← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ν. Σωτήρη Αγγελή κ.α., Αρ. Αγωγής: 4439/06, 9  Ιουλίου, 2008

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ν. Σωτήρη Αγγελή κ.α., Αρ. Αγωγής: 4439/06, 9 Ιουλίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A149 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4439/06 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Εναγόντων και

  1. Σωτήρη Αγγελή
  2. Ηλιάνας Αγγελή
  3. Αγγέλας Δημητρίου
  4. Δώρας Μαυρικίου Εναγομένων _ _ _ _ _ _ Αίτηση ημερ. 25.9.06 για συνοπτική απόφαση 9 Ιουλίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κα. Ξ. Κόκκινου για κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου. Για τους Εναγόμενους 1 και 3/Καθ΄ης η αίτηση: κα. Μ. Πανταζή για κ.κ. Κούσιος & Κορφιώτης. _ _ _ _ _ _ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι Ενάγοντες αξιώνουν από τον Εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη το ποσό των £61.703,01 πλέον τόκους το οποίο, όπως οι πρώτοι ισχυρίζονται, αποτελεί υπόλοιπο δανείου. Αξιώνουν επίσης από την Εναγόμενη 3 το ποσό των £3.600.- πλέον τόκους δυνάμει εγγυητηρίου εγγράφου ημερ. 12.1.
  5. Την καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης από τους Eναγόμενους 1 και 3 ακολούθησε η παρούσα αίτηση των Eναγόντων για συνοπτική απόφαση εναντίον τους για το λόγο ότι αυτοί στερούνται υπεράσπισης. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.18, θθ.1, 2 και 9(α), και Δ.48, θθ. 1-4 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του Χρ. Παπαλαμπριανού, ημερ. 25.9.
  6. Ο ομνύων αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι υπάλληλος των Εναγόντων/Αιτητών, έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν στην υπόθεση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήταν στην υπηρεσία των Εναγόντων στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών (Recoveries Department) σαν ένας από τους υπεύθυνους για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών των πελατών στους οποίους περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός των Εναγομένων. Στο τμήμα αυτό κατέχονται και φυλάσσονται όλα τα σχετικά έγγραφα και παρακολουθούνται οι εν λόγω λογαριασμοί. Η παρακολούθηση του λογαριασμού των Εναγομένων έχει ανατεθεί στον ενόρκως δηλούντα, ο οποίος έχει στην κατοχή του, υπό τον έλεγχο και φύλαξη του τα έγγραφα του λογαριασμού αυτού και έχει ετοιμάσει σχετική κατάσταση, την οποία προσυπογράφει με το διευθυντή του Τμήματος και επισυνάπτει ως Τεκμήριο Ζ στην ένορκη δήλωσή του. Αναφέρει επίσης ότι οι Εναγόμενοι 1 και 3 αληθώς οφείλουν στους Ενάγοντες τα ποσά που αξιώνουν οι τελευταίοι και επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του πρωτότυπο έγγραφο συμφωνίας δανείου ημερ. 23.8.99 για £51.853,45 πλέον τόκους (Τεκ. Α) και πρωτότυπο εγγυητήριο έγγραφο ημερ. 12.1.91 για £3.600 πλέον τόκους (Τεκ. Γ). Ο ομνύων αναφέρει επίσης ότι για τα πιο πάνω έγγραφα γίνεται λεπτομερής αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης, το περιεχόμενο της οποίας είναι ορθό. Αναφέρει επίσης ότι γνωρίζει πως το εν λόγω χρέος υφίσταται και εξακολουθεί να παραμένει απαιτητό αν και οι Εναγόμενοι 1 και 3 κλήθηκαν να το εξοφλήσουν με επιστολές των Εναγόντων ημερ. 3.2.03 και 3.4.06 (Τεκ. Ε και Στ). Τέλος, αναφέρει ότι πιστεύει και τυγχάνει νομικής συμβουλής ότι οι Εναγόμενοι 1 και 3 καμιά απολύτως υπεράσπιση έχουν στην παρούσα αγωγή και εξαιτείται την έκδοση απόφασης ως η αίτηση. Με τις γραπτές ενστάσεις τους οι Εναγόμενοι 1 κα 3 υποστηρίζουν ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται σε συνοπτική απόφαση, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: (α) Ο Εναγόμενος 1
  7. Ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση ημερ. 25.9.06 δεν έχει προσωπική γνώση για τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται.
  8. Ο Εναγόμενος 1 συμφώνησε με τους Ενάγοντες να πωληθεί το διαμέρισμα του στη Λεωφ. Στροβόλου 113 και να εξοφληθεί το συγκεκριμένο δάνειο. Οι Ενάγοντες προέβησαν σε πώληση του συγκεκριμένου διαμερίσματος.
  9. Το ποσό που απαιτούν οι Ενάγοντες είναι υπερβολικό γιατί σ΄αυτό περιλαμβάνονται τόκοι που ανέρχονται μέχρι κα 14,50%. (β) Η Εναγόμενη 3
  10. Η Εναγόμενη 3 ουδέποτε εγγυήθηκε τον Εναγόμενο 1 για την παραχώρηση δανείου με αρ. 0110-13-174840 ημερ. 23.8.
  11. Η Εναγόμενη 3 είχε εγγυηθεί τον Εναγόμενο 1 σε δάνειο που συνήψε με τους Ενάγοντες το
  12. Το συγκεκριμένο δάνειο έχει εξοφληθεί.
  13. Η Εναγόμενη 3 ουδέν ποσό οφείλει στους Ενάγοντες.
  14. Ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση ημερ. 25.9.06 δεν έχει προσωπική γνώση για τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται. Οι ειδοποιήσεις ένστασης συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις στις οποίες επαναλαμβάνονται, ουσιαστικά, οι λόγοι ένστασης. Κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι περιορίστηκαν στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις χωρίς οποιαδήποτε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με γραπτές αγορεύσεις υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Η συνήγορος των Εναγόντων, αναφερόμενη στις αρχές που διέπουν αιτήσεις για συνοπτική απόφαση και στη σχετική νομολογία, υποστήριξε ότι εφόσον οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει τις τρεις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18, θ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεδομένου ότι έχουν επιβεβαιώσει τα γεγονότα και το αξιούμενο ποσό από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά γι' αυτά, το βάρος μετατέθηκε στους ώμους των Εναγομένων 1 και 3 να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που τους δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. ΄Ανευ βλάβης των πιο πάνω υποστήριξε επίσης ότι οι Εναγόμενοι 1 και 3 δεν απέσεισαν το βάρος καθότι οι ισχυρισμοί τους δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, είναι ασαφείς, αόριστοι και δεν τεκμηριώνονται με λεπτομέρειες. Τέλος, εισηγήθηκε ότι είναι πρέπουσα και κατάλληλη η περίπτωση για έκδοση συνοπτικής απόφασης δεδομένου ότι οι Εναγόμενοι 1 και 3 στερούνται υπεράσπισης. Στην αγόρευση της η συνήγορος των Εναγομένων 1 και 3 επανέλαβε τις θέσεις όπως εκτίθενται στις ειδοποιήσεις ένστασης υποστηρίζοντας ότι οι Εναγόμενοι 1 και 3 έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας και ως εκ τούτου το Δικαστήριο πρέπει να τους επιτρέψει να υπερασπιστούν. Η διά κλήσεως αίτηση για συνοπτική απόφαση και η ακολουθητέα διαδικασία ρυθμίζεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται βέβαια σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.
  15. Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.18, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπιστεί απλώς για λόγους καθυστέρησης [βλ. Jones v. Stones

(1984)A. C. 122 και Νεάρχου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818]. Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπιστεί στην υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θθ. 1-5, όπως αυτά επεξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική όσο και σε κυπριακή νομολογία [βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant
(1895)1 Q.B. 597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance v. Theodorides
(1983)1(Α) C.L.R. 333, Trans Middle East Trading v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. (Β) 782, R.C.K. Sports Ltd v. Persona Advert. Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.ά. v. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. (Β) 817 και πιο πρόσφατα Μεττή κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΑΔ 417, Ζερβός ν. Euroinvestments Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, SIGMA RADIO T.V. LTD. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408, Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω), και Θεοδώρου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 915]. Τα εν λόγω κριτήρια ή προϋποθέσεις, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, συνοπτικά είναι τα ακόλουθα: (α) Ο ενάγων πρέπει να έχει καταχωρίσει και/ή να εγείρει την αγωγή του σε κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6. (β) Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ ό,τι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η μη ικανοποίηση των πιο πάνω κριτηρίων ή προϋποθέσεων από τον ενάγοντα στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση καθόσον η τήρηση τους σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου [βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S. (ανωτέρω)]. Στις περιπτώσεις όπου ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από τον ενάγοντα το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό. Από πλευράς εναγομένου, εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις, και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, ότι (α) Έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) Ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή [βλ. Λαζάρου v. Μακεδόνας (ανωτέρω)]. Η νομολογία υποδεικνύει πως αν κριθεί ότι ο ενάγων με αυστηρή τήρηση και προσήλωση στις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18, θ.1 έχει ικανοποιήσει τις πιο πάνω προϋποθέσεις (βλ. N.V. Caterchef Ltd. v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. (Γ) 1912) το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγομένου, ο οποίος, για να εξασφαλίσει δικαίωμα υπεράσπισης θα πρέπει να παρουσιάσει λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση ή εγείρονται θέματα που πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται επαρκή ώστε να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει υπεράσπιση [βλ. Μεττή κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), Εθνική Τράπεζα ν. Χ" Νέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ. 752 και Trans Middle East Trading v. Tlais (ανωτέρω)]. Πάγια νομολογία τονίζει ότι η δικαιοδοσία δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να ασκείται με τη μεγαλύτερη προσοχή, ούτως ώστε διάδικος να μην αποκλείεται από την έγερση οποιασδήποτε υπεράσπισης την οποία μπορεί πράγματι να διαθέτει (βλ. μεταξύ άλλων Anglo - Italian Bank v. Wells (and Davies) 38 L.T. 197, C.A., Ford v. Harvey and Others, 9 T.L.R. 328 και Simon and Co v. Palmer´s Stores
(1912)1 K.B. 259). Συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Όπου παρέχονται λεπτομέρειες που δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή, όπου σε απάντηση της αξίωσης εγείρονται θέματα που θα πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται ως επαρκή να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση, τότε του παρέχεται δικαίωμα για υπεράσπιση [βλ. Trans Middle East Trading v. Tlais (ανωτέρω)]. Επίσης ο εναγόμενος πρέπει να διευκρινίσει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και, αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί (βλ. γενικά τη Δ.18, θ.3 και την υπόθεση Hermes Insurance v. Theodorides (ανωτέρω) σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις που πρέπει να αποδείξει ο ενάγων εκδίδει απόφαση, ενώ αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις που βαρύνουν τον εναγόμενο, διατάσσει τη συνέχιση της υπόθεσης και την καταχώριση υπεράσπισης. Ο εναγόμενος θα πρέπει να δείξει είτε ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής, είτε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανοποιητικά για να του παρασχεθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Το βάρος βρίσκεται επί των ώμων του εναγομένου [βλ. Kyprianides v. Ioannou (ανωτέρω)] και το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε σχετικό συμπέρασμα, ύστερα από ακρόαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση (βλ. Christodoulou v. Erotocritou XXI C.L.R. 175). Στην πρακτική είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αποκαλύψει γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος. Άδεια για καταχώριση εμφάνισης θα πρέπει να του παρέχεται, ακόμα κι' όταν φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Jacobs v. Booth´s Distillery Co
(1901)85 L.T. 262). Μόνο σε καθαρές περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του. Διαφορετική αντιμετώπιση θα συνιστούσε άρνηση δικαιοσύνης [βλ. Trans Middle East Trading v. Tlais (ανωτέρω)]. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ΄ εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης [βλ. Μεττή κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω)]. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσουν οι Ενάγοντες πληρούνται, εφόσον, αφενός μεν το κλητήριο ένταλμα που καταχωρίστηκε στις 5.7.06 είναι ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6 και αφετέρου οι Εναγόμενοι 1 και 3 έχουν καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης στις 31.8.06. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θα πρέπει να ικανοποιήσουν οι Ενάγοντες παρατηρώ τα ακόλουθα. Οι Ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός. Οι εταιρείες ως νομικές οντότητες, λειτουργούν μέσω των αξιωματούχων και υπαλλήλων τους, οι δε συναλλαγές τους εμφαίνονται, κατά κανόνα, στα διάφορα έγγραφα και άλλα βιβλία της εταιρείας. Αξιωματούχος ή υπάλληλος της εταιρείας, ανάλογα με τα καθήκοντα που ασκεί, είναι και γνώστης των συναλλαγών της εταιρείας. Γνώση αποκτάται από άμεση επαφή με τα έγγραφα της εταιρείας ή την επαγγελματική συνεργασία των υπαλλήλων της στην κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. Προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτησή τους ότι ο ομνύων, ο οποίος είναι φυσικό πρόσωπο και ορκίζεται εκ μέρους των Εναγόντων που είναι εταιρεία, διαλαλεί την προσωπική του γνώση στα γεγονότα που αφορούν στην αγωγή και την εμπλοκή του ιδίου στην εξέλιξη των γεγονότων με την παρακολούθηση της κίνησης του λογαριασμού και τη συμμετοχή του στην ετοιμασία της σχετικής κατάστασης λογαριασμού, την οποία και προσυπογράφει. Προκύπτει ότι είναι πρόσωπο ικανό μέσα στην έννοια της Δ.18, θ.1 για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει τόσο την αιτία της αγωγής όσο και το αξιούμενο ποσό, όπως και έπραξε, έχοντας επίσης υπό την κατοχή και φύλαξή του όλα τα σχετικά έγγραφα τα οποία και παρέθεσε, παρόλο ότι η παράθεση των εγγράφων είναι αχρείαστη [βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), Παύλου ν. Οργ. Χρημ. Τραπ. Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. (Β) 1051 και Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΑΔ 274]. Στην ένορκη δήλωση δηλώνεται επίσης η πίστη του ομνύοντος ότι οι Εναγόμενοι 1 και 3 δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Προσθέτω ακόμη ότι ο ομνύων δεν έχει αντεξετασθεί από την συνήγορο των Εναγομένων 1 και 3 και ως εκ τούτου δεν αμφισβητήθηκαν όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωσή του. Συνεπώς ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18. Έχοντας καταλήξει ότι υπήρξε συμμόρφωση με τις διαδικαστικές πρόνοιες της Δ.18, θ.1 στρέφομαι να εξετάσω κατά πόσο οι Εναγόμενοι 1 και 3 απέδειξαν ότι έχουν καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που τους δίνουν δικαίωμα να υπερασπιστούν. Πριν όμως προχωρήσω περαιτέρω θεωρώ ορθό να επισημάνω πως στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Η νομολογία καθιστά σαφές ότι κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο Δικαστηρίου στην εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση. Σ΄αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση τα ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας και με αποκλειστικό σκοπό την απάντηση στο εν λόγω ερώτημα. Η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως ή καλής υπεράσπισης διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο για την παραχώρηση άδειας καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. CY.E.M.S. Co. v. Central Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Σωκράτους ν. Ανδρέου κ.ά
(1997)1 Α.Α.Δ. 41 και Χρίστου ν. Επιστ. Τεχν. Επιμελ. Κύπρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1847). Εξέτασα την παρούσα αίτηση λαμβάνοντας υπόψη την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, τα επισυνημμένα τεκμήρια, τις ενστάσεις, τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, καθώς και τις εκατέρωθεν εισηγήσεις των συνηγόρων. Μετά από προσεκτική μελέτη των δεδομένων της υπόθεσης έχω καταλήξει πως δεν είναι η κατάλληλη περίπτωση για έκδοση συνοπτικής απόφασης για τους ακόλουθους λόγους: Στην ένσταση του Εναγομένου 1 και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει διαγράφεται η υπεράσπιση του. Ισχυρίζεται ότι είχε συμφωνήσει με τους Ενάγοντες να πωλήσουν συγκεκριμένο διαμέρισμα του στη Λεωφ. Στροβόλου 113 και με το προϊόν πώλησης να εξοφληθεί το επίδικο δάνειο. Το εν λόγω διαμέρισμα πωλήθηκε και οι Ενάγοντες εισέπραξαν το τίμημα προς εξόφληση του επίδικου δανείου. Συνεπώς εγείρεται σοβαρό ζήτημα για το οποίο θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στον Εναγόμενο 1 να προωθήσει την υπεράσπιση του. Οι αξιούμενοι τόκοι (13,5% ετησίως) δεν εναρμονίζονται με τη συμφωνία δανείου του Εναγομένου 1 (Τεκ. Α) ούτε δικαιολογούνται από τα υπόλοιπα τεκμήρια που κατέθεσαν οι Ενάγοντες. Το αρχικό επιτόκιο δυνάμει της συμφωνίας δανείου (Τεκ. Α) ήταν 8% ετησίως. Στη συνέχεια, και συγκεκριμένα στις 3.2.03, οι Ενάγοντες ειδοποίησαν τους Εναγόμενους 1 και 3 ότι το επιτόκιο αυξάνεται σε 12,5% ετησίως από 3.2.03 (Τεκ. Ε). Με την αγωγή αξιώνεται τόκος 13,5% ετησίως χωρίς να επεξηγείται πώς δικαιολογείται αυτό το επιτόκιο. Το γεγονός ότι υπήρξε ελευθεροποίηση του επιτοκίου με τον Ν. 160(Ι)/99, δεν νομιμοποιεί τους Ενάγοντες να χρεώνουν τόκο πέραν από αυτό που συμφωνήθηκε ή που δικαιούνται με βάση τις πρόνοιες της νέας νομοθεσίας. Στην κρινόμενη υπόθεση ο Ενάγοντες διεκδικούν τόκους 13,5% ετησίως χωρίς να τεκμηριώνεται αυτή η αξίωση από τη μαρτυρία που έχει κατατεθεί. Στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκ. Ζ) υπάρχουν χρεώσεις όπως, για παράδειγμα, £750 στις 22.9.00, για τις οποίες δεν δίδεται οποιαδήποτε λεπτομέρεια σε τι αφορούν αυτές οι χρεώσεις. Στην ίδια κατάσταση λογαριασμού χρεώνονται τόκοι οι οποίοι, σε κάποιες περιπτώσεις, ανέρχονται μέχρι και 14,75%. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε του εστάλησαν επιστολές καθορίζουσες την αλλαγή επιτοκίου. Καταλήγω, συνεπώς, πως και για το ζήτημα των τόκων θα πρέπει να επιτραπεί στον Εναγόμενο 1 να προβάλει την υπεράσπιση του. 3. Η Εναγόμενη 3, η οποία υπενθυμίζω ενάγεται υπό την ιδιότητα εγγυήτριας του Εναγομένου 1, ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες κωλύονται από του να αξιώνουν από αυτή τα επίδικα ποσά, γιατί τα ποσά για τα οποία είχε αρχικά εγγυηθεί τον Εναγόμενο 1 ήταν συγκεκριμένου ύψους και έχουν ήδη εξοφληθεί. Η Εναγόμενη 3 αμφισβητεί ότι η εγγύηση της καλύπτει την αξίωση των Εναγόντων. Από μια απλή αντιπαραβολή των Τεκμηρίων Α και Γ προκύπτει ότι η συμφωνία εγγύησης είναι προγενέστερη της συμφωνίας δανείου. Συγκεκριμένα η συμφωνία εγγύησης είναι ημερ. 12.1.91 ενώ η συμφωνία δανείου είναι ημερ. 23.8.99. Περαιτέρω η συμφωνία δανείου είναι για ποσό £51.853,45 ενώ η συμφωνία εγγύησης αφορά ποσό £3.600. Είναι η θέσης της Εναγομένης 3 ότι η συμφωνία εγγύησης ημερ. 12.1.91 δεν καλύπτει την ισχυριζόμενη παραχώρηση δανείου ημερ. 23.8.99 αλλά άλλο δάνειο για ποσό £3.600 το οποίο συνήφθη το 1991 και το οποίο εξοφλήθη. Το κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών όπως εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν, όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί και η πρόθεση αυτή διακριβώνεται με τον καλύτερο τρόπο με το να εξετάζεται η σχετική κατάσταση των μερών κατά το χρόνο συγγραφής του εγγράφου (βλ. Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδ.,
(1972), σελ. 619). Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι το θέμα δεν μπορεί να αποφασισθεί με βάση μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί πόσο ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νουν όταν δόθηκε η εγγύηση (βλ. Heffeild v. Meadows
(1869)L.R. 4 C.P. 595, 599). Συνεπώς, εγείρονται κατά τη γνώμη μου σοβαρά νομικά θέματα για τα οποία η Εναγόμενη 3 δικαιούται να ακουστεί σε κανονική ακροαματική διαδικασία (βλ. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ. ν. T.G. & Sons Importing Ltd κ.ά.
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 180).) Υπενθυμίζω πως στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της προτιθέμενης υπεράσπισης και τις πιθανότητες επιτυχίας της. Είναι αρκετό για τον εναγόμενο να δίνει, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του, αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν δικάσιμο θέμα εναντίον της απαίτησης το οποίο χρήζει εκδίκασης. Και στην προκειμένη περίπτωση, για τους λόγους που έχω αναφέρει, οι Εναγόμενοι 1 και 3 έχουν πράξει ακριβώς αυτό. Στην υπόθεση Ζερβός (ανωτέρω) υποδείχθηκε πως η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.18 πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύει ο ενάγων πως ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. Και τούτο γιατί η λειτουργία της διαδικασίας αυτής πρέπει πλέον να συνάδει με τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος μας, και τις ανάλογες διατάξεις της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που διασφαλίζουν την ελεύθερη πρόσβαση διαδίκου στο Δικαστήριο όπου και δικαιούται να προβάλει τους ισχυρισμούς του στην υπόθεση που αντιμετωπίζει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω πως θα πρέπει να επιτραπεί στους Εναγόμενους 1 και 3 να υπερασπιστούν. Σαν αποτέλεσμα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 3 και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα καταβληθούν όμως στο τέλος της υπόθεσης. Οι Εναγόμενοι 1 και 3 να καταχωρίσουν την Υπεράσπιση τους εντός 21 ημερών από σήμερα εκτός αν ο πιο πάνω χρόνος παραταθεί από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Aντίγραφο Πρωτοκολλητής MN cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.