Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. Φάνη Π. Βαρέλλα, Αρ. Αγωγής: 2/08, 16 Ιουλίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A157 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2/08 Μεταξύ: Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Ενάγοντα και Φάνη Π. Βαρέλλα Εναγόμενου ------------------- Αίτηση ημερομ. 18.3.2008 για Συνοπτική Απόφαση 16 Ιουλίου,
- Για τους ενάγοντα-Αιτητή: κα Α. Μίτσιγγα για Κλεόπας & Κλεόπας Για τον εναγόμενο-Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Χρ. Ρασπόπουλος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο ο ενάγων αξιώνει από τον εναγόμενο συνολικό ποσό €613.773,22 ως οφειλόμενο Φόρο Προστιθέμενης Αξίας και/ή πρόσθετης επιβάρυνσης και/ή τόκους. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που παρέχονται στην Έκθεση Απαίτησης, το πιο πάνω ποσό αφορά οφειλόμενο φόρο από φορολογικές δηλώσεις, ύψους €83.925,02, οφειλόμενο φόρο από βεβαίωση φόρου, ήτοι βεβαιώσεις διαφόρων ημερομηνιών μεταξύ Ιουλίου 1994 και Φεβρουαρίου 1996, ύψους €178.634,59, πρόσθετη επιβάρυνση/πρόσθετο φόρο, ύψους €26.710,13, χρηματική επιβάρυνση ύψους €51,30 και τόκο, ύψους €324.452,
- Ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης την 17.1.2008, και λίγο αργότερα, την 6.2.2008, την Έκθεση Υπεράσπισής του, γεγονός όμως που δεν επιδρά στην εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο δυνάμει της Δ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (Melita Manufacturers Ltd v. Chris Ioannou Ltd
(1996)1 AAΔ 1238, 1240). Η υπό κρίση Αίτηση αφορά αίτημα για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης εναντίον του εναγομένου ως το ειδικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο. Συνοδεύεται από υποστηρικτική ένορκη δήλωση λειτουργού στην υπηρεσία Φόρου Προστιθέμενης Αξίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ορκίζεται πως είναι εξουσιοδοτημένος από τον ενάγοντα να προβεί στην ένορκή του δήλωση και ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από προσωπική εμπλοκή και από έγγραφα και επιστολές τις οποίες κατέχει. Μέσα από αυτή επιβεβαιώνεται η απαίτηση, όπως εκτίθεται στο ειδικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και επιζητείται η έκδοση απόφασης εναντίον του εναγομένου, με καταγραφή από τον ενόρκως δηλούντα του ισχυρισμού του ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμία απολύτως υπεράσπιση στην αγωγή. Την ένορκη δήλωση συνοδεύει σειρά τεκμηρίων προς επιβεβαίωση των γεγονότων που εκθέτει και του τελικού ποσού που οφείλεται. Η ένσταση του εναγόμενου-καθ΄ ου η αίτηση καταχωρήθηκε στις 12.5.2008. Για να γίνει ευκολότερα κατανοητή η θέση της πλευράς του κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης: «(α) Η Ένορκη Δήλωση του κ. Δημήτρη Δημητρίου που συνοδεύει την αίτηση του Ενάγοντα - Αιτητή δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18. Θ.1. (γ) Ο Καθ΄ ου η Αίτηση έχει καλή υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή και θα πρέπει να τους δοθεί άδεια υπεράσπισης τους στην Απαίτηση του Ενάγοντα - Αιτητή με βάση την ήδη καταχωρησθείσα στις 6.2.2008 Έκθεση Υπεράσπισης για τους ακόλουθους λόγους: (
- i)Η απονομή της δικαιοσύνης θα είναι πλήρης μόνο εάν ακουστούν πλήρως τα επιχειρήματα κάθε διαδίκου. (
- ii)Στο ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό συμπεριλαμβάνονται και έξοδα και/ή επιβαρύνσεις ή/και Φ.Π.Α. που δεν είναι νόμιμα και/ή κατά παράβαση της Νομοθεσίας περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και το Σύνταγμα. (iii) Ο επίδικος λογαριασμός του Εναγόμενου - Καθ΄ ου η αίτηση με την Υπηρεσία Φόρου προστιθέμενης Αξίας δεν θα έπρεπε να έχει οποιοδήποτε υπόλοιπο ή/και ο εναγόμενος Καθ΄ ου η αίτηση δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες - Αιτητές αφού η ισχυριζόμενη οφειλή είναι θεωρητική και όχι πραγματική ή/και είναι προϊόν γραφειοκρατικής και διαδικασίας. (
- iv)Η ισχυριζόμενη οφειλή καταστρατηγεί τα συναλλακτικά ήθη ή/και τη δημόσια πολιτική ή/και είναι καταπιεστική για τον εναγόμενο - καθ΄ ου η αίτηση ή/και είναι προϊόν ανισομερούς διαπραγματευτικής δύναμης και άγνοιας των σχετικών διατάξεων της νομοθεσίας και/ή στοιχειοθετεί άδικο και/ή παράνομο πλουτισμό των Εναγόντων-Αιτητών σε βάρος του Εναγόμενου - Καθ΄ ου η Αίτηση. Οριστικά δε ως έχουν επιτρέπουν στον Εναγόμενο καλή υπεράσπιση σε μια κατά πλήρη αντιμωλία δίκαιη δίκη. (
- v)Άνευ βλάβης ή/και διαζευκτικά των πιο πάνω, και εάν ήθελε αποδειχθεί ότι υπάρχει οφειλή του Εναγομένου αυτή τείνει να εξουδετερώσει τον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η αίτηση κατά τρόπο αντίθετο προς της αρχές της χρηστής διοίκησης και το Σύνταγμα καθότι η ισχυριζόμενη οφειλή απαιτείται από τους Ενάγοντες πολύ καιρό μετά την ισχυριζόμενη γένεση της, σε μια περίοδο που ο εναγόμενος-καθ΄ ου η αίτηση δεν έχει οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα ή/και εισοδήματα. Όλα αυτά ενώ στο μεταξύ οι ίδιοι οι Ενάγοντες -Αιτητές δεν ήταν σε θέση να πληροφορήσουν τον εναγόμενο-καθ΄ ου η αίτηση σχετικά με τις ισχυριζόμενες οφειλές του. Η άσκηση αγωγής από τους Ενάγοντες-Αιτητές καταστρατηγεί την Συνταγματική αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη.» Την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει ορκίζεται ο ίδιος ο εναγόμενος. Ζητά μέσα από αυτή απόρριψη της αίτησης, επικαλούμενος σειρά ισχυρισμών. Θέτει, αρχικά, τη γενική του προσέγγιση πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Εξειδικεύοντας στη συνέχεια, ισχυρίζεται ότι ο ενόρκως δηλών δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων, προσθέτει δε, ακολούθως, ότι έχει βάσιμη υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή και, επικαλούμενος το περιεχόμενο της ήδη καταχωρηθείσας Έκθεσης Υπεράσπισής του, εμμένει ότι σε αυτή περιέχονται στοιχεία που χρήζουν ακρόασης προς το σκοπό ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Ισχυριζόμενος ότι υπέβαλλε ανελλιπώς και εμπρόθεσμα τις φορολογικές του δηλώσεις, ως οι πρόνοιες της σχετικής περί Φ.Π.Α. Νομοθεσίας, προσθέτει ότι κατέβαλλε πάντα τα οφειλόμενα, βάσει των φορολογικών του δηλώσεων, ποσά. Θέτει, μάλιστα, πως για την περίοδο Ιουλίου 1992 έως Ιουνίου 2007, πλήρωσε και/ή πιστώθηκε το ποσό των Λ.Κ.95.361,01. Ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι οι ενέργειες του ενάγοντα-Αιτητή αναφορικά με την επιβολή ή/και χρέωση ή/και επιβάρυνση τόκου ή/και άλλων επιβαρύνσεων καταστρατηγούν διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας ή/και τα συναλλακτικά ήθη ή/και τη δημόσια πολιτική ή/και είναι ιδιαίτερα καταπιεστικές και εξοντωτικές. Με την επιφύλαξη του ισχυρισμού του αυτού θέτει ότι η ισχυριζόμενη οφειλή είναι θεωρητική κι όχι πραγματική ή/και είναι προϊόν πολύπλοκης γραφειοκρατικής διαδικασίας. Επιρρίπτει επίσης ευθύνες στην αρμόδια υπηρεσία του Φ.Π.Α. καθότι, όπως ισχυρίζεται πάντα ο ενόρκως δηλών, δεν έκαμε αποδεκτά συμπληρωματικά στοιχεία που υπέβαλε σε μεταγενέστερο στάδιο και δεν αναγνώρισε τη δική της αδυναμία να του παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες. Επικαλείται επίσης κακοπιστία της υπηρεσίας αυτής, η οποία και ενισχύεται από το γεγονός ότι από το 1994 μέχρι και το τέλος του 2007, δεν έλαβε κανένα δικαστικό μέτρο εναντίον του για είσπραξη της ισχυριζόμενης οφειλής. Η καθυστέρηση αυτή, προσθέτει, πλήττει κατάφορα την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των πολιτών, η οποία πηγάζει από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επικαλούμενος το σύνολο των πιο πάνω καταλήγει, εκφράζοντας την ειλικρινή πίστη του, ότι έχει καλή υπεράσπιση και ως εκ τούτου θα πρέπει να του δοθεί η δυνατότητα να την προβάλει. Προτού λάβει χώρα η ακροαματική διαδικασία της Αίτησης, ο εναγόμενος, μέσω του δικηγόρου του, συμφώνησε στην έκδοση εναντίον του απόφασης για μέρος της απαίτησης, ήτοι για το αξιούμενο ποσό που καθορίζεται ως «οφειλόμενος φόρος από βεβαίωση φόρου», ύψους €178.634,59. Για το υπόλοιπο μέρος της εναντίον του αξίωσης εμμένει στους ισχυρισμούς του περί απόρριψης της Αίτησης για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης, όπως αυτοί τέθηκαν αμέσως πριν. Η κα Μίτσιγγα, αναφερόμενη στη σχετική νομολογία, την οποία και ανέλυσε, και επικαλούμενη τα γεγονότα της επίδικης υπόθεσης, ζήτησε απόρριψη των λόγων ένστασης και εισηγήθηκε ότι είναι η κατάλληλη περίπτωση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Αντίθετη βεβαίως ήταν η προσέγγιση του κ. Ρασπόπουλου. Αφού εισηγήθηκε ότι υπάρχουν σοβαρά θέματα προς εκδίκαση, τα οποία χρήζουν ακρόασης, επεκτάθηκε σε σειρά ζητημάτων σχετικών με ισχυριζόμενες παραβιάσεις Συνταγματικών δικαιωμάτων και συναλλακτικών ηθών, καταπιεστικής και ανισομερούς για τον εναγόμενο συμπεριφοράς και παράνομου και άδικου πλουτισμού των εναγόντων. Η ανάλυση στην πορεία της απόφασης των εισηγήσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων, θα καταστήσει ευκολότερα κατανοητό το περιεχόμενό τους. Οι πρόνοιες της Διαταγής 18 και οι αρχές που τη διέπουν έχουν γίνει αντικείμενο ανάλυσης σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παρέλκει εκτενής αναφοράς τους. Είναι φανερό ότι όλη η φιλοσοφία που διέπει την εξεταζόμενη Διάταξη, είναι η παροχή ευχέρειας στον ενάγοντα να λάβει απόφαση γρήγορα και χωρίς να προηγηθεί εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Κατά συνέπεια ο αποκλεισμός προβολής υπεράσπισης από τον εναγόμενο κατά παράκαμψη της συνηθισμένης διαδικασίας που προβλέπεται από τους θεσμούς, καθιστά απαρέγκλιτα επιτακτική την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης με πολλή φειδώ και με στήριξη σε συγκεκριμένα κριτήρια. ΄Οπως έχει τονιστεί στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Παναγιώτης Ζερβός και Euroinvestment & Finance Ltd,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ., 1968,
- «Να υποδείξουμε αυτό που έχει λεχθεί πολλές φορές, και αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα ενόψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει, ως προς τα δικαιώματα δηλαδή που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του συντάγματος μας και τις ανάλογες διατάξεις της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.18 Κ1(α) πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή.» Το ελάχιστο των προϋποθέσεων τις οποίες ένας ενάγοντας θα πρέπει να ικανοποιήσει ενώπιον του Δικαστηρίου ούτως ώστε αυτό να προχωρήσει στην εξέταση του ουσιαστικού ερωτήματος, του κατά πόσο δηλαδή υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση, έχει κατατεθεί στην υπό εκδίκαση αίτηση. Συγκεκριμένα, το κλητήριο είναι ειδικά οπισθογραφημένο, ο εναγόμενος έχουν καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή και η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της Αίτησης γίνεται από πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής, δηλώνοντας ρητά την πίστη του για ανυπαρξία υπεράσπισης. Ως προς το τελευταίο, η περί του αντιθέτου θέση του Καθ' ου η Αίτηση είναι χωρίς στήριξη. Ο ενόρκως δηλών, λειτουργός στην υπηρεσία Φ.Π.Α. και εξουσιοδοτημένος από τον ενάγοντα να προβεί στην ΄Ενορκο Δήλωσή του, ρητά αναφέρεται στην προσωπική γνώση που έχει επί των γεγονότων, στην εκ μέρους του κατοχή και φύλαξη όλων των σχετικών εγγράφων και την εποπτεία και έλεγχο επί των επίδικων ενεργειών και πράξεων του εναγόμενου. Καταγράφει επίσης τη σχέση του με τις βεβαιώσεις φόρου και τον οφειλόμενο από τον εναγόμενο φόρο, επισυνάπτοντας ως Τεκμήρια στην ένορκη δήλωσή του σχετικές καταστάσεις και έγγραφα. Το σύνολο των πιο πάνω επιμαρτυρεί ότι αυτός έχει θετική γνώση περί των γεγονότων και κρίνεται ως ικανός μάρτυρας για τους σκοπούς της Διαταγής
- Η ανάγκη, λοιπόν, επαλήθευσης της απαίτησης από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά γι΄ αυτή έχει ικανοποιηθεί. Ο ενάγοντας πρόσφερε τη μαρτυρία δεόντως εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου, ο οποίος, με βάση τα καθήκοντά του είχε επαρκή γνώση των γεγονότων. Η αόριστη και γενική τοποθέτηση του Καθ΄ ου η Αίτηση περί αρνήσεως της ιδιότητας του ενόρκως δηλούντα και της καταλληλότητάς του, δεν είναι αρκετή για να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του. Εκ του περισσού σημειώνεται ότι ούτε η αντεξέτασή του ζητήθηκε, ούτως ώστε να τεθεί υπό αμφισβήτηση η ιδιότητά του ή η σχέση του με την υπηρεσία Φ.Π.Α. ή η επάρκειά του να ομνύσει την ένορκη δήλωση. Η καταχώρηση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου, εμφάνισης και η υποστήριξη της Αίτησης για συνοπτική απόφαση από ένορκη δήλωση προσώπου το οποίο ορκίζεται θετικά για τα γεγονότα και επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται, δηλώνοντας ταυτόχρονα την πίστη του περί ανυπαρξίας υπεράσπισης στην αγωγή, ολοκληρώνει τον κύκλο των προϋποθέσεων οι οποίες σχετίζονται άμεσα με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει συνοπτική απόφαση. ΄Εχοντας δεχθεί ότι ο Αιτητής ικανοποίησε το ελάχιστο των προϋποθέσεων, το βάρος πλέον φέρει ο Καθ' ου η Αίτηση να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει υπεράσπιση σε βαθμό που να ενδείκνυται να του επιτραπεί το δικαίωμα της προβολής της. Ο Καθ' ου η Αίτηση έχει υποχρέωση, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το όλο ζήτημα, να δείξει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες τα οποία να φανερώνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση. Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση, εκτός αν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση. Προσθέτω ότι στην εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει, αλλά ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δίνει το δικαίωμα στον εναγόμενο να ακουστεί. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου ότι είναι λανθασμένη η προσέγγιση της άλλης πλευράς πως τα οφειλόμενα ποσά είναι αποτέλεσμα διοικητικών πράξεων και/ή αποφάσεων οι οποίες έχουν καταστεί τελεσίδικες, με περαιτέρω συνέπεια αυτά να είναι άμεσα απαιτητά και πληρωτέα. Είναι ιδιαίτερης σημασίας το υπό αναφορά ζήτημα, καθότι αποδοχή της ανάλογης θέσης των Αιτητών περί ύπαρξης εκτελεστής διοικητικής πράξης, θα άφηνε ως μόνο πεδίο αμφισβήτησης της νομιμότητας των αξιούμενων ποσών την προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, στη βάση του άρθρου 146 του Συντάγματος. Είναι ορθή η κατάληξη του συνήγορου του εναγομένου ότι το μέρος της απαίτησης που καλύπτεται από την αναφορά «οφειλόμενος φόρος από βεβαίωση φόρου» εμπίπτει στα πλαίσια ανεξάρτητης και εκτελεστής διοικητικής πράξης. Αποτέλεσμα αυτής της προσέγγισης ήταν και η αποδοχή απόφασης εκ μέρους του εναγομένου σε σχέση με το επί μέρους αυτό ποσό της αξίωσης. Ερώτημα εγείρεται ως προς το υπόλοιπο μέρος της διεκδίκησης, ήτοι τα ποσά που καλύπτονται από οφειλόμενο φόρο δυνάμει φορολογικών δηλώσεων, τις πρόσθετες επιβαρύνσεις και τους ανάλογους τόκους. Τυχόν αποδοχή της θέσης της πλευράς του ενάγοντα-Αιτητή ότι το σύνολο των πιο πάνω αξιώσεων εμπίπτει στα όρια εκτελεστής διοικητικής πράξης, θα έχει βεβαίως ως αποτέλεσμα την αδυναμία, εξ υπαρχής, θεμελίωσης εκ μέρους του εναγόμενου οποιασδήποτε βάσιμης θέσης υπεράσπισης. Κατάληξη περί του αντιθέτου θα οδηγήσει στην περαιτέρω εξέταση της υπό κρίση Αίτησης, με σημείο τριβής πλέον την αναζήτηση καλόπιστης υπεράσπισης στις θέσεις που παρουσιάστηκαν από τον εναγόμενο. Υποχρέωση πληρωμής στηριζόμενη σε φορολογικές δηλώσεις που υπεβλήθησαν από φορολογούμενο, συναρτάται ευθέως προς το περιεχόμενο των φορολογικών δηλώσεων, με βάση και τις οποίες προσδιορίζεται το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Στις περιπτώσεις αυτές βρισκόμαστε ουσιαστικά ενώπιον αυτοφορολογίας και δεν μεσολαβεί βεβαίωση ή επιβολή φορολογίας ως αποτέλεσμα απόφασης του Εφόρου (Εργατίδης v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2006)1 ΑΑΔ 1098). Είναι αυτό το στοιχείο που συνιστά τη διάσταση μεταξύ οφειλής δυνάμει υποβολής των γραπτών φορολογικών δηλώσεων και οφειλής από βεβαίωση φόρου, για την οποία μεσολαβεί απόφαση του Εφόρου. Όταν, λοιπόν, ασκείται τέτοια εξουσία βεβαίωσης από τον Έφορο, όπως για παράδειγμα στις περιπτώσεις που οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να υποβάλει τις φορολογικές δηλώσεις που απαιτούνται, παρεμβάλλεται διοικητική πράξη η οποία παράγει αφ΄ εαυτής έννομα αποτελέσματα και, συνεπώς, διανοίγεται ο δρόμος προσβολής της, δυνάμει, όπως προανάφερα, του άρθρου 146 του Συντάγματος. Στις περιπτώσεις όμως καθορισμού του οφειλόμενου φόρου υπό το φως φορολογικών δηλώσεων που υπεβλήθηκαν, και δεδομένου ότι δεν παρεμβάλλεται οποιαδήποτε απόφαση της διοίκησης, εδώ του Εφόρου, δεν συνίσταται εκτελεστή διοικητική πράξη. Ταυτόσημη είναι και η κατάληξη ως προς τα ποσά που αφορούν επιβαρύνσεις και τόκους. Ακριβώς επειδή οι επιβαρύνσεις και οι τόκοι προβλέπονται κατευθείαν από το Νόμο και δεν παρεμβάλλεται διοικητική πράξη, δεν συνιστούν ή έχουν στη βάση τους εκτελεστή διοικητική πράξη (Εργατίδης ανωτέρω, σελ. 1109). Κατ΄ ακολουθία, το μέρος αυτό της αμφισβητούμενης απαίτησης, η οποία έχει ως έρεισμα την υποβολή των φορολογικών δηλώσεων, τις επιβαρύνσεις και τους ανάλογους τόκους, δεν συνιστά δικαιοδοτικό πρόβλημα, δεν αφορά δηλαδή έλεγχο διοικητικής πράξης και εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η πιο πάνω κατάληξη δεν σηματοδοτεί και το αποτέλεσμα της παρούσας απόφασης. Εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του εναγομένου να ικανοποιήσει, πάντα στο βαθμό που η παρούσα διαδικασία προϋποθέτει, ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Αναζητώντας απάντηση στο κορυφαίο αυτό ζήτημα, υπενθυμίζω πως η βάση της αξίωσης στηρίζεται αφενός στον υπολογισμό του οφειλόμενου φόρου υπό το πρίσμα των φορολογικών δηλώσεων που ο ίδιος ο εναγόμενος υπέβαλε, και, αφετέρου, σε ποσά - οι πρόσθετες επιβαρύνσεις και οι τόκοι - που προβλέπονται κατευθείαν από τον περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμο, Ν. 246/90, όπως τροποποιήθηκε (ο Νόμος), τα οποία, δηλαδή, επιβάλλονται δυνάμει ρητής νομοθετικής πρόνοιας. Ο εναγόμενος απέτυχε να αποσείσει το βάρος που έχει. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του είναι εντελώς ασαφείς, αόριστοι, ανεπαρκείς και δεν εμπεριέχουν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες προς υποστήριξη της θέσης ότι αποκαλύπτεται καλόπιστη υπεράσπιση. Είναι η ίδια αοριστία και ανεπάρκεια που καλύπτει την ήδη καταχωρηθείσα Έκθεση Υπεράσπισής του. Τεκμηριώνω: Αστήρικτη είναι η εισήγηση περί παράθεσης γεγονότων, τέτοιων που να δίδουν δικαίωμα προς υπεράσπιση σε σχέση με το φόρο που οφείλεται δυνάμει φορολογικών δηλώσεων. Είναι ποσά που εξήχθηκαν κατ΄ εφαρμογή του Νόμου και στη βάση των δηλώσεων που ο ίδιος ο εναγόμενος υπέβαλε. Δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί του αντιθέτου. Ούτε τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ταυτίζονται με αυτά της Εργατίδης ανωτέρω, στην οποία ο εναγόμενος αμφισβήτησε με την υπεράσπισή του ότι πράγματι υπέβαλε τις φορολογικές δηλώσεις από τις οποίες προέκυψε το αντίστοιχο μέρος της αξίωσης. Ως προς την εξόφληση των ποσών αυτών, για τους ίδιους λόγους που εξηγώ στο αμέσως επόμενο στάδιο της απόφασης, ασάφεια, αοριστία και έλλειψη οποιωνδήποτε λεπτομερειών καλύπτει τις αντίστοιχες θέσεις του εναγομένου. Περαιτέρω, με δεδομένες τις πρόνοιες του Νόμου αναφορικά με επιβαρύνσεις και τόκους που επιβάλλονται κατευθείαν επί οφειλόμενων ποσών, είναι αναπόφευκτη η έκδοση απόφασης και γι΄ αυτά, εκτός εάν ετίθετο ισχυρισμός περί εξόφλησης, με την απαραίτητη βεβαίως λεπτομερή κάλυψη. Παρεμβάλλω ότι οφειλόμενα ποσά στην παρούσα υπόθεση είναι ο φόρος από φορολογικές δηλώσεις, για τον οποίο ο εναγόμενος δεν απέσεισε το βάρος να ικανοποιήσει ότι έχει υπεράσπιση και ο φόρος από βεβαιώσεις φόρου για τον οποίο δέχθηκε ήδη εναντίον του απόφαση. Ως προς το θέμα της εξόφλησης, σημειώνω ότι ενώ στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση καταγράφονται με λεπτομέρεια τα οφειλόμενα ποσά και επισυνάπτονται σχετικά αναλυτικά έγγραφα προς απόδειξή τους, ο εναγόμενος κάνει αόριστες αναφορές περί καταβολής κάποιων ποσών, χωρίς να καλύπτει την υποχρέωση που έχει για παράθεση ικανοποιητικών γεγονότων και λεπτομερειών, συμπεριλαμβανομένων σχετικών αποδείξεων, ως προς τη στήριξη ισχυρισμού περί εξόφλησης. Η θέση του δε περί πίστωσης προς όφελός του συγκεκριμένου ποσού, Λ.Κ.95.361,01, ως αναγράφεται στο Τεκμ. 2 επί της ενόρκου δηλώσεως η οποία συνοδεύει την Αίτηση και η προσπάθεια οικοδόμησης επί του γεγονότος αυτού ισχυρισμού περί εξόφλησης, παραβλέπει ότι το αναφερόμενο ποσό λαμβάνεται υπόψη στις πιο πάνω αναλυτικές καταστάσεις, Τεκμ. 2, και υπολογίζεται πριν την κατάληξη στα τελικά οφειλόμενα και αξιούμενα ποσά. Τελικά, η γενικότητα και η ασάφεια με την οποία περιβάλλεται η θέση του, δεν συνάδει προς καλόπιστη υπεράσπιση. Αξιοσημείωτο δε είναι το γεγονός ότι ακόμη και στην ίδια την Έκθεση Υπεράσπισης, που ήδη καταχωρήθηκε, δεν γίνεται καμία άμεση αναφορά και δεν τίθεται οποιοσδήποτε συγκεκριμένος ισχυρισμός για εξόφληση των οφειλόμενων ποσών. Το υπόλοιπο μέρος των λόγων ένστασης του εναγομένου κινείται γύρω από αόριστους, ατεκμηρίωτους και νεφελώδεις ισχυρισμούς περί ύπαρξης παρανομιών και παραβίασης Συνταγματικών του δικαιωμάτων. Οι αρχές στις οποίες έκαμε αναφορά ο ευπαίδευτος συνήγορός του - της χρηστής δηλαδή διοίκησης, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του ιδιώτη προς τη διοίκηση, της διεκπεραίωσης της ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, και της αποφυγής επιβολής καταστρεπτικής έκτασης φορολογίας - είναι καθολικά αναγνωρισμένες και συνιστούν βασικούς πυλώνες του κράτους δικαίου. Δεν τεκμηριώθηκε όμως πώς εφαρμόζονται στην υπό εξέταση Αίτηση, ούτε πώς καλύπτονται από τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης. Παραβλέπει ο ευπαίδευτος συνήγορος τη φύση της συγκεκριμένης φορολογίας. Αφορά Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, ήτοι ποσά τα οποία εισπράχθηκαν από τον εναγόμενο, προκειμένου να δοθούν στο κράτος. Παραβλέπει επίσης πως οι παρεπόμενες επιβαρύνσεις και τόκοι επιβλήθηκαν δυνάμει των προνοιών του Νόμου και ως αποτέλεσμα παραβίασής του από τον ίδιο. Συνεπώς είναι μετέωρος και άτοπος ο ισχυρισμός του περί επιβολής φορολογίας καταστρεπτικής ή απαγορευτικής φύσεως. Κατά ταυτόσημο τρόπο αόριστη και ατεκμηρίωτη είναι επίσης η θέση του περί οποιασδήποτε παραβίασης της αρχής της χρηστής διοίκησης ή ύπαρξης κακοπιστίας εκ μέρους της αρμόδιας υπηρεσίας. Ο ενάγοντας ενήργησε στα πλαίσια των εξουσιών που ο Νόμος του παρέχει και, σε σχέση με τις εναπομείνασες αξιώσεις, με βάση φορολογικές δηλώσεις του ιδίου του εναγομένου. Είναι η άρνηση του τελευταίου να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του που οδήγησε στην εναντίον του καταχώρηση της αγωγής. Τυχόν δε καθυστέρηση στη λήψη δικαστικών μέτρων οφείλεται ουσιαστικά στη δική του παράλειψη, παρά τις κατ΄ επανάληψη οχλήσεις του, να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του και δεν τεκμηριώθηκε, σε οποιοδήποτε βαθμό, επηρεασμός δικαιωμάτων του. Εκ του περισσού αναφέρω ότι οι αναφορές περί κακοπιστίας και ύπαρξης καθυστέρησης συσχετίζονται ουσιαστικά με το μέρος της αξίωσης που στηριζόταν σε οφειλόμενο φόρο από βεβαιώσεις φόρου, για το οποίο ο εναγόμενος, αναγνωρίζοντας την ύπαρξη διοικητικής πράξης, δέχθηκε ήδη εις βάρος του απόφαση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, είναι η τελική κρίση του Δικαστηρίου πως ο εναγόμενος δεν έχει αποσείσει το βάρος που είχε να καταδείξει ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του. Όφειλε, εάν ήθελε με σοβαρότητα να θέσει ισχυρισμούς για παράνομες ή ανεπίτρεπτες χρεώσεις - τέτοιους που να κρίνονται ως ικανοποιητικοί για να δώσουν δικαίωμα προς υπεράσπιση - να παρουσιάσει στοιχεία που να ικανοποιούν σε αυτό το στάδιο ότι όντως ο ενάγοντας ενήργησε παράνομα. Όταν τα νομικά και πραγματικά ζητήματα, λόγω της φύσεώς τους είναι απλά και καθίσταται δυνατό στο Δικαστήριο να μορφώσει άποψη χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση στο στάδιο της δίκης, τότε πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση υπέρ του ενάγοντα. Η αρχή αυτή τέθηκε στην Nichimen Corporation v. Gatoil Overseas Inc. (C.L.A.) [1987] 2 Lloyds Rep. 46, και υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστάκης Αυγουστή κ.ά. v. Γεώργιου Πίριλλου
(1997)1 ΑΑΔ 5, 12. Ενώπιον τέτοιας κατάστασης πραγμάτων βρισκόμαστε. Τόσο τα πραγματικά, όσο και τα νομικά ζητήματα, παρά την προέκταση που επιχείρησε να τους προσδώσει η πλευρά του εναγόμενου, είναι στη βάση τους απλά και δικαιολογούν, για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει, έκδοση συνοπτικής απόφασης. Καταληκτικά, η Αίτηση πετυχαίνει. Εκδίδεται περαιτέρω απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €435.138,63, πλέον τόκο προς 8% επί του ποσού των €289.321,04 ετησίως από 11.7.2007 μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον ΦΠΑ. [Υπ.] ........... Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο