← Κύπρος

CLAPPAS TRADING HOUSE LTD ν. ΦΡΗΣΛΑΝΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ, Αγωγή Αρ.: 792/08, 10 Ιουλίου, 2008

CLAPPAS TRADING HOUSE LTD ν. ΦΡΗΣΛΑΝΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ, Αγωγή Αρ.: 792/08, 10 Ιουλίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A153 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 792/08 Μεταξύ: CLAPPAS TRADING HOUSE LTD, από Λευκωσία Ενάγουσας - και - ΦΡΗΣΛΑΝΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ, από Μαρούσι Ελλάδας Εναγόμενης Αίτηση ημερ. 2.4.08 για παραμερισμό και αναστολή της διαδικασίας ........ Ημερομηνία: 10 Ιουλίου, 2008 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη/αιτήτρια: κ.κ. Σ. Γεωργιάδης, Βαρότσος και Καπλανίδης-Σωτηρόπουλος Για ενάγουσα/καθ΄ ης η αίτηση: κ. Γ. Τριλλίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αξιούμενες από την ενάγουσα θεραπείες, όπως αυτές διατυπώνονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα το οποίο σφραγίσθηκε και επιδόθηκε εκτός δικαιοδοσίας κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, έχουν ως ακολούθως:- Α. Δήλωση και/ή απόφαση Δικαστηρίου (declaratory Judgment) ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία τερματίστηκε εξ υπαιτιότητας των Εναγομένων. Β. Ευρώ 387.583,00 ως ποσό οφειλομένο δυνάμει των όρων γραπτής συμφωνίας ή συμφωνίας εν μέρει γραπτής και εν μέρει προφορικής που συνάφθηκε κατά ή περί τον Ιούνιο 2007 μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων και/ή ως αποζημίωση για παράβαση σύμβασης και/ή άλλως πως. Γ. Ευρώ 135.654,00 ζημιές που υπέστησαν οι Ενάγοντες συνεπεία της Συμφωνίας και/ή του παράνομου τερματισμού αυτής από τους Εναγόμενους. Δ. Ευρώ 1.683.872,00 και/ή άλλως πως ως αποζημίωση για παράβαση σύμβασης και/ή για απώλεια κερδών και/ή προμήθειας. Ε. Γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή βλάβη της καλής φήμης και/ή του καλού ονόματος των Εναγόντων. ΣΤ. Νόμιμο τόκο. Με την επίδοση του κλητηρίου η εναγόμενη (στο εξής η αιτήτρια) καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης υπό αίρεση και την ίδια ημέρα την υπό κρίση αίτηση, η οποία προσέκρουσε σε ένσταση, αποβλέποντας σε έκδοση διαταγμάτων με τα οποία:-

  1. Να ακυρώνεται ή παραμερίζεται τόσο η άδεια για σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας, όσο και το ίδιο το κλητήριο και η επίδοσή του και,
  2. Να αναστέλλεται κάθε διαδικασία που αφορά την αγωγή. Κοινή νομική βάση της αίτησης και της ένστασης αποτελούν οι πρόνοιες των Δ.16 θ.9, Δ.2 θθ.1 και 3, Δ.5 θθ. 1-3, Δ.6 θ.4, Δ.64, Δ.48 θθ.1-9, 11-13 και οι πρόνοιες των άρθρων 2, 3, 5, 23 και 60 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 του Συμβουλίου. Επιπρόσθετα η ένσταση βασίζεται και στους Νόμους 55/84 (άρθρο 7) και 14/60 (άρθρο 21), καθώς επίσης και στον Κανονισμό 1348/00 του Συμβουλίου, άρθρα 14 και
  3. Από τη θεώρηση των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων προβάλλουν προς εξέταση δύο, ουσιαστικά, ζητήματα και σ΄ αυτά επικέντρωσαν την επιχειρηματολογία τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στο στάδιο των αγορεύσεων. Το πρώτο, αν στη συμφωνία των μερών περιέχεται ρήτρα δικαιοδοσίας για εκδίκαση της διαφοράς από τα ελληνικά δικαστήρια σύμφωνα με τον Ελληνικό Νόμο και, το δεύτερο, αν το παρόν δικαστήριο είναι ή όχι κατάλληλο (forum convenience) για εκδίκαση της υπόθεσης. Η κρίση επί του πρώτου ζητήματος δεν θα παρουσίαζε ιδιαίτερη δυσκολία αν οι δύο πλευρές δεν αμφισβητούσαν τους όρους στη βάση των οποίων άρχισε η συνεργασία τους. Για κατανόηση, επομένως, των εκατέρωθεν θέσεων προέχει η καταγραφή εκείνων των στοιχείων στα οποία διαπιστώνεται συμφωνία. Σε συντομία έχουν ως ακολούθως:- Η αιτήτρια, ελλαδική εταιρεία, ασχολείται με την παραγωγή και διάθεση γαλακτοκομικών προϊόντων και η καθ΄ ης η αίτηση, κυπριακή εταιρεία, ενδιαφέρθηκε να τα προωθήσει στην κυπριακή αγορά. Η επίδειξη του σχετικού ενδιαφέροντος αποτέλεσε την αφετηρία πολύμηνων διαπραγματεύσεων, μέσω κυρίως της ηλεκτρονικής οδού, προκειμένου τα δύο μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία που να διέπει τη συνεργασία τους. Επί του προκειμένου η καθ΄ ης η αίτηση διατείνεται ότι οι διαπραγματεύσεις άρχισαν τον Ιούλιο του 2006, ενώ η αιτήτρια ότι άρχισαν πολύ πιο πριν, το Φεβρουάριο του
  4. Προς τούτο η ενόρκως δηλούσα για την αιτήτρια επισυνάπτει στην ένορκο της δήλωση ως τεκμήρια 1-7 e-mails που αντιλλάγηκαν μεταξύ των διαδίκων μεταξύ 8.2.06 και 22.9.
  5. Είναι θέση της αιτήτριας ότι ως αποτέλεσμα της ανταλλαγής των πιο πάνω e-mails, αλλά και όσων προφορικά συμφωνήθηκαν, καταρτίσθηκε μεταξύ των δύο εταιρειών Σύμβαση Διανομής η οποία περιέχει τους όρους στη βάση των οποίων η καθ΄ ης η αίτηση θα αγόραζε από την αιτήτρια τα γαλακτοκομικά προϊόντα και στη συνέχεια θα τα προωθούσε στην κυπριακή αγορά, την οποία η καθ΄ ης η αίτηση δεν αποκάλυψε όταν μονομερώς απευθύνθηκε στο Δικαστήριο για άδεια σφράγισης του κλητηρίου και επίδοσης ειδοποίησης του εκτός δικαιοδοσίας. Μεταξύ των όρων της Συμφωνίας, διατείνεται, υπήρχαν ξεκάθαρες ρήτρες εφαρμογής αλλοδαπού δικαίου και αποκλειστικής δικαιοδοσίας αλλοδαπών δικαστηρίων, οι οποίες προέβλεπαν (όροι 10.5 και 10.6 της Σύμβασης Διανομής τεκμ.1) τα εξής:- «10.5 Η ισχύς, η ερμηνεία και τα αποτελέσματα της παρούσας Σύμβασης διέπεται από το Δίκαιο της Ελλάδας. 10.6 Κάθε διαφωνία ή απαίτηση που απορρέει από ή αφορά στην παρούσα Σύμβαση ή από την παραβίαση ή μη ισχύ διατάξεων των συμβάσεων αυτών, θα υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των αρμοδίων Δικαστηρίων της Αθήνας, Ελλάδα». Στη βάση των πιο πάνω, προβάλλεται από την αιτήτρια συμμόρφωση προς τις πρόνοιες του άρθρου 23 του Κανονισμού 44/01 σύμφωνα με τις οποίες τα Δικαστήρια της Ελλάδας (Aθηνών) έχουν διεθνή δικαιοδοσία η οποία είναι αποκλειστική. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι, κι αν ακόμη οι δύο πλευρές δεν είχαν συμφωνήσει στη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων και πάλι τα κυπριακά δικαστήρια δεν θα είχαν δικαιοδοσία για εκδίκαση της υπόθεσης, γιατί σύμφωνα με το άρθρο 5 του εν λόγω Κανονισμού η αιτήτρια θα έπρεπε να εναχθεί στην Ελλάδα όπου έχει και την κατοικία (έδρα) της. Η καθ΄ ης η αίτηση αρνείται ότι καταρτίσθηκε έγκυρη Σύμβαση Διανομής με τις αναφερθείσες ρήτρες και, συνεπώς, ότι την απέκρυψε. Η ισχυριζόμενη Σύμβαση (τεκμ.1), αντιτείνει ο ενόρκως δηλών της καθ΄ ης, ήταν ένα προσχέδιο στη βάση του οποίου συζητούνταν οι όροι συνεργασίας και τίποτα περισσότερο. Όπως δε προκύπτει από τη σωρεία των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που αντιλλάγηκαν μεταξύ των δύο πλευρών, αλλά και από τις προφορικές τους συνομιλίες, οι βάσεις της συνεργασίας τους «τίθονταν κατά περίπτωση και περιοδικά» και δεν προκύπτουν από κάποια συγκεκριμένη τελική συμφωνία. Παρέπεμψε, σχετικά, σε επιστολή (e-mail) ημερ. 28.2.07 της αιτήτριας όπου γίνεται λόγος για επικείμενη συνεργασία, κάτι που αποκαλύπτει την ανυπαρξία τέτοιας συμφωνίας. Επομένως, ισχυρίζεται, η καθ΄ ης η αίτηση, όταν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για άδεια για σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας, δεν απέκρυψε οποιοδήποτε ουσιώδες γεγονός το οποίο ενδεχόμενα θα επηρέαζε αρνητικά την άσκηση της ευχέρειας του Δικαστηρίου επί του θέματος. Αυτό, γιατί τα τεκμήρια 1-7 δεν αποκαλύπτουν κατάρτιση συμφωνίας αλλά διαπραγματεύσεις για καταρτισμό συμφωνίας. Επί του προκειμένου επαναλαμβάνει ότι, τελικά «. τα μέρη συμφωνούσαν σε ουσιώδη μέρη της συνεργασίας τους άπαξ και εν προόδω μέσα από ανταλλαγή επιστολών», για να καταλήξει ότι δεν υπήρξε συμφωνία για την ισχυριζόμενη ρήτρα δικαιοδοσίας. Όσον αφορά τη θέση της αιτήτριας ότι τα κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι κατάλληλα να εκδικάσουν την υπόθεση, προβάλλει ότι με όσα ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα της αιτήτριας δεν τεκμηριώνεται κάτι τέτοιο. Τα κυπριακά δικαστήρια, διατείνεται ο ενόρκως δηλών της καθ΄ης, είναι τα πλέον κατάλληλα για εκδίκαση της υπόθεσης για πολλούς λόγους. Συγκεκριμένα, στην Κύπρο εισάγονταν και διανέμονταν τα προϊόντα, εδώ έγινε διαφημιστικά το λανσάρισμα τους και εδώ υπάρχει το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας το οποίο προέρχεται από υπεραγορές, διαφημίσεις και άλλα πρόσωπα. Τέλος, αντικρούοντας τη θέση της αιτήτριας ότι εν πάση περιπτώσει θα έπρεπε να εναχθεί στην Ελλάδα με βάση το άρθρο 5 του Καν. 44/01, προβάλλει ότι οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου δεν υποστηρίζουν τέτοια θέση. Αντίθετα, ορθή ερμηνεία των προνοιών του εν λόγω άρθρου καταδεικνύει ότι θα μπορούσε να εναχθεί - όπως και έγινε - στα κυπριακά Δικαστήρια γιατί είναι στην Κύπρο που θα έπρεπε να εκπληρώσει την παροχή και εδώ προέκυψαν οι διαφορές από τη μεταξύ τους συμφωνία. Στο στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις των πελατών τους με αναφορά στη σχετική επί του θέματος νομολογία. Κρίνω ότι οι ανάγκες της υπόθεσης δεν επιβάλλουν την καταγραφή τους, γι΄ αυτό και θα προχωρήσω κατευθείαν στην εξέταση των δύο ζητημάτων που εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Αποτελεί νομολογιακή αρχή ότι το Δικαστήριο εφαρμόζει, κατά κανόνα, τη συμφωνία των διαδίκων για παραπομπή της διαφοράς σε αλλοδαπό Δικαστήριο (ή σε διαιτησία, αν τέτοια είναι η περίπτωση), εκτός αν καταδειχθούν από τον διάδικο που επικαλείται τη δικαιοδοσία ισχυροί λόγοι που να δικαιολογούν το αντίθετο (βλ. Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 24-28, Βalkancarimpex FTO v. Leasco Ltd

(1994)1 AAΔ 815, Zeeland Navigation Co Ltd v. Banque Worms
(2000)1 AAΔ 707, Μitsui & Co v. Rockwell Marine
(1989)1 AAΔ 112). O εν λόγω κανόνας έχει, κατά την άποψή μου, αναβαθμιστεί σε απαράβατη αρχή αν ένα από τα μέρη της συμφωνίας έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα μέρη συμφώνησαν σε εκδίκαση των διαφορών τους από δικαστήριο ή δικαστήρια κράτους μέλους. Στην παρούσα περίπτωση και τα δύο μέρη έχουν την κατοικία τους (έδρα) σε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, επομένως, ισχύει ο Κοινοτικός Κανονισμός υπ΄ αρ. 44/2001 (Council Regulation (EC) No.44/2001) - γνωστός ως Brussels I Regulation, οι πρόνοιες του οποίου υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου. Σύμφωνα με το ξεκάθαρο λεκτικό του αρ.23 του εν λόγω Κανονισμού, αν οι διάδικοι συμφώνησαν ότι οι διαφορές τους θα εκδικάζονταν από τα Ελληνικά (Αθηναϊκά) Δικαστήρια τότε τα εν λόγω Δικαστήρια αποκτούν διεθνή δικαιοδοσία, η οποία είναι αποκλειστική. Συνεπώς, η αναφερθείσα νομολογιακή αρχή μετατρέπεται σε κανόνα χωρίς εξαιρέσεις και τα κυπριακά δικαστήρια θα στερούνταν δικαιοδοσίας για εκδίκαση της υπόθεσης. Το ερώτημα, επομένως, που εγείρεται είναι αν πράγματι οι διάδικοι κατέληξαν σε τέτοια συμφωνία. Η απάντηση στο τεθέν ερώτημα δεν είναι εύκολη, κι αυτό λόγω της ανυπαρξίας συγκεκριμένου εγγράφου στο οποίο να αποτυπώνονται οι όροι στη βάση των οποίων συμφώνησαν να συνεργασθούν. Επί του προκειμένου επισημαίνεται - κι αυτό αποτελεί κοινό έδαφος - ότι η συνεργασία των διαδίκων ήταν αποτέλεσμα ανταλλαγής σωρείας επιστολών μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αλλά και προφορικών συνομιλιών. Εντοπίζεται, επομένως, πρόβλημα στην εξακρίβωση - στο παρόν στάδιο - των συμφωνηθέντων όρων στη βάση των οποίων άρχισε η συνεργασία τους και μεταξύ αυτών αν συμφώνησαν ή όχι στην επικαλούμενη ρήτρα δικαιοδοσίας. Συνακόλουθα, έχω την άποψη ότι η διακρίβωση των συμφωνηθέντων όρων ανάγεται σε μεταγενέστερο στάδιο όταν κάθε διάδικος θα έχει τη δυνατότητα να προσκομίσει μαρτυρία στη βάση της οποίας θα αναπτύξει την επιχειρηματολογία του. Καταλήγω, επομένως, ότι το θέμα δικαιοδοσίας με βάση το άρ. 23 του Κανονισμού 44/2001 θα αιωρείται μέχρις ότου τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και αξιολογηθεί όλο το σχετικό μαρτυρικό υλικό. Επί του παρόντος, όμως, δεν θα΄ ταν χωρίς σημασία να επισημανθεί ότι, εκ πρώτης όψεως, αναδύεται μια αντίφαση στις θέσεις που προώθησε η καθ΄ ης η αίτηση. Δηλαδή, ενώ από τη μια ισχυρίζεται ότι η συνεργασία της με την αιτήτρια ήταν αποτέλεσμα «γραπτής συμφωνίας ή συμφωνίας εν μέρει γραπτής και εν μέρει προφορικής» από την άλλη προβάλλει ότι «οι βάσεις της συνεργασίας τους τίθονταν κατά περίπτωση και περιοδικά» ή «. τα μέρη συμφωνούσαν σε ουσιώδη μέρη της συνεργασίας τους άπαξ και εν προόδω.». Για ευνόητους, όμως, λόγους δεν θα επεκταθώ περαιτέρω τη στιγμή που το θέμα θα εξεταστεί σε βάθος στο κατάλληλο στάδιο. Για τους πιο πάνω λόγους το θέμα της δικαιοδοσίας δεν μπορεί να αποφασισθεί στο παρόν στάδιο και, όσον αφορά την ισχυριζόμενη απόκρυψη έχω την άποψη ότι από τη στιγμή που οι όροι της συνεργασίας - όλοι όπως φαίνεται - είναι υπό αμφισβήτηση στερείται σημασίας. Η αιτήτρια, όμως, δεν στηρίζεται μόνο στο άρ. 23 του Κανονισμού 44/2001 του Συμβουλίου, αλλά και στα αρ. 2, 3, 5 και 60. Έχω εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις και σε σχέση με τις πρόνοιες των εν λόγω άρθρων. Κρίνω ότι οι σχετικές θέσεις της αιτήτριας δε ευσταθούν και θα΄ ταν αρκετό, κατά την άποψή μου, να παραπέμψω στις πρόνοιες του άρθρου 5, που ορίζει ότι:- «. το πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος υπό ορισμένες προϋποθέσεις και συγκεκριμένα: 1(α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή κ.λ.π.». Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από το σύνολο του υλικού που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, αντικείμενο της διαφοράς των διαδίκων αποτελεί η ισχυριζόμενη παραβίαση των όρων της συμφωνίας από την αιτήτρια για αποστολή (πώληση ή διανομή, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία) εμπορευμάτων προς την καθ΄ ης η αίτηση στην Κύπρο, στοιχείο που καθιστά την Κύπρο τόπο εκπλήρωσης της παροχής. Επομένως, η αιτήτρια θα μπορούσε με βάση το άρθρο 5 να εναχθεί και στην Κύπρο και η περί του αντιθέτου επιχειρηματολογία δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Παρέμεινε προς εξέταση το δεύτερο ζήτημα που αφορά την καταλληλότητα των Κυπριακών Δικαστηρίων για εκδίκαση της υπόθεσης και το συνυφασμένο με αυτό αίτημα για αναστολή της διαδικασίας. Το ζήτημα της καταλληλότητας αναφύεται οποτεδήποτε διαπιστώνεται η ύπαρξη κάποιου άλλου αρμοδιότερου δικαστηρίου για εκδίκαση της υπόθεσης, λαμβανομένων υπόψη των συμφερόντων των διαδίκων και της ευρύτερης απονομής της δικαιοσύνης. Προς τούτο συνεκτιμούνται αρκετοί παράγοντες, όπως το θέμα των εξόδων, η δυσχέρεια στην παρουσίαση μαρτύρων, ο τόπος όπου κατοικούν ή έχουν την έδρα τους οι διάδικοι, ο Νόμος που διέπει τη συναλλαγή και άλλοι παρόμοιοι. Σ΄ ότι δε αφορά το βάρος της απόδειξης για ύπαρξη καταλληλότερου δικαστηρίου και της συνηφασμένης με το θέμα αναστολής της διαδικασίας, το φέρει πάντοτε ο εναγόμενος. Από τη στιγμή όμως που θέτει ορισμένα στοιχεία που δείχνουν ότι η ευχέρεια του δικαστηρίου θα μπορούσε να ασκηθεί υπέρ του, τότε το βάρος μετατίθεται στον ενάγοντα και αποσείεται με την κατάδειξη ιδιαίτερων λόγων που συνηγορούν στην εκδίκαση της υπόθεσης από τα δικαστήρια του τόπου όπου κινήθηκε η αγωγή. (βλ. The Spiliada
(1986)3 All E.R. 843, Kωνσταντοπούλου v. M/V Mediterranean κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 782, Ζeeland Navigation Co. Ltd, (ανωτέρω), Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1999)1 AAΔ 1168). Στην κρινόμενη περίπτωση το θέμα της ακαταλληλότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων εγείρεται στην παρ. 10 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, η οποία έχει ως ακολούθως:- «
  1. Περαιτέρω, εξ όσων πιο καλά πιστεύω, τα περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία και οι μάρτυρες της Εναγομένης που θα τείνουν να αποδείξουν την ανυπαρξία ευθύνης της και μη παράβασης των συμβατικών της υποχρεώσεων, βρίσκονται στην Ελλάδα και η επιλογή του forum της Κύπρου κατά παράβαση της συμφωνηθείσας δικαιοδοσίας και δικαίου, είναι άκρως βλαπτική και πολυδάπανη για την Εναγομένη, αφού εγείρονται σημαντικά πρακτικά προβλήματα, μεταξύ των οποίων, και η απόδειξη του ελληνικού δικαίου, και συγχρόνως η Εναγομένη δεν θα μπορεί να εξαναγκάσει τους μάρτυρες της να παρουσιαστούν στην Κύπρο, της οποίας α Δικαστήρια δεν αποτελούν το βήμα δικαιοδοτικής ευκολίας (forum conveniens) εκδίκασης της υπόθεσης». Το περιεχόμενο της πιο πάνω παραγράφου απετέλεσε και τη βάση της εισήγησης ότι η Κύπρος δεν είναι η πιο βολική δικαιοδοσία. Το έχω εξετάσει και κρίνω ότι με όσα διατείνεται η αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης, ούτε εισάγει τέτοια στοιχεία που να το μεταθέτει στην άλλη πλευρά. Πιο συγκεκριμένα:-
  2. Συνδέει το θέμα της ακαταλληλότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων με ισχυριζόμενη ρήτρα δικαιοδοσίας, κάτι που κατά την άποψή μου δεν μπορεί να γίνει. Επισημαίνεται, επί του προκειμένου, ότι άλλο συμφωνηθείσα ρήτρα δικαιοδοσίας και άλλο η μη βολική δικαιοδοσία (forum non conveniens) και η θέση για μη βολική δικαιοδοσία δεν μπορεί να βασίζεται σε ύπαρξη συμφωνηθείσας ρήτρας δικαιοδοσίας, όπως προώθησε η αιτήτρια.
  3. Ο ισχυρισμός ότι τα περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία και μάρτυρες της αιτήτριας βρίσκονται στην Ελλάδα είναι γενικός και αόριστος, όπως γενικός και αόριστος είναι και ο ισχυρισμός της ότι η εκδίκαση της υπόθεσης στην Κύπρο θα είναι για την ίδια άκρως βλαπτική και πολυδάπανη και, τέλος,
  4. Κανένα στοιχείο δεν προβάλλεται ότι η απόδειξη του ελληνικού δικαίου είναι πρακτικά προβληματική. Επιπρόσθετα, δεν εξηγεί γιατί θα πρέπει να εφαρμοσθεί το ελληνικό δίκαιο για επίλυση των συμβατικών διαφορών που υπάρχουν μεταξύ μιας κυπριακής και μιας ελληνικής εταιρείας, τη στιγμή που με το υλικό που τέθηκε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας - όπως έχει κριθεί - δεν μπορεί να αποφασισθεί αν τα μέρη συμφώνησαν στην αναφερθείσα ρήτρα δικαιοδοσίας ή ότι οι διαφορές τους θα δικάζονταν με βάση συγκεκριμένο δίκαιο . Για όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι η αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος της απόδειξης ότι η Ελλάδα είναι πιο βολική απ΄ ότι η Κύπρος δικαιοδοσία και η αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Απορρίπτεται με έξοδα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης, προς όφελος της καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.