Κayat Trading Limited ν. Genzyme Corporation, Αρ. Αγωγής: 7462/02, 11 Ιουλίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A154 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7462/02 Μεταξύ: Κayat Trading Limited Εναγόντων και Genzyme Corporation Εναγομένων ------------------ Αίτηση ημερ. 25.6.2007 για Έκδοση Οδηγιών (παροχή λεπτομερειών) 11 Ιουλίου, 2008. Για τους Αιτητές-ενάγοντες: κ. Α. Λαδάς Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενους: κ. Π. Πολυβίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Αιτητές είναι Κυπριακή εμπορική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο καταχώρησαν, την 9.7.2002, αγωγή εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση, εταιρείας από τη Μασαχουσέτη των Ηνωμένων Πολιτειών. Αξιώνουν αποζημιώσεις για παράβαση συμβολαίου καθώς και για δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις. Οι εναγόμενοι εμφανίστηκαν υπό διαμαρτυρία στις 18.10.2002. Ακολούθησε αίτησή τους ημερ. 6.12.2002, με την οποία ζητούσαν απόρριψη του κλητηρίου εντάλματος και/ή ακύρωση της επίδοσης και/ή αναστολή της διαδικασίας. Πρωτόδικα η αίτηση απορρίφθηκε στις 31.3.2004. Ακολούθησε έφεση, η οποία επίσης απορρίφθηκε καθότι κρίθηκε ως μη εφέσιμη η πρωτόδικη απόφαση. Δύο περίπου χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής, συγκεκριμένα την 24.11.2004, καταχωρήθηκε για πρώτη φορά Έκθεση Απαίτησης. Κάλυπτε 35 σελίδες. Στις 6.4.2005 οι εναγόμενοι ζήτησαν, με αίτησή τους, διαγραφή συγκεκριμένων παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης. Το αίτημά τους πέτυχε μερικώς και με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 27.9.2005 διατάχθηκε η διαγραφή κάποιων από τις παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης. Ακολούθησε, την 18.10.2005, αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Δυνάμει δε σχετικού διατάγματος καταχωρήθηκε, την 28.12.2005, εικοσιεξασέλιδη τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης. Λίγο αργότερα, στις 20.2.2006, οι εναγόμενοι καταχώρησαν νέα αίτηση, με την οποία και πάλι ζητούσαν απόρριψη του κλητηρίου εντάλματος και/ή του διατάγματος επίδοσης της αγωγής και/ή αναστολή κάθε διαδικασίας. Επιπρόσθετα, αξίωναν και τη διαγραφή σειράς παραγράφων της νέας τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Στις 13.9.2006 εκδόθηκε η ενδιάμεση σχετική απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία η αίτηση απορρίφθηκε. Ακολούθησε, την 9.10.2006, νέα αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης. Ως αποτέλεσμά της καταχωρήθηκε, στις 15.12.2006, τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, επίσης μακροσκελής, καλύπτει 28 σελίδες. Στις 24.4.2007 οι εναγόμενοι καταχώρησαν την έκτασης 19 σελίδων Έκθεση Υπεράσπισής τους και ένα μήνα αργότερα, 24.5.2007, καταχωρήθηκε δεκαπεντασέλιδη απάντηση των εναγόντων. Έκρινα επιβεβλημένη την παράθεση του ιστορικού της όλης διαδικασίας, όπως αυτή προβάλλει μέσα από το φάκελο της υπόθεσης, προκειμένου να γίνει ευκολότερα κατανοητό το περιεχόμενο της υπό κρίση αίτησης. Αφορά αίτημα των εναγόντων για παροχή λεπτομερειών που καλύπτουν σειρά παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης. Πέραν των αξιούμενων λεπτομερειών, με την αίτηση επιδιώκεται και η παροχή οδηγιών για ικανοποίηση άλλων αιτημάτων, τα οποία όμως δεν ενδιαφέρουν στο παρόν στάδιο, καθότι δεν αποτελούν και το αντικείμενο της ακρόασης που έλαβε χώρα. Ήταν κοινή θέση των δύο πλευρών, όπως τα υπόλοιπα αυτά αιτήματα παραμείνουν σε εκκρεμότητα και εξεταστούν μετά την έκδοση της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου. Παρά το γεγονός ότι η αίτηση καταχωρήθηκε πριν από ένα περίπου χρόνο, η ακρόασή της καθυστέρησε, για τους λόγους που φαίνονται στα πρακτικά. Συγκεκριμένα, ήταν επανειλημμένο κοινό αίτημα των δύο πλευρών η κατά καιρούς αναβολή της ακρόασης της αίτησης, προκειμένου να ολοκληρωθεί διαδικασία, σχετικής υφής, η οποία λάμβανε χώρα σε Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών. Προτού παρατεθούν, σε όση έκταση είναι απαραίτητο, οι λεπτομέρειες που αξιώνουν οι Αιτητές, είναι αναγκαίο να καταγραφεί, σε συνοπτική μορφή, το περιεχόμενων των δικογράφων. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, οι εναγόμενοι είναι Αμερικάνικη βιοτεχνολογική και φαρμακευτική εταιρεία. Κατά τα έτη 1996 και 1997, χρόνο σύναψης της εμπορικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων, σημαντικό μέρος των εργασιών της εναγόμενης ήταν η κατασκευή και εμπορία προϊόντων τα οποία περιείχαν συνθετική, φαρμακευτικής κατηγορίας, μελατονίνη, υπό το εμπορικό σήμα MelaPure. Τα προϊόντα αυτά πωλούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες ως συμπλήρωμα διατροφής. Επειδή οι εναγόμενοι ήθελαν να προωθήσουν τα προϊόντα τους στην Ευρωπαϊκή αγορά, άρχισαν, το Μάιο του 1996, συνεργασία με τους ενάγοντες προκειμένου να επιτευχθεί η εγγραφή των προϊόντων αυτών ως αδειούχου φαρμάκου στην Ουκρανία και τη Ρωσική Ομοσπονδία. Oι ενάγοντες, με βάση ξεκάθαρη αντίληψη των διαδίκων ότι θα διοριζόντουσαν ως αποκλειστικοί διανομείς τους, ανέλαβαν και πέτυχαν την εγγραφή των πιο πάνω προϊόντων ως αδειούχου φαρμάκου στην Ουκρανία. Με την εγγραφή αυτή οι εναγόμενοι απέκτησαν σημαντικά πλεονεκτήματα αποκλειστικής εισαγωγής, διανομής και διάθεσης στην πιο πάνω χώρα. Μετά την εγγραφή αυτή, μεταξύ των μερών συνήφθη, στη Λευκωσία, τον Ιούλιο του 1997, συμφωνία με βάση την οποία οι εναγόμενοι διόριζαν τους ενάγοντες ως αποκλειστικούς διανομείς των προϊόντων τους σε αριθμό χωρών, μεταξύ των οποίων την Ουκρανία και τη Ρωσική Ομοσπονδία. Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω συμφωνίας, οι ενάγοντες προχώρησαν σε σειρά ενεργειών προκειμένου αυτή να υλοποιηθεί στην πράξη. Μεταξύ άλλων, συνήψαν συμφωνίες με υποαντιπροσώπους στις πιο πάνω χώρες και προέβησαν σε εκτεταμένες παραστάσεις προβολής και διαφήμισης των προαναφερθέντων προϊόντων. Ακολούθησε υποβολή παραγγελιών προς τους εναγόμενους, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες της δημιουργηθείσας αγοράς. Είναι ισχυρισμός των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι παρέλειπαν να ανταποκρίνονται πλήρως στις παραγγελίες που έθεταν και ότι ακόμη και τα προϊόντα που παρέδιδαν δεν ήσαν σύμφωνα και/ή δεν ανταποκρίνονταν προς τις προδιαγραφές του μεταξύ τους συμβολαίου, με αποτέλεσμα οι Ουκρανικές αρχές να μην επιτρέπουν την εκτελώνιση και/ή την πώληση των προϊόντων στο κοινό. Ισχυρίζονται περαιτέρω οι ενάγοντες ότι από τα πρώτα ήδη στάδια της υπογραφής της μεταξύ τους και των εναγομένων συμφωνίας, οι τελευταίοι είχαν αποφασίσει ή μελετούσαν σοβαρά την πλήρη έξοδό τους από την επιχείρηση της μελατονίνης. Η καθυστέρηση στην παράδοση των προϊόντων και η παράλειψη των εναγομένων να συμμορφωθούν πλήρως με τους όρους της συμφωνίας του Ιουλίου του 1997, είχε ως αποτέλεσμα έγερση απαιτήσεων από τους υποαντιπροσώπους εναντίον των εναγόντων. Επικαλούνται οι ενάγοντες, στη συνέχεια της Έκθεσης Απαίτησής τους, ότι διέπον δίκαιο του συμβολαίου είναι αυτό της πολιτείας της Μασαχουσέτης των Ηνωμένων Πολιτειών, οι δε ισχυριζόμενες παραβάσεις από τους εναγόμενους προσβάλλουν το καθήκον για συναλλαγές με καλή πίστη που επιβάλλει το πιο πάνω δίκαιο. Προσθέτουν ακόμη ότι οι εναγόμενοι παραβίασαν και το Κεφ. 93(Α) των Γενικών Νόμων της Μασαχουσέτης, το οποίο προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι αθέμιτες μέθοδοι ανταγωνισμού και αθέμιτες ή παραπλανητικές πράξεις ή πρακτικές στη διεξαγωγή οποιασδήποτε συναλλαγής ή εμπορίου είναι παράνομες. Ισχυρίζονται τέλος οι ενάγοντες, σε σχέση με το νομικό πλαίσιο της απαίτησής τους, ότι οι εναγόμενοι παραβίασαν και τον Ομοσπονδιακό Νόμο περί Οργανισμών υπό την Επήρεια Κομπιναδόρων και Διεφθαρμένων Οργανισμών, λεπτομέρειες του οποίου τίθενται στην Έκθεση Απαίτησης. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, οι ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις για παράβαση της μεταξύ τους και των εναγομένων συμφωνίας και των προαναφερθέντων Νόμων της Πολιτείας της Μασαχουσέτης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Οι εναγόμενοι, μέσα από την Έκθεση Υπεράσπισής τους, εγείρουν σειρά προδικαστικών σημείων, μεταξύ των οποίων έλλειψη δικαιοδοσίας, κατάχρηση της διαδικασίας και απουσία οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος. Παραδέχονται την υπογραφή του μεταξύ τους και των εναγόντων αναφερόμενου στην Έκθεση Απαίτησης συμβολαίου, αρνούνται όμως ότι αυτό συνήφθη στη Λευκωσία. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε σωρεία αναληθών και/ή ανακριβών και/ή παραπλανητικών παραστάσεων, οι οποίες και καταγράφονται στην Έκθεση Υπεράσπισης, τόσο πριν τη συνομολόγηση του επίδικου συμβολαίου, όσο και κατά τη διάρκειά του, με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να συνομολογήσουν το επίδικο συμβόλαιο και/ή να μην προχωρήσουν στον τερματισμό του κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Θέτουν ακολούθως πως το συμβόλαιο τερματίστηκε και/ή εκχωρήθηκε κοινή συναινέσει, κατά ή περί την 1.7.1998. Αρνούνται, ούτως ή άλλως, ότι υπήρξαν οποιεσδήποτε αποκλίσεις και/ή διαφοροποιήσεις των προϊόντων που παράγγειλαν οι ενάγοντες από τις σχετικές προδιαγραφές, τέτοιας φύσης που να καθιστούσαν τα προϊόντα αυτά ακατάλληλα για χρήση. Ισχυρίζονται, ουσιαστικά, ότι ουδέποτε παρέβησαν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την επίδικη συμφωνία, προσθέτοντας ότι, εν πάση περιπτώσει, οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν απαίτηση καθότι επέλεξαν να συνεχίσουν με το συμβόλαιο χωρίς διαμαρτυρία εγκαταλείποντας οποιοδήποτε δικαίωμα πιθανό να είχαν. Τέλος οι εναγόμενοι, κάνοντας αναφορά στο δίκαιο της Μασαχουσέτης, αρνούνται τις ανάλογες αξιώσεις των εναγόντων, ισχυριζόμενοι, μεταξύ άλλων, παραγραφή, λανθασμένη ερμηνεία του και έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και/ή εξουσίας να εφαρμόσουν στην Κύπρο τα αλλοδαπά αυτά νομοθετήματα. Απαντώντας οι ενάγοντες αρνούνται την τεθείσα γραμμή υπεράσπισης. Εκτεταμένη αναφορά στην απάντηση γίνεται στον ισχυρισμό των εναγομένων περί παραγραφής, τον οποίο οι ενάγοντες απορρίπτουν με παραπομπή στη σχετική νομοθεσία της Μασαχουσέτης. Οι αιτούμενες περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, όπως τίθενται αναλυτικά στην υπό κρίση αίτηση, καλύπτουν το περιεχόμενο 22 παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης και διασπώνται, σε αρκετές παραγράφους, σε επί μέρους λεπτομέρειες, με αποτέλεσμα να αυξάνεται έτσι το σύνολο των επιδιωκόμενων λεπτομερειών. Εύκολα γίνεται κατανοητό ότι αναλυτική παράθεσή τους, στο στάδιο αυτό της απόφασης, σε συνάρτηση με την καταγραφή των σχετικών παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης, αλλά και αυτών της Έκθεσης Απαίτησης, με τις οποίες άρρηκτα συνδέονται, θα έχει ως αποτέλεσμα αχρείαστη, μακροσκελή επέκτασή της. Θα γίνει, πιστεύω, ευκολότερη η κατανόηση των επίδικων θεμάτων εάν η δομή της απόφασης λάβει τη μορφή παράθεσης των αιτημάτων με καταγραφή τους σε δύο κατηγορίες, αναλόγως της ταυτότητας των νομικών προσεγγίσεων που τις καλύπτουν. Ταυτόχρονα, θα παρατίθενται και οι προσεγγίσεις των δικηγόρων ως προς τη νομική διάσταση της κάθε κατηγορίας λεπτομερειών. Η πρώτη ομάδα των αιτούμενων λεπτομερειών καλύπτει τις παραγράφους 8, 9, 10, 12, 13, 14, 16, 17, 20, 21, 22, 25, 29 (i)&(ii), 33 (iii), 34 (iv), 34 (viii), 36(
- iv)και 36(v). Περιστρέφεται, αφενός, γύρω από σειρά αναφορών των εναγομένων στη φράση «πλήρης αναφορά θα γίνει κατά τη διάρκεια της ακρόασης της υπόθεσης». Συνδέεται αυτή η φράση στις πιο πάνω παραγράφους της Έκθεσης Υπεράσπισης με θέμα ή κείμενο ή γεγονός ή πρόνοια που αναφέρεται σε προηγούμενο σημείο της Υπεράσπισης ή και ακόμη της Έκθεσης Απαίτησης. Αφετέρου δε, οι Αιτητές ζητούν παράθεση συγκεκριμένων γεγονότων με βάση τα οποία εξάγονται καταγραφόμενα σε κάποιες από τις πιο πάνω παραγράφους συμπεράσματα. Ως προς αυτή την κατηγορία είναι η θέση του κ. Λαδά πως εάν η πιο πάνω επιφύλαξη παρουσίασης γεγονότων στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση θα περιλαμβάνει ισχυρισμούς γεγονότων πέραν από την απλή άρνηση των ισχυρισμών της ενάγουσας, θα πρέπει τα γεγονότα να αναφερθούν από τους Καθ΄ ων η Αίτηση. Είναι περαιτέρω θέση του ευπαίδευτου συνήγορου πως όπου δικογραφείται συμπέρασμα είναι αναγκαίο να δικογραφούνται τα πρωτογενή γεγονότα από τα οποία, κατ΄ ισχυρισμό, εξάγεται το συμπέρασμα, ώστε να έχει ο αντίδικος πλήρη εικόνα και να μην βρεθεί προ εκπλήξεως κατά την ακρόαση. Οι αντίστοιχες θέσεις του κ. Πολυβίου είναι ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση απλώς επιφυλάσσουν το δικαίωμα να προβούν σε πληρέστερη αναφορά κατά τη δικάσιμο. Εισηγήθηκε δε ότι στην Υπεράσπιση τίθενται τα αναγκαία και ουσιώδη γεγονότα, καθώς επίσης και οι θέσεις των εναγομένων ως προς τα ζητήματα που επιφυλάσσονται να επεκταθούν περαιτέρω κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Περαιτέρω εισηγείται ότι οι εναγόμενοι, στις υπό αναφορά παραγράφους, εκθέτουν τους ισχυρισμούς τους με τον καθιερωμένο τρόπο δικογράφησης κατά τρόπο σαφή και χωρίς αχρείαστη λεπτομέρεια, ούτε παράθεση μαρτυρίας. Καταλήγει θέτοντας πως οι Αιτητές προσπαθούν ουσιαστικά να εκμαιεύσουν μαρτυρία, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο. Η δεύτερη κατηγορία των αιτούμενων λεπτομερειών περιστρέφεται γύρω από την αναζήτηση αναλυτικότερων θέσεων των Καθ΄ ων η Αίτηση σχετικά με παραπομπές τους σε νομικούς ισχυρισμούς τους, οι οποίοι βασίζονται στο δίκαιο της πολιτείας Μασαχουσέτης των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι, κατά κύριο λόγο, οι αναζητούμενες λεπτομέρειες των παραγρ. 4, 6, 26(ii),(iii)&(iv), 27, 29(iii), 31, 32, 33(
- iv)και 34(
- vi)της Έκθεσης Υπεράσπισης. Είναι η ουσία της νομικής προσέγγισης του συνηγόρου των Αιτητών γύρω από αυτό το θέμα ότι, δεδομένου πως το αλλοδαπό δίκαιο θεωρείται και αποδεικνύεται ως γεγονός, θα πρέπει και να δικογραφείται. Ως εκ τούτου, εισηγείται, οι Καθ΄ ων η Αίτηση θα πρέπει να αναφέρουν τις συγκεκριμένες πρόνοιες του δικαίου της Μασαχουσέτης ή γενικά των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, πάνω στις οποίες αυτοί θα βασίσουν τους ισχυρισμούς τους. Αναφερόμενος περαιτέρω σε συγκεκριμένες καταγραφές νομικών εννοιών στην Έκθεση Υπεράσπισης, τόνισε πως θα πρέπει απαραίτητα να παρατεθεί το υπόβαθρο γεγονότων, από τα οποία και να εξάγονται οι νομικές αυτές έννοιες. Η θέση του συνηγόρου για τους Καθ΄ ων η Αίτηση είναι πως στις σχετικές παραγράφους παρατίθενται νομικοί ισχυρισμοί οι οποίοι εκφράζουν τις βασικές νομικές θέσεις των εναγομένων. Κατέληξε δε πως η Αίτηση, ως προς αυτό το μέρος της, δεν αποσκοπεί στην εξασφάλιση γεγονότων αλλά σε αποκάλυψη και/ή περαιτέρω συγκεκριμενοποίηση των νομικών θέσεων και επιχειρημάτων των εναγομένων. Η παράθεση των νομικών αρχών που διέπει το θέμα της παροχής λεπτομερειών θα καταστήσει ευχερέστερη την κατάληξη στην υπό κρίση αίτηση. Η Δ.19 Θ.4 θέτει τα γενικά πλαίσια του περιεχομένου των δικογράφων, τα οποία, συνοπτικά, θα πρέπει να περιλαμβάνουν τις απαραίτητες, αναγκαίες, λεπτομέρειες ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση της υπόθεσης. Και αυτό βεβαίως για να μη βρεθεί προ εκπλήξεως και τετελεσμένων γεγονότων. Όπως είναι γνωστό, αυτό που επιβάλλεται είναι η καταγραφή των γεγονότων τα οποία είναι ουσιώδη και αυτά σε συντομία. Προβάλλει ως βασική αρχή της νομολογίας ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Σε τελική ανάλυση οι λεπτομέρειες δίδονται ούτως ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιάσει κατά την ακρόαση η άλλη πλευρά. Κι έτσι βεβαίως να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν ως ουσιαστικό στόχο να διευκρινίσουν και να εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα. Χωρίς αμφιβολία θα συνιστούσε εκτροπή η παροχή λεπτομερειών για επουσιώδη θέματα στα οποία γίνεται αναφορά σε δικόγραφα, όπως επίσης θα ήταν ανεπίτρεπτη η προσπάθεια αποκάλυψης ή εκμαίευσης μαρτυρίας. (Ευδόκιος Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ.2)
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1146, Χριστόδουλος Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ
(2000)1(Α) ΑΑΔ, 157). Συνεπώς το πώς αποδεικνύεται ένα γεγονός το οποίο πρέπει να εξειδικευθεί δεν εμπίπτει στο πλαίσιο των λεπτομερειών. Αναφέρονται, με τη σαφήνεια που η απλότητα εμπεριέχει, τα ακόλουθα στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleadings and Practice, 21η Έκδ., σελ. 432: «Particulars will be ordered whenever the master is satisfied that without them the applicant cannot tell what is going to be proved against him at the trial. But how his opponent will prove it is a matter of evidence of which particulars will not be ordered». Σημαντικό για τα υπό εξέταση ζητήματα είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Williams v. Wilcox 8 A & E331 (per Lord Denman C.J.): «It is an elementary rule in pleading that, when a state of facts is relied on, it is enough to allege it simply without setting out the subordinate facts which are the means of proving it, or the evidence sustaining the allegations». Προβάλλει, επίσης ως γενική αρχή, ότι η αίτηση λεπτομερειών δεν μπορεί να απομονωθεί από το ουσιαστικό δικαίωμα και τη θεραπεία που επιζητείται με την αγωγή, η οποία και πρέπει να είναι υπόψη του Δικαστηρίου για να αποφασίσει τον τρόπο άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας. Η πλήρης και σαφής εικόνα για τη φύση και έκταση της υπόθεσης που θα αντιμετωπιστεί κατά την ακρόαση βρίσκεται στο επίκεντρο μιας αίτησης για λεπτομέρειες (Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ v. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 AAΔ 649, 652). Ολοκληρώνοντας τη νομική προσέγγιση είναι χρήσιμο να γίνει αναφορά στο πεδίο εφαρμογής της Δ.19 Θ. 13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών, με παράθεση αποσπάσματος από την υπόθεση Κυθρεώτης κ.ά. v. Millington-Ward
(2001)1 ΑΑΔ 1480, 1489-90: «Η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου - ότι δε στοιχειοθετήθηκαν στην Υπεράσπιση οι προϋποθέσεις για επίκληση της παραγράφου (γ), (Άρθρο 2 του Ν.23/83) - είναι ορθή. Όπως ορθή είναι και η διαπίστωσή του ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν μπορούσε να προβληθεί κατά την ακρόαση, χωρίς να στοιχειοθετείται στην Υπεράσπιση. Επρόκειτο για θέμα που δεν συναγόταν και που δεν ανέκυπτε από την άρνηση της απαίτησης του εφεσίβλητου. Τούτου δοθέντος, αποτελούσε υποχρέωση των εφεσειόντων (εναγομένων) να εγείρουν το ζήτημα στην Υπεράσπισή τους, όπως και κάθε άλλο ζήτημα που θα μπορούσε να καταστήσει την απαίτηση απαράδεκτη, για λόγους που δεν αναφαίνονται από την άρνηση των ισχυρισμών που προβάλλονται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Αυτό προβλέπει η Δ.19, θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, θεμελιωμένη στους αντίστοιχους παλαιούς Θεσμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αγγλία ..» Υπό το φως των πιο πάνω αρχών θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας του ενώπιόν μου αιτήματος. Είναι αναγκαίο, χάριν ευκολίας, να εξεταστούν οι ζητούμενες λεπτομέρειες παραθέτοντας μία προς μία τις παραγράφους της Έκθεσης Υπεράσπισης που τις καλύπτουν, ακολουθώντας, όμως, την ήδη εκτεθείσα ομαδοποίησή τους. A OMAΔΑ
(1)Παράγραφος 8. Στο μέρος αυτό της υπεράσπισής τους οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι είναι Αμερικάνικη βιοτεχνολογική και φαρμακευτική εταιρεία εισαγμένη στο Χρηματιστήριο NΑSDAQ της Νέας Υόρκης και καταγράφουν επίσης την έδρα τους. Προσθέτοντας στη συνέχεια ότι πληρέστερη αναφορά στις δραστηριότητές τους θα γίνει κατά τη διάρκεια της ακρόασης της υπόθεσης. Οι Αιτητές αιτούνται λεπτομερειών των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων των εναγομένων, στις οποίες προτίθενται να κάνουν αναφορά κατά την ακρόαση. Είναι αβάσιμο το αίτημά τους. Οι ενάγοντες έθεσαν το βασικό κύκλο δραστηριοτήτων τους και η αναζήτηση περαιτέρω λεπτομερειών δεν είναι δικαιολογημένη, ούτε από την άποψη πιθανού αιφνιδιασμού τους κατά την ακρόαση, αλλά ούτε και σε σχέση με τα επίδικα, αμφισβητούμενα, θέματα.
(2)Παράγραφος 9. Οι εναγόμενοι παραδεχόμενοι τη συνεργασία τους με τους ενάγοντες και την εγγραφή, τον Απρίλιο του 1997, της MelaPure ως αδειούχου φαρμάκου στην Ουκρανία, δεν παραδέχονται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των παραγρ. 3 και 4 της Έκθεσης Απαίτησης. Προσθέτουν δε ότι πλήρης αναφορά στα θέματα που εκτίθενται στις παραγράφους αυτές θα γίνει κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης. Οι παράγρ. 3 και 4 της Έκθεσης Απαίτησης περιστρέφονται γύρω από τη φύση εργασιών της εναγομένης και την έναρξη των μεταξύ των διαδίκων σχέσεων με τις προσπάθειες των εναγόντων να εγγράψουν τη MelaPure ως αδειούχο φάρμακο στην Ουκρανία. Η μη παραδοχή των εναγομένων, σε συνάρτηση με τη θέση τους για ύπαρξη γεγονότων, στα οποία δεν αναφέρονται, και τα οποία όπως αφήνεται να εννοηθεί, δεν συνάδουν με αυτά που οι ενάγοντες καταγράφουν, τους επιβάλλει την υποχρέωση να δώσουν λεπτομέρειες, κατά συνοπτικό βέβαια τρόπο, σε σχέση με οποιαδήποτε πραγματικά, ουσιώδη γεγονότα υπάρχουν και δεν παρέθεσαν. Ούτως ώστε να μην προκαλέσουν, με τυχόν προσπάθειά τους να τα εισαγάγουν κατά τη ακρόαση, έκπληξη στους Αιτητές,.
(3)Παράγραφος
- Στο μέρος αυτό της Υπεράσπισής τους οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι υπεγράφη μεταξύ τους και των εναγόντων συμφωνία τον Ιούλιο του
- Δεν παραδέχονται όμως ότι το συμβόλαιο συνήφθη στη Λευκωσία. Επιφυλάσσονται περαιτέρω να παραθέσουν τις πλήρεις συνθήκες συνομολόγησής του κατά τη δικάσιμο. Οι Αιτητές ζητούν να αναφερθεί ο τόπος όπου, κατ΄ ισχυρισμό των εναγομένων, συνομολογήθηκε το συμβόλαιο. Αιτούνται επίσης λεπτομερειών των συγκεκριμένων συνθηκών συνομολόγησης του συμβολαίου. Όσον αφορά τον τόπο συνομολόγησης της συμφωνίας, το αίτημα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Οι ενάγοντες έχουν το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού τους ως προς τον τόπο σύναψης της συμφωνίας. Οι εναγόμενοι ουσιαστικά αρνούνται ότι αυτό έλαβε χώρα στο συγκεκριμένο τόπο που θέτουν οι ενάγοντες, ήτοι στη Λευκωσία. Υπό τις συνθήκες, λοιπόν, είναι αδιάφορη και δεν συνιστά στοιχείο πιθανού αιφνιδιασμού των εναγόντων κατά την ακρόαση, η θέση των εναγομένων ότι η συμφωνία δεν έλαβε χώρα στη Λευκωσία. Σε σχέση με το δεύτερο σκέλος των αιτούμενων λεπτομερειών, την αναφορά δηλαδή στις συνθήκες συνομολόγησης του συμβολαίου, κρίνεται ότι είναι ορθό και δίκαιο να διαταχθεί η παροχή λεπτομερειών γύρω από οποιαδήποτε σχετικά γεγονότα τα οποία δεν εμπεριέχονται ήδη στην Υπεράσπιση. Καθότι οι συνθήκες συνομολόγησής του συμβολαίου είναι ιδιαίτερης σημασίας γεγονότα στα πλαίσια των επίδικων θεμάτων που καλύπτουν την παρούσα αγωγή. Τυχόν δε προσπάθεια των εναγομένων εισαγωγής τέτοιας μορφής μη δικογραφημένων γεγονότων κατά τη δικάσιμο, θα φέρει προ εκπλήξεως τους ενάγοντες.
(4)Παράγραφος
- Στην παράγραφο αυτή της υπεράσπισης οι εναγόμενοι αρνούνται τη θέση των εναγόντων ως προς την ερμηνεία όρων του μεταξύ τους συμβολαίου και επιφυλάσσονται να αναφερθούν στο κείμενο του εγγράφου αυτού προς τεκμηρίωση υποστήριξη της θέσης τους ότι το περιεχόμενό του δεν υποστηρίζει την εκδοχή των εναγόντων. Προσθέτουν ακόμη πως το συμβόλαιο τερματίστηκε και/ή εκχωρήθηκε κοινή συναινέσει την 1.7.
- Οι Αιτητές εισηγούνται ότι σε περίπτωση που οι ισχυρισμοί των εναγομένων θα καλύπτουν αναφορά κατά την ακρόαση σε γεγονότα, θα πρέπει να δώσουν λεπτομέρειες γι΄ αυτά. Ζητούν επίσης λεπτομέρειες ως προς το συγκεκριμένο μέρος του συμβολαίου που κατ΄ ισχυρισμό των εναγομένων, δεν υποστηρίζει την εκδοχή των εναγόντων, όπως αυτή τέθηκε στην Έκθεση Απαίτησής τους. Το συγκεκριμένο αίτημα των Αιτητών δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Οι εναγόμενοι θέτουν σε αυτό το μέρος της υπεράσπισης τη θέση τους σε αναφορά με το κείμενο της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Επιπρόσθετα, θέτουν ισχυρισμό περί τερματισμού και/ή εκχώρησης του συμβολαίου. Το κείμενο του συμβολαίου είναι γνωστό στις δύο πλευρές και η ερμηνεία που η κάθε πλευρά δίνει σε οποιεσδήποτε πρόνοιες του κειμένου αυτού δεν αφορά άλλα γεγονότα, ούτε συνιστά θέμα στήριξης αιτήματος για λεπτομέρειες. Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί τερματισμού και/ή εκχωρήσεως της συμφωνίας, η αναφορά στο μέρος αυτό της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης θα πρέπει να συνδυαστεί με το περιεχόμενο της παραγρ. 21 που ακολουθεί και στην οποία δίδονται ικανοποιητικές λεπτομέρειες ως προς τον ισχυρισμό αυτό των εναγομένων. Τέτοιας έκτασης, που παρέχεται η ευχέρεια στους ενάγοντες να γνωρίζουν τη θέση της άλλης πλευράς, και να μην βρεθούν προ απροόπτου κατά την ακρόαση.
(5)Παράγραφος 13. Οι εναγόμενοι, ακολουθώντας τα όσα έθεσαν στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισής τους, επιφυλάσσονται, στην παράγρ. 13, να προβούν σε πλήρη αναφορά στους όρους του μεταξύ των μερών συμβολαίου και στην ορθή ερμηνεία και νομική τους σημασία. Οι Αιτητές εισηγούνται ότι, στο βαθμό που «η πλήρης αναφορά στους όρους του συμβολαίου» περιλαμβάνει ισχυρισμούς γεγονότων, θα πρέπει τα γεγονότα αυτά να αναφερθούν. Είναι αστήρικτο το πιο πάνω αίτημα και εκ της φύσεώς του υποθετικό και αόριστο. Αυτό που στην παράγρ. 13 της Έκθεσης Υπεράσπισης δικογραφείται, είναι η επιφύλαξη των εναγομένων να αναλύσουν κατά την ακρόαση τη νομική διάσταση του επίδικου συμβολαίου. Συνεπώς, δεν δικαιολογείται η παροχή οποιωνδήποτε λεπτομερειών επί του ζητήματος αυτού. Πρόκειται για ένα καθαρά νομικό ζήτημα ερμηνείας και εφαρμογής όρων συμφωνητικού εγγράφου.
(6)Παράγραφοι 14 και 16. Το περιεχόμενο των παραγράφων αυτών της Έκθεσης Υπεράσπισης συνδέεται με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 17 που ακολουθεί. Αναφέρονται τα μέρη αυτά του δικογράφου των εναγομένων στους ισχυρισμούς που καλύπτει η παράγρ. 8 της Έκθεσης Απαίτησης και οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από την έρευνα των εναγόντων ως προς τις προοπτικές πώλησης των προϊόντων των εναγομένων στην Ουκρανία, την υπογραφή συμφωνιών υποδιανομέων των προϊόντων αυτών στην πιο πάνω χώρα, την εκστρατεία προβολής και διαφήμισης, τη μορφή που αυτή πήρε και τις δαπάνες που κάλυπτε. Οι εναγόμενοι, στις προαναφερθείσες παραγράφους της Έκθεσης Υπεράσπισής τους, καλούν αφενός τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους και επιφυλάσσονται αφετέρου να κάμουν πλήρη αναφορά, κατά τη δικάσιμο, στα μέρη που καλύπτει η παράγρ. 8 της Έκθεσης Απαίτησης. Μάλιστα, στην παράγραφο 16 της Έκθεσης Υπεράσπισης επιφυλάσσονται να αναφερθούν πλήρως κατά την ακρόαση στις «δοσοληψίες» των μερών και στον τρόπο με τον οποίο αυτές διεξήγοντο. Ειδικά δε, επιφυλάσσονται για πλήρη αναφορά στις επικοινωνίες μεταξύ των εναγόντων και κάποιου Rodger Sparrow. Το πρόσωπο αυτό καθορίζεται στην παράγρ. 9.1 της Έκθεσης Απαίτησης ως ο διευθυντής διεθνών πωλήσεων του τμήματος φαρμακευτικών προϊόντων της εναγομένης. Οι Αιτητές εισηγούνται πως εάν οι εναγόμενοι σκοπό έχουν κατά την ακρόαση να θέσουν ισχυρισμούς γεγονότων σε σχέση με τα αναφερόμενα στην παράγρ. 8 της ΄Εκθεσης Απαίτησης, θα πρέπει να δώσουν λεπτομέρειές τους. Όπως επίσης εισηγούνται ότι θα πρέπει να δοθούν λεπτομέρειες ως προς τις δοσοληψίες μεταξύ των μερών και τις επικοινωνίες των εναγόντων και του Sparrow, εάν εμπλέκονται στις θέσεις τους ισχυρισμοί γεγονότων. Ζητούν ακόμη εξειδίκευση του είδους των επικοινωνιών μεταξύ των πιο πάνω μερών, κατά πόσο δηλαδή αφορούν επιστολές, τηλεομοιότυπα ή άλλη μέθοδο επικοινωνίας. Οι Αιτητές, τέλος, αιτούνται να εκτεθεί από τους εναγόμενους «η τυχόν σημασία και/ή ερμηνεία και/ή νομικό αποτέλεσμα της εν λόγω επικοινωνίας σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο, εάν ο ισχυρισμός των εναγομένων είναι ότι τούτα είναι διάφορα απ΄ ότι θα ήσαν σύμφωνα με το Κυπριακό δίκαιο». Η αόριστη αναφορά των εναγομένων στην παράγρ. 14 της Έκθεσης Υπεράσπισής τους, αφήνει ανοικτό το πεδίο αναζήτησης λεπτομερειών ως προς τη θέση τους και τα γεγονότα που σκοπό έχουν να παρουσιάσουν κατά την ακρόαση. Δικαιολογημένα οι ενάγοντες αιτούνται να τους δοθούν λεπτομέρειες εάν πρόθεση των εναγομένων είναι να ισχυριστούν γεγονότα γύρω από συγκεκριμένες αναφορές της παραγρ. 8 της Έκθεσης Απαίτησης. Σε διαφορετική περίπτωση οι ενάγοντες θα είναι αδύνατο να γνωρίζουν την ανάλογη θέση των εναγομένων και, ως φυσιολογική απόρροια, θα εκληφθούν προ εκπλήξεως κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Κατ΄ ανάλογο τρόπο είναι επίσης δικαιολογημένη η θέση των Αιτητών και κρίνεται δίκαιο να διαταχθεί η παροχή λεπτομερειών, κατά τον απαραίτητο πάντα συνοπτικό τρόπο, σε σχέση με τη δικογραφημένη θέση της παραγρ. 16 της Έκθεσης Υπεράσπισης, περί ύπαρξης «δοσοληψιών» μεταξύ των μερών. Είναι αναγκαίο να δοθούν λεπτομέρειες ως προς τα γεγονότα που κατά τους εναγόμενους συνιστούσαν τις δοσοληψίες αυτές και τον τρόπο διεξαγωγής τους. Δεν έχει όμως βάση στήριξης το αίτημα περί παροχής λεπτομερειών οι οποίες να καλύπτουν αναφορά σε συγκεκριμένες επιστολές ή τηλεομοιότυπα, ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, καθώς επίσης τις ημερομηνίες, τους αποστολείς και παραλήπτες. Τα στοιχεία αυτά δεν έχουν να κάμουν με τις βασικές θέσεις των εναγόντων, υπό την έννοια του τι προτίθενται να αποδείξουν κατά την ακρόαση, αλλά αφορούν τους τρόπους απόδειξης κι ως εκ τούτου, ουσιαστικά, συνιστούν μαρτυρία για την οποία δεν μπορεί να δοθεί διάταγμα παροχής λεπτομερειών. Ακόμη όμως κι αν δεν ενέπιπταν στα πλαίσια της μαρτυρίας, είναι δευτερεύουσας φύσης γεγονότα, για τα οποία, σε αντίθεση με τα ουσιώδη, δεν συνίσταται η δικογράφησή τους. Το σκέλος του αιτήματος που καλύπτει την αναζήτηση λεπτομερειών με αναφορά σε νομικά αποτελέσματα, σύμφωνα με το πιθανό εφαρμοστέο δίκαιο, είναι έκθετο σε απόρριψη. Καθότι είναι καθαρά υποθετικό, αφού δεν υπάρχει ίχνος ισχυρισμού στην Έκθεση Υπεράσπισης στη βάση που τίθεται το αίτημα για παροχή λεπτομερειών.
(7)Παράγραφος 17. Στην παράγραφο αυτή οι εναγόμενοι, ενώ δεν αμφισβητούν την ύπαρξη «παραγγελιών» για το επίδικο προϊόν, στοιχείο που καλύπτει η παράγρ. 10 της Έκθεσης Απαίτησης, επιφυλάσσονται να αναφερθούν κατά την ακρόαση «στο περιεχόμενο, το ιστορικό και τις συνθήκες που περιβάλλουν τις εν λόγω ΄παραγγελίες΄». Οι Αιτητές αιτούνται λεπτομερειών, εάν οι εναγόμενοι προτίθενται κατά την ακρόαση να περιλάβουν ισχυρισμούς γεγονότων σε σχέση με το θέμα αυτό. Είναι και αυτό το αίτημα των Αιτητών βάσιμο. Για τους ίδιους λόγους που εκτέθηκαν σε σειρά προηγούμενων αναφορών του Δικαστηρίου, ήτοι δυνάμει της υποχρέωσης που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει δικογραφημένα όλα τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων προτίθεται να στηριχθεί. Στην παράγραφο αυτή της υπεράσπισης γίνεται γενική αναφορά σε περιεχόμενο, ιστορικό και συνθήκες που περιβάλλουν τις παραγγελίες. Είναι υποχρέωση των εναγομένων να δώσουν λεπτομέρειες, πάντα κατά τον απαραίτητο συνοπτικό τρόπο, ως προς τα γεγονότα που καλύπτουν τη συγκεκριμένη αναφορά τους, εάν πρόθεσή τους κατά την ακρόαση είναι να στηρίξουν κάποια θέση γύρω από αυτές τις παραγγελίες, ούτως ώστε να γνωρίζει ανάλογα και η άλλη πλευρά. Είναι σκόπιμο στο σημείο αυτό το Δικαστήριο να σχολιάσει τη θέση του κ. Πολυβίου, η οποία ήταν ταυτόσημη σε σειρά αιτούμενων λεπτομερειών που καλύπτονται στην πρώτη ομάδα. Εισηγήθηκε ότι οι εναγόμενοι απλώς επιφυλάσσουν το δικαίωμα να προβούν σε πληρέστερη αναφορά κατά τη δικάσιμο όταν δικογραφούν ότι «πλήρης ή πληρέστερη αναφορά θα γίνει κατά την ακρόαση της υπόθεσης». Θα ήταν ορθή αυτή η προσέγγιση εάν στο οποιοδήποτε συγκεκριμένο ζήτημα καταγραφόταν η ουσιαστική θέση των εναγομένων και τα ουσιώδη γεγονότα που την περιβάλλουν, έτσι που να διαφαίνεται και να γνωρίζει η άλλη πλευρά ποια υπόθεση αναμένεται να αντιμετωπίσει κατά την ακρόαση. Σε τέτοια περίπτωση η αναζήτηση περαιτέρω λεπτομερειών θα ήταν άτοπη και αχρείαστη. Σε σειρά όμως αναφορών της πιο πάνω βάσης στην Έκθεσης Υπεράσπισης αυτά δεν συντρέχουν. Δεν καταγράφονται δηλαδή τα ουσιώδη γεγονότα με επιφύλαξη της θέσης επέκτασης των εναγομένων κατά την ακρόαση, αλλά παρατηρείται πλήρης απουσία της στοιχειώδους αυτής μορφής δικογράφησης. Τα πιο πάνω, όπως προανάφερα, ως γενικό σχόλιο, καθότι η κάθε συγκεκριμένη παράγραφος της Έκθεσης Υπεράσπισης αντικρίζεται υπό το πρίσμα των αναφορών της, υπό το φως των αιτούμενων λεπτομερειών και, βεβαίως, με καθοδήγηση τις νολογιακές αρχές που έχω ήδη εκθέσει.
(8)Παράγραφοι 20 & 21. Οι πιο πάνω παράγραφοι της Έκθεσης Υπεράσπισης απαντούν στους ισχυρισμούς της παραγρ. 17 της Έκθεσης Απαίτησης, όπου οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το 1997 οι εναγόμενοι, μέσα στα πλαίσια ριζικής αναδιοργάνωσης των εργασιών τους, εγκατέλειψαν εντελώς την επιχείρηση της κατασκευής της MelaPure και μεταβίβασαν ολόκληρο το μέρος των εργασιών τους σχετικά με προϊόντα που περιείχαν μελατονίνη σε τρίτη εταιρεία, καθιστώντας έτσι αδύνατη την περαιτέρω εκτέλεση της μεταξύ τους συμφωνίας. Ισχυρίζονται περαιτέρω οι ενάγοντες ότι ουδέποτε τους κοινοποιήθηκε ο τερματισμός της παραγωγής της MelaPure, ούτε και οι οποιεσδήποτε περαιτέρω σχετικές αποφάσεις των εναγομένων. Οι τελευταίοι αρνούνται τη θέση των εναγόντων ότι δεν γνώριζαν τα περί της μεταβίβασης και/ή εκχώρησης της επιχείρησης και εμπορίας της MelaPure σε άλλο νομικό πρόσωπο. Προσθέτουν ακόμη ότι οι ενάγοντες, όχι μόνο είχαν πλήρη γνώση του γεγονότος αυτού, αλλά και συγκατατέθηκαν στη μεταφορά της υπό αναφορά επιχείρησης σε τρίτο πρόσωπο. Επιφυλάσσουν δε, πάντα μέσα στα πλαίσια των παραγρ. 20 και 21 της Έκθεσης Υπεράσπισής τους, να προβούν σε πλήρη αναφορά κατά την ακρόαση στα σχετικά στοιχεία και έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι οι ενάγοντες γνώριζαν περί της εκχώρησης. Οι Αιτητές ζητούν λεπτομέρειες ως προς τα συγκεκριμένα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται ο ισχυρισμός ότι αυτοί συγκατατέθηκαν στη μεταφορά της επιχείρησης σε τρίτο πρόσωπο, στα όσα καλύπτουν την ισχυριζόμενη συνεργασία τους ως προς τη μεταφορά αυτή, όπως επίσης κατά πόσο η συγκατάθεση ήταν γραπτή ή προφορική και πότε αυτή δόθηκε, από ποιον και σε ποιον. Είναι η νομική τους θέση πως οι εναγόμενοι δικογραφούν συμπεράσματα και είναι υπόχρεοι ως εκ τούτου να παραθέσουν και τα πρωτογενή γεγονότα από τα οποία αυτά εξάγονται. Δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο η πιο πάνω προσέγγιση των Αιτητών. Οι εναγόμενοι δικογραφούν, σε ικανοποιητικό βαθμό, τη θέση τους ως προς το ισχυριζόμενο συγκεκριμένο γεγονός της μεταβίβασης της επιχείρησης σε τρίτο πρόσωπο, προσθέτοντας περαιτέρω ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες και γνώριζαν και συνεργάστηκαν και συγκατατέθηκαν στην ισχυριζόμενη εκχώρηση της επιχείρησης. Ως εκ τούτου δεν υφίσταται θέμα παροχής λεπτομερειών, αλλά ζήτημα τρόπου απόδειξης των τεθέντων στην υπεράσπιση ισχυρισμών. Πώς θα αποδειχθούν αυτοί είναι θέμα μαρτυρίας, για την οποία βεβαίως οι Αιτητές δεν δικαιούνται λεπτομερειών.
(9)Παράγραφος 22. Στην παράγραφο αυτή της Υπεράσπισης οι εναγόμενοι αρνούνται ότι γνώριζαν την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ της ενάγουσας και τρίτης εταιρείας γύρω από παραγγελίες συγκεκριμένων ποσοτήτων των επίδικων προϊόντων, καθώς επίσης και σχετικά με τις προσπάθειες εισαγωγής της MelaPure στο εθνικό σύστημα υγείας της Ουκρανίας και τις γενόμενες διαφημιστικές εκστρατείες. Επιφυλάσσονται δε να προβούν σε πλήρη αναφορά στις μεταξύ των εναγόντων και τρίτων εταιρειών συμφωνίες κατά την ακρόαση. Οι Αιτητές εισηγούνται ότι αν η αναφορά αυτή περιλαμβάνει και ισχυρισμούς γεγονότων θα πρέπει αυτά να αναφερθούν. Το αίτημα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Οι εναγόμενοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν σε συμφωνίες των εναγόντων με τρίτα πρόσωπα και στα αποτελέσματα που αυτές έχουν. Δεν υπάρχει ίχνος ισχυρισμού στην παράγραφο αυτή της Έκθεσης Υπεράσπισης γύρω από γεγονότα που συνδέονται με τις πιο πάνω συμφωνίες ούτως ώστε να ζητηθούν και λεπτομέρειές τους.
(10)Παράγραφος 25. Για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί ούτε και το αντίστοιχο μέρος αυτού του αιτήματος για παροχή λεπτομερειών για συγκεκριμένα γεγονότα, καθότι, και στην περίπτωση αυτή, η αναφορά στη συγκεκριμένη παράγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης περιστρέφεται γύρω και μόνο από τη νομική ερμηνεία συγκεκριμένου όρου του μεταξύ των μερών συμβολαίου. Δεν υπάρχει συνεπώς καμία αναφορά ή ισχυρισμός για οποιαδήποτε γεγονότα, ούτως ώστε να αναζητηθούν και λεπτομέρειές τους. Στο υπόλοιπο μέρος του εξεταζόμενου αιτήματος, οι Αιτητές αναζητούν λεπτομέρειες ως προς το ποια είναι κατά τον ισχυρισμό των εναγομένων η ορθή ερμηνεία της φράσης «the laws of the commonwealth of Massachusetts, U.S.A.», σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο. Δεν εντοπίζεται βάση στήριξης ούτε αυτού του αιτήματος. Οι εναγόμενοι θέτουν την πιο πάνω αναφορά σε συσχέτιση με τον όρο 15 του μεταξύ των μερών συμβολαίου. Δεν τίθεται θέμα ερμηνείας στη βάση που επικαλούνται οι Αιτητές. Εάν όμως όντως ετίθετο τέτοιο ζήτημα ερμηνείας, τότε θα ήταν επιτρεπτή η αναζήτηση λεπτομερειών ως προς την ερμηνεία που πιθανό να δινόταν από τους εναγόμενους και τους εμπειρογνώμονές τους, προς το σκοπό έγκαιρης ετοιμασίας των εναγόντων (Ascherberg, Hopwood and Crew Ltd v. Casa Musicale Sonzogno Di Piero Ostali, Societa in Nome Collettivo and others
(1971)3 All E.R. 38).
(11)Παράγραφοι 29 (i)&(ii). Στις παραγράφους αυτές οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν απαίτηση για οποιαδήποτε παράβαση συμβολαίου, θέτοντας πως αυτοί (οι ενάγοντες) αποδέχθηκαν την οποιαδήποτε παράβαση επιλέγοντας να συνεχίσουν με το συμβόλαιο και απεμπόλησαν και/ή παραιτήθηκαν και/ή εγκατέλειψαν (have waived) το δικαίωμά τους να υποβάλουν οποιαδήποτε αξίωση αναφορικά με παράβαση συμβολαίου. Εισηγούνται δε ύπαρξη κωλύματος προβολής οποιασδήποτε απαίτησης. Οι Αιτητές αιτούνται λεπτομερειών ως προς τα συγκεκριμένα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι πιο πάνω ισχυρισμοί των εναγομένων. Το αίτημα των Αιτητών για εξειδίκευση των θέσεων των εναγομένων είναι αβάσιμο. Η προβολή εκ μέρους των τελευταίων υπερασπίσεων στην πιο πάνω βάση γίνεται μεν κατά τρόπο συνοπτικό δεν είναι όμως αδόκιμη μορφή δικογράφησης. Παραθέτουν τις θέσεις τους περί εγκατάλειψης των δικαιωμάτων από τους ενάγοντες, θέτοντας ως βάση ισχυριζόμενη εκ μέρους τους συνέχιση του συμβολαίου. Γνωρίζουν έτσι και οι αντίδικοι τις θέσεις που θα προβάλουν κατά την ακρόαση οι εναγόμενοι. Η θεμελίωση των ισχυρισμών που καταγράφονται είναι πλέον ζήτημα μαρτυρίας.
(12)Παράγραφος 33(iii). Οι αξιώσεις σε σχέση με την παροχή λεπτομερειών γι΄ αυτή την υποπαράγραφο περιστρέφονται γύρω από αναζήτηση περαιτέρω γεγονότων ως προς τη θέση των εναγομένων ότι οι κατ΄ ισχυρισμό επιλήψιμες ενέργειες, μέθοδοι και δοσοληψίες δεν έλαβαν χώρα εντός της πολιτείας της Μασαχουσέτης. Οι εναγόμενοι μάλιστα δικογραφούν τη σχετική πρόνοια του Κεφ. 93Α, νομοθετήματος της πολιτείας της Μασαχουσέτης, σύμφωνα με την οποία οι οποιεσδήποτε επιλήψιμες πράξεις θα πρέπει να λάβουν χώρα εντός της πολιτείας για να δημιουργείται, ανάλογα, αγώγιμο δικαίωμα. Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα παροχής λεπτομερειών σε σχέση με το αλλοδαπό δίκαιο, αλλά γεγονότων που ενεργοποιούν εφαρμογή του. Αποτελεί κοινό έδαφος, το οποίο προφανώς εδράζεται στην ίδια την αναφορά της συγκεκριμένης διάταξης, ότι το βάρος απόδειξης ότι οι υπό κρίση δοσοληψίες και πράξεις δεν επεσυνέβησαν ουσιαστικά εντός της συγκεκριμένης πολιτείας, βρίσκεται στους ώμους του προσώπου που ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Στην προκείμενη περίπτωση, επί των εναγομένων. Με οδηγό τα πιο πάνω, εύκολα εντοπίζεται ότι δεν μπορεί να ικανοποιηθεί το αίτημα για παροχή των αναζητούμενων λεπτομερειών. Οι εναγόμενοι θέτουν ξεκάθαρα τον ισχυρισμό τους ως προς το ότι οι συγκεκριμένες πράξεις δεν έλαβαν χώρα εντός της πολιτείας της Μασαχουσέτης, γνωστοποιώντας έτσι τη θέση που θα προβάλουν κατά την ακρόαση. Η απόδειξη του ισχυρισμού αυτού είναι ζήτημα μαρτυρίας την οποία οι ίδιοι έχουν υποχρέωση να παρουσιάσουν. Δεν αποτελεί όμως λόγο στήριξης αιτήματος για παροχή ανάλογων λεπτομερειών στους αντίδικούς τους.
(13)Παράγραφος 34 (iv). Ούτε ως προς αυτή την παράγραφο στοιχειοθετήθηκε οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος αναζήτησης λεπτομερειών. Οι εναγόμενοι επιφυλάσσουν το δικαίωμά τους να εκθέσουν κατά την ακρόαση τη θέση τους ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή συγκεκριμένων νομικών διατάξεων και καμία αναφορά γίνεται ως προς γεγονότα για τα οποία πιθανό οι ενάγοντες θα δικαιούνταν περαιτέρω λεπτομερειών, ως το αίτημά τους.
(14)Παράγραφος 34 (viii). Καλύπτεται από τα όσα έχω εκθέσει αμέσως πιο πάνω, δεδομένου ότι αφορά ταυτόσημο με την πιο πάνω παράγραφο θέμα. Για τους ίδιους λόγους το αίτημα για παροχή λεπτομερειών απορρίπτεται.
(15)Παράγραφος 36 (iv). Είναι ισχυρισμός των εναγομένων στην πιο πάνω παράγραφο ότι οι ενάγοντες, εν πάση περιπτώσει, δεν έλαβαν όλα τα αναγκαία και/ή νόμιμα και/ή λογικά υπό τις περιστάσεις μέτρα για μετριασμό και/ή περιορισμό της ζημιάς που κατ΄ ισχυρισμό τους υπέστησαν. Οι Αιτητές αιτούνται λεπτομερειών ως προς τα ισχυριζόμενα, συγκεκριμένα, αυτά μέτρα. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση θέτουν ότι η δικογραφημένη θέση τους είναι σαφής και εισηγούνται πως η προσπάθεια των Αιτητών στοχεύει στην εκμαίευση μαρτυρίας, γεγονός ανεπίτρεπτο. Αναμφίβολα, το βάρος απόδειξης ζητήματος περιορισμού της ζημιάς βρίσκεται στους ώμους των εναγομένων, οι οποίοι και επικαλούνται τέτοιο θέμα. Η γενική αναφορά τους περί παράλειψης των εναγόντων να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για περιορισμό της ζημιάς και η αναμενόμενη πρόθεσή τους να θέσουν κατά την ακρόαση της υπόθεσης τα συγκεκριμένα γεγονότα προς στήριξη αυτής τους της θέσης, τους δημιουργεί την υποχρέωση να αναφέρουν, πάντα κατά τον απαραίτητο συνοπτικό τρόπο, τα δεδομένα που κατά τη θέση τους στηρίζουν τη νομική αυτή τους υπεράσπιση. Σε διαφορετική περίπτωση τυχόν προσπάθεια εισαγωγής τους κατά τη δικάσιμο, θα προκαλέσει έκπληξη στους αντίδικούς τους, ιδίως μάλιστα σε υπόθεση πολύπλοκης μορφής και εκτεταμένων γεγονότων, όπως την παρούσα. Είναι λοιπόν ορθό να εξειδικευθεί, μέσω της παροχής λεπτομερειών, η θέση τους στο στάδιο αυτό. Θέμα μαρτυρίας θα αποτελέσει το επόμενο στάδιο, δηλαδή το πώς θα αποδείξουν τα στοιχεία που κατά τη θέση τους συνιστούν παράγοντες μετριασμού της ποινής, κι όχι οι παράγοντες αυτοί.
(16)Παράγραφος 36 (v). Θέτουν στο μέρος αυτό της υπεράσπισής τους οι εναγόμενοι, άνευ επηρεασμού των ήδη δικογραφημένων θέσεών τους, πως έστω κι αν οι ενάγοντες απέδειξαν ότι υπέστησαν οποιεσδήποτε ζημιές, αυτό συνέβη ως αποτέλεσμα των δικών τους πράξεων και/ή παραλείψεων και/ή ενεργειών, κι όχι υπαιτιότητι των εναγομένων. Αξιώνονται λεπτομέρειες, ήτοι αναφορά των συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων ή ενεργειών. Η αναζήτηση λεπτομερειών και ως προς αυτό το ζήτημα είναι επίσης δικαιολογημένη. Το αίτημα δεν είναι θέμα μαρτυρίας αλλά εντοπισμού του τι πρόκειται ακριβώς να προωθήσει σχετικά η πλευρά των εναγομένων. Το πώς θα το προωθήσει είναι αυτό που συνιστά τη μαρτυρία επί του προκειμένου. Πιθανόν βεβαίως σε μέρη της μακροσκελούς υπεράσπισης να εντοπίζονται στοιχεία συνυφασμένα με αυτό το μέρος των ισχυρισμών που καλύπτει, κατά γενικό τρόπο, η συγκεκριμένη παράγραφος. Δεν είναι όμως ορθό να αναζητά το Δικαστήριο ή ο αντίδικος πληροφορίες οι οποίες δυνατό να είναι διάσπαρτες στις προηγούμενες 35 παραγράφους της Έκθεσης Υπεράσπισης. Δικαιούται η άλλη πλευρά να έχει τις αναγκαίες εκείνες λεπτομέρειες καταγραμμένες κατά σαφή τρόπο, ούτως ώστε να γνωρίζει επαρκώς την ανάλογη θέση που θα προβληθεί εκ μέρους της υπεράσπισης κατά την ακρόαση. Β ΟΜΑΔΑ
(1)Παράγραφος 4. Στην παράγραφο αυτή οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί. Οι ενάγοντες ζητούν να αναφερθούν τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται ο πιο πάνω ισχυρισμός. Το αίτημα είναι δικαιολογημένο. Έχουν δικαίωμα οι Αιτητές να γνωρίζουν τη βάση πάνω στην οποία οι αντίδικοί τους θα στηριχθούν, προκειμένου να θεμελιώσουν ύπαρξη καταχρηστικής διαδικασίας. Διαφορετικά θα είναι αναγκασμένοι να αναμένουν το στάδιο της παρουσίασης των θέσεων των εναγομένων προκειμένου να αντιληφθούν ποια στοιχεία θέτουν προς τεκμηρίωση της τεθείσας αυτής υπεράσπισής τους, με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται.
(2)Παράγραφος 6. Είναι γενικός ισχυρισμός των εναγομένων στην παράγραφο αυτή ότι το Κυπριακό Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε εξουσία, ούτε και μπορεί να επιδικάσει αποζημιώσεις για παράβαση συγκεκριμένων νόμων των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Οι Αιτητές ζητούν λεπτομέρειες ως προς τα συγκεκριμένα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται ο πιο πάνω ισχυρισμός των εναγομένων. Εξειδικεύοντας δε, προσδιορίζουν ότι αυτό που ζητείται είναι οι συγκεκριμένες πρόνοιες του αλλοδαπού δικαίου (της Μασαχουσέτης και γενικότερα των ΗΠΑ), είτε νομοθετικές, είτε νομολογιακές, πάνω στις οποίες οι εναγόμενοι θα βασίσουν τον πιο πάνω ισχυρισμό τους. Η γενική και αόριστη αναφορά των εναγομένων περί έλλειψης εξουσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου για επιδίκαση αποζημιώσεων, αφήνει ανοικτό το πεδίο αναζήτησης, έστω και συνοπτικά, λεπτομερειών ως προς τη βάση στήριξής της. Λεπτομέρειες τέτοιες που να παρέχουν στους αντίδικούς τους την ευκαιρία να γνωρίζουν τι πρόκειται να αντιμετωπίσουν κατά την ακρόαση. Κι έτσι να αποφύγουν οποιαδήποτε έκπληξη. Εάν δε η θέση των εναγομένων θα βασιστεί σε συγκεκριμένη νομοθετική ή νομολογιακή αρχή αλλοδαπού δικαίου, θα πρέπει να δώσουν σχετικές λεπτομέρειές τους. Επειδή ακριβώς το ζήτημα της εμπλοκής αλλοδαπού δικαίου και τρόπου δικογράφησής του συσχετίζεται και θα καλύψει σχεδόν το σύνολο των αιτούμενων θεραπειών της εξεταζόμενης ομάδας, είναι σκόπιμο να εκτεθούν στο παρόν στάδιο οι αρχές που καλύπτουν το όλο αυτό ζήτημα και υπό το φως των οποίων θα εξεταστούν τα ανάλογα αιτήματα: Ορθός τρόπος δικογράφησης αλλοδαπού δικαίου επιβάλλει όπως αυτό καταγράφεται εξειδικευμένα, με την παροχή λεπτομερειών του συγκεκριμένου νομοθετήματος. Διάδικος ο οποίος στηρίζεται σε αλλοδαπό δίκαιο για προώθηση θέσης του, πρέπει να εξειδικεύσει τη νομοθεσία στο δικόγραφό του, δίδοντας πλήρεις λεπτομέρειες, περιλαμβανομένων και των σχετικών άρθρων ή προνοιών του νομοθετήματος. Παράλειψη να δικογραφηθούν τα πιο πάνω, θα μπορούσε να επηρεάσει τη διεξαγωγή της δίκης σε περίπτωση ενστάσεως ότι δεν ακολουθήθηκε η ορθή δικογράφηση (Bullen & Leake, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 1071-1072, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44, Williams & Glyns Bank Ltd v. The Ship «Maria»
(1984)1 ΑΑΔ 821, 830). Στον Atkin's Court Forms, 2η έκδοση, τόμος 32, σελ. 19 αναφέρεται: «Where a party alleges that the facts he is pleading fall within the provisions of a particular statute the statute should be referred to, but the detailed provisions of the statute should not be set forth». Συνεπώς, ο κανόνας ότι η υποχρέωση δικογράφησης αφορά τη δικογράφηση ουσιωδών γεγονότων κι όχι νόμων, υπόκειται στην εξαίρεση της ικανοποιητικής δικογράφησης αλλοδαπού δικαίου, καθότι αυτό αντικρίζεται πλέον ως θέμα γεγονότων. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές επανέρχομαι στο κάθε συγκεκριμένο αίτημα που καλύπτει η παρούσα ομάδα.
(3)Παράγραφος 26 (ii)&(iii). Η έγκαιρη προετοιμασία των εναγόντων επί των θεμάτων που εγείρουν οι εναγόμενοι, καθιστά αναγκαία την εξειδικευμένη δικογράφηση με αναφορά στη συγκεκριμένη νομοθεσία και καταγραφή των συγκεκριμένων άρθρων επί των οποίων οι εναγόμενοι προτίθενται να στηριχθούν, καθώς επίσης και τη νομολογία των αρμόδιων Δικαστηρίων της Μασαχουσέτης αναφορικά με τα πιο πάνω νομοθετήματα και σε σχέση με τα υπό κρίση θέματα. Η γενική αναφορά σε ύπαρξη νομοθετικών ή άλλων προνοιών και σε ανάλογη νομολογία, δεν είναι αρκετή. Δεν παρέχεται στους ενάγοντες εξειδίκευση τέτοιας μορφής σε σχέση με τα νομοθετήματα ή τη νομολογία, ούτως ώστε να έχουν επαρκή γνώση της αναφοράς που θα γίνει κατά την ακρόαση στο αλλοδαπό δίκαιο και να προετοιμαστούν κατάλληλα. Παρά το γεγονός ότι θα πρέπει η κάθε πλευρά να αποδείξει με την παρουσίαση σχετικής μαρτυρίας το αλλοδαπό δίκαιο ως γεγονός, η συγκεκριμενοποίηση των εξειδικευμένων αλλοδαπών νόμων θα δώσει τη δυνατότητα στους ενάγοντες να εντοπίσουν και οι ίδιοι τα σχετικά κείμενα του νόμου και της νομολογίας κι έτσι να προετοιμαστούν καλύτερα κατά την ακρόαση της υπόθεσης.
(4)Παράγραφος 26 (iv). Ως προς αυτό το μέρος οι Αιτητές αξιώνουν αναφορά γεγονότων εάν οι εναγόμενοι προτίθενται να περιλάβουν ισχυρισμούς γεγονότων κατά την ακρόαση, δικογραφώντας ότι «επιφυλάσσουν το δικαίωμα να προβούν σε πλήρη αναφορά στο κείμενο της νομοθεσίας και στη σχετική νομολογία». Είναι έκθετο σε απόρριψη το μέρος αυτό των αιτούμενων λεπτομερειών ως αόριστο και υποθετικό. Οι εναγόμενοι αυτό το οποίο επιφυλάσσουν αφορά ένα καθαρά νομικό ζήτημα ερμηνείας και εφαρμογής νόμου, λεπτομέρειες του οποίου έχουν διαταχθεί, αμέσως πιο πάνω, να δώσουν.
(5)Παράγραφος 27. Σε σχέση και με την παρούσα παράγραφο η γενική και αόριστη αναφορά σε επιφύλαξη παρουσίασης σχετικής νομολογίας της Μασαχουσέτης κατά την ακρόαση, και ειδικότερα σε πλήρη αναφορά στη νομολογία σχετικά με συγκεκριμένο νομικό όρο, υποχρεώνει τους εναγόμενους να δώσουν σχετικές λεπτομέρειες με βάση τις αρχές που έχουν εκτεθεί προηγουμένως ως προς το ζήτημα της δικογράφησης αλλοδαπού δικαίου. Συνεπώς, κι αυτό το αίτημα των Αιτητών κρίνεται δικαιολογημένο.
(6)Παράγραφος 29 (iii). Ισχύει και σε αυτή την περίπτωση η ίδια υποχρέωση των εναγομένων και καλύπτεται από το ίδιο σκεπτικό της αμέσως προηγούμενης παραγράφου. Η θέση περί ύπαρξης παραγραφής με αναφορά γενικά στο «Νόμο της Μασαχουσέτης» και καταγραφής, ως προϋπόθεσης, της έλευσης πέραν των τεσσάρων ετών από της γένεσης αγώγιμου δικαιώματος, δεν είναι αρκετή. Θα πρέπει να εξειδικευθεί ο συγκεκριμένος Νόμος και τα άρθρα που καλύπτουν αυτή τη θέση.
(7)Παράγραφος 31. Ακριβώς για τους ίδιους λόγους που προαναφέρθηκαν, οι εναγόμενοι υποχρεούνται στην παροχή λεπτομερειών σε σχέση με το νομοθέτημα της Μασαχουσέτης και τα συγκεκριμένα άρθρα, τα οποία κατ΄ ισχυρισμό τους οδηγούν σε παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος.
(8)Παράγραφος 32. Κατά παρόμοιο με τον πιο πάνω λόγο οι γενικές αναφορές των εναγομένων περί νομοθεσίας και νομολογίας της Μασαχουσέτης και η επιφύλαξή τους να αναφερθούν εξειδικευμένα κατά την ακρόαση, τους δημιουργεί την υποχρέωση να δώσουν λεπτομέρειες των συγκεκριμένων νομοθετικών προνοιών και νομολογιακών αρχών επί των οποίων θα στηριχθούν.
(9)Παράγραφος 33 (iv). Και στην παρούσα περίπτωση, ενώ οι εναγόμενοι προβάλλουν ζήτημα παραγραφής δεν δίδουν επαρκείς λεπτομέρειες της νομοθετικής διάταξης στην οποία στηρίζονται. Αναφέρονται βέβαια γενικά στο νομοθέτημα, στο Κεφ. 93Α, των Νόμων της Μασαχουσέτης. Ορθή όμως δικογράφηση, για τους λόγους που εκτέθηκαν κατ΄ επανάληψη σε προηγούμενα στάδια, προϋποθέτει την καταγραφή του συγκεκριμένου άρθρου επί του οποίου εδράζεται η ανάλογη θέση των εναγομένων. Με καθοδήγηση τα πιο πάνω, το αίτημα για παροχή της ανάλογης λεπτομέρειας είναι δικαιολογημένο.
(10)Παράγραφος 34 (vi). Ισχύουν, ουσιαστικά, τα όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο. Για τους ίδιους λόγους, οι εναγόμενοι υποχρεούνται στην παροχή λεπτομερειών σε σχέση με τις συγκεκριμένες διατάξεις του αναφερόμενου νομοθετήματος, οι οποίες, κατ΄ ισχυρισμό τους, προβλέπουν περί παραγραφής. Ολοκληρώνοντας το σκεπτικό της ενδιάμεσης αυτής απόφασης, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να αναφερθεί, επιγραμματικά, σε δύο κεντρικές θέσεις του συνηγόρου των Καθ΄ ων η Αίτηση. Λέχθηκε ότι προηγήθηκε, σε Δικαστήρια των ΗΠΑ, ευρύτατη αποκάλυψη εγγράφων κι ότι μάλιστα λήφθηκαν και «καταθέσεις (depositions)» σύμφωνα με ανάλογο διάταγμα αποκάλυψης ημερ. 6.10.2005. Με βάση αυτό το γεγονός ακολούθησε εισήγηση πως οι ενάγοντες γνωρίζουν επαρκώς την υπόθεση των εναγομένων και ως εκ τούτου αποστερούνται της ευχέρειας να τύχουν οποιωνδήποτε άλλων λεπτομερειών. Είναι νομολογιακά αποδεκτό (Ευδόκιος Σάββα, ανωτέρω, σελ. 1153) ότι η ύπαρξη γεγονότων τα οποία βρίσκονται στη σφαίρα γνώσης της πλευράς που ζητεί λεπτομέρειες, είναι ένα στοιχείο που αποστερεί την εν λόγω πλευρά να τύχει των λεπτομερειών αυτών. Η εισήγηση όμως του ευπαίδευτου συνήγορου των Καθ΄ ων η Αίτηση, κρινόμενη υπό το φως των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, δεν έχει περιθώρια επιτυχίας. Καθότι παραμένει άγνωστο το ακριβές πλαίσιο αποκάλυψης που έλαβε χώρα και η πιθανή ταύτισή του, αν υφίσταται, με τις λεπτομέρειες που οι Αιτητές αξιώνουν με την υπό εκδίκαση Αίτηση. Εισηγήθηκε επίσης ο κ. Πολυβίου ότι τα επίδικα θέματα είναι σαφώς καθορισμένα μέσα από το σύνολο των πολυσέλιδων δικογράφων, γεγονός που καθιστά αχρείαστες οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες. Ακόμη ότι είναι διαφορετικές οι προδιαγραφές της Έκθεσης Απαίτησης από αυτές της Υπεράσπισης κι ως εκ τούτου θα πρέπει να αντικρίζεται διαφορετικά αίτημα για παροχή λεπτομερειών, όταν αυτό καλύπτει δικογραφημένες θέσεις υπεράσπισης. Ως θέμα αρχής, αίτημα για παροχή λεπτομερειών αντικρίζεται με βάση τις αρχές που έχω εκθέσει στα αρχικά στάδια της απόφασης, η εμβέλεια των οποίων δεν διαφοροποιείται, ούτε και προσαρμόζεται ανάλογα με το εάν αφορά Έκθεση Απαίτησης ή Υπεράσπισης. Το γεγονός δε ότι οι ενάγοντες καταχώρησαν την απάντησή τους, χωρίς να αιτηθούν λεπτομερειών ως προς την υπεράσπιση που είχε τεθεί, δεν μεταβάλλει το όλο ζήτημα. Έστω δε κι αν οποιαδήποτε γεγονότα πιθανό να ήταν εντός της γνώσης των εναγόντων, εντούτοις κάθε διάδικος δικαιούται να γνωρίζει το περίγραμμα της υπόθεσης που θα αντιμετωπίσει, δεσμεύοντας και τον αντίδικό του σε μια συγκεκριμένη καταγραφή ισχυρισμών (Annual Practice 1970, p.273). Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω στη μακροσκελή, υπό τις συνθήκες, ενδιάμεση αυτή απόφαση, το αίτημα για παροχή λεπτομερειών πετυχαίνει, στην έκταση του μέρους της υπεράσπισης που έχει ήδη εκτεθεί. Εκδίδεται, συνεπώς, διάταγμα όπως οι εναγόμενοι καταθέσουν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες επί των παραγράφων 4, 6, 9, 10 (μέρος), 14, 16 (μέρος), 17, 26 (ii)&(iii), 27, 29(iii), 31, 32, 33(iv), 34(vi), 36(iv) και 36(v) της Έκθεσης Υπεράσπισης, ως εξειδικεύεται στα αντίστοιχα μέρη του σκεπτικού της απόφασης. Οι πιο πάνω λεπτομέρειες να κατατεθούν εντός 45 ημερών από σήμερα. Το υπόλοιπο μέρος του αιτήματος για λεπτομέρειες απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, έχοντας κατά νου το τελικό αποτέλεσμά της, την επιτυχία της δηλαδή κατά ένα μέρος και την αποτυχία της ως προς το υπόλοιπο, κρίνω ότι η ορθότερη διαταγή είναι όπως αυτά επιδικαστούν ως έξοδα στο αποτέλεσμα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] .......... Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο