← Κύπρος

KIFEAS DEVELOPMENT LTD ν. Κύπρου Φιλίππου Παναγή κ.α., Αρ. Αγωγής: 744/2008, 14 Ιουλίου 2008

KIFEAS DEVELOPMENT LTD ν. Κύπρου Φιλίππου Παναγή κ.α., Αρ. Αγωγής: 744/2008, 14 Ιουλίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A155 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 744/2008 Μεταξύ: KIFEAS DEVELOPMENT LTD Εναγόντων και

  1. Κύπρου Φιλίππου Παναγή δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Γεωργίου Παναγιώτου
  2. Ανδρέα Κυριάκου δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Γεωργίου Παναγιώτου
  3. Γεωργίου Παναγιώτου Εναγομένων _ _ _ _ _ _ Αίτηση ημερ. 26.2.08 για παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος 14 Ιουλίου 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές/Εναγόμενους 1 και 2: κα. Λ. Δικωμίτου για Παπαφιλίππου, Παπαδόπουλος & Σία. Για τους Καθ΄ων η αίτηση/Ενάγοντες: κ. Μιχαήλ για Νεοφύτου, Φλουρέντζου & Σία, Πανίκος Λεωνίδου & Σία. _ _ _ _ _ _ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν, μεταξύ άλλων, και αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων για παράβαση συμφωνίας η οποία συνήφθη μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου 3 ο οποίος ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγομένων 1 και
  4. Στις 14.2.08 το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον Εναγόμενο 3 για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και
  5. Με την παρούσα αίτηση οι Εναγόμενοι 1 και 2 εξαιτούνται διάταγμα παραμερίζον την πιο πάνω επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι μόνιμοι κάτοικοι Λονδίνου. Αναφέρεται περαιτέρω πως οι Ενάγοντες κακώς επέδωσαν την παρούσα αγωγή στον Εναγόμενο 3 για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2 καθότι ο Εναγόμενος 3 δεν έχει, ούτε είχε κατά το χρόνο της εν λόγω επίδοσης οποιαδήποτε πληρεξουσιότητα για να παραλαμβάνει αγωγές εκ μέρους των Εναγομένων 1 και
  6. Τέλος, αναφέρεται ότι η εν λόγω επίδοση στερείται νομικής βάσης. Η αίτηση έχει σαν νομική βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.16, θ.9 και Δ.48, θθ. 1 και 2, την ισχύουσα νομολογία και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Με τη γραπτή τους ένσταση οι Ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η επίδοση των κλητηρίων στους Εναγόμενους 1 και 2 έγινε νομότυπα, σύμφωνα με τους ισχύοντες Κανονισμούς και Διατάξεις και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται ο παραμερισμός της επίδοσης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφέρεται ότι οι εν λόγω επιδόσεις στον Εναγόμενο 3, για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2, έγιναν νομότυπα καθότι ο πρώτος είναι πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των τελευταίων δυνάμει πληρεξουσίων εγγράφων (Τεκμήρια 3 και 4 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση) τα οποία παρέχουν στον Εναγόμενο 3 εξουσία να εκπροσωπεί και/ή αντιπροσωπεύει τους Εναγόμενους 1 και 2 ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων και/ή οποιωνδήποτε αρμοδίων Αρχών. Κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι περιορίστηκαν στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις χωρίς οποιαδήποτε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Η συνήγορος των Εναγομένων 1 και 2 υποστήριξε ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Εναγόμενο 3 για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2 θα πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.5, θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Εφόσον δεν έχει εξασφαλιστεί η προβλεπόμενη από τον πιο πάνω Κανονισμό άδεια και /ή διάταγμα του Δικαστηρίου, δεν απεστάλη ούτε η υπό του Κανονισμού προβλεπόμενη ειδοποίηση του διατάγματος στους Εναγόμενους 1 και
  7. Τέλος, η συνήγορος εισηγήθηκε πως, εφόσον η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος δεν έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.5, θθ. 1 και 2 ή σύμφωνα με μια από τις άλλες μεθόδους που προβλέπουν οι Κανονισμοί, το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από του να παραμερίσει τις επίδικες επιδόσεις. Στη δική του γραπτή αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων εισηγήθηκε πως η θέση των Εναγομένων 1 και 2 ότι ο Εναγόμενος 3 δεν έχει ούτε είχε κατά την επίδοση της αγωγής οποιαδήποτε πληρεξουσιότητα να παραλαμβάνει αγωγές εκ μέρους των δεν μπορεί να ευσταθήσει καθότι τα Τεκμήρια 3 και 4 επί της ενόρκου δηλώσεως της ενστάσεως είναι ξεκάθαρα για τις δυνατότητες, ευχέρεια και εξουσίες που είχε ο Εναγόμενος 3 σε σχέση με το θέμα και δεν υπήρξε παύση ή ανάκληση της πληρεξουσιότητας του που να περιέλθει σε γνώση των Εναγόντων. Περαιτέρω, είναι η θέση του ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 κωλύονται να εγείρουν ζήτημα ότι δεν ακολουθήθηκε η δέουσα διαδικασία επίδοσης της αγωγής από τους Ενάγοντες ως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, καθότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν εγείρουν τέτοιο ζήτημα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση. Η Δ.5, θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Where a contract has been entered into in Cyprus by or through an agent residing or carrying on business in Cyprus on behalf of a principal residing or carrying on business outside Cyprus, a writ of summons in an action relating to or arising out of such contract may, by leave of the Court or a Judge given before the determination of such agent's authority or of his business relations with the principal, be served on such agent. Notice of the order giving such leave and an office copy thereof and of the writ of summons shall forthwith be sent by prepaid double-registered post letter to the defendant or defendants at his or their address out of the jurisdiction: provided that nothing in this rule shall invalidate or affect any other mode of service provided by these rules. » Σε μετάφραση: «Όταν έχει συνομολογηθεί σύμβαση στην Κύπρο από ή μέσω αντιπροσώπου ο οποίος διαμένει ή διεξάγει εργασίες στην Κύπρο για λογαριασμό αντιπροσωπευόμενου ο οποίος διαμένει ή διεξάγει εργασίες εκτός Κύπρου, κλητήριο ένταλμα σε αγωγή που σχετίζεται ή που αναφύεται από τέτοια σύμβαση μπορεί, με άδεια του Δικαστηρίου ή του Δικαστή η οποία δίδεται προτού τερματιστεί η πληρεξουσιότητα του αντιπροσώπου αυτού ή προτού τερματιστούν οι εμπορικές σχέσεις (business relations) του αντιπροσώπου με τον αντιπροσωπευόμενο του, να επιδοθεί στον αντιπρόσωπο αυτό. Ειδοποίηση του διατάγματος που παρέχει άδεια και επίσημο αντίγραφο αυτού και του κλητηρίου θα πρέπει να αποσταλεί αμέσως με προπληρωμένη διπλοσυστημένη επιστολή προς τον εναγόμενο ή τους εναγόμενους στη διεύθυνσή του ή στη διεύθυνσή τους στο εξωτερικό: νοείται ότι τίποτε που περιλαμβάνεται στο δικονομικό αυτό κανόνα θα ακυρώνει ή θα επηρεάζει οποιοδήποτε άλλο τρόπο επίδοσης που προβλέπεται από τους δικονομικούς αυτούς κανόνες.» Ο αντίστοιχος προς τον δικό μας Αγγλικός δικονομικός κανόνας είναι η Δ.9, θ.8Α των Παλαιών Αγγλικών Θεσμών. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1957, στη σελ. 80: «The effect of this Rule, read in conjunction with r. 8, is to enable a plaintiff suing on a contract within its terms to obtain leave to serve the writ of summons to the agent in England, if any, who made the contract on behalf of a principal in a foreign country; without having to obtain an order for service out of the jurisdiction under O.
  8. If such agent in England is a corporate body the mode of service must comply with r. 8, supra. » Σε μετάφραση: «Η ισχύς του δικονομικού αυτού κανόνα, διαβαζόμενου σε συνδυασμό με τον θ.8, είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα, που ενάγει με βάση σύμβαση, να εξασφαλίσει άδεια επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος σε αντιπρόσωπο ο οποίος βρίσκεται στην Αγγλία, αν υπάρχει, και ο οποίος σύναψε τη σύμβαση για λογαριασμό αντιπροσωπευμένου σε ξένη χώρα, χωρίς να εξασφαλίσει διάταγμα επίδοσης στο εξωτερικό με βάση τη Διαταγή
  9. Αν ο αντιπρόσωπος αυτός είναι νομικό πρόσωπο η επίδοση πρέπει να γίνει σύμφωνα με τον θ.8.» Οι δικονομικές διατάξεις της Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ρυθμίζουν το θέμα επίδοσης στο εξωτερικό. Η επίδοση στο εξωτερικό επιτρέπεται στις περιπτώσεις που καθορίζονται περιοριστικά από τη Δ.6, θ.1 (βλ. Philippou v. Philippou

(1986)1 C.L.R. 689, E. Philippou Ltd v. Littner Hampton Ltd
(1984)1 C.L.R. 716, Riverside Navigation v. Hambury & Co
(1988)1 C.L.R. 195, Zachariades Ltd v. Economides
(1989)1 C.L.R. 437 και Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297). Όταν λοιπόν, η υπόθεση του ενάγοντα εμπίπτει μέσα στις διατάξεις της Δ.6 τότε ο ενάγων οφείλει να ζητήσει άδεια του δικαστηρίου που να του επιτρέπει να επιδώσει το κλητήριο, ή ειδοποίηση του κλητηρίου, στο εξωτερικό. Αν δεν το πράξει, τότε η επίδοση πάσχει ακυρότητα. Η Δ.5, θ.8 παρέχει τη δυνατότητα στον ενάγοντα, χωρίς να ακολουθήσει τη διαδικασία επίδοσης στο εξωτερικό, που προβλέπεται από τη Δ.6, να επιδώσει το κλητήριο σε πρόσωπο που βρίσκεται στην Κύπρο. Για να το πράξει αυτό πρέπει να τηρούνται οι εξής προϋποθέσεις: (α) Η αξίωση του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου που είναι στο εξωτερικό να προκύπτει από σύμβαση. (β) Η σύμβαση αυτή να έχει συνομολογηθεί στην Κύπρο από ή μέσω (by or through) αντιπροσώπου ο οποίος διαμένει ή διεξάγει εργασίες στην Κύπρο για λογαριασμό αντιπροσωπευόμενου ο οποίος διαμένει ή διεξάγει εργασίες στο εξωτερικό. (γ) Να εξασφαλιστεί άδεια του δικαστηρίου για επίδοση στο εσωτερικό. (δ) Η άδεια του δικαστηρίου πρέπει να εξασφαλιστεί προτού τερματιστεί η πληρεξουσιότητα του αντιπροσώπου ή οι εμπορικές του σχέσεις με τον αντιπροσωπευόμενο του εξωτερικού. Η εξουσία που παρέχεται από τη Δ.5, θ.8 πρέπει να ασκείται με πολύ μεγάλη προσοχή, ώστε να μην καταστρατηγούνται οι διαδικασίες για επίδοση στο εξωτερικό. Στο σύγγραμμα Annual Practice 1957, στη σελ. 81, κάτω από τον τίτλο «Memorandum as to Order IX, Rule 8a» αναφέρονται τα ακόλουθα: «The power of serving an agent given by this Rule is one that must be exercised with very great caution. It was not at all intended by the Rule to do away with service out of the jurisdiction in ordinary cases. The power to make an order under the Rule is discretionary, and except under exceptional circumstances, it ought not to be exercised in cases where there is not difficulty in getting an order for and effecting service out of the jurisdiction in the ordinary way. An order should not be made under the Rule merely because the defendant has contracted by or through an agent in this country. The application for an order under the Rule should in each case be supported by an affidavit going fully into the circumstances relating to the making of the contract and the difficulties that exist in effecting service out of the jurisdiction in the ordinary way. The mere statement that the defendant resides out of the jurisdiction and has made a contract through an agent within the jurisdiction is not sufficient. An important factor may be whether the agent in question is a general agent or what may be called a casual agent, e.g.- (
  1. i)A foreign firm may have regular agents here doing large business for them. It might be highly proper to allow service in such a case where, although the principals could be served, delay and trouble would be thereby occasioned. (
  2. ii)A foreigner might make a purchase here through a broker on one of the markets, such as Mincing Lane of the Stock Exchange, quite an isolated transaction. If other means of service could be availed of, it would not be proper to order service on the broker. The affidavit must in each case disclose facts sufficient to enable the Judge or Master to decide whether the case is a proper one for the exercise of the discretion. The order should not be made as a matter of course, but only where special circumstances are shown, justifying the application of the Rule. The time for appearance should in each case be fixed by the Judge or Master when making the order and should depend on the circumstances and, chiefly, upon the residence or place of business of the defendant. In the absence of any special order, the time would be the ordinary eight days, and run from the service on the agent, but as the agent would generally have to communicate with his principal, time should, in ordinary cases, be allowed for the purpose (150 L. T. J. 338; 65 S. J. 131, December 4, 1920).» Σε μετάφραση: «Η εξουσία επίδοσης σε αντιπρόσωπο που παρέχεται από τον δικονομικό αυτό κανόνα είναι εξουσία που πρέπει να ασκείται με πολύ μεγάλη προσοχή. Δεν έχει σκοπό ο δικονομικός αυτός κανόνας να εξαλείψει τη διαδικασία επίδοσης στο εξωτερικό [service out of jurisdiction] σε συνηθισμένες υποθέσεις. Η εξουσία έκδοσης διατάγματος, με βάση τον δικονομικό αυτό κανόνα, είναι διακριτικής φύσης και δεν πρέπει να ασκείται στις περιπτώσεις εκείνες που δεν υπάρχει δυσκολία να εξασφαλιστεί και πραγματοποιηθεί επίδοση στο εξωτερικό με τον κανονικό τρόπο, εκτός αν υπάρχουν εξαιρετικά περιστατικά. Η αίτηση που υποβάλλεται με βάση τον δικονομικό αυτό κανόνα πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση η οποία θα καταπιάνεται με όλα τα περιστατικά που σχετίζονται με τη σύναψη της σύμβασης και με τις δυσκολίες που υπάρχουν για να πραγματοποιηθεί επίδοση στο εξωτερικό με τον κανονικό τρόπο. Η απλή δήλωση ότι ο εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό και σύναψε τη σύμβαση μέσω αντιπροσώπου του στην Αγγλία, δεν είναι αρκετή. Ένας σημαντικός παράγων μπορεί να είναι το κατά πόσο ο υπό συζήτηση αντιπρόσωπος είναι γενικός ή ειδικός (casual agent), π.χ.: (
  3. i)Αλλοδαπός οίκος μπορεί να έχει τακτικούς αντιπροσώπους στην Αγγλία που να διεξάγουν ευρείες δραστηριότητες για λογαριασμό του οίκου. Θα ήταν πολύ σωστό να επιτραπεί επίδοση σε τέτοια περίπτωση, παρόλο που μπορούσε να γίνει επίδοση στους αντιπροσωπευμένους, γιατί θα αποφεύγετο η καθυστέρηση και η ταλαιπωρία. (
  4. ii)Ένας αλλοδαπός μπορεί να αγοράσει κάτι εδώ μέσω ενός χρηματιστή (broker), από το χρηματιστήριο, για παράδειγμα, μια εντελώς ξεχωριστή συναλλαγή. Δεν θα ήταν σωστό να γίνει επίδοση στον χρηματιστή, αν υπήρχαν άλλα μέσα επίδοσης. Η ένορκη δήλωση πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποκαλύπτει επαρκή γεγονότα που να δίνουν την δυνατότητα στον δικαστή να αποφασίσει κατά πόσο είναι κατάλληλη περίπτωση να ασκήσει την διακριτική του εξουσία. Δεν πρέπει να εκδίδεται το διάταγμα ως ζήτημα πρακτικής, αλλά μόνο όταν αποδεικνύονται ειδικά περιστατικά που δικαιολογούν την εφαρμογή του δικονομικού κανόνα. Ο χρόνος εμφάνισης πρέπει σε κάθε περίπτωση να καθορίζεται από τον δικαστή όταν εκδίδει το διάταγμα και θα εξαρτάται από τα περιστατικά, και, κυρίως, από τη διαμονή ή το μέρος εργασιών του εναγόμενου. Όταν δεν υπάρχει ειδικό διάταγμα, ο χρόνος θα είναι συνήθως οκτώ ημέρες, και θα αρχίζει από την επίδοση στον αντιπρόσωπο, αλλά επειδή ο αντιπρόσωπος θα πρέπει να επικοινωνήσει με τον αντιπροσωπευόμενο του, πρέπει, σε συνηθισμένες υποθέσεις, να παραχωρείται χρόνος για την καταχώρηση εμφάνισης (150 L.T.J. 338; S.J. 131, December 4, 1920).» Μια από τις απαιτήσεις της Δ.5, θ.8 είναι η σύμβαση να έχει συναφθεί στην Κύπρο από ή μέσω αντιπροσώπου. Ανάλογη διατύπωση υπάρχει και στην παράγραφο (ε)(
  5. ii)της Δ.6, θ.1. Σχετικά με την ερμηνεία των λέξεων «από ή μέσω (by or through), που περιλαμβάνονται στην παράγραφο (ε), που προαναφέρθηκε, στο σύγγραμμα Annual Practice 1957, στη σελ. 105, αναφέροντα τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «Υπάρχει μια σαφής διάκριση ανάμεσα στις λέξεις «από» (by)» και «μέσω» (through). Η πρώτη καλύπτει την περίπτωση σύμβασης που συνομολογείται από τον αντιπρόσωπο και είναι δεσμευτική για τον αντιπροσωπευόμενο, ενώ η δεύτερη καλύπτει την περίπτωση σύμβασης οι διαπραγματεύσεις της οποίας γίνονται από τον αντιπρόσωπο χωρίς να έχει, όμως, εξουσία να την ολοκληρώσει χωρίς αναφορά προς τον αντιπροσωπευόμενό του (National Mortgage and Agency Company of New Zealand Ltd v. Gosselin
(1922)38 Τ.L.R. 832).» Το γεγονός ότι ένας αλλοδαπός διατηρεί στην Κύπρο ένα αντιπρόσωπο, δεν είναι από μόνο του αρκετό για να δικαιολογήσει την επίδοση στον τοπικό αντιπρόσωπο του αλλοδαπού. Το θέμα εξαρτάται από την έκταση της εξουσίας που έχει ο αντιπρόσωπος να συνάπτει συμβάσεις, δεσμευτικές για τον αλλοδαπό αντιπροσωπευόμενο του. Αν η έκταση της πληρεξουσιότητας του αντιπροσώπου περιορίζεται, για παράδειγμα, στο να εξασφαλίζει παραγγελίες από ενδιαφερόμενους Κύπριους αγοραστές κα να τις μεταβιβάζει στο εξωτερικό που διαμένει ο αλλοδαπός, τότε δεν μπορεί να λεχθεί ότι η σύμβαση έχει συναφθεί από ή μέσω αντιπροσώπου που διαμένει ή διεξάγει εργασίες στην Κύπρο (Lalandia
(1933)P. 56, Holstein
(1936)2 All E.R. 1660, Thames and Mersey Μarine Insurance Co. Societe de Navigazione a Vapore del Lloyd Austriaco
(1914)12 Asp. M.L.C. 491 και Okura & Co. Ltd v. Forsbacka Jernverks Aktiebolag
(1914)1 K.B. 715). Στην υπόθεση Lalandia
(1933)P. 56, το κλητήριο επεδόθη σε ένα μέλος ενός Αγγλικού οίκου τον οποίο οι ενάγοντες θεωρούσαν ως τον αντιπρόσωπο των αλλοδαπών στην Αγγλία. Η εξουσία του Αγγλικού οίκου ήταν να εισπράττει ναύλο και να εκδίδει εισιτήρια έναντι προμήθειας. Αναγραφόταν επίσης η επωνυμία της αλλοδαπής εταιρείας, μαζί με άλλα ονόματα, στο παράθυρο του γραφείου του Αγγλικού οίκου. Το δικαστήριο ακύρωσε την επίδοση. Αποφάσισε ότι ο Αγγλικός οίκος «πωλούσε» και δεν «συνομολογούσε» συμβάσεις για λογαριασμό των εναγομένων. Στην υπόθεση George D. Counnas & Sons Ltd v. Union Lebanese Transport Agencies etc.
(1977)1 C.L.R. 271, οι ενάγοντες εξέδωσαν και επέδωσαν το κλητήριο σε κάποιο Κώστα Στυλιανού ως αντιπρόσωπο των πλοιοκτητών. Ο Στυλιανού υπέβαλε αίτηση για ακύρωση του κλητηρίου με βασικό λόγο ότι δεν είχε εξουσία να συνάπτει συμβάσεις για λογαριασμό της αλλοδαπής εταιρείας. Ο δικαστής Μαλακτός ακύρωσε την επίδοση. Αναφέρθηκε στις Αγγλικές υποθέσεις Lalandia
(1933)P. 56, Holstein
(1936)2 All E.R. 1660, Thames and Mersey Marine Insurance Co. Societe de Navigazione a Vapore del Lloyd Austriaco
(1914)12 Asp. M.L.C. 491 και Okura & Co. Ltd v. Forsbacka Jernverks Aktiebolag
(1914)1 K.B. 715, και κατέληξε με τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «Είναι σαφές από τη νομολογία που έχε προαναφερθεί ότι το κριτήριο, σε κάθε περίπτωση, είναι κατά πόσο ο αντιπρόσωπος διεξάγοντας τις εργασίες της εταιρείας συνάπτει συμβάσεις για την αλλοδαπή εταιρεία ή κατά πόσο κατά τη διεξαγωγή των δικών του εργασιών πωλεί συμβάσεις στην αλλοδαπή εταιρεία. Στην πρώτη περίπτωση η αλλοδαπή εταιρεία διεξάγει εργασίες στην Κύπρο ενώ στη δεύτερη δεν διεξάγει τέτοιες εργασίες. . Στην υπόθεση που εξετάζουμε, όπως φαίνεται από τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση, τα οποία αποδέχομαι ως αληθινά και σωστά, είναι σαφές ότι ο αιτητής ουδέποτε ήταν αντιπρόσωπος της αλλοδαπής εναγόμενης εταιρείας. Δεν υπάρχει τίποτε που να αποδεικνύει ότι η εναγόμενη εταιρεία διεξήγαγε εργασίες μέσω του αιτητή.» Στην υπόθεση Westcott & Lawrence Line v. Mayor, Deputy Mayor, Councillors and Townsmen of Limassol
(1957)22 C.L.R. 193, o Δήμος Λεμεσού επέβαλε φορολογία στην εναγόμενη αλλοδαπή εταιρεία γιατί ασκούσε επάγγελμα μέσα στα δημοτικά όρια. Το κλητήριο επεδόθη σε μια κυπριακή εταιρεία, η οποία ενεργούσε για πέντε χρόνια ως αντιπρόσωπος των εναγομένων. Η κυπριακή εταιρεία δεν είχε εξουσία να διεξάγει εργασίες ή να συνάπτει συμβάσεις για λογαριασμό της εναγόμενης αλλοδαπής εταιρείας. Τα δικαστήριο ακύρωσε την επίδοση που έγινε στην Κύπρο. Για να δικαιούται ο ενάγων που έχει αξίωση από σύμβαση εναντίον εναγόμενου που βρίσκεται στο εξωτερικό να επιδώσει το κλητήριο στον τοπικό αντιπρόσωπο του αλλοδαπού εναγόμενου στην Κύπρο, πρέπει να εξασφαλίσει την άδεια του δικαστηρίου. Η άδεια παρέχεται μετά την υποβολή αίτησης. Η αίτηση είναι μονομερής και πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποκαλύπτονται όλα τα ουσιώδη γεγονότα που να ικανοποιούν το δικαστήριο ότι πρέπει να παρακάμψει τη διαδικασία επίδοσης στο εξωτερικό και να επιτρέψει να γίνει επίδοση σε τοπικό αντιπρόσωπο του αλλοδαπού εναγόμενου. Διαφωτιστικά για το θέμα αυτό είναι τα όσα αναφέρονται στο Μνημόνιο που σχετίζεται με την Αγγλική Διαταγή 9, θ. 8α και στα οποία έχω αναφερθεί πιο πάνω. Εξέτασα την παρούσα αίτηση λαμβάνοντας υπόψη την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, την ένσταση, την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και τα συνημμένα σε αυτή τεκμήρια, τα γεγονότα όπως καταφαίνονται από τα φάκελο της υπόθεσης, καθώς και τις εκατέρωθεν εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Κατ΄αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι διαφωνώ με τη θέση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 κωλύονται να εγείρουν ζήτημα ότι δεν ακολουθήθηκε η νενομισμένη διαδικασία σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, για τους λόγους που αναφέρω αμέσως πιο κάτω. Η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, και στη Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Εναγόμενο 3 για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2 στερείται νομικής βάσης. Αυτό το οποίο υποδηλοί, κατά την αντίληψη μου, η φράση «η επίδοση στερείται νομικής βάσης» είναι ότι η επίδοση δεν έγινε σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Από το φάκελο της δικογραφίας είναι εμφανές ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον Εναγόμενο 3 για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2 κατά παράβαση όχι μόνο της Δ.6, θ.1 αλλά και της Δ.5, θ.8. Το γεγονός ότι τα πληρεξούσια έγγραφα (Τεκμήρια 3 και 4 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση) δεν έχουν ανακληθεί είναι άνευ σημασίας για σκοπούς επίδοσης καθότι, προτού δοθεί η άδεια του δικαστηρίου για επίδοση του κλητηρίου στον αντιπρόσωπο δυνάμει της Δ.5, θ.8, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση να μην έχει τερματιστεί η πληρεξουσιότητα του αντιπροσώπου. Έστω, λοιπόν, και αν τα πληρεξούσια έγγραφα εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ χρειάζεται η άδεια του δικαστηρίου για επίδοση του κλητηρίου σε αντιπρόσωπο. Η σχετική άδεια του Δικαστηρίου δεν έχει εξασφαλιστεί και επομένως η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Εναγόμενο 3 για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2 θεωρείται κακή επίδοση. Ως αποτέλεσμα εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στον Εναγόμενο 3 για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2 στις 14.2.08. Τα έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον των Εναγόντων. (Υπ.) ............. Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.