← Κύπρος

ALPHA BANK LTD ν. ΣΠΥΡΟΣ ΣΠΥΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 6157/06, 30 Ιουνίου, 2008

ALPHA BANK LTD ν. ΣΠΥΡΟΣ ΣΠΥΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 6157/06, 30 Ιουνίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A144 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6157/06 Μεταξύ: ALPHA BANK LTD Εναγόντων. και ΣΠΥΡΟΣ ΣΠΥΡΟΥ Εναγόμενου. --------------------- Ημερομηνία: 30 Ιουνίου,

  1. Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: Η κ. Ξ. Κόκκινου. Για τον εναγόμενο: Η κ. Φ. Νικολάου και η κ. Ζ. Νικολάου. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες απαιτούν από τον εναγόμενο ποσό €96.647,07 (Λ.Κ.56.565,02), ως χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού δυνάμει γραπτής συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 5.1.00 («η συμφωνία»), στα πλαίσια του επενδυτικού σχεδίου Alpha - CLR Stockbrokers («το σχέδιο»), πλέον τόκο προς 9% το χρόνο από 1.1.02 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Ο εναγόμενος απορρίπτει την αξίωση ανταπαιτώντας, μεταξύ άλλων, ποσό €164.025,74 (Λ.Κ.96,000), ως αποζημιώσεις λόγω παράβασης συμφωνίας. Οι ενάγοντες λέγουν ότι τήρησαν πλήρως τους όρους της συμφωνίας και ότι δικαιούνται σε απόφαση ως η απαίτηση ενώ ισχυρίζονται ότι η ανταπαίτηση είναι ολοκληρωτικώς αβάσιμη τόσον νομικώς όσον και πραγματικώς. Είναι μεταξύ άλλων εκδοχή του εναγόμενου ότι δε σύναψε τη συμφωνία με τον τρόπο και τους όρους που ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ότι εν πάση περιπτώσει η συμφωνία και τα άλλα συναφή προς αυτήν έγγραφα που υπογράφτηκαν από τους συμβαλλόμενους είναι άκυρα, ότι οι ενάγοντες τού παρουσιάστηκαν ψευδώς ως χρηματιστές και ειδικοί περί επενδύσεων παροτρύνοντας, πείθοντας και εξωθώντας τον να υποβάλει αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο, ότι υπόγραψε τη συμφωνία με την προϋπόθεση ότι οι ενάγοντες θα τηρούσαν αυστηρώς τους εκεί διαλαμβανόμενους όρους, ότι ανάλαβαν τη διαχείριση των ενεχυριασμένων μετοχών κατ' αποκλεισμό του ιδίου, κακοδιαχειριζόμενοι μάλιστα το χαρτοφυλάκιο του επιδεικνύοντας αμέλεια και παραβαίνοντας τις νόμιμες και συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι του ως εμπιστευματοδόχοι και αντιπρόσωποι του, ότι του επέβαλαν τη συμφωνία με τρόπο παράνομο, αυθαίρετο και με ψευδείς παραστάσεις, ότι με δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις και ψυχικές πιέσεις τερμάτισαν το λογαριασμό αυθαίρετα έχοντας τον αφήσει για αδικαιολόγητα μακρύ χρόνο να οδηγηθεί στο κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο χωρίς να προβούν σε ενέργειες και μέτρα για περιορισμό της ζημιάς του αλλά και της δικής τους και ότι η συμφωνία συνομολογήθηκε καθ' υπέρβαση των εξουσιών τους αλλά και κατά παράβαση σχετικών Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Η πλήρης εκδοχή του εναγόμενου διατυπώνεται στην (αδικαιολογήτως εκτενή) Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση η οποία αποτελείται από 38 (αναρίθμητες) και πυκνογραμμένες σελίδες. Για υποστήριξη της εκδοχής των εναγόντων έδωσαν προφορική μαρτυρία οι Κυριάκος Τζύρκας (ΜΕ1), Ντόλη Τριανταφύλλου (ΜΕ2) και Πανίκος Χριστοφόρου (ΜΕ3). Για την υπεράσπιση κατάθεσε ο εναγόμενος Σπύρος Σπύρου (ΜΥ1) και οι Κωνσταντίνος Κοζάκος (ΜΥ2) και Σάββας Παστελλή (ΜΥ3). Ο Κυριάκος Τζύρκας (ΜΕ1), είπε ότι κατά τους κρίσιμους χρόνους ήταν Προϊστάμενος του Τμήματος Πιστωτικών Διευκολύνσεων των Εναγόντων και ένας από τους υπεύθυνους για την εποπτεία και έλεγχο κίνησης των τρεχούμενων λογαριασμών πελατών που ανοίχθηκαν για σκοπούς επενδύσεων. Αναφέρθηκε στο άνοιγμα και κίνηση του λογαριασμού αναλύοντας τα έγγραφα που αφορούσαν στη λειτουργία του σχεδίου (βλ. Τεκμήρια 1(β) - 9). Επεξήγησε με λεπτομέρεια διάφορα πινακίδια συναλλαγής (contract notes) (βλ. Τεκμήρια 10 - 14), καθώς και τα Τεκμήρια 16 - 26 και 28 - 42, βάσει των οποίων οι ενάγοντες ετοίμαζαν τις καταστάσεις λογαριασμού - Τεκμήριο 15, που στέλνονταν στον εναγόμενο. Εξήγησε αναλυτικώς τις χρεοπιστώσεις του λογαριασμού λέγοντας ότι η αξία των ενεχυριασμένων μετοχών (αναλύοντας ταυτοχρόνως και τα τεκμήρια 7(β), 8 και 9), κατά την 3.4.08 ήταν €39.868,94 (βλ. Τεκμήριο 47), υπογραμμίζοντας ότι η αξία των αρχικών εξασφαλίσεων ανερχόταν στο ποσό των €84.235,50 (Λ.Κ.49.300,85). Η Ντόλη Τριανταφύλλου (ΜΕ2), είπε ότι κατά τους κρίσιμους χρόνους ήταν Λειτουργός στο Τμήμα Πιστωτικών Διευκολύνσεων στα Κεντρικά Καταστήματα των εναγόντων στη Λευκωσία. Αναφέρθηκε στην έγκριση παραχώρησης ορίου ύψους Λ.Κ.48.000, στο λογαριασμό του εναγόμενου επεξηγώντας και αναλύοντας ταυτοχρόνως τις διάφορες χρεοπιστώσεις. Αναφέρθηκε στις συνθήκες υπογραφής της συμφωνίας - Τεκμήριο 2 καθώς και άλλων εγγράφων, όπως τα Τεκμήρια 2 - 6 και 7(β) -
  2. Ο Πανίκος Χριστοφόρου (ΜΕ3), Λειτουργός στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), αναφέρθηκε στην ενεχυρίαση εκ πλευράς εναγόμενου μετοχών προς όφελος των εναγόντων αναλύοντας και επεξηγώντας συναφώς τα Τεκμήρια 7(β), 8, 9, 49 και
  3. Επιβεβαίωσε ότι μετά την 31.12.00, δεν υπήρξαν συναλλαγές πωλήσεων μετοχών εκ πλευράς εναγόμενου παρά μόνον αγορές. Ο εναγόμενος αναφέρθηκε στην επίδικη συμφωνία και όλα όσα κατά την αντίληψή του την περιβάλλουν και δικαιολογούν τη θέση του για απόρριψη της αγωγής και επιτυχία της Ανταπαίτησης. Ο Κωνσταντίνος Κοζάκος (ΜΥ2), κατάθεσε ως εγκεκριμένος λογιστής επεξηγώντας και αναλύοντας έκθεση την οποία ετοίμασε ύστερα από οδηγίες του εναγόμενου σε σχέση με τη συμφωνία και τη χρέωση τόκων και άλλων δικαιωμάτων εκ πλευράς εναγόντων (βλ. Τεκμήριο 52). Ο Σάββας Παστελλής (ΜΥ3), κατάθεσε ως εμπειρογνώμονας επί οικονομικών και τραπεζικών θεμάτων, αναφερόμενος σε τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και αναλύοντας Εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της εκτενούς παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό ανεξαρτήτως της όποιας απουσίας ρητής παράθεσης στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων

(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Κατά τις αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επικεντρώθηκαν στην αξιοπιστία της προσκομισθείσας μαρτυρίας και στην ανάπτυξη νομικών θέσεων καλώντας το Δικαστήριο να απορρίψει, για συγκεκριμένους λόγους, τις αντίδικες τοποθετήσεις. Λεπτομέρειες των επιμέρους εισηγήσεων διατυπώνονται στα γραπτά περιγράμματα με τα οποία οι δικηγόροι εφοδίασαν το Δικαστήριο και δε χρειάζεται να επαναληφθούν. Όπου κριθεί αναγκαίο, θα γίνει αναφορά στο κείμενο της απόφασης. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι συνήγοροι. Οι μάρτυρες των εναγόντων μού δημιούργησαν καλή εντύπωση. Ήσαν σαφείς και σταθεροί στις τοποθετήσεις τους, με κάποιες μικροαντιφάσεις που παρατηρήθηκαν, ιδιαίτερα στη μαρτυρία της Ντόλης Τριανταφύλλου (ΜΕ2), να κρίνονται ως επουσιώδεις χωρίς να αλλοιώνουν τη συνολικώς θετική εικόνα που εξέπεμψαν. Ο εναγόμενος και οι μάρτυρες του δε μου προκάλεσαν θετική εντύπωση. Ο εναγόμενος διακατεχόταν από εμφανή διάθεση αποστασιοποίησης από κάθε τι που θα μπορούσε ενδεχομένως να τον περιέπλεκε στη λογική της εκδοχής των εναγόντων. Το πρακτικό βρίθει από τέτοιες τοποθετήσεις του με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση της επιστολής ημερομηνίας 13.10.00 - Τεκμήριο 27, που του απέστειλαν οι ενάγοντες σε σχέση με την αναγκαιότητα επιπρόσθετων ενεχυριάσεων λόγω του ότι το περιθώριο ασφαλείας του λογαριασμού είχε υποχωρήσει σε ποσοστό πολύ πιο κάτω του συμφωνηθέντος. Αρνήθηκε ότι την παράλαβε ποτέ ή ότι γνώριζε περί της ύπαρξης της. Διαφάνηκε ωστόσο κατά την αντεξέταση ότι στις 3.3.08, στα πλαίσια ένορκης δήλωσης στην οποία προέβη σε σχέση με αποκάλυψη εγγράφων που είχε στην κατοχή του αναφορικώς με την αγωγή, είχε αναφερθεί στην επιστολή ως έγγραφο που είχε στην κατοχή του. Όταν του τέθηκε ευθέως η αντίφαση, επέλεξε να επαναλάβει την αρχική απάντηση περί έλλειψης γνώσης ύπαρξης της. Δήλωσε επίσης ότι οι ενάγοντες ουδέποτε τού δάνεισαν το επίδικο ποσό μια και το αρχικό υπόλοιπο του λογαριασμού που ανοίχθηκε σχετικώς ήταν πιστωτικό ευθύς μόλις ενεργοποιήθηκε η λειτουργία του. Η τοποθέτηση αυτή δημιούργησε ομολογουμένως κάποια έκπληξη όχι τόσον για το περιεχόμενο της όσον για τον τρόπο και τη φαινομενική σοβαρότητα και εμμονή με την οποία προωθήθηκε από το μάρτυρα, αφού συγκρούεται πασιφανώς με το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού - Τεκμήριο 15, οι οποίοι πάνω σε αυτή τη πτυχή, ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από το μάρτυρα ή τις δικηγόρους του αλλά και άλλων αντίθετων αναφορών του κατά τη μαρτυρία του. Είπε επίσης αρκετά για το πού υπογράφθηκε η συμφωνία και άλλα σχετικά με αυτή έγγραφα, διατεινόμενος ότι υπογράφθηκαν στη Λεμεσό και όχι στη Λευκωσία όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, με πασιφανή σκοπό, θεωρώ, να δημιουργήσει πλασματικό υπόβαθρο για προώθηση της προδικαστικής ένστασης του περί έλλειψης τοπικής αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να επιληφθεί της υπόθεσης. Θέση των δικηγόρων του ήταν ότι η συμφωνία - Τεκμήριο 2, το πληρεξούσιο έγγραφο προς τη CLR Stockbrokers Ltd - Τεκμήριο 4, το έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών - Τεκμήριο 5 και το πληρεξούσιο έγγραφο προς τους ενάγοντες - Τεκμήριο 6, υπογράφτηκαν στη Λεμεσό και όχι στη Λευκωσία. Ο μάρτυς όμως αν και επέμενε πολύ στην θέση αυτή και προσπάθησε να τροχοδρομήσει τις απαντήσεις του με τρόπο συνάδοντα με τις εισηγήσεις των συνηγόρων του, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει σε ποια έγγραφα αναφερόταν όταν έλεγε ότι υπογράφτηκαν στη Λεμεσό και όχι στη Λευκωσία, παραδεχόμενος ότι, πράγματι, κάποια από τα έγγραφα αυτά τα είχε υπογράψει στη Λευκωσία και όχι στη Λεμεσό. Του υποδείχθηκε ότι το πληρεξούσιο έγγραφο προς τη CLR Stockbrokers Ltd - Τεκμήριο 4, που υπογράφθηκε την ίδια μέρα με τη συμφωνία - Τεκμήριο 2, αναφέρει στη σελίδα 2, ότι υπογράφθηκε στη Λευκωσία. Στα πολλά το παραδέχθηκε επικαλούμενος όμως το τι ο ίδιος εξέλαβε ως συνήθη πρακτική στα τραπεζικά πράγματα, πολλά από τα έγγραφα που υπογράφονται στα πλαίσια παρόμοιων συμφωνιών να μην τυγχάνουν της δέουσας προσοχής από τους υπογράφοντες πελάτες και να περιέχουν δηλώσεις οι οποίες κατ' ουσίαν δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, με παράδειγμα τούτου να είναι και το γεγονός ότι ενώ πράγματι αναφέρεται στο Τεκμήριο 4 ότι υπογράφθηκε στη Λευκωσία, αυτό να είναι αναληθές διότι στην πραγματικότητα και σε αντίθεση με το τι δηλώνεται εκεί, να υπογράφθηκε στη Λεμεσό. Ενδιαφέρουσα άποψη και ίσως όχι άτοπη, πλην όμως καθόλου πειστική στην παρούσα περίπτωση κρίνοντας από τον τρόπο με τον οποίο ο μάρτυς παράθεσε τη μαρτυρία του. Τα ίδια ανάφερε και σε σχέση με το έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών - Τεκμήριο 5, στο οποίο επίσης αναφέρεται ότι ο τόπος υπογραφής είναι η Λευκωσία, σε αντίθεση με τη συμφωνία - Τεκμήριο 2, και το πληρεξούσιο έγγραφο προς τους ενάγοντες - Τεκμήριο 6, όπου δεν προσδιορίζεται ο τόπος υπογραφής. Σε σχέση με τα δύο αυτά έγγραφα ο μάρτυς επέμενε στη θέση ότι υπογράφθηκαν στη Λεμεσό για να αλλάξει κάπως την τοποθέτηση του κατά την αντεξέταση στο ότι θα πρέπει να υπογράφθηκαν στη Λεμεσό όπως όλα τα άλλα έγγραφα σε σχέση με τη συμφωνία παραβλέποντας ίσως ότι σε προγενέστερο στάδιο είχε παραδεχθεί ότι κάποια τουλάχιστον από τα έγγραφα που αφορούσαν στη συμφωνία είχαν υπογραφθεί στη Λευκωσία και όχι στη Λεμεσό. Είπε ακόμη ότι ήσαν οι ενάγοντες που τον εξώθησαν στο να υποβάλει την αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο - Τεκμήριο 1(β), όμως κατά την αντεξέταση ανάφερε ότι υπόγραψε την αίτηση σε καφετερία στη Λευκωσία μετά που τον εφοδίασε με αυτή κάποιος γνωστός και πελάτης του, ο οποίος μάλιστα μετά την υπογραφή της, ανάλαβε να την πάρει ο ίδιος στους ενάγοντες για να αρχίσει η διαδικασία ανοίγματος του λογαριασμού, όπως και έγινε, χωρίς καμία μεσολάβηση των εναγόντων και σίγουρα χωρίς οποιαδήποτε παρότρυνση, πίεση ή εξώθηση εκ πλευράς τους. Είπε επίσης ότι όταν υπόγραφε την αίτηση στις 30.8.99, δεν υπήρχε επισυνημμένη σε αυτή οποιαδήποτε «Δήλωση Συμμόρφωσης» στους όρους συμμετοχής που καταγράφονταν στο πίσω μέρος της αίτησης. Φάνηκε όμως στην εξέλιξη της αντεξέτασης ότι όταν υπόγραφε την αίτηση υπήρχε πράγματι επισυνημμένη η εν λόγω δήλωση την οποία όμως δε διάβασε διότι σε εκείνο το στάδιο θεώρησε την αίτηση στο σύνολό της ως μη δεσμευτική για αυτόν. Σε άλλο όμως στάδιο της αντεξέτασης παραδέχθηκε ότι διάβασε μόνο τις δύο πρώτες προτάσεις της δήλωσης όπως ομοίως παραδέχθηκε και την ύπαρξη των όρων συμμετοχής κατά τον κρίσιμο χρόνο που ήσαν επισυνημμένοι στην αίτηση και τους οποίους όμως διάβασε πολύ βιαστικά (βλ. Τεκμήριο 3). Ανάφερε επίσης ότι οι ενάγοντες μαζί με τη CLR Stockbrokers Ltd, αγόραζαν και πουλούσαν μετοχές για λογαριασμό του, αφήνοντας σαφώς να νοηθεί ότι μιλούσε για τα γεγονότα της παρούσας αγωγής, για να αναφανεί όμως κατά την αντεξέταση ότι, σε ό,τι τουλάχιστον αφορά την παρούσα υπόθεση, οι ενάγοντες ουδέποτε προέβηκαν εκ μέρους του ή για λογαριασμό του σε αγοραπωλησίες μετοχών. Συμφώνησε μάλιστα και με το περιεχόμενο των πινακιδίων συναλλαγής - Τεκμήρια 10-14. Σε άλλο όμως στάδιο της αντεξέτασης είπε ότι η CLR Stockbrokers Ltd αγόρασε μετοχές εκ μέρους του μόνο μια φορά και συγκεκριμένα στην περίπτωση ενάσκησης δικαιωμάτων αγοράς μετοχών τής Glory Leisure Holdings Ltd και ότι για τη χρηματιστηριακή εκείνη πράξη τού είχαν τηλεφωνήσει σχετικώς οι ενάγοντες. Παρά ταύτα, παραδέχτηκε κατά την αντεξέταση ότι το τηλεφώνημα δεν προήλθε από τους ενάγοντες αλλά από τη CLR Stockbrokers Ltd, οι οποίοι μάλιστα του είπαν ότι θα έπρεπε να τους έδινε συγκεκριμένη εντολή για την ενάσκηση του σχετικού δικαιώματος αγοράς. Είπε επίσης ότι η συνεργασία του με τη CLR Stockbrokers Ltd άρχισε ως αποτέλεσμα των όρων της επίδικης συμφωνίας και της επιβολής, τρόπον τινά, του χρηματιστηριακού αυτού γραφείου εκ πλευράς εναγόντων για τη διεκπεραίωση των προσδοκώμενων χρηματιστηριακών συναλλαγών, χωρίς ποτέ στο παρελθόν να είχε οποιαδήποτε συνεργασία μαζί με την εταιρεία αυτή. Ο ίδιος, όπως ισχυρίστηκε, δεν επιθυμούσε τη συνεργασία με τη CLR Stockbrokers Ltd. Όταν του υποδείχθηκε η τελευταία σελίδα της αίτησης για συμμετοχή στο σχέδιο - Τεκμήριο 1(β), όπου κάτω από την αναφορά «ΓΙΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΜΟΝΟ», διατυπωνόταν σημείωση εκ πλευράς CLR Stockbrokers Ltd ότι ο εναγόμενος ήταν ήδη πελάτης τους («The client has been with CLR for some time»), αρνήθηκε ότι η αναφορά ήταν για αυτόν λέγοντας ότι μάλλον θα αφορούσε στον πατέρα του ο οποίος πράγματι ήταν πελάτης του χρηματιστηριακού αυτού γραφείου για κάποια χρόνια. Κάτω όμως από το βάρος της ικανής ομολογουμένως αντεξέτασης τής συνηγόρου των εναγόντων παραδέχτηκε τελικώς ότι πριν τη συνομολόγηση της συμφωνίας είχε πράγματι συνεργαστεί με τη CLR Stockbrokers Ltd αγοράζοντας μέσω της κάποιες μετοχές. Ο Κωνσταντίνος Κοζάκος (ΜΥ2), επικεντρώθηκε σε ανάλυση έκθεσης που ετοίμασε και στην οποία προσπάθησε να καταγράψει και να εξηγήσει τις επίδικες συναλλαγές. Τη συνόδευσε με γραφικές παραστάσεις (βλ. Τεκμήριο 54) και κατάσταση υπολογισμού τόκων (βλ. Τεκμήρια 55 και 56). Στη δήλωση «Δ», που κατάθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του είπε ότι είχε την ευκαιρία να δει και να μελετήσει το σύνολο των τεκμηρίων που κατέθεσαν οι ενάγοντες στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της υπόθεσης τους και που όπως διευκρίνισε κατά την αντεξέταση, αποτέλεσαν βάση για την εξαγωγή των πορισμάτων του. Όταν κλήθηκε να περιγράψει αυτά τα έγγραφα - τεκμήρια και το πώς διαμόρφωσαν ή δε διαμόρφωσαν την όποια άποψη και γνώμη είχε σχηματίσει περί των επίδικων θεμάτων είπε ότι δε μπορούσε να δώσει λεπτομέρειες διότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί ποια έγγραφα είδε και ποια από αυτά μελέτησε. Όταν η κ. Κόκκινου άρχισε να του επιδεικνύει ένα προς ένα τα τεκμήρια που είχαν κατατεθεί στη διαδικασία από την πρώτη δικάσιμο απόκτησε μια πολύ αμυντική και αρνητική στάση έναντι της συνηγόρου λέγοντας αρχικώς ότι δε μπορούσε να αναγνωρίσει ή να θυμηθεί οποιαδήποτε από τα έγγραφα αυτά, για να καταλήξει τελικώς ότι ήταν σε θέση να αναφερθεί σε κάποια. Ακόμη όμως και με αναφορά στα έγγραφα που ισχυρίστηκε ότι μελέτησε πριν γράψει την έκθεση του και που στα πολλά αναγνώρισε κατά τη διαδικασία, ο μάρτυς ήταν ασαφής και αόριστος ως προς το πώς τα είχε αξιολογήσει και πώς το περιεχόμενο τους βοήθησε στο σχηματισμό της κρίσης του. Είπε επίσης ότι για να περιγράψει το λογαριασμό του εναγόμενου στηρίχθηκε στα πινακίδια συναλλαγής - Τεκμήρια 10
(2), 11
(3), 12
(4), 13
(5)και 14
(6), παραδεχόμενος όμως ότι δε μπορούσε να αναλύσει και κατανοήσει το περιεχόμενο τους, γεγονός που επίσης προκάλεσε κάποια έκπληξη δεδομένης της ιδιότητας με την οποία κατέθετε. Ανάφερε επιπροσθέτως ότι οι ενάγοντες χρέωναν το λογαριασμό του εναγόμενου με μεγαλύτερο ποσοστό επιτοκίου από αυτό που είχε συμφωνηθεί, δηλαδή με επιτόκιο ύψους 8%. Ρωτήθηκε για πιο λόγο δεν προέβη στους υπολογισμούς του (ως τα Τεκμήρια 55 και 56), χρησιμοποιώντας ως βάση το 9% με το οποίο θα χρεωνόταν ο λογαριασμός βάσει του όρου 2 της συμφωνίας - Τεκμήριο 1(β), σε περίπτωση που το χρεωστικό υπόλοιπο υπερέβαινε το εγκεκριμένο όριο, όπως και έγινε. Απάντησε ότι έλαβε υπόψη μόνο την πρώτη πρόταση του σχετικού όρου στην οποία γίνεται αναφορά σε επιτόκιο 8%, διότι δεν προχώρησε να διαβάσει το υπόλοιπο μέρος του όρου που αναφέρεται σε επιτόκιο 9%. Αυτονόητα, η απάντηση του καθόλου δεν εντυπωσίασε. Ρωτήθηκε επιπλέον αναφορικώς με το τι εννοούσε με τη δήλωση στη δεύτερη σελίδα της έκθεσης - Τεκμήριο 52 κάτω από τον τίτλο «2) Τόκοι και έξοδα τράπεζας», ότι «.από την 1 Ιανουαρίου 2001 και μετά ο τόκος υπολογιζόταν με μεγαλύτερο ποσοστό.» και δε μπορούσε να απαντήσει. Κλήθηκε ακολούθως να τοποθετηθεί ως προς το πιο ήταν το επιτόκιο που χρέωναν οι ενάγοντες στο λογαριασμό και απάντησε ότι δεν το είχε υπολογίσει. Ακολούθως, άλλαξε την απάντησή του λέγοντας ότι είχε προβεί σε σχετικούς υπολογισμούς (την ώρα όμως που έδινε μαρτυρία στο Δικαστήριο και όχι κατά το χρόνο που σύντασσε την έκθεση του), δεν ήθελε όμως να αποκαλύψει το πώς υπολόγισε το ποσοστό του τόκου αρνούμενος μάλιστα επιτακτικά να παρουσιάσει τους υπολογισμούς αυτούς, που στο μεταξύ κατάγραψε σε χαρτί, με το δικαιολογητικό ότι ήσαν πολύ απλοί και θα μπορούσαν να υπολογιστούν ούτως ή άλλως από οποιονδήποτε με γνώση απλών μαθηματικών. Σε κάποιο σημείο μάλιστα (και σε μια σκηνή απείρου κάλλους), χίμηξε κυριολεκτικώς εναντίον της κ. Κόκκινου όταν αυτή (καλώς ή κακώς), προσπάθησε να πάρει με πραότητα και ευγένεια τις υποτιθέμενες σημειώσεις - υπολογισμούς που είχε εναποθέσει ο μάρτυς στο εδώλιο, για να τις δει. Όταν σε άλλο στάδιο κλήθηκε από την κ. Κόκκινου να εξηγήσει τις αντίστοιχες αναφορές στην τελευταία σελίδα της έκθεσης: «Τόκοι όπως οι Τραπεζικές καταστάσεις» και «Τόκοι όπως οι υπολογισμοί μου». Αρνήθηκε, λέγοντας στη δικηγόρο: «Γιατί να σας πω; Μήπως η τράπεζα δίνει λόγους για το πώς υπολογίζει τους τόκους της; Εγώ γιατί να σας πω;». Ούτε και εδώ εντυπωσίασε ιδιαίτερα ο μάρτυς με την απάντηση και προσέγγιση του. Όταν η συνήγορος των εναγόντων άρχισε να τον αντεξετάζει επί του περιεχομένου των υπολογισμών που διατυπώνονται στα Τεκμήρια 55 και 56 (τα οποία κατάθεσε μετά από πολλή και πιεστική εμμονή της κ. Κόκκινου αφού φάνηκε σε κάποια στιγμή να αναφέρεται σε αυτά κατά τη μαρτυρία του), φάνηκε καθαρά ότι δε μπορούσε να αντιστοιχήσει τις εκεί καταχωρήσεις με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 15 ή οποιουδήποτε άλλου τεκμηρίου είχε κατατεθεί σχετικώς με τις δοσοληψίες και την κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου. Δε μπορούσε επίσης να αντιστοιχήσει το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 55 και 56 με τις καταχωρήσεις στην τελευταία σελίδα της έκθεσης του - Τεκμήριο 52, σε σχέση και πάλιν με τον υπολογισμό των τόκων. Τέλος (και τούτο άπτεται της γενικότερης αρνητικής εικόνας που εξέπεμψε ως εγκεκριμένος λογιστής και εμπειρογνώμονας επί των ζητημάτων που κλήθηκε να δώσει μαρτυρία), η μνεία του μετά από σχετική ερώτηση στην αντεξέταση, ότι η μαρτυρία του ήταν αντικειμενική για το λόγο ότι δε γνώριζε προσωπικώς τον εναγόμενο πριν λάβει τις οδηγίες από αυτόν και ότι αν τον γνώριζε από πριν η μαρτυρία του μπορεί και να μην ήταν τόσο αντικειμενική και να υπήρχαν μερικές αμφιβολίες ως προς τη στάση που θα τηρούσε, καθόλου δε βοήθησε στο να μειωθούν οι ευρύτερες αρνητικές εντυπώσεις που δημιουργήθηκαν από τους χειρισμούς στους οποίους προέβη αλλά και στην εμφανώς προκατειλημμένη στάση που τήρησε κατά την αντεξέταση έναντι της κ. Κόκκινου αλλά και των εναγόντων. Ο Σάββας Παστελλή (ΜΥ3), περιορίστηκε στην παράθεση γνώμης σε σχέση με την ερμηνεία κάποιων από τα κατατεθέντα τεκμήρια, με ειδικότερη αναφορά στη συμφωνία. Εξέφρασε επίσης γνώμη ως προς το κατά πόσον οι ενάγοντες δρούσαν ως διαχειριστές τού χαρτοφυλακίου του εναγόμενου σε αντίθεση ή και σε συνδυασμό με τη CLR Stockbrokers Ltd. Ο μάρτυς δεν ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει ψέματα. Έδωσε όμως μια γενικόλογη και ακαδημαϊκής φύσης μαρτυρία χωρίς αναφορά στα γεγονότα, με εξαίρεση ασφαλώς την ερμηνεία της συμφωνίας και την έκφραση άποψης ως προς την πραγματική σχέση εναγόντων - εναγομένου που και αυτή καμία βαρύτητα δε θα μπορούσε να έχει δεδομένης της νομικής φύσης των ζητημάτων αυτών και του γεγονότος ότι τα όποια συναφή συμπέρασμα ανάγονται αποκλειστικώς στη σφαίρα ευθύνης του Δικαστηρίου χωρίς εν προκειμένω αναγκαιότητα εξειδικευμένης συνδρομής. Έχοντας υπόψη τη φύση και έκταση των αντιφάσεων και ανακολουθιών του εναγόμενου και του Κωνσταντίνου Κοζάκου (ΜΥ2), σε συνάρτηση με τη φύση της αντιδικίας και των αμφισβητούμενων θεμάτων, αυτές κρίνονται ως ουσιώδεις οδηγώντας αναπόδραστα σε εύρημα περί αναξιοπιστίας της μαρτυρίας τους. Αυτό δεν ισχύει για το Σάββα Παστελλή (ΜΥ3), του οποίου ωστόσο η μαρτυρία απορρίπτεται ως γενικόλογη και άτοπη με το τι εδώ ενδιαφέρει. Δέχομαι ως πλήρως αξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγόντων και απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή του εναγόμενου. Βρίσκω ότι οι ενάγοντες καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήσαν και εξακολουθούν να είναι τραπεζικός οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος συμφώνως των νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας, διεξάγοντες τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών [βλ. Τεκμήριο 1(α)]. Άλλαξαν το όνομά τους με Ειδικό Ψήφισμα σε Alpha Bank Cyprus Ltd, αρχομένης της 20.12.06. Σχετική ειδοποίηση καταχωρίσθηκε προσηκόντως στο Πρωτοκολλητείο στις 16.4.08. Την 30.8.99, ο εναγόμενος υπόβαλε γραπτώς αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο [βλ. Τεκμήριο 1(β)]. Υπόγραψε στη Λευκωσία την αίτηση και τη δήλωση που υπήρχε στο πίσω μέρος της αίτησης μαζί με τους όρους συμμετοχής (βλ. Τεκμήριο 3), υπογράφοντας ταυτοχρόνως και τη σχετική δήλωση συμμόρφωσης που βρισκόταν επισυνημμένη στην αίτηση, αποδεχόμενος έτσι όλους τους όρους που περιγράφονταν εκεί. Η συμφωνία συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων στη Λευκωσία στις 5.1.00 και διατυπώνεται στο Τεκμήριο 2, με όλους τους όρους της να αποτελούν και συνακόλουθο εύρημα του Δικαστηρίου. Με την υπογραφή της, οι ενάγοντες άνοιξαν στο όνομα του εναγόμενου το λογαριασμό με αριθμό 102/19831/2201/2, στον οποίο καταχωρούνταν οι διάφορες χρεοπιστώσεις των συναλλαγών του με βάση το σχέδιο. Ο λογαριασμός ήταν τρεχούμενος και όχι επενδυτικός. Μόνο σε μια περίπτωση και δη στο Τεκμήριο 27, είναι που για σκοπούς προσδιορισμού του λογαριασμού και διάκρισης του από άλλους, άστοχα ομολογουμένως, χρησιμοποιήθηκε ο όρος «επενδυτικός λογαριασμός» από τους ενάγοντες. Η ουσία εντούτοις παραμένει ότι η φύση της συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων και οι υποχρεώσεις αλλήλων δε θα μπορούσαν να επηρεαστούν με οποιοδήποτε τρόπο από την ονοματολογία του λογαριασμού αφού η συμφωνία ήταν (και) ως προς τούτο σαφής. Όλες οι καταχωρήσεις που φαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμού - Τεκμήριο 15, είναι ορθές και αληθινές και αντιστοιχούν σε κάθε έκφανση τους με τα ανάλογα τεκμήρια που κατέθεσαν οι ενάγοντες προς υποστήριξη της αξίωσης και με άλλη συναφή προφορική μαρτυρία που δόθηκε προς αυτή την κατεύθυνση (βλ. για παράδειγμα, τα Τεκμήρια 17-42). Οι ενάγοντες δεν είχαν καμιά υποχρέωση να προειδοποιήσουν τον εναγόμενο για τους όποιους κινδύνους δυνατόν να ελλόχευαν στο εγχείρημά του να δανειστεί λεφτά με σκοπό τη διενέργεια πράξεων στο ΧΑΚ. Καμιά αρχή δεν αναγνωρίζει τέτοιο καθήκον στους τραπεζίτες (βλ. Foley v. Hill
(1848)(1843-60) All.ER Rep.16). Επαφίεται στον εκάστοτε επενδυτή να αποφασίσει το κατά πόσον επιθυμεί να εμπλακεί σε χρηματιστηριακές συναλλαγές χρησιμοποιώντας λεφτά από δανεισμό ή δικές του καταθέσεις, με τις όποιες επενδυτικές επιλογές να βαραίνουν αποκλειστικώς τον ίδιο εκτός και αν συμβλήθηκε με οποιονδήποτε για την παροχή τέτοιων συμβουλών και τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του ή υπήρξαν τέτοιες παραστάσεις εκ πλευράς δανειστή που θα μπορούσαν, ίσως, να δικαιολογήσουν το συμπέρασμα, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση με αναφορά στους ενάγοντες (βλ. Suriya & Douglas (a firm) v. Midland Bank Plc
(1999)1 All ER (Comm) 612, BP Refinery (Westernport) Pty Ltd v. The Shire of Hastings
(1977)180 CLR 266). Η σχέση που δημιουργήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων δεν ήταν εμπιστευματική, καταπιστευματική ή θεματοφυλακής αλλά χρεώστη - δανειστή. Δεν υφίσταται σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη εκτός εάν κάτι τέτοιο φαίνεται να προκύπτει από τις εξαιρετικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, κάτι που δεν ισχύει εδώ (βλ. Halsbury's Laws of England,4η έκδοση, Εκδ., 2005 (Reissue), Τομ. 3
(1), σελ.110-113). Μήτε και η σχέση των διαδίκων ήταν τέτοια που θα μπορούσε να δημιουργήσει (και δε δημιούργησε εδώ) οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας των εναγόντων έναντι του εναγόμενου [βλ. Murphy v. Brentwood District Council
(1990)2 All.ER 908(HL)]. Στην κάθε περίπτωση η CLR Stockbrokers Ltd, ενεργούσε ως αντιπρόσωπος και χρηματιστής του εναγόμενου, βάσει του περιεχομένου του Τεκμηρίου 4, χωρίς οι ενάγοντες να έχουν οποιαδήποτε σχέση μαζί της πάνω σε αυτή την πτυχή, με αποτέλεσμα οι οποιεσδήποτε παραλήψεις ή ενέργειες της να μην αφορούν τους ενάγοντες. Οι ενάγοντες δεν ενεργούσαν ως διαχειριστές του χαρτοφυλακίου ή της περιουσίας του εναγόμενου. Δεν είχαν καμία απολύτως ανάμιξη στη διαχείριση των αξιών του υπό την έννοια της ενάσκησης διακριτικής ευχέρειας και λήψης αποφάσεων για οποιαδήποτε αγοραπωλησία μετοχών. Το ότι βάσει του πίνακα χρεώσεων που επισυνάπτεται ως παράρτημα στους όρους συμμετοχής - Τεκμήριο 3, χρέωναν ποσοστό 2% επί του ορίου του λογαριασμού ως ετήσιο δικαίωμα διαχείρισης καθώς και ποσοστό 0,15% επί του συνόλου των αγορών και πωλήσεων, δε μπορεί να θεωρηθεί ως στοιχείο δεικτικό αυτών που ισχυρίζεται η υπεράσπιση, δηλαδή, της διαχείρισης εκ πλευράς εναγόντων του χαρτοφυλακίου. Τα δικαιώματα διαχείρισης και οι άλλες χρεώσεις αφορούσαν στη διαχείριση του λογαριασμού και όχι στη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου. Αναμφιβόλως, οι ενάγοντες ενδιαφέρονταν να διασφαλίσουν τα δικαιώματα τους και τη δυνατότητα να ελέγχουν και να γνωρίζουν ανά πάσαν στιγμήν την κατάσταση του λογαριασμού του εναγόμενου, που ως εκ των αλυσιδωτών αγοραπωλησιών, μεταβαλλόταν συνεχώς, έτσι ώστε να γνωρίζουν περί της κίνησης του λογαριασμού γενικότερα και τα περί εξασφάλισης του ή όχι, με βάση τις υφιστάμενες εξασφαλίσεις, ειδικότερα. Όταν πραγματοποιούνταν μια συναλλαγή, η CLR Stockbrokers Ltd εξέδιδε και απόστελλε προς τους ενάγοντες τα πινακίδια συναλλαγής μαζί με τις εξουσιοδοτήσεις για την ανάλογη χρεοπίστωση του λογαριασμού. Η αγορά μετοχών γινόταν με οδηγίες του εναγόμενου προς τη CLR Stockbrokers Ltd, η οποία και αναλάμβανε πλέον την εκτέλεση της πράξης. Εάν ο εναγόμενος ήθελε να πουλήσει κινητές αξίες τότε οι ενάγοντες με οδηγίες του εναγόμενου ή της CLR Stockbrokers Ltd αποδέσμευαν τις κινητές αξίες που ήθελε να πουλήσει. Με την παραλαβή ή τη διαμήνυση της εντολής, η CLR Stockbrokers Ltd συμπλήρωνε τα πινακίδια συναλλαγής και τα έστελνε στους ενάγοντες οι οποίοι με τη σειρά τους, αναλόγως του αν αφορούσαν σε πώληση ή αγορά μετοχών, χρεοπίστωναν το λογαριασμό με το ποσό της συναλλαγής προσθέτοντας και το ποσό της προμήθειας των εναγόντων. Οι ενάγοντες χρεοπίστωναν αναλόγως με τη συναλλαγή που διενεργούσαν για λογαριασμό του εναγόμενου και το λογαριασμό της CLR Stockbrokers Ltd. Τα σχετικά πινακίδια συναλλαγής που έστελνε η CLR Stockbrokers Ltd προς τους ενάγοντες καθώς και οι σχετικές χρεώσεις, κατατέθηκαν ως δέσμη Τεκμηρίων 10, με το περιεχόμενο τους να αποτελεί συνακόλουθο εύρημα του Δικαστηρίου. Εύρημα καθίσταται και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 11, 12, 13 και 14. Ο εναγόμενος με βάση τη συμφωνία υποχρεωνόταν να συνεισφέρει και να διατηρεί εξασφαλίσεις και ενεχυριάσεις υπό μορφή μετρητών ή άλλων ισάξιων κινητών αξιών του ΧΑΚ σε ποσοστό 100% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού. Έτσι στις 5.1.00, στην ταυτόχρονη παρουσία τριών ικανών προς το συμβάλλεσθαι μαρτύρων υπόγραψε στη Λευκωσία έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών καθώς και σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος των εναγόντων για εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που του παρείχαν με τη συμφωνία - Τεκμήριο 2 (βλ. Τεκμήρια 5 και 6 αντιστοίχως). Οι ενεχυριάσεις περιγράφονται στο Τεκμήριο 7(α) και αφορούσαν σε 230 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, 1.307 μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας Λτδ και 7.500 μετοχές της εταιρείας Option Eurocongress Ltd, η συνολική αξία των οποίων ήταν Λ.Κ.49.300,85 (βλ. επίσης Τεκμήρια 7(β), 8 και 9). Εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των μετοχών ήσαν και οι δύο διάδικοι, με τους ενάγοντες να αποκτούν την εν λόγω ιδιότητα ως εκ των όρων της ενεχυρίασης δυνάμει του Τεκμηρίου 5 [βλ. Τεκμήρια 9, 13, 23(α), 46(β), 46(δ) και 46(ε)]. Οι ενάγοντες δεν κατέστησαν αντιπρόσωποι του εναγόμενου με οποιοδήποτε τρόπο. Με βάση τον όρο 7 του εγγράφου ενεχυρίασης μετοχών - Τεκμήριο 5, σε περίπτωση μη πληρωμής από τον εναγόμενο των υποχρεώσεων του που εξασφαλίζονταν με την ενεχυρίαση είχαν το δικαίωμα και όχι την υποχρέωση να πουλήσουν αμέσως τις ενεχυριασμένες μετοχές χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στον εναγόμενο, κατά την απόλυτη κρίση τους και να χρησιμοποιήσουν το προϊόν της πώλησης για εξόφληση των υποχρεώσεων του (βλ. κατ' αναλογίαν, Ανδρέου ν. Τράπεζα Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 740, Cuckmere Brick Co Ltd v. Mutual Finance Ltd
(1971)2 All ER 633). Οι ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να ζυγιάσουν στην κρίση τους τα συμφέροντα του εναγόμενου. Μπορούσαν να ασκήσουν το δικαίωμά τους όποτε αυτοί επέλεγαν με μόνη υποχρέωση να πουλήσουν τις αξίες στην τρέχουσα τιμή της αγοράς κατά το χρόνο πώλησης (βλ. Silven Properties and Another v. Royal Bank of Scotland Plc and Others
(2004)4 All ER 484). Δικαίωμα πώλησης των αξιών του διατηρούσε και ο εναγόμενος ο οποίος κάλλιστα θα μπορούσε να το ενασκήσει όποτε ήθελε για να εξοφλήσει το χρέος του ή ακόμη και για να μειώσει την όποια ζημιά του, όμως δεν το έπραξε. Οι χαλαρές νύξεις που αραιά και που έκαμνε προς τους ενάγοντες σε σχέση με το πολλαπλασιαζόμενο χρέος του λογαριασμού πόρρω απείχαν από του να σταχυολογούνταν ως αποφασιστικά και σοβαρά διαβήματα για μείωση της ζημιάς του, για ό,τι τούτο βεβαίως θα μπορούσε να αξίζει δεδομένων των αρχών που προλέχθηκαν, χωρίς να έχει υπάρξει πειστικό επιχείρημα εκ πλευράς υπεράσπισης για κάποια εναλλακτική θεώρηση. Οι ενάγοντες ως δανειστές δεν όφειλαν να ενασκήσουν το δικαίωμα τους για πώληση των μετοχών προς διευκόλυνση εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εναγόμενου ως οφειλέτη. Δεν καταδείχθηκε εν πάση περιπτώσει ότι η όποια παράληψη των εναγόντων να παράσχουν εύλογες διευκολύνσεις στον εναγόμενο, της φύσης που συζητούνται, αποτέλεσε αιτία για τη μη εκπλήρωση των υποσχέσεων και υποχρεώσεων που ανάλαβε, ακριβώς, ως εκ της κατ' ισχυρισμόν παράληψης (βλ. Singhal & Subrahamanyan, Indian Contract Act, 3η έκδ. 1989, Τομ. 1, σελ. 1330). Οι ενάγοντες επέδειξαν υποδειγματική υπομονή προς τον εναγόμενο δίνοντάς του κάθε δυνατή ευκαιρία για να ξεπληρώσει το χρέος του. Ούτε ολιγώρησαν εσκεμμένως ή άλλως πως αλλά ούτε και με οποιονδήποτε τρόπο απεμπόλησαν ή παραιτήθηκαν από οποιοδήποτε νόμιμο δικαίωμα είχαν εναντίον του, όπως άφησε να νοηθεί η κ. Φ. Νικολάου. Σκοπός του εναγόμενου ήταν η αποφυγή τήρησης των συμβατικών του υποχρεώσεων μετά που οι επενδυτικές του επιλογές δεν είχαν προφανώς τα αναμενόμενα για αυτόν αποτελέσματα. Η συμφωνία ήταν καθ' όλα νόμιμη και ισορροπημένη και με κανένα τρόπο αντίθετη με τη δημόσια πολιτική και το δημόσιο συμφέρον όπως σχετικώς ισχυρίσθηκε η υπεράσπιση, με αναφορά, κυρίως στο ζήτημα της κατ' ισχυρισμό παραβίασης εκ πλευράς εναγόντων Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας (βλ Τεκμήριο 53). Δεν υπήρξε τέτοια παραβίαση, αλλά και να υπήρξε, αυτή δε θα μπορούσε να δημιουργήσει υπόβαθρο αποφυγής των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγόμενου αφού με κανένα τρόπο η όποια τέτοια τυχόν παραβίαση δε θα επηρέαζε τη νομιμότητα και δεσμευτικότητα της συμφωνίας και όλων όσων επακολούθησαν ως εξ αυτής. Οι Εγκύκλιοι, όπως και αυτή που κατατέθηκε ως Τεκμήριο53, υπέχουν χαρακτήρα εσωτερικών διοικητικών μέτρων (internum), χωρίς να επιφέρουν οποιαδήποτε άμεση τροποποίηση στις υποχρεώσεις και δικαιώματα των επενδυτών ή των μελών του ΧΑΚ. Αν εξυπηρετείται με κάποιο τρόπο το δημόσιο συμφέρον περί του οποίου τόσον λόγο έκανε η υπεράσπιση, σίγουρα αυτός δεν είναι με την εμπέδωση κλίματος εύκολης απαλλαγής από τις συμβατικές υποχρεώσεις των συμβαλλομένων (ιδιαίτερα όταν το ένα μέρος αποκομίζει και απολαμβάνει το πλήρες όφελος του αντικειμένου της συμφωνίας, όπως εδώ), αλλά κλίματος προστασίας και διατήρησης των συμβάσεων που έχουν συναφθεί ελευθέρως μεταξύ ικανών συμβαλλομένων με ενάσκηση της ελεύθερης τους βούλησης, όπως ακριβώς έγινε και στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Διαχειριστικό Συμβούλιο Εμπορικής Σχολής Μιτσή Λεμύθου v. Πετράκη
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 941). Το εύρημα περί ελεύθερης βούλησης απαντά και στους παντελώς αστήριχτους με αξιόπιστη μαρτυρία ισχυρισμούς του εναγόμενου για ύπαρξη αθέμιτης ενθάρρυνσης, εξώθησης, διαβεβαιώσεων, δυσμενούς επηρεασμού, δόλου, απάτης, εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, ετεροβαρούς σχέσης και άλλων συναφών που προώθησε, οι οποίοι και απορρίπτονται. Από τα πιο πάνω προκύπτει σαφώς ότι ως εκ της υπογραφής της συμφωνίας στη Λευκωσία και ιδιαίτερα (κάτι που δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση), του γεγονότος ότι ο επίδικος λογαριασμός ανοίχθηκε και λειτούργησε στη Λευκωσία, όπου και παραβιάστηκε, με αποτέλεσμα τον τερματισμό της στις 14.6.02, η βάση αγωγής προέκυψε στη Λευκωσία με συνεπόμενο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας να είναι αρμόδιο να την εκδικάσει βάσει των προνοιών του άρθρου 21 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 (βλ. C&K Κυριάκου και Α/φοι Λτδ ν. Ιωάννου
(1990)1 Α.Α.Δ. 479). Συνεπώς η προδικαστική ένσταση του εναγόμενου απορρίπτεται. Σε σχέση με τους τόκους και έχοντας υπόψη ότι η συμβατική σχέση των διαδίκων άρχισε πριν την 1.1.01, οπόταν και τέθηκε σε ισχύ ο Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμος 160(Ι)/99, βρίσκω ότι οι ενάγοντες δε δικαιούνται σε όλο το ποσό που ζητούν αφού σε αυτό περιέχονται, σαφώς, ποσά προερχόμενα από χρεώσεις που δεν μπορεί νομίμως να επιδικαστούν για την περίοδο που αυτά αφορούν, χωρίς ωστόσο αυτό να καθιστά τη συμφωνία παράνομη (βλ. Τράπεζα Κύπρου και Άλλοι v. Koudounaris Food Products και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 641). Οι ενάγοντες δικαιούνται στο μέρος εκείνο της αξίωσης που ο νόμος επιτρέπει, δηλαδή στο κεφάλαιο και τους συμφώνως του νόμου υπολογισθέντες τόκους και δικαιώματα (βλ., κατ' αναλογίαν, C.T.A. Techno Marketing Ltd και Άλλου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 720). Οι ενάγοντες δεν δικαιούνται στο ποσό των €2.140,88 (Λ.Κ.1.253), που παρουσιάζεται στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 15, ως χρέωση ημερομηνίας 12.1.00, αφού τούτο αντιπροσωπεύει ποσοστό 2% πάνω στο όριο του τρεχούμενου λογαριασμού σε χρόνο προγενέστερο της εφαρμογής ισχύος του νόμου 160(Ι)/99 και ποσό €500,62 (Λ.Κ.293), ως έξοδα μελέτης, σύνταξης και καταρτισμού των εγγράφων - Τεκμήρια 2, 3, 5 και 6, περί των οποίων απότυχαν να παρουσιάσουν ωσαύτως και ικανοποιητική μαρτυρία αν και προκλήθηκαν κατά την αντεξεταση των μαρτύρων τους επί του θέματος. Το ποσό των €2.140,88, δε μπορεί να επιδικαστεί αφού κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με χρέωση τόκου πέραν του 9% το χρόνο, κατά παράβαση των υφιστάμενων τότε προνοιών του άρθρου 3 του Περί Τόκου Νόμου 2/77 (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και άλλων ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 38). Εννοείται ότι και σε αυτή την περίπτωση η χρέωση του εναγόμενου με κανένα τρόπο δεν επιφέρει ακυρότητα ή μολύνει τη συνολική συμβατική σχέση των διαδίκων (βλ. Τσακλίδης ν. Τραπέζης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 768). Οι ενάγοντες όμως δικαιούνται στα έξοδα χαρτοσήμανσης ύψους €75,60 (Λ.Κ.44,25), τα οποία ως εκ τούτου θα πρέπει να αφαιρεθούν από το ποσό των €2.140,88, με το τελικό ποσό που θα πρέπει να αφαιρεθεί από την αξίωση των εναγόντων να ανέρχεται σε €2.065,27. Όλα τα υπόλοιπα ποσά χρεώθηκαν νομίμως και συμφώνως των όρων της συμφωνίας. Παραμένουν όμως ανεξόφλητα μέχρι σήμερα. Αναφορικώς με την Ανταπαίτηση, αυτή δε μπορεί παρά να απορριφθεί και απορρίπτεται αφού δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που να τη στηρίζει. Ούτε όμως και από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη θα μπορούσε με οποιοδήποτε τρόπο να πετύχει οποιαδήποτε έκφανση της. Καμιά πτυχή από τα όσα άλλα πρότειναν οι δικηγόροι δεν παρείχε επαρκές νομικό ή πραγματικό έρεισμα έτσι ώστε να μετάβαλλε την κατάληξη της παρούσας απόφασης προς άλλη κατεύθυνση. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για ποσό €95.438,32, πλέον τόκους προς 9% από 1.1.02, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο, δηλαδή στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, μέχρι εξοφλήσεως. Εκδίδονται επίσης προς όφελος των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου διατάγματα ως οι παράγραφοι 11(β) - 11(ε) της Έκθεσης Απαίτησης. Το οποιοδήποτε καθαρό υπόλοιπο παραμείνει προς όφελος του εναγόμενου να του πιστωθεί ή επιστραφεί αναλόγως, νοουμένου ασφαλώς ότι η ρηθείσα ενεχυρίαση δεν αποτελεί εγγύηση για άλλες συμβατικές του υποχρεώσεις. Τα έξοδα και ο Φ.Π.Α. επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε σχέση με την απόρριψη της Ανταπαίτησης και λόγω της φύσης και συνάφειας των εκεί επίδικων θεμάτων με αυτά που εκδικάστηκαν στα πλαίσια της απαίτησης, δεν εκδίδεται διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.