-60) All. E R Rep. 16). Επαφίεται στον εκάστοτε επενδυτή να αποφασίσει το κατά πόσον επιθυμεί να εμπλακεί σε χρηματιστηριακές συναλλαγές χρησιμοποιώντας λεφτά από δανεισμό ή δικές του καταθέσεις, με τις όποιες επενδυτικές του επιλογές να βαραίνουν αποκλειστικώς τον ίδιο, εκτός και αν συμβλήθηκε με οποιονδήποτε για την παροχή τέτοιων συμβουλών και για διαχείριση του χαρτοφυλακίου του ή υπήρξαν τέτοιες παραστάσεις εκ πλευράς δανειστή που θα μπορούσαν, ίσως, να δικαιολογήσουν το συμπέρασμα, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση με αναφορά στους ενάγοντες (βλ. Suriya & Douglas (a firm) v. Midland Bank Plc
(1999)1 All ER (Comm) 612, BP Refinery (Westernport) Pty Ltd v. The Shire of Hastings
(1977)180 CLR 266). Μήτε και η σχέση των διαδίκων ήταν τέτοια που δε μπορούσε να δημιουργήσει και δε δημιούργησε εδώ ούτε και οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας των εναγόντων έναντι του εναγόμενου [βλ. Murphy v. Brentwood District Council
(1990)2 All.ER 908(HL)]. Με βάση τη συμφωνία οι ενάγοντες άνοιξαν τον υπ' αριθμό 529/339825-11, λογαριασμό στο όνομα του και στον οποίο γίνονταν οι διάφορες χρεοπιστώσεις που προέκυπταν από τις αγοραπωλησίες των μετοχών. Στις 15.2.99 οι ενάγοντες άλλαξαν το λογισμικό και μηχανογραφικό τους σύστημα με αποτέλεσμα τα δύο τελευταία ψηφία όλων των λογαριασμών να γίνουν ένα. Ως εκ τούτου, ο λογαριασμός του εναγόμενου από τη 15.2.99, άλλαξε από 339825-11 σε 521-339825-
  1. Όλοι οι λογαριασμοί του σχεδίου διατηρούνταν στη Λευκωσία. Με το άνοιγμα του λογαριασμού ο εναγόμενος μπορούσε να το δραστηριοποιήσει και να προβεί στη διενέργεια συναλλαγών αγοραπωλησίας αξιών στο ΧΑΚ. Είχε στη διάθεσή του γι' αυτό το σκοπό αρχικώς Λ.Κ. 35.000 και ακολούθως Λ.Κ. 61.
  2. Ο λογαριασμός λειτουργούσε ως τρεχούμενος με δικαίωμα παρατραβήγματος. Δυνάμει της συμφωνίας, ο εναγόμενος κατάθεσε στο λογαριασμό, ως αρχική εξασφάλιση, ποσό μετρητών και αξία μετοχών ύψους Λ.Κ.10.
  3. Το Έγγραφο Ενεχυρίασης Τίτλων Αξιών - Τεκμήριο 5, υπογράφθηκε συναφώς στη Λευκωσία στις 26.8.98, στην ταυτόχρονη παρουσία δύο ικανών προς το συμβάλλεσθαι μαρτύρων. Η θέση της υπεράσπισης περί δήθεν ακυρότητας του εν λόγω εγγράφου λόγω μη απόδειξης υπογραφής του από τουλάχιστον δύο ικανούς μάρτυρες με δόρυ τις πρόνοιες του άρθρου 138 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, δε δικογραφείται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και ως εκ τούτου δε θα έπρεπε καν να προωθηθεί. Με την υπογραφή του Τεκμηρίου 2 στις 12.5.98, οι όροι χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων που συνόδευαν την αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο μετατράπηκαν σε όρους της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων - συμβαλλομένων, με τους όρους να τροποποιούνται στις 29.6.98, με κοινή συναίνεση των συμβαλλομένων δια της αντικατάστασης του όρου 7 με νέο όρο 7 (βλ. Τεκμήριο 3). Στις 3.8.99, έλαβε χώραν αμοιβαίως μεταξύ των συμβαλλομένων και νέα τροποποίηση της συμφωνίας με ισχύ από 11.8.99, συμφώνως της οποίας το ποσοστό εξασφάλισης που αναφερόταν στον όρο 6 της αρχικής συμφωνίας αυξανόταν από 30% σε 40%, το δε ποσοστό στον όρο 7 της αρχικής συμφωνίας αυξανόταν από 120% σε 130%. Το σύνολο των τροποποιήσεων βρίσκεται διατυπωμένο στο έγγραφο και δε χρειάζεται να επαναληφθεί και ότι τούτο, θεωρώ, απαντά και στα περί μονομερών τροποποιήσεων της συμφωνίας που ισχυρίστηκε ο εναγόμενος. Στις 9.9.02, ο εναγόμενος υπόγραψε στη Λευκωσία πληρεξούσιο προς τους ενάγοντες μετά την αποϋλοποίηση των αξιών και τη σύσταση κεντρικού μητρώου/αποθετηρίου στο ΧΑΚ (βλ. Τεκμήριο 19). Το πληρεξούσιο αυτό ήταν απαίτηση των αρχών του ΧΑΚ ώστε ο εναγόμενος (και ο κάθε επενδυτής) να μπορεί να λειτουργεί το λογαριασμό του όπως και προηγουμένως. Πριν τη σύσταση του μητρώου/αποθετηρίου, ο εκάστοτε πελάτης αγόραζε αξίες οι οποίες ενεχυριάζονταν προς όφελος των δανειστών (εδώ των εναγόντων). Σε περίπτωση πώλησης, οι αξίες αυτές αποδεσμεύονταν αμέσως και το προϊόν της πώλησης κατατίθετο στο λογαριασμό του πελάτη. Με τα νέα δεδομένα, η πώληση και αποδέσμευση αξιών δε μπορούσε να γίνεται ταυτοχρόνως και για αυτό δόθηκε από τις αρχές του ΧΑΚ η επιλογή στις τράπεζες (συμπεριλαμβανομένων των εναγόντων), για υπογραφή σχετικού πληρεξουσίου έτσι ώστε να εξυπηρετείται η λειτουργία του λογαριασμού με βάση το νέο μηχανογραφικό σύστημα όπως και πριν. Το περιεχόμενο της συμφωνίας στην ολότητά του καθίσταται συνακόλουθο εύρημα του Δικαστηρίου. Ο εναγόμενος έδινε εντολές στην Εθνική Χρηματιστηριακή Λτδ η οποία ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του για την αγοραπωλησία μετοχών. Είναι κοινώς παραδεχτό μεταξύ των διαδίκων ότι την 11.6.98, ο εναγόμενος με πληρεξούσιο έγγραφο διόρισε την Εθνική Χρηματιστηριακή Λτδ ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του έτσι ώστε εξ' ονόματος και για λογαριασμό του, μεταξύ άλλων, να αγοράζει, πουλάει και συναλλάσσεται με οποιεσδήποτε κινητές αξίες που ήσαν εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ και τις μεταβιβάζει στο όνομά τους ως εξασφάλιση (βλ. Τεκμήριο 4). Στην κάθε περίπτωση η Εθνική Χρηματιστηριακή Λτδ, ενεργούσε ως αντιπρόσωπος και χρηματιστής του εναγόμενου, χωρίς οι ενάγοντες να έχουν οποιαδήποτε σχέση μαζί της, με αποτέλεσμα οι οποιεσδήποτε παραλήψεις ή ενέργειες της να μην τους αφορούν. Οι ενάγοντες δεν ενεργούσαν ως διαχειριστές της περιουσίας του εναγόμενου, όπως εισηγήθηκε η υπεράσπιση με αναφορά στην Α.Α.Α. United Stockbrokers Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Προσφυγής 642/02, ημερ. 5.8.
  4. Η εν λόγω απόφαση διαφοροποιείται ως προς τα γεγονότα της αφού αφορούσε σε χρηματιστηριακό γραφείο και όχι χρηματοδοτικό οργανισμό, όπως εδώ και καμιά σχέση δεν έχει με επενδυτικά σχέδια. Οι ενάγοντες δεν είχαν καμιά απολύτως ανάμιξη στη διαχείριση των αξιών του εναγόμενου υπό την έννοια της ενάσκησης διακριτικής ευχέρειας και λήψης αποφάσεων για οποιανδήποτε αγοραπωλησία μετοχών. Το γεγονός ότι εξαργύρωσαν επιταγή στο όνομα του εναγόμενου και αποδέχτηκαν τη δημόσια πρόταση για τις μετοχές της Universal Life Insurance Public Co Ltd (βλ. Τεκμήριο 20(β-γ), δε θα μπορούσε να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα. Απλώς, οι ενάγοντες ως ενεχυροδανειστές είχαν δυνατότητα κατάθεσης των δικαιωμάτων που προέκυπταν από τις ενεχυριασμένες μετοχές έναντι του χρέους του εναγόμενου. Παρομοίως, το ότι οι ενάγοντες χρέωναν ποσοστό 1% ως δικαιώματα διαχείρισης επί των αγορών δε μπορεί να θεωρηθεί ως στοιχείο δεικτικό αυτών που ισχυρίζεται η υπεράσπιση. Τα δικαιώματα διαχείρισης αφορούσαν στη διαχείριση του λογαριασμού και όχι του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου και περιλάμβαναν, για παράδειγμα, τα έξοδα αποστολής των καταστάσεων λογαριασμού και άλλων συναφών εγγράφων. Ούτε και η αναφορά σε αμοιβή διαχείρισης μπορεί να εξισωθεί με ένδειξη διαχείρισης του χαρτοφυλακίου ή παροχής επενδυτικών συμβουλών προς τον εναγόμενο. Καθίσταται εναργές ότι για τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου το λόγο είχε η Εθνική Χρηματιστηριακή Λτδ και όχι οι ενάγοντες. Όπως παραδέχθηκε ο εναγόμενος σε μια από τις εκδοχές που εξέφρασε, οι ενάγοντες ενημερώνονταν από τη Εθνική Χρηματιστηριακή Λτδ, για τις πράξεις που γίνονταν στο ΧΑΚ εκ μέρους του και πρόβαιναν σε σχετικές πληρωμές και εισπράξεις από και προς τους χρηματιστές και σε αντίστοιχες χρεοπιστώσεις στο λογαριασμό. Η απόφαση Marketrends Finance Ltd v. Πέρδικου
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1042, στην οποία επίσης αναφέρθηκε ο κ. Παπαντωνίου, διαφοροποιείται ως εκ τούτων από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι ενάγοντες κατέστησαν αντιπρόσωποι του εναγόμενου με οποιονδήποτε τρόπο. Τουναντίον, προς εφαρμογή των προνοιών της συμφωνίας, ο εναγόμενος κατέστησε πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του τη Εθνική Χρηματιστηριακή Λτδ, για τους σκοπούς που προαναφέρθηκαν. Αναμφιβόλως, οι ενάγοντες ενδιαφέρονταν να διασφαλίσουν τα δικαιώματα τους και τη δυνατότητα να ελέγχουν και να γνωρίζουν ανά πάσαν στιγμήν την κατάσταση του λογαριασμού, που ως εκ των αλυσιδωτών αγοραπωλησιών, μεταβαλλόταν συνεχώς, έτσι ώστε να γνωρίζουν περί της κίνησης του γενικότερα και τα περί εξασφάλισης του ή όχι, με βάση τις υφιστάμενες εξασφαλίσεις, ειδικότερα. Όταν πραγματοποιούνταν μια συναλλαγή η Εθνική Χρηματιστηριακή Λτδ εξέδιδε και απόστελλε προς τους ενάγοντες τα πινακίδια συναλλαγής (contract notes), μαζί με τις εξουσιοδοτήσεις για την ανάλογη χρεοπίστωση του λογαριασμού [βλ. Τεκμήριο 9(1-108)]. Σε σχέση με τα πινακίδια αυτά η Λίζα Παντελίδου (ΜΕ1) παρουσίασε ως Τεκμήριο 45(1-56α), πιστά αντίγραφα τους τα οποία λάμβαναν τότε από την Εθνική Χρηματιστηριακή Λτδ. Δεν κατέστη δυνατό να ανευρεθούν τα αρχικά πινακίδια στην πρωτότυπη τους μορφή, με αποτέλεσμα να κατατεθούν πιστά αντίγραφα ως το Τεκμήριο 47. Το Τεκμήριο 45 αποτελείται από 56 εξουσιοδοτήσεις και όχι από 108 όπως το Τεκμήριο 9 και αυτό διότι το Τεκμήριο 9, αριθμήθηκε ανά σελίδα ενώ το Τεκμήριο 45 ανά εξουσιοδότηση. Στο τελευταίο, περιλαμβάνονται και οι σελίδες που ο κ. Παπαντωνίου υπόδειξε κατά την αντεξέταση ότι ελλείπουν από το Τεκμήριο 9, όπως για παράδειγμα, η σελίδα 2 του Τεκμηρίου 9
(23)και η σελίδα 6 του Τεκμηρίου 9
(44). Βεβαίως, οι εντολές που έδινε ο εναγόμενος προς την Εθνική Χρηματιστηριακή Λτδ δεν αφορούσαν αυστηρώς ομιλούντες τους ενάγοντες οι οποίοι περιορίζονταν (και ορθώς υπό τις περιστάσεις), σε αντιστοίχηση των στοιχείων που διατυπώνονταν στις εξουσιοδοτήσεις προς την Εθνική Χρηματιστηριακή Λτδ, με αυτά στα αντίστοιχα πινακίδια συναλλαγής. Εξήγησε η Λίζα Παντελίδου (ΜΕ1) και το δέχομαι, ότι τα πρωτότυπα των εξουσιοδοτήσεων και των πινακιδίων καταχωρούνταν στα ταμειακά της ημέρας και αργότερα φυλάγονταν στις αποθήκες των εναγόντων, λόγω όμως πλημμύρας στις αποθήκες, τα έγγραφα καταστράφηκαν και διασώθηκαν μόνο τα αντίγραφα που έτυχε να φυλάγονται στο φάκελο του κάθε πελάτη. Η εξήγηση αυτή αποτελεί και επαρκή δικαιολογία για τη μη προσαγωγή των πρωτοτύπων βάσει του άρθρου 34 του Κεφ. 9, αλλά ακόμη και βάσει του άρθρου 35
(3)του ιδίου Κεφαλαίου. Οι ενάγοντες βασιζόμενοι στα στοιχεία που τους έδινε η Εθνική Χρηματιστηριακή Λτδ πλήρωναν το συνολικό ποσό του κάθε πινακιδίου συναλλαγής. Το ποσό αυτό περιλάμβανε το τίμημα αγοράς, την προμήθεια της Εθνικής Χρηματιστηριακής Λτδ και τα ανάλογα τέλη του ΧΑΚ. Τα ποσά χρεώνονταν στο λογαριασμό του εναγόμενου. Η Εθνική Χρηματιστηριακή Λτδ ενημέρωνε τους ενάγοντες και τον εναγόμενο για τις συναλλαγές που διενεργούσε εκ μέρους του τελευταίου. Οι μετοχές και αξίες που αγοράζονταν, ενεχυριάζονταν προς όφελος των εναγόντων και σε περίπτωση πώλησης τους λάμβαναν το καθαρό ποσό του κάθε πινακιδίου πώλησης, δηλαδή το προϊόν πώλησης αφαιρούμενης της προμήθειας του χρηματιστή και το τέλος του ΧΑΚ και πίστωνε το λογαριασμό του εναγόμενου. Για να μπορούσε να γίνει η πώληση, οι ενάγοντες έπρεπε να αποδεσμεύσουν τις αντίστοιχες μετοχές και αξίες. Οι ενάγοντες με βάση τη συμφωνία είχαν δικαίωμα (και όχι υποχρέωση) πώλησης των μετοχών που ενεχυριάστηκαν, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στον εναγόμενο, κατά την απόλυτη κρίση τους και χρησιμοποίησης του προϊόντος της πώλησης για εξόφληση των υποχρεώσεων του (βλ. κατ' αναλογίαν, Ανδρέου ν. Τράπεζα Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 740, Cuckmere Brick Co Ltd v. Mutual Finance Ltd
(1971)2 All ER 633). Παρόμοιο όμως δικαίωμα πώλησης είχε και ο εναγόμενος με εντολές προς το χρηματιστή του οποτεδήποτε το επιθυμούσε, βάσει ασφαλώς κάποιων συναφών όρων και προϋποθέσεων που προσδιορίζονται στη συμφωνία. Όχι μόνον αυτό αλλά είχε και δικαίωμα να αποφασίζει και να δίνει εντολές στο χρηματιστή του για αγοραπωλησίες μετοχών, σε αντίθεση με τους ενάγοντες που δεν είχαν τέτοιο δικαίωμα, γεγονός που παραδέχθηκε ο εναγόμενος, όπως παραδέχθηκε και τη δυνατότητα να πουλήσει όποτε ήθελε τις μετοχές του. Οι ενάγοντες ως δανειστές δεν όφειλαν, όπως εισηγήθηκε ο κ. Παπαντωνίου, βάσει του άρθρου 67 του Κεφ. 149, να ενασκήσουν το δικαίωμα τους για πώληση των μετοχών προς διευκόλυνση εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εναγόμενου ως οφειλέτη. Πέραν ασφαλώς του ότι η εισήγηση συγκρούεται με τη γραμμή υπεράσπισης ότι κανένα ποσό δεν οφείλει ο εναγόμενος προς τους ενάγοντες, η θέση δεν είναι ορθή. Το άρθρο 67 του Κεφ.149, εφαρμόζεται σε περιπτώσεις συμβάσεων που δε χρειάζονται εκπλήρωση, γεγονός που αυτονόητα θέτει το όλο ζήτημα πάνω σε παντελώς διαφορετική βάση από αυτή που συζητείται εδώ, ξέχωρα και από το γεγονός ότι, όπως και να έχουν τα πράγματα, δεν καταδείχθηκε ότι η όποια παράληψη των εναγόντων να παράσχουν εύλογες διευκολύνσεις στον εναγόμενο αποτέλεσε αιτία για τη μη εκπλήρωση των υποσχέσεων που ανάλαβε, ακριβώς, ως εκ της φερόμενης παράληψης (βλ. Singhal & Subrahamanyan, Indian Contract Act, 3η έκδ. 1989, Τομ. 1, σελ. 1330). Αδόκιμη κρίνεται και η αναφορά του κ. Παπαντωνίου στο άρθρο 73
(3)του Κεφ. 149, σε μια προσπάθεια να πείσει ότι οι ενάγοντες όφειλαν να λάμβαναν μέτρα για μείωση ή αποτροπή της ζημιάς τους. Το άρθρο αυτό αφορά στον προσδιορισμό των συνεπειών της παράβασης σύμβασης και όχι στα αίτια που την προκαλούν. Οι ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να ζυγιάσουν στην κρίση τους τα συμφέροντα του εναγόμενου. Μπορούσαν να ασκήσουν το δικαίωμά τους όποτε αυτοί επέλεγαν με μόνη υποχρέωση να πουλήσουν τις αξίες στην τρέχουσα τιμή της αγοράς κατά το χρόνο πώλησης (βλ. Silven Properties and Another v. Royal Bank of Scotland Plc and Others
(2004)4 All ER 484). Ο εναγόμενος είχε το δικαίωμα όποτε επιθυμούσε να αλλάξει χρηματιστηριακό γραφείο νοουμένου ότι ειδοποιούσε σχετικώς τους ενάγοντες και πρόβαινε στην υπογραφή νέου πληρεξούσιου εγγράφου. Κάτι τέτοιο δεν έγινε, ούτε και ζητήθηκε εκ πλευράς του. Οι ενάγοντες αποστέλλανε προς τον εναγόμενο μηνιαίως κατάσταση του λογαριασμού με αποτέλεσμα να έχει πλήρη εικόνα όλων των διαδραματιζομένων (βλ. Τεκμήριο 25). Στις μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού φαίνονται όλες οι χρεοπιστώσεις που έγιναν καθώς και ο υπολογισμός του τόκου. Φαίνεται επίσης το κλείσιμο του λογαριασμού του εναγόμενου και η μεταφορά του υπολοίπου στις καθυστερήσεις με το νέο αριθμό 529/399504-
  1. Στην κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 26.11.03 (βλ. Τεκμήριο 25), παρουσιάζεται πιστωτική εγγραφή ύψους Λ.Κ. 80.385,
  2. Το ποσό αυτό δεν αποτελεί πληρωμή αλλά εγγραφή για εσωτερικούς σκοπούς των εναγόντων κατά τον εντοπισμό της λειτουργίας του λογαριασμού και τη μεταφορά του οφειλόμενου υπολοίπου στις καθυστερήσεις. Τούτο τεκμηριώνεται και από την κατάσταση λογαριασμού που ακολουθεί στο ίδιο τεκμήριο με ημερομηνία 28.11.03, με το νέο αριθμό λογαριασμού καθυστερήσεων 529/399504-9, ο οποίος αρχίζει με εκ μεταφοράς οφειλόμενο υπόλοιπο Λ.Κ.80.385,
  3. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 25 παράμεινε ουσιαστικά αναμφισβήτητο, χωρίς να έχει προσκομιστεί εν πάση περιπτώσει άλλη αξιόπιστη μαρτυρία που να ανατρέπει ή να διαφοροποιεί οποιαδήποτε καταχώρηση αναφέρεται εκεί. Το τεκμήριο αυτό αποτελεί αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο και εκ πρώτης όψεως απόδειξη όλων των καταχωρήσεων που διατυπώνονται εκεί με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 22 του Κεφ.
  4. Επιπροσθέτως, ικανοποιήθηκαν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 35 του Κεφ. 9, σε σχέση με το εν λόγω τεκμήριο, αφού καταδείχθηκε με επάρκεια ότι αποτελεί μέρος του αρχείου της τράπεζας (η οποία κάλλιστα, θεωρώ, ότι μπορεί να χαρακτηρισθεί και ως επιχείρηση εντός της έννοιας του αντίστοιχου όρου στο εν λόγω άρθρο). Το γεγονός ότι το τεκμήριο δε συνοδεύθηκε από το πιστοποιητικό που προβλέπεται στο άρθρο 35
(3)(α) του Κεφ. 9, καθόλου δεν επηρεάζει τη δυνατότητα αποδοχής της μαρτυρίας, με την πολύ καλύτερη ως μαρτυρία των λεχθέντων της Λίζας Παντελίδου (ΜΕ1), ως αρμοδίας λειτουργού των εναγόντων (όπως ο όρος αυτός περιγράφεται στο άρθρο 35
(5)του Κεφ. 9), να καθιστά την προσκόμιση ενός τέτοιου πιστοποιητικού υπό τις περιστάσεις αχρείαστη. Η χρησιμότητα του πιστοποιητικού έγκειται στη δυνατότητα παρουσίασης μαρτυρίας εκεί όπου δεν είναι δυνατή η εφικτή η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας για οποιοδήποτε λόγο και δε στοχεύει στην κατάργηση της δυνατότητας προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας σε σχέση με το τι επιδιώκεται ή την υπερίσχυση του περιεχομένου του από την προφορική μαρτυρία που θα μπορούσε να δοθεί, δεδομένου ότι κατατάσσεται ως εφάμιλλης εμβέλειας και ποιότητας. Η συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου από την ημερομηνία έναρξης του λογαριασμού μέχρι την 31.12.07, διατυπώνεται και στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  1. Στην κατάσταση αυτή δεν αποτυπώνεται λεπτομερώς το υπόλοιπο λογαριασμού όπως στο Τεκμήριο
  2. Παρουσιάζονται όμως όλες οι αγοραπωλησίες με λεπτομέρεια καθώς και η χρέωση τόκων, το εκάστοτε όριο του εναγόμενου (το οποίο ανακλήθηκε) και διάφορες άλλες λεπτομέρειες. Ο λογαριασμός άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα στην κίνησή γύρω στον Ιούλιο 2000 και για αυτό οι ενάγοντες άρχισαν να του αποστέλλουν σχετικές επιστολές. Η αλληλογραφία άρχισε από την 11.7.00 και συνεχίστηκε μέχρι και την 8.9.03 (βλ. Τεκμήρια 27-43). Ο εναγόμενος καλούνταν από τους ενάγοντες όπως καταθέσει πρόσθετη εξασφάλιση λόγω της πτώσης της αξίας των μετοχών του και να συμμορφωθεί με τους όρους της συμφωνίας. Πληροφορούνταν επίσης ότι ο λογαριασμός βρισκόταν σε υπέρβαση του ορίου που είχε συμφωνηθεί και ότι θα έπρεπε να φρόντιζε για την επαναφορά του εντός των εγκεκριμένων πλαισίων. Οι επιστολές ημερομηνίας 3.4.01 μέχρι 10.4.02 (βλ. Τεκμήρια 30-37), συνοδεύονταν και από την κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου και του χαρτοφυλακίου του. Οι επιστολές αποστέλλονταν στη διεύθυνση που ο ίδιος είχε δώσει για αυτό το σκοπό, δηλαδή στην οδό «Αριστοτέλους Βαλαωρίτη 29, Νικόλας Κώρτ Δ.51, 4001, Λεμεσός». Η διεύθυνση αυτή είναι η ίδια με εκείνη που δηλώθηκε στην αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο (και μετέπειτα δεσμευτική συμφωνία) (βλ. Τεκμήριο 1). Ο ισχυρισμός ότι δεν έλαβε όλες τις επιστολές (ή τις καταστάσεις λογαριασμού), απορρίπτεται ως αναξιόπιστος και αυτό διότι όχι μόνον κατά τη στιγμή που πρόβαινε στον ισχυρισμό στο εδώλιο του μάρτυρα πασιφανώς κόμπιασε κατά την εκφορά της απάντησης αλλά και γιατί δε μπόρεσε (αν και κλήθηκε) να εξηγήσει καν το πώς κάποιες από τις επιστολές (και καταστάσεις λογαριασμού), που στάλθηκαν στην ίδια διεύθυνση, πράγματι παραλήφθηκαν από τον ίδιο (με παραδοχή του), ενώ οι υπόλοιπες που επίσης στάλθηκαν στην ίδια διεύθυνση, δεν παραλήφθηκαν ποτέ, όπως είπε. Το γεγονός ότι αποδείχτηκε με επάρκεια από τους ενάγοντες η αποστολή των επιστολών στη δοθείσα διεύθυνση και η μη επιστροφή τους από το ταχυδρομείο είναι αρκετό για να οδηγήσει στο κατά τεκμήριο συμπέρασμα ότι στην προκειμένη περίπτωση παραλήφθηκαν από τον εναγόμενο (βλ. κατ' αναλογίαν, Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895, Theodorou v. The Abbot of Kykko Monestry
(1965)1 CLR 9). Ο εναγόμενος ουδέποτε επικοινώνησε με τους ενάγοντες είτε για να εκφράσει τη διαφωνία του αναφορικώς με τις συναλλαγές που του αποδίδονταν είτε για να παραπονεθεί για οτιδήποτε άλλο σχετικό αφορούσε στο λογαριασμό αν και γνώριζε ότι θα μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί τους ανά πάσα στιγμή, ακόμη και μέσω της Εθνικής Χρηματιστηριακής Λτδ, αν ήθελε πράγματι να διαμαρτυρηθεί ή και να διευκρινίσει οποιαδήποτε πτυχή των πραγμάτων. Σε διάφορα διαστήματα ο εναγόμενος απόσυρε κέρδη συνολικού ύψους Λ.Κ.59.300, από το λογαριασμό και σχετικά με αυτό είναι τα αντίστοιχα εντάλματα πληρωμής που περιγράφονται στα Τεκμήρια 21 -
  1. Κατά τον τερματισμό της συμφωνίας οι ενάγοντες είχαν ενεχυριασμένες προς όφελος τους τις αξίες που αναφέρονται στη Συγκεντρωτική Κατάσταση Λογαριασμού Επενδυτή του Εναγόμενου, ως το Τεκμήριο
  2. Δεν αμφισβητήθηκε παρεμπιπτόντως ότι η κατάσταση αυτή στάλθηκε προς τον εναγόμενο σε διεύθυνση στη Λευκωσία και ότι την παράλαβε. Οι ενάγοντες σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ 17.5.06 και 1.6.06, προέβηκαν μέσω της Εθνικής Χρηματιστηριακής Λτδ σε πώληση των υπό αναφορά μετοχών και αξιών συμφώνως του δικαιώματος που παρέχονταν από τους όρους της συμφωνίας. Η κατάσταση των πωληθέντων αξιών και μετοχών περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 25 και είναι ακριβής. Οι εν λόγω μετοχές και αξίες πουλήθηκαν προσηκόντως από την Εθνική Χρηματιστηριακή Λτδ στην τρέχουσα τιμή που διαπραγματεύονταν στο ΧΑΚ και το προϊόν πώλησης κατατέθηκε στο λογαριασμό του εναγόμενου με αποτέλεσμα το υπόλοιπο του λογαριασμού να μειωθεί όπως φαίνεται στο Τεκμήριο
  3. Εκεί παρουσιάζονται και κάποιες άλλες πιστώσεις οι οποίες αφορούν σε εισπράξεις μερισμάτων με αποτέλεσμα αντίστοιχες μειώσεις στο υπόλοιπο. Οι ενάγοντες επέδειξαν υποδειγματική υπομονή προς τον εναγόμενο δίνοντας του κάθε δυνατή ευκαιρία να ξεπληρώσει το χρέος του. Ούτε ολιγώρησαν αλλά ούτε και με οποιονδήποτε τρόπο απεμπόλησαν ή παραιτήθηκαν από οποιοδήποτε νόμιμο δικαίωμα είχαν έναντι του, όπως σχετικώς υπόβαλε ο κ. Παπαντωνίου. Σκοπός του εναγόμενου ήταν η αποφυγή τήρησης των συμβατικών του υποχρεώσεων μετά που οι επενδυτικές του επιλογές δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η συμφωνία ήταν καθ' όλα νόμιμη και με κανένα τρόπο ετεροβαρής ή αντίθετη με τη δημόσια πολιτική και το δημόσιο συμφέρον όπως σχετικώς ισχυρίσθηκε η υπεράσπιση, με αναφορά, κυρίως, στο ζήτημα της κατ' ισχυρισμό παραβίασης εκ πλευράς εναγόντων Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας [βλ. Τεκμήριο 48
(1)-
(11)]. Δεν υπήρξε τέτοια παραβίαση, αλλά και να υπήρξε, αυτή δε θα μπορούσε να δημιουργήσει υπόβαθρο αποφυγής των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγόμενου αφού με κανένα τρόπο η όποια τέτοια τυχόν παραβίαση δε θα επηρέαζε τη νομιμότητα και δεσμευτικότητα της συμφωνίας και όλων όσων επακολούθησαν ως εξ αυτής. Οι Εγκύκλιοι αυτοί υπέχουν χαρακτήρα εσωτερικών διοικητικών μέτρων (internum), χωρίς να επιφέρουν οποιαδήποτε άμεση τροποποίηση στις υποχρεώσεις και δικαιώματα των επενδυτών ή των μελών του ΧΑΚ. Αν εξυπηρετείται με κάποιο τρόπο το δημόσιο συμφέρον, σίγουρα αυτός δεν είναι με την εμπέδωση κλίματος εύκολης απαλλαγής από τις συμβατικές υποχρεώσεις των συμβαλλομένων (ιδιαίτερα όταν το ένα μέρος αποκομίζει και απολαμβάνει το πλήρες όφελος του αντικειμένου της συμφωνίας, όπως εδώ), αλλά κλίματος προστασίας και διατήρησης των συμβάσεων που έχουν συναφθεί ελευθέρως μεταξύ ικανών συμβαλλομένων με ενάσκηση της ελεύθερης τους βούλησης, όπως έγινε και στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Διαχειριστικό Συμβούλιο Εμπορικής Σχολής Μιτσή Λεμύθου v. Πετράκη
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 941). Είναι με έκπληξη που το Δικαστήριο άκουσε κατά τις αγορεύσεις την εισήγηση της υπεράσπισης περί έλλειψης τοπικής αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να επιληφθεί της αγωγής διότι: «Στην παρούσα υπόθεση είναι παραδεκτό ότι ο Εναγόμενος είναι κάτοικος Λεμεσού, η αίτηση και η Συμφωνία έγιναν στην Λεμεσό, οι εντολές δίδοντο στη Λεμεσό το πληρεξούσιο υπογράφηκε στη Λεμεσό. Ο τερματισμός της Συμφωνίας συντελέσθηκε με την λήψη της σχετικής επιστολής της Ενάγουσας από τον Εναγόμενο στη Λεμεσό. Όλα τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση έγιναν στη Λεμεσό.» Η θέση αυτή είναι, λυπούμαι να παρατηρήσω, ανακριβής και παραπλανητική. Δεν είναι καθόλου παραδεκτό ότι η αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο και η επακόλουθη συμφωνία έγιναν στη Λεμεσό ή ότι το πληρεξούσιο υπογράφτηκε στη Λεμεσό ή ότι όλα τα γεγονότα που αφορούν στην υπόθεση έγιναν στη Λεμεσό. Ακριβώς το αντίθετο. Ο εναγόμενος υπόγραψε αποδοχή των όρων του σχεδίου στη Λευκωσία, όπως ρητώς αναφέρεται στο Τεκμήριο 2, το δε πληρεξούσιο έγγραφο προς την Εθνική Χρηματιστηριακή Λτδ υπογράφτηκε στη Λευκωσία, όπως και πάλιν ρητώς αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο (βλ. Τεκμήριο 4) και ότι εκτός τούτων, ο επίδικος λογαριασμός βρισκόταν στη Λευκωσία, με την παράβαση των όρων της συμφωνίας (ανεξαρτήτως αν ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αυτά που του αποδίδονται δεν αποτελούν παράβαση), να λαμβάνει χώραν στη Λευκωσία όπου ασφαλώς δημιουργήθηκε και το αγώγιμο δικαίωμα. Η προδικαστική ένσταση, κρίνω, αποτελεί εκ των υστέρων εφεύρημα του εναγόμενου για να αποφύγει ή να καθυστερήσει την ανάληψη ή απόδοση ευθυνών αναφορικώς με την αξίωση. Απόδειξη τούτου είναι και το γεγονός ότι καμιά σχετική μνεία δε γίνεται στη δικογραφία περί έλλειψης αρμοδιότητας του Δικαστηρίου η οποία, να σημειωθεί, ότι μέχρι να συμπληρωθεί εκ πλευράς εναγόμενου χρειάστηκαν πέραν των δύο χρόνων. Η φύση του προβαλλόμενου ισχυρισμού και τα γεγονότα που δήθεν τον περιβάλλουν θα έπρεπε να ήσαν γνωστά από την αρχή, με τον εναγόμενο να γνωρίζει με άλλα λόγια από την πρώτη στιγμή το κατά πόσον υπόγραψε ή δεν υπόγραψε στη Λευκωσία, στη Λεμεσό ή οπουδήποτε αλλού έτσι ώστε να έδινε και τις σχετικές οδηγίες στους δικηγόρους του για την έγερση του ζητήματος στη δικογραφία. Η αρχική Υπεράσπιση είχε καταχωρισθεί στις 8.10.04, με τον κ. Παπαντωνίου να αναλαμβάνει την υπόθεση για τον εναγόμενο στις 22.3.06, μετά από απόσυρση των προηγούμενων δικηγόρων του εναγόμενου. Η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση καταχωρίσθηκε στις 30.11.06, μετά από την έκδοση εκ συμφώνου διατάγματος τροποποίησης ημερομηνίας 1.11.06. Έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης και τις πρόνοιες του άρθρου 21 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, κρίνω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την υπόθεση (βλ. C&K Κυριάκου και Α/φοι Λτδ ν. Ιωάννου
(1990)1 Α.Α.Δ.479). Η ένσταση περί έλλειψης τοπικής αρμοδιότητας απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Κάτι τελευταίο αναφορικώς με τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι στις 13.3.06 και όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ο πρώην δικηγόρος του εναγόμενου στην παρουσία του τελευταίου προέβη σε κατ' ισχυρισμό δεσμευτική για τον εναγόμενο δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου περί αποδοχής εκ πλευράς του απόφασης ως η απαίτηση, σε βαθμό που να δημιουργεί εξ υποσχέσεως κώλυμα εναντίον του. Το περιεχόμενο της δήλωσης έχει ως ακολούθως: «Έχω δει τα νομικά σημεία με τον πελάτη και πιστεύω να δεχτεί απόφαση με αποκοπή ποσού από το τελικό ποσό που θα δεχτεί απόφαση και δεσμεύεται ενώπιον Δικαστηρίου και εμένα.» Η δήλωση δεν χαρακτηρίζεται από την αναμενόμενη εμβέλεια και σαφήνεια στη διατύπωση τής φερόμενης πρόθεσης του εναγόμενου έτσι ώστε να μπορεί να αποτελέσει βάση για την εξαγωγή του συμπεράσματος που επιθυμούν οι ενάγοντες οι οποίοι εν πάση περιπτώσει, δε φαίνεται να βασίστηκαν επ αυτής με οποιονδήποτε τρόπο. Η δήλωση περιγράφει απλώς τις δυνητικές προθέσεις του εναγόμενου υπό την αίρεση αξιολόγησης κάποιων νομικών σημείων και τίποτε περισσότερο. Υπό τις περιστάσεις δε θα ήταν δίκαιο, από αντικειμενική άποψη ιδωμένων των πραγμάτων, να μην επιτραπεί στον εναγόμενο να αποστεί από τις παραστάσεις του πρώην δικηγόρου του χωρίς δικαίωμα προώθησης της υπεράσπισης που επιθυμούσε και αν μη τι άλλον, της Ανταπαίτησης του. Δεν μπορεί να παραβλέψει κάποιος και το γεγονός ότι μετά τη δήλωση αυτή και πιο συγκεκριμένα στις 22.3.06, ο εναγόμενος άλλαξε δικηγόρο διορίζοντας τον κ. Παπαντωνίου και ότι μετά από την εξέλιξη αυτή ο εν λόγω δικηγόρος προέβηκε σε ενδιάμεση αίτηση για τροποποίηση της δικογραφίας η οποία εν τέλει απορρίφθηκε με αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου στις 13.4.06, χωρίς ποτέ να προβληθεί η δήλωση του πρώην συνηγόρου ως δημιουργούσα οποιασδήποτε μορφής κώλυμα στην προώθηση του αναφερόμενου δικονομικού διαβήματος. Και δεν είναι μόνο αυτό. Μετά την εν λόγω ενδιάμεση απόφαση, ο εναγόμενος καταχώρησε νέα αίτηση τροποποίησης με ημερομηνία 27.9.06, στην οποία τελικώς συναίνεσαν οι ενάγοντες με αποτέλεσμα να εκδοθεί εκ συμφώνου σχετικό διάταγμα τροποποίησης την 1.11.06, χωρίς και πάλι να γίνει οποιαδήποτε σχετική αναφορά. Σε σχέση με τους τόκους και τις άλλες χρεώσεις στο λογαριασμό, δεν υπήρξε ουσιαστικά αμφισβήτηση είτε στον τρόπο υπολογισμού τους είτε σε οτιδήποτε άλλο παρεμφερές. Η Λίζα Παντελίδου (ΜΕ1), έδωσε και πάνω σε αυτή την πτυχή επαρκείς και λεπτομερείς εξηγήσεις. Οι ενάγοντες απέδειξαν την υπόθεση τους στον απαιτούμενο βαθμό. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται αφού στερείται αξιόπιστης νομικής και πραγματικής βάσης. Καμιά πτυχή από τα όσα άλλα πρότειναν οι δικηγόροι δεν παρείχε επαρκές νομικό ή πραγματικό έρεισμα έτσι ώστε να μετάβαλλε την κατάληξη της παρούσας απόφασης προς άλλη κατεύθυνση. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για ποσό €192.467,47, με τόκο προς 11.5% ετησίως επί του ποσού αυτού από 1.1.08, κεφαλαιοποιούμενου την 30 Ιουνίου και την 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, μέχρι εξοφλήσεως, με έξοδα και Φ.Π.Α. υπέρ τους και εναντίον του εναγόμενου, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε σχέση με την απόρριψη της Ανταπαίτησης, λόγω της φύσης και συνάφειας των εκεί επίδικων θεμάτων με αυτά της απαίτησης, δεν εκδίδεται διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο. Πρωτοκολλητής. /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.