Krashias Footwear Industry Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 2706/03, 30 Ιουλίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A160 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2706/03 Μεταξύ Krashias Footwear Industry Ltd Εναγόντων και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου Ημερομηνία: 30 Ιουλίου 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κ. Κυπριανού Για Εναγόμενο: κα Μαυρομουστάκη Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή τους οι ενάγοντες απαιτούν από τον εναγόμενο το ποσό των £2.638,60 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα, το οποίο όπως ισχυρίζονται αποκόπηκε παράνομα, αδικαιολόγητα και κατά παράβαση των συμβατικών και/ή άλλων υποχρεώσεων του εναγόμενου, όπως επεξηγείται στην έκθεση απαίτησης. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, οι ενάγοντες είναι εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ασχολείται με την κατασκευή και εμπόριο ειδών υπόδησης, ενάγουν δε τον Γενικό Εισαγγελέα βάσει του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου και του άρθρου 172 του Συντάγματος. Κατά ή περί τις 15.4.2002 κατακυρώθηκε υπέρ των εναγόντων από το Τμήμα Κρατικών Αγορών και Προμηθειών του Υπουργείου Οικονομικών (στο εξής «Τ.Κ.Α.Π.») δημόσιος διαγωνισμός προσφορών για την προμήθεια 2.500 ζευγαριών υποδημάτων ασφαλείας προς £15.80 το ζευγάρι, πλέον Φ.Π.Α. Το Τ.Κ.Α.Π. είναι αρχή της Δημοκρατίας εντός της έννοιας του άρθρου 172 του Συντάγματος και οι αξιωματούχοι και/ή υπάλληλοι του ως υπάλληλοι της Δημοκρατίας ενεργούσαν ασκώντας τα καθήκοντα τους αναφορικά με την παρούσα υπόθεση. Η συμφωνία των μερών προέβλεπε ότι η παράδοση των υποδημάτων θα συμπληρωνόταν μέχρι τις 29.7.2002. Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 16.5.2002 ζήτησαν από το Τ.Κ.Α.Π. παράταση του χρόνου παράδοσης των υποδημάτων μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2002 και με επιστολή τους ημερομηνίας 29.7.2002 πληροφόρησαν το Τ.Κ.Α.Π. ότι αντιμετωπίζουν δυσκολία στην παράδοση αυτών λόγω βλάβης στη μηχανή της πολυουρεθάνης που παράγει τη σόλα. Με επιστολή τους ημερομηνίας 16.9.2002 οι ενάγοντες, προσκομίζοντας και τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία ότι από τις 27.3.2002 καταβάλλουν προσπάθεια να εξεύρουν προσωπικό για εργοδότηση για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους χωρίς όμως αποτέλεσμα, πληροφόρησαν το Τ.Κ.Α.Π. ότι λόγω απροόπτου ατυχήματος του χειριστή της μηχανής των σόλων η συμπλήρωση της παράδοσης των υποδημάτων θα γινόταν μέχρι τις 10.10.2002 και ζήτησαν παράταση δέκα ημερών για την παράδοση. Το Τ.Κ.Α.Π. με επιστολή ημερομηνίας 26.9.2002 πληροφόρησε τους ενάγοντες ότι το αίτημα τους για παράταση του χρόνου παράδοσης των υποδημάτων απερρίπτετο και με επιστολή του ημερομηνίας 15.10.2002 ανέφερε στους ενάγοντες ότι λόγω της καθυστέρησης που υπήρξε στην παράδοση επιβλήθηκε πρόστιμο σ' αυτούς και έγινε αποκοπή ύψους £2.638,60, πλέον Φ.Π.Α. Οι ενάγοντες με αριθμό επιστολών διαμαρτυρήθηκαν για την εν λόγω επιβολή προστίμου χωρίς αποτέλεσμα. Ισχυρίζονται δε ότι η αποκοπή είναι παράνομη, αδικαιολόγητη και κατά παράβαση των συμβατικών και/ή άλλων υποχρεώσεων του εναγόμενου και καταγράφουν ως λεπτομέρειες του ισχυρισμού τους ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην παράδοση συγκεκριμένης ποσότητας υποδημάτων ήταν δικαιολογημένη, ότι οι ενάγοντες απέστειλαν επανειλημμένα επιστολές προς το Τ.Κ.Α.Π. αναφέροντας διάφορα προβλήματα που αντιμετώπιζαν και ζητώντας παράταση ενόσω η άρνηση και/ή η παράλειψη του Τ.Κ.Α.Π. να απαντήσει έχει την έννοια ότι σιωπηρά αποδέχθηκε τις εισηγήσεις των εναγόντων για παράταση του χρόνου παράδοσης και/ή ότι κωλύεται να προβεί νόμιμα στην προαναφερθείσα αποκοπή καθώς και ότι το διεκδικούμενο ποσό υπολογίστηκε με αυθαίρετο τρόπο. Στην υπεράσπιση εγείρεται αρχικά προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί επειδή αφορά θέματα που προκύπτουν από απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου Προσφορών, που αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία δεν προσεβλήθη στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος, με αποτέλεσμα το παρόν Δικαστήριο να στερείται δικαιοδοσίας να της επιληφθεί. Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι η θέση αυτή του εναγομένου στη συνέχεια δεν προωθήθηκε εκ μέρους του και ως εκ τούτου, με δεδομένο εξ άλλου ότι η επίδικη διαφορά πηγάζει, ως είναι παραδεκτό, από σύμβαση- και ειδικότερα από σύμβαση δημοσίου όπως θα αναλυθεί πιο κάτω- που συνήφθη μεταξύ των εναγόντων και του Τ.Κ.Α.Π., δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο (βλ. σχετικά και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας κ.α.
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 767). Στην υπεράσπιση του περαιτέρω, ο εναγόμενος αγνοεί και αρνείται την ιδιότητα και ασχολία των εναγόντων ενώ παραδέχεται την κατακύρωση υπέρ τους της προαναφερθείσας προσφοράς των υποδημάτων ασφαλείας με ημερομηνία παράδοσης μέχρι τις 29.7.
- Αναφορικά με την επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 16.5.2002 ο εναγόμενος αναφέρει ότι στην επιστολή αυτή αναφέροντο πιθανά γεγονότα που μπορούσαν να παρουσιαστούν και να προκαλέσουν καθυστέρηση στην παράδοση των υποδημάτων ενόσω οι ενάγοντες γνώριζαν σύμφωνα με τους όρους της προσφοράς και την επιστολή κατακύρωσης ότι η ημερομηνία 29.7.2002 είχε συμφωνηθεί ότι θα είναι η ημερομηνία παράδοσης βάσει της μεταξύ των μερών σύμβασης. Της επιστολής των εναγόντων ημερομηνίας 29.7.2002 προηγήθηκε επιστολή τους ημερομηνίας 17.7.2002, με την οποία ζητείτο παράταση λόγω των θερινών διακοπών, θέμα που εξετάστηκε από την Κεντρική Επιτροπή Αλλαγών και Απαιτήσεων (στο εξής «η Επιτροπή»), λόγω αρμοδιότητας, η οποία αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος και την αποκοπή ποσοστού από το ποσό της προσφοράς κατά την εφαρμογή των όρων της σύμβασης και των προνοιών των σχετικών κανονισμών, γεγονός για το οποίο ειδοποιήθηκαν οι ενάγοντες. Είναι παραδεκτό εκ μέρους του εναγόμενου ότι αποστάληκε η επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 16.9.2002 αλλά οι τυχόν προσπάθειες τους για εξεύρεση προσωπικού δεν αφορούν τον εναγόμενο εφόσον οι ενάγοντες γνώριζαν τους όρους της προσφοράς και έπρεπε να προβούν σε σχετικές ενέργειες για εργοδότηση προσωπικού. Ο εναγόμενος παραδέχεται ότι με την επιστολή ημερομηνίας 26.9.2002 απορρίφθηκε το αίτημα των εναγόντων κατόπιν απόφασης της Επιτροπής κατ' εφαρμογή των όρων του συμβολαίου καθώς και ότι με την επιστολή του Τ.Κ.Α.Π. ημερομηνίας 15.10.2002 επιβλήθηκε το επίδικο πρόστιμο στους ενάγοντες, γεγονός που κατά τον ισχυρισμό του εναγόμενου έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες της σύμβασης και αποτελούσε απόλυτο δικαίωμα του Τ.Κ.Α.Π. Είναι επίσης παραδεκτό από τον εναγόμενο ότι οι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν για την επιβολή προστίμου και εστάλησαν επιστολές ημερομηνίας 21.1.2003 και 3.4.2003 στις οποίες επεξηγούντο οι λόγοι της αποκοπής. Αρνείται τέλος ο εναγόμενος τους ισχυρισμούς για παράνομη, αδικαιολόγητη και αντισυμβατική ενέργεια των αρμοδίων καθώς και τις λεπτομέρειες που προβάλλουν σχετικά οι ενάγοντες, υποστηρίζοντας ότι οι μόνοι υπαίτιοι για την αποκοπή είναι οι ενάγοντες, που δεν συμμορφώθηκαν με τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τη σχετική σύμβαση και κωλύονται να εγείρουν την παρούσα αγωγή, η οποία πρέπει να απορριφθεί. Ο μοναδικός μάρτυρας της υπόθεσης Μιχαλάκης Κρασσιάς (ΜΕ), που κατέθεσε εκ μέρους των εναγόντων, είναι ένας από τους διευθυντές τους. Ουσιαστικά επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και κατέθεσε ως Τεκμήρια αντίγραφα των εγγράφων και των επιστολών που οι ενάγοντες επικαλούνται σ' αυτή. Ως Τεκμήριο 1 κατατέθηκε η προκήρυξη δημόσιου διαγωνισμού προσφορών με ανοικτή διαδικασία ημερομηνίας 15.10.2001, με την οποία ζητούντο προσφορές για την προμήθεια υποδημάτων ασφαλείας. Ως Τεκμήριο 2 η επιστολή του Τ.Κ.Α.Π. ημερομηνίας 15.4.2002 για την κατακύρωση της προσφοράς υπέρ των εναγόντων. Ως Τεκμήρια 3-6 οι επιστολές των εναγόντων με ημερομηνίες 16.5.2002, 17.7.2002, 29.7.2002 και 16.9.2002 αντίστοιχα προς το Τ.Κ.Α.Π., στις οποίες αναφέρονται όσα επικαλούνται οι ενάγοντες σε σχέση με τους λόγους μη παράδοσης των υποδημάτων. Ως Τεκμήρια 7 και 8 οι επιστολές του Τ.Κ.Α.Π. με ημερομηνίες 26.9.2002 και 15.10.2002 αντίστοιχα προς τους ενάγοντες αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματος για παράταση του χρόνου παράδοσης των υποδημάτων και σε σχέση με το ποσό της αποκοπής. Ως Τεκμήρια 9-12 οι επιστολές των εναγόντων με ημερομηνίες 21.10.2002, 14.11.2002, 18.12.2002 και 14.1.2003, με τις οποίες αυτοί διαμαρτυρήθηκαν για την επιβολή του επίδικου προστίμου. Ως Τεκμήριο 13 η επιστολή του Γενικού Λογιστή της Δημοκρατίας, ως Προέδρου του Κεντρικού Συμβουλίου Προσφορών, ημερομηνίας 13.12.2002 προς τους ενάγοντες με την οποία τους πληροφορούσε ότι η αλληλογραφία για την επίδικη σύμβαση θα πρέπει να απευθύνεται στον διευθυντή του Τ.Κ.Α.Π. Ως Τεκμήριο 14 η επιστολή του διευθυντή του Τ.Κ.Α.Π. ημερομηνίας 21.1.2003 προς τους ενάγοντες που αφορά τη διαμαρτυρία τους για την επιβολή του προστίμου και ως Τεκμήριο 15 η απάντηση των εναγόντων ημερομηνίας 22.1.
- Ήταν περαιτέρω η θέση του ΜΕ ότι η επίδικη αποκοπή οδήγησε σε εξάλειψη σε μεγάλο βαθμό του κέρδους των εναγόντων από την όλη προσφορά και έγινε αυθαίρετα καθόσον οι λόγοι της καθυστέρησης στην παράδοση θα έπρεπε να κρίνοντο δικαιολογημένοι ενόσω με τη συμπεριφορά του το Τ.Κ.Α.Π. οδήγησε τους ενάγοντες στο να αντιληφθούν ότι θα τους εδίδετο η μικρή παράταση χρόνου που ζήτησαν. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ υποστήριξε ότι όταν οι ενάγοντες έδωσαν την επίδικη προσφορά γνώριζαν ότι τα εργοστάσια που τους προμήθευαν τα υλικά ήταν σε λειτουργία και πίστευαν ότι τα υλικά θα τους παρεδίδοντο έγκαιρα. Όταν έστειλαν την επιστολή- Τεκμήριο 3 μπορεί να είχαν επικοινωνήσει με τους προμηθευτές και προέβλεπαν ότι θα αργούσαν να τους προμηθεύσουν τα υλικά. Στην επιστολή αυτή επεσήμαναν ότι πιθανόν να υπάρχει καθυστέρηση αλλά δεν ζήτησαν παράταση του χρόνου παράδοσης. Δεν συμφώνησε ότι οι ενάγοντες επέδειξαν ανετοιμότητα και έλλειψη προγραμματισμού σε σχέση με την υπό κρίση προσφορά και υποστήριξε ότι δεν ανέμεναν απάντηση από το Τ.Κ.Α.Π. για το Τεκμήριο 3 αλλά για τις επιστολές τους προς το τμήμα αυτό που ακολούθησαν. Δέχθηκε ότι η αναφορά τους σε τμηματική παράδοση μέχρι 30.9.2002 έγινε για πρώτη φορά στην επιστολή τους Τεκμήριο 4 και δεν ζήτησαν από το προσωπικό τους να εργαστεί τον Αύγουστο επειδή θεώρησαν ότι η παράταση στο χρόνο παράδοσης ήταν δεδομένη εφόσον δεν είχαν λάβει απάντηση από το Τ.Κ.Α.Π. στις επιστολές τους. Ανέφερε ότι η ετοιμασία των υποδημάτων άρχισε κοντά στις 20 Ιουλίου δεδομένου ότι η παράδοση θα γινόταν μέχρι 29 Ιουλίου, υποστηρίζοντας συνάμα ότι αν είχαν τα υλικά και δεν υπήρχαν προβλήματα θα χρειάζοντο 15 ημέρες για την παραγωγή των υποδημάτων. Αναφορικά με την επιστολή Τεκμήριο 6 υποστήριξε ότι δεν παρέδωσαν τα 400 ζεύγη υποδημάτων που είχαν έτοιμα λόγω των καλών σχέσεων που είχαν με το Τ.Κ.Α.Π. θεωρώντας ότι ήταν αποδεκτό ότι τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν δικαιολογούσαν την καθυστέρηση. Όταν κτύπησε ο μοναδικός εργάτης που χειριζόταν τη μηχανή δεν το θεώρησαν αναγκαίο να το αναφέρουν στο Τ.Κ.Α.Π. ούτε και μπορούσαν να βρουν άλλον εργάτη για να συνεχιστεί η παραγωγή των επίδικων υποδημάτων. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 16, 17 και 18 τα τιμολόγια που αφορούν την παράδοση 830 ζευγαριών υποδημάτων στις 2.8.2002, 1400 ζευγαριών στις 30.9.2002 και 270 ζευγαριών στις 3.10.2002 αντίστοιχα. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της επιστολής Τεκμήριο 15 οι κύριοι λόγοι καθυστέρησης ήταν ότι χάλασε η μηχανή της πολυουρεθάνης και ότι κτύπησε ο εργάτης, αλλά θα μπορούσαν να προβάλουν και άλλους λόγους για την καθυστέρηση αν καλούντο σχετικά από το Τ.Κ.Α.Π. Συμφώνησε ότι το πρόστιμο επιβλήθηκε όταν ολοκληρώθηκε η παράδοση όλων των υποδημάτων και φάνηκε ο χρόνος της καθυστέρησης ενόσω οι ενάγοντες γνώριζαν ότι θα πλήρωναν πρόστιμο σύμφωνα με τους κανονισμούς εφόσον στη συνεδρίαση της Επιτροπής στις 30.7.2002 δεν τους παρασχέθηκε παράταση του χρόνου παράδοσης. Στις επιστολές του Τ.Κ.Α.Π. προς αυτούς με ημερομηνίες 4.2.2003 και 3.4.2003 (Τεκμήρια 19 και 20 αντίστοιχα) φαίνεται ότι δεν επανεξετάστηκε το θέμα από την Επιτροπή εφόσον δεν τέθηκαν νέα πραγματικά στοιχεία που να δικαιολογούν επανεξέταση του. Αγορεύοντας οι συνήγοροι υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία. Ο κ. Κυπριανού εισηγήθηκε ότι για να γίνει αποκοπή ποσού σύμφωνα με το άρθρο 19.2 της επίδικης σύμβασης θα πρέπει να υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση και τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης καταδεικνύουν ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην παράδοση των υποδημάτων κάθε άλλο παρά αδικαιολόγητη ήταν, όπως προκύπτει από τις εξηγήσεις που έδωσαν οι ενάγοντες στο αρμόδιο τμήμα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αντίθετα, το Τ.Κ.Α.Π. κωλύεται λόγω συμπεριφοράς να επιβάλει το επίδικο πρόστιμο στους ενάγοντες δεδομένου ότι ουδέποτε απήντησε όταν έπρεπε στις επιστολές των εναγόντων. Εξάλλου η αποκοπή του διεκδικούμενου ποσού είναι αυθαίρετη και ο εναγόμενος δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι υπέστη πραγματική ζημιά. Η κα Μαυρομουστάκη εισηγήθηκε ότι από τα γεγονότα, που ουσιαστικά είναι παραδεκτά, συνάγεται ότι η ημερομηνία παράδοσης των υποδημάτων ήταν καθορισμένη και ουδέποτε υποβλήθηκε εγκαίρως αίτημα για παράταση του χρόνου παράδοσης. Είναι πρόδηλο ότι όλα τα υποδήματα παραδόθηκαν καθυστερημένα και οι ενάγοντες παραβίασαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις με αποτέλεσμα σύμφωνα με την σχετική σύμβαση να γίνει η επίδικη αποκοπή, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι ήταν αυθαίρετη. Σύμφωνα με το άρθρο 74 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, η αποκοπή που έγινε ήταν απολύτως εύλογη αποζημίωση για τη διάρρηξη ή την μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόντων. Ως προς την αξιολόγηση της προφορικής μαρτυρίας μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, η νομολογία διαγράφει ότι γίνεται με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις των μαρτύρων για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ
(1994)1 ΑΑΔ 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) ΑΑΔ 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) ΑΑΔ 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 820). Στην υπό κρίση υπόθεση αξιολογώντας την προσαχθείσα εκ μέρους των εναγόντων προφορική μαρτυρία και τα κατατεθέντα Τεκμήρια, που αποτελούν τη μόνη μαρτυρία που το Δικαστήριο έχει ενώπιον του, είναι πρόδηλο ότι τα ουσιώδη γεγονότα όπως χρονικά εξελίχθηκαν και αποτελούν την βάση για την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση εκ μέρους του εναγομένου. Ειδικότερα τα κατατεθέντα κατά την μαρτυρία του ΜΕ Τεκμήρια δεν έχουν αμφισβητηθεί ως προς την ύπαρξη τους και από αυτά συνάγονται και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι η διαφωνία των διαδίκων εστιάζεται στην ερμηνεία ουσιαστικά του περιεχομένου των κατατεθέντων εγγράφων και επιστολών αναφορικά με το θέμα ύπαρξης αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην παράδοση των επίδικων υποδημάτων που οδήγησε στην αποκοπή του διεκδικούμενου με την αγωγή ποσού βάσει της υπάρχουσας συμφωνίας και ενόψει της αμφισβήτησης της ορθότητας της αποκοπής αυτής εκ μέρους των εναγόντων συνεπεία της στάσης που τήρησε το Τ.Κ.Α.Π. κατά τον επίδικο χρόνο, όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια. Είναι αναμφισβήτητα συνεπώς τα ακόλουθα γεγονότα. Στις 15.10.2001 προκηρύχθηκε δημόσιος διαγωνισμός προσφορών με ανοικτή διαδικασία για την προμήθεια υποδημάτων ασφαλείας. Οι οδηγίες, όροι, προδιαγραφές και άλλα σχετικά για το διαγωνισμό στοιχεία και πληροφορίες καθώς και οι ειδικοί όροι περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο
- Στις 15.4.2002 κατακυρώθηκε η επίδικη προσφορά στους ενάγοντες για την προμήθεια 2.500 ζευγαριών υποδημάτων ασφαλείας προς £15.80 το ζευγάρι, πλέον Φ.Π.Α. Στο Τεκμήριο 2 αναφέρονται οι όροι της κατακύρωσης της προσφοράς στους ενάγοντες και καθορίζεται ρητά ότι η παράδοση έπρεπε να συμπληρωθεί μέσα σε τρεις μήνες από τις 29.4.
- Από τα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου περαιτέρω προκύπτει ότι, με την πρώτη επιστολή τους προς το Τ.Κ.Α.Π. ημερομηνίας 16.5.2002 (Τεκμήριο 3) οι ενάγοντες έθεσαν πληροφοριακά κάποιους λόγους που, όπως ρητά αναφέρουν, τους δημιουργούσαν προβλήματα στον ακριβή χρόνο παράδοσης των υποδημάτων για να ληφθούν υπόψη σε περίπτωση που τυχόν παρουσιαστούν. Από το λεκτικό της επιστολής προκύπτει ότι επρόκειτο για πιθανότητες σχετικά με καθυστέρηση των προμηθευτών τους να αποστείλουν τα εισαγόμενα υλικά λόγω της μικρής ποσότητας που παραγγέλθηκε και για το ενδεχόμενο οι προμηθευτές τους να είχαν κλείσει ή αναστείλει τις εργασίες τους με αποτέλεσμα να πρέπει να εξευρεθούν άλλοι προμηθευτές. Τίθεται επίσης ότι, επειδή ο Αύγουστος είναι μήνας που παραχωρούνται οι ετήσιες άδειες προσωπικού, αν δεν παραδοθεί όλη η ποσότητα μέχρι τέλους Ιουλίου η εναπομείνασα ποσότητα, που θα φροντίσουν να είναι όσο το δυνατό πιο μικρή, θα παραδοθεί τον Σεπτέμβριο. Από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής συνάγεται, όπως δέχθηκε εξ άλλου και ο ΜΕ στην αντεξέταση του, ότι δεν υποβλήθηκε εκ μέρους των εναγόντων τότε αίτημα για παράταση του χρόνου παράδοσης των υποδημάτων καθότι, όπως τέθηκε από αυτούς στην εν λόγω επιστολή, επιδίωξη τους ήταν να παραδοθούν τα υποδήματα «εντός της ζητηθείσας χρονικής περιόδου». Η επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 17.7.2002 (Τεκμήριο 4) περιλαμβάνει τη θέση ότι έχει ήδη αναφερθεί εκ μέρους των εναγόντων με την επιστολή τους ημερομηνίας 16.5.2002, δηλαδή με το Τεκμήριο 3, ότι η παράδοση των υποδημάτων θα είναι τμηματική μέχρι 30.9.
- Επιπρόσθετα, δηλώνεται ότι μια ποσότητα 1000 υποδημάτων θα παραδοθεί μέχρι το τέλος Ιουλίου και το υπόλοιπο μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου επειδή είναι αδύνατο αυτό να γίνει αρχές Σεπτεμβρίου λόγω των θερινών διακοπών του Αυγούστου. Στην επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 29.7.2002, Τεκμήριο 5, αναφέρεται ότι παρόλο που είχαν υποσχεθεί ότι θα έπρεπε να παραδώσουν 1000 ζεύγη υποδημάτων, εντελώς απρόοπτα η μηχανή της πολυουρεθάνης που βάζει τη σόλα έχει χαλάσει από τις 25.7.2002, παρά δε τις προσπάθειες τους για επιδιόρθωση της αυτό δεν κατέστη δυνατό. Από το περιεχόμενο και αυτής της επιστολής προκύπτει ότι οι ενάγοντες δεν υπέβαλαν οποιοδήποτε αίτημα για παράταση του χρόνου παράδοσης των υποδημάτων και, όπως το έθεσαν, ενημέρωσαν το αρμόδιο τμήμα για τα απροσδόκητα που δημιουργούν καθυστέρηση στην παράδοση. Με την επιστολή τους ημερομηνίας 16.9.2002, Τεκμήριο 6, οι ενάγοντες επαναλαμβάνοντας τη θέση ότι η παράδοση των παραγγελθέντων υποδημάτων θα γινόταν τμηματικά, αναφέρουν ότι έχοντας παραδώσει 830 ζεύγη και έχοντας έτοιμα 400 ζεύγη προγραμμάτισαν να παραδώσουν τα 1270 ζεύγη μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου του
- Λόγω όμως απροόπτου ατυχήματος του χειριστή της μηχανής η παράδοση της υπόλοιπης ποσότητας θα γινόταν μέχρι τις 10.10.
- Το ατύχημα κράτησε εκτός εργασίας τον εργάτη-χειριστή της μηχανής από τις 29.8.2002 μέχρι τις 13.9.2002 και όπως υποστήριξαν λόγω του ατυχήματος και της ελλείψεως άλλων εργατών δεν ήταν δυνατό να τελειώσει η υπόλοιπη ποσότητα όπως είχαν προγραμματίσει. Δήλωσαν επίσης ότι από τις 27.3.2002 καταβάλλουν προσπάθειες για την εργοδότηση δύο ατόμων για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους σχετικά με το χρόνο παράδοσης αλλά δεν το κατόρθωσαν. Ανέφεραν επίσης ότι λόγω των κατανοητών δυσκολιών που αντιμετωπίζουν η παράταση των 10 ημερών που ζητούν είναι πλήρως δικαιολογημένη. Όπως φαίνεται στην επιστολή του διευθυντή του Τ.Κ.Α.Π. ημερομηνίας 26.9.2002, Τεκμήριο 7, προς τους ενάγοντες, εξετάστηκε εκ μέρους της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της στις 30.7.2002 αίτημα των εναγόντων για παράταση του χρόνου παράδοσης των υποδημάτων. Η Επιτροπή σε συνεδρίαση της ημερομηνίας 30.7.2002 απέρριψε το αίτημα και αποφάσισε να εφαρμοστούν οι όροι του συμβολαίου με αποτέλεσμα το τμήμα να προβεί σε αποκοπές για τις καθυστερήσεις σύμφωνα με τους όρους αυτού. Στην επιστολή του διευθυντή ημερομηνίας 15.10.2002 προς τους ενάγοντες, Τεκμήριο 8, αναφέρεται ότι «υπάρχει χρόνος καθυστέρησης στην παράδοση δύο μηνών» και έχει γίνει αποκοπή ύψους 5% για τις καθυστερήσεις που ανέρχεται στις £2.638,60, πλέον Φ.Π.Α. Παρόλο δε που δεν προσφέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ύψος του αποκοπέντος ποσού είναι πρόδηλο, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας (βλ. όρο 19.2 του Τεκμηρίου 1), ότι αυτό υπολογίσθηκε με βάση την αξία των 1670 ζευγών υποδημάτων (δηλαδή 1670 Χ ₤15,80 = ₤26.386), που παραδόθηκαν στις 30.9.2002 και στις 3.10.2002, με καθυστέρηση δηλαδή 2 μηνών από τις 29.7.2002, με ποσοστό ύψους 5% για κάθε μήνα καθυστέρησης (δηλαδή ₤26.386 Χ 5% Χ 2= ₤2.638,60). Με την αλληλογραφία που επακολούθησε (βλ. Τεκμήρια 9-15) οι ενάγοντες διαμαρτύρονται για την απόφαση αποκοπής του πιο πάνω ποσού και προβάλλουν ότι η καθυστέρηση στον χρόνο παράδοσης των υποδημάτων ήταν δικαιολογημένη, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τα επιχειρήματα που ήδη αναφέρθηκαν και τα οποία γνωστοποίησαν στο αρμόδιο τμήμα για να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση της παράδοσης των υποδημάτων. Από το περιεχόμενο της τελευταίας επιστολής των εναγόντων προς τον διευθυντή του Τ.Κ.Α.Π. ημερομηνίας 22.1.2003, Τεκμήριο 15, φαίνεται ότι οι ενάγοντες θεωρούν ότι με την επιστολή τους ημερομηνίας 16.5.2002, Τεκμήριο 3, ζήτησαν παράταση του χρόνου παράδοσης μέχρι 30.9.2002, παρόλο που σύμφωνα με τον συνήγορο τους δεν είχαν υποχρέωση να ζητήσουν παράταση του χρόνου σε ιδιωτική συμφωνία. Αυτό ωστόσο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα δεδομένου ότι όπως προαναφέρθηκε με την επιστολή τους αυτή δεν υποβάλλεται σαφώς αίτημα παράτασης του χρόνου παράδοσης και ούτε είναι πρόδηλο ότι ζητήθηκε παράταση μέχρι 30.9.
- Ούτε και με την επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 17.7.2002, Τεκμήριο 4, φαίνεται ότι υποβλήθηκε αίτημα για παράταση του χρόνου διαφάνηκε ωστόσο η αδυναμία τους να παραδώσουν εντός της προθεσμίας, η οποία επιβεβαιώθηκε με την επιστολή τους ημερομηνίας 29.7.2002, Τεκμήριο
- Γι' αυτό το λόγο προφανώς το θέμα στάληκε από το αρμόδιο τμήμα προς εξέταση στην αρμόδια Επιτροπή, εξετάστηκε από την Επιτροπή στις 30.7.2002 και το αίτημα απορρίφθηκε. Η απόφαση της Επιτροπής για αποκοπή του διεκδικούμενου ποσού λήφθηκε, όπως είναι κοινώς αποδεκτό, δυνάμει του όρου 19.2 που περιλαμβάνεται στην προκήρυξη του δημόσιου διαγωνισμού (βλ. Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με τον όρο αυτό, ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε άλλες κυρώσεις που δυνατόν να επιβληθούν όταν διαπιστωθεί ότι συμβασιούχος δημοσίου έχει παραβιάσει οποιοδήποτε όρο σύμβασης δημοσίου, στις περιπτώσεις αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην παράδοση των προς προμήθεια αγαθών, ο διευθυντής του Τ.Κ.Α.Π. θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον συμβασιούχο δημοσίου την καταβολή, με την μορφή προστίμου, ποσού ύψους 5% της αξίας των προς παραλαβή αγαθών, τα οποία δεν θα παραδοθούν έγκαιρα. Το πρόστιμο αυτό θα επιβάλλεται για κάθε μήνα ή μέρος του μήνα που θα καθυστερεί η παράδοση, το συνολικό του όμως ύψος δεν μπορεί να υπερβεί το 10% του ολικού ποσού της σχετικής σύμβασης δημοσίου. Από τα αναμφισβήτητα γεγονότα προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι οι ενάγοντες παρέδωσαν 830 ζεύγη υποδημάτων στις 2.8.2002, 1400 ζεύγη στις 30.9.2002 και 270 ζεύγη στις 3.10.2002 (βλ. Τεκμήρια 16, 17 και 18 αντίστοιχα). Συνεπώς οι ενάγοντες δεν είχαν συμμορφωθεί με τον όρο παράδοσης των υποδημάτων μέχρι τις 29.7.
- Το γεγονός εξάλλου ότι υπήρξε καθυστέρηση στην παράδοση των υποδημάτων είναι αποδεκτό και λόγω αυτού η Επιτροπή επιλήφθηκε του θέματος σύμφωνα με τον προαναφερθέντα όρο 19.2 της σύμβασης μεταξύ των μερών. Η Επιτροπή, έχοντας υπόψη της τα στοιχεία που τέθηκαν από τους ενάγοντες με τις προαναφερθείσες επιστολές τους μέχρι και τις 29.7.2002 για να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση στην παράδοση, έκρινε ότι η καθυστέρηση ήταν αδικαιολόγητη. Όπως ήδη αναφέρθηκε ο όρος 19.2 αφορά τις περιπτώσεις αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην παράδοση αγαθών και εφαρμόζεται ανεξάρτητα από άλλες κυρώσεις όταν διαπιστωθεί παράβαση σύμβασης δημοσίου από συμβασιούχο. Σε σχέση με το χρόνο παράδοσης στους Ειδικούς Όρους - Μέρος Β, άρθρο 8 (βλ. Τεκμήριο 1) προνοείται ότι η παράδοση των προς προμήθεια προϊόντων πρέπει να συμπληρωθεί εντός χρονικής περιόδου η οποία δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερη των τριών μηνών και αρχίζει από την ημερομηνία που θα γνωστοποιηθεί η κατακύρωση της προσφοράς. Στο Τεκμήριο 2 καθορίζεται σαφώς ότι η παράδοση των υποδημάτων πρέπει να συμπληρωθεί μέσα σε περίοδο τριών μηνών που αρχίζει από τις 29.4.
- Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, Specific Contracts, Volume II, 25th edition, παραγρ. 4248-4253, τα μέρη μπορούν να καθορίσουν στη συμφωνία τους κατά πόσο ο χρόνος παράδοσης είναι ουσιώδης σε σχέση με την ευθύνη του πωλητή να παραδώσει εντός του συμφωνηθέντος χρόνου. Σαν γενικός κανόνας ο χρόνος παράδοσης είναι ουσιώδης στις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές. Σε περίπτωση που ο αγοραστής αποδέχεται παράδοση των αγαθών μετά τον καθορισθέντα χρόνο μπορεί να θεωρηθεί ότι έχασε το δικαίωμα του να θεωρήσει ότι η περίοδος παράδοσης έχει λήξει κατά το χρόνο που έχει καθοριστεί στη συμφωνία. Στην υπόθεση G.Charalambous Ltd v. Kalos Kafes Ltd κ.α.
(1997)1 (Α) ΑΑΔ 199 λέχθηκε ότι ο χρόνος σε μια σύμβαση θεωρείται σαν ουσιώδης και αποτελεί συστατικό στοιχείο, η μη τήρηση του οποίου καθιστά τη συμφωνία ακυρώσιμη, στις περιπτώσεις που οι συμβαλλόμενοι έχουν σαφώς διατυπώσει στη συμφωνία ότι ο χρόνος είναι ουσιώδης ή όπου οι συνθήκες ή η φύση της συμφωνίας υποδηλούν ότι ο χρόνος θα τηρηθεί επακριβώς ή όταν ο χρόνος εφόσον δεν τηρηθεί το άλλο συμβαλλόμενο μέρος καταστήσει τον όρο ουσιώδη θέτοντας εύλογη προθεσμία για συμμόρφωση ( βλ. Paraskevas v. Landas
(1988)C.L.R. 285, Rodoulli v. Papassavas
(1988)1 C.L.R. 540 και Chitty on Contract, 25η έκδοση, παράγρ. 1391). Στην παρούσα υπόθεση κατά την αντίληψη μου ο χρόνος παράδοσης των υποδημάτων έχοντας καθοριστεί ρητά στη συμφωνία των μερών, δημιουργούσε στους ενάγοντες την ευθύνη να συμπληρώσουν την παράδοση εντός της περιόδου των τριών μηνών που άρχιζε 14 μέρες μετά την κατακύρωση της προσφοράς σ' αυτούς. Οι ενάγοντες γνώριζαν ότι ο χρόνος παράδοσης ήταν ουσιώδης όρος της συμφωνίας αλλά και περαιτέρω είχαν αποδεχθεί και τους λοιπούς όρους της προσφοράς μεταξύ των οποίων ήταν ο όρος που αφορά τις καθυστερήσεις. Το αρμόδιο τμήμα ωστόσο αποδεχόμενο την τμηματική παράδοση των υποδημάτων μετά την πάροδο του καθορισθέντος χρόνου παράδοσης επέλεξε να μην ζητήσει ακύρωση της συμφωνίας και να εφαρμόσει τον όρο της συμφωνίας που αναφέρεται ειδικά στην επιβολή προστίμου όταν η καθυστέρηση παράδοσης είναι αδικαιολόγητη. Το κατά πόσο ήταν αδικαιολόγητη η καθυστέρηση στην παράδοση των υποδημάτων όπως έκρινε η Επιτροπή θα πρέπει να κριθεί υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης. Στη σύμβαση δεν καθορίζεται πότε υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Τα κριτήρια καθορισμού της ύπαρξης αδικαιολόγητης καθυστέρησης είναι αντικειμενικά στα πλαίσια των περιστάσεων της υπόθεσης. Ο συνήγορος των εναγόντων με την συμπληρωματική του αγόρευση διευκρίνισε ότι δεν ετίθετο θέμα αποδοχής εκ μέρους των εναγόντων της απαίτησης του τμήματος για παράδοση των υποδημάτων εντός τριών μηνών, όπως είχε θέσει στην αρχική του αγόρευση. Και αυτό είναι ορθό εφόσον ο χρόνος παράδοσης είχε καθοριστεί ρητά στα πλαίσια της συμφωνίας των μερών. Η συμπεριφορά των εναγόντων μετά την κατακύρωση της προσφοράς σ' αυτούς φανερώνει ότι παρόλο που γνώριζαν ότι έπρεπε να συμμορφωθούν με τα χρονικά πλαίσια της παράδοσης αδράνησαν φέροντας το Τ.Κ.Α.Π. στη θέση να μην γνωρίζει μέχρι και λίγες μέρες πριν τη λήξη του χρόνου κατά πόσο θα γινόταν η παράδοση οποιασδήποτε ποσότητας υποδημάτων. Οι αναφορές των εναγόντων στο Τεκμήριο 3 ήταν πολύ αόριστες και παρόλο που είχαν αρκετό χρόνο για να φροντίσουν να είναι σε θέση να ανταποκριθούν στα καθορισθέντα χρονικά πλαίσια είναι πρόδηλο ότι άφησαν τον χρόνο να παρέλθει άπρακτος. Όπως δέχθηκε ο ΜΕ στην αντεξέταση του με την επιστολή αυτή δεν ζητήθηκε παράταση του χρόνου παράδοσης των υποδημάτων και παρόλο που θα χρειάζοντο 15 ημέρες για την παραγωγή τους μόλις στις 20.7.2002 άρχισαν να κατασκευάζουν τα υποδήματα. Στην επιστολή των εναγόντων προς το τμήμα ημερομηνίας 17.7.2002, Τεκμήριο 4, δεν γίνεται καμία αναφορά στους λόγους της καθυστέρησης, η οποία για τους ενάγοντες ήταν πλέον δεδομένη και αναπόφευκτη. Στην επιστολή τους αυτή ανακοίνωσαν την απόφαση τους για τμηματική παράδοση μέχρι τις 30.9.2002 σε πλήρη αντίθεση με τους όρους της συμφωνίας και αγνοώντας τα συμφωνηθέντα. Με την επιστολή τους δε ημερομηνίας 29.7.2002, Τεκμήριο 5, που στάληκε δηλαδή την ημέρα που έληγε ο χρόνος παράδοσης, οι ενάγοντες επικαλούνται απρόοπτη βλάβη της μηχανής της πολυουρεθάνης που βάζει την σόλα από τις 25.7.2002, η οποία δεν είχε επιδιορθωθεί παρά τις προσπάθειες τους. Ενόψει της βλάβης αυτής δεν ήταν σε θέση να παραδώσουν μέρος της ποσότητας των υποδημάτων, δηλαδή 1000 ζεύγη, που οι ίδιοι αποφάσισαν ότι θα παρέδιδαν κατά την λήξη του χρόνου παράδοσης. Όπως δείχνει η πορεία των πραγμάτων αυτή η απρόοπτη, κατά τους ενάγοντες, βλάβη δημιούργησε μια μικρή καθυστέρηση λίγων ημερών εφόσον στις 2.8.2002 παρέδωσαν 830 ζεύγη αντί 1000 που είχαν δηλώσει ότι θα παρέδιδαν. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι η προαναφερθείσα μηχανή διορθώθηκε πριν τις 2.8.2002 και συνεπώς η απρόοπτη βλάβη δεν επέδρασε ουσιαστικά στην καθυστέρηση. Παρεμβάλλεται εδώ ότι από την καθυστέρηση που προέκυψε από την εν λόγω βλάβη, ακόμη και αν, παρά τα όσα αναφέρθηκαν, θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη, δεν προέκυψαν συνέπειες για τους ενάγοντες εφόσον η αποκοπή υπολογίστηκε με βάση τα ζεύγη των υποδημάτων που παραδόθηκαν στις 30.9.2002 και στις 3.10.
- Πέραν του λόγου αυτού και δεδομένου ότι οι φόβοι των εναγόντων που εκφράστηκαν στην πρώτη τους επιστολή, Τεκμήριο 3, για την καθυστέρηση στην παράδοση των υλικών από τους προμηθευτές τους αλλά και για το κλείσιμο των εργοστασίων των προμηθευτών τους δεν επαληθεύτηκαν, οι λοιποί και κύριοι προβληθέντες λόγοι εκ μέρους των εναγόντων για την καθυστέρηση φαίνεται ότι ανάγονται σε χρόνο μεταγενέστερο του καθορισθέντος χρόνου παράδοσης. Και αυτό επειδή ήταν γνωστό σ' αυτούς όταν τους κατακυρώθηκε η προσφορά ότι ο Αύγουστος, που άλλωστε ακολουθούσε μετά την λήξη του χρόνου παράδοσης, ήταν μήνας διακοπών και εν πάση περιπτώσει έπρεπε να μεριμνήσουν να τηρήσουν το χρονοδιάγραμμα της παράδοσης πριν τον μήνα αυτό. Προφανώς δε το ατύχημα του εργάτη επεσυνέβη σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο του συμφωνηθέντος χρόνου παράδοσης. Ως προς τον ισχυρισμό του συνηγόρου των εναγόντων ότι δεν θα έπρεπε να αποκοπεί ποσό για τα 400 ζεύγη που οι ενάγοντες είχαν έτοιμα αλλά δεν τα παρέδωσαν άμεσα παρατηρείται ότι όντως στην επιστολή τους Τεκμήριο 6 οι ενάγοντες αναφέρουν ότι είχαν έτοιμα 400 ακόμη ζεύγη αλλά δεν εξηγήθηκε τι τους εμπόδισε να τα παραδώσουν στο τμήμα, αν πράγματι μπορούσαν να τα παραδώσουν στις 16.9.2002 που απέστειλαν την επιστολή τους αυτή, μετά τη λήξη βέβαια του χρόνου παράδοσης. Η Επιτροπή οδηγήθηκε στην επίδικη απόφαση της ενόψει των όσων τέθηκαν ενώπιον της αξιολογώντας ορθά κατά την αντίληψη μου τα δεδομένα. Είχε τεθεί ενώπιον της ότι οι ενάγοντες, σύμφωνα με την επιστολή τους ημερομηνίας 16.5.2002, Τεκμήριο 3, γνώριζαν ότι θα είχαν πρόβλημα με την παράδοση των αγαθών και μάλιστα είχαν επικαλεστεί ότι ο Αύγουστος είναι μήνας αδειών οπότε δεν θα μπορούσαν να παραδώσουν τα υπόλοιπα υποδήματα πριν τον Σεπτέμβριο. Φαίνεται δηλαδή ότι οι ενάγοντες είχαν προβλέψει την αδυναμία τους να εφαρμόσουν τα χρονικά πλαίσια παράδοσης σύμφωνα με τη σύμβαση αλλά δεν έλαβαν εγκαίρως μέτρα για αποτροπή της καθυστέρησης. Τα προβλήματα διαπιστώθηκαν αμέσως μετά την κατακύρωση της προσφοράς και υπήρχε επαρκής χρόνος ώστε οι ενάγοντες να επιλύσουν αυτά και να είναι συνεπείς με τον όρο του χρόνου παράδοσης. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι από τις 27.3.2002 καταβάλλουν προσπάθειες για εργοδότηση δύο ατόμων για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους σχετικά με το χρόνο παράδοσης, κάθε άλλο παρά ότι δικαιολογεί την καθυστέρηση μπορεί να θεωρηθεί, δεδομένου ότι η προσφορά κατακυρώθηκε στις 15.4.2002 και συνεπώς οι προσπάθειες των εναγόντων προς αυτή την κατεύθυνση, δηλαδή για ανεύρεση προσωπικού για εργοδότηση, δεν σχετίζονται άμεσα με τον χρόνο παράδοσης των υποδημάτων. Έχω την αντίληψη ότι οι ενάγοντες δεν ενήργησαν με την αναγκαία σπουδή για να συμμορφωθούν με τον όρο για τον χρόνο παράδοσης των υποδημάτων και η απόφαση της Επιτροπής για αποκοπή εκδόθηκε λόγω της αδικαιολόγητης ολιγωρίας των εναγόντων, η οποία διαφάνηκε ότι υπήρξε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Τα γεγονότα δείχνουν ότι οι ενάγοντες παρέβησαν τη συμβατική τους υποχρέωση σε σχέση με το χρόνο παράδοσης και προέβησαν σε δικαιολόγηση της καθυστέρησης κυρίως ενόψει συμβάντων που έλαβαν χώρα μετά την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου παράδοσης. Συνεπώς ορθά κρίθηκε από την Επιτροπή όταν το θέμα τέθηκε ενώπιον στις 30.7.2002 ότι η καθυστέρηση ήταν αδικαιολόγητη εκ μέρους των εναγόντων και καλώς αποκόπηκε το διεκδικούμενο ποσό, που υπολογίστηκε μεταγενέστερα με βάση το χρόνο καθυστέρησης σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Όπως ανέφερε και ο ΜΕ στην αντεξέταση του, οι ενάγοντες γνώριζαν ότι θα πλήρωναν πρόστιμο σύμφωνα με τους κανονισμούς εφόσον η Επιτροπή δεν είχε εγκρίνει αίτημα τους για παράταση του χρόνου παράδοσης. Η εισήγηση του συνηγόρου των εναγόντων ότι όσα προβλήθηκαν εκ μέρους τους μέχρι την λήξη του χρόνου παράδοσης δικαιολογούν την καθυστέρηση, ανεξάρτητα του ότι δεν ζητήθηκε ρητά παράταση του χρόνου παράδοσης καθότι κατά την θέση του δεν χρειαζόταν να ζητηθεί, δεν μπορεί να ευσταθήσει. Χαρακτηρίζεται εκτός των πλαισίων της λογικής να απαιτείται να γίνει αποδεκτό ότι η καθυστέρηση είναι δικαιολογημένη όταν δεν προβάλλονται λόγοι που δικαιολογούν την καθυστέρηση και χωρίς να υποβάλλεται παράλληλα έγκαιρα, και άμεσα όταν προκύπτει το πρόβλημα, αίτημα για παράταση του χρόνου παράδοσης των αντικειμένων της συμφωνίας. Αναφορικά δε με τους ισχυρισμούς του συνηγόρου των εναγόντων ότι η «σιωπή» του Τ.Κ.Α.Π. στις επιστολές των εναγόντων δημιουργεί κώλυμα ένεκα συμπεριφοράς να προβεί στην επίδικη αποκοπή δεν είναι βάσιμοι υπό τα δεδομένα της υπόθεσης. Εφόσον οι ενάγοντες δεν ζήτησαν παράταση του χρόνου παράδοσης αλλά προέβησαν μονομερώς σε δηλώσεις σε σχέση με την αδυναμία τους να συμμορφωθούν με τα χρονικά πλαίσια παράδοσης των υποδημάτων που προέβλεπε η σύμβαση, δεν είναι λογικό να αναμένουν εξηγήσεις από το τμήμα ή να θεωρούν την παράταση του χρόνου παράδοσης ως δεδομένη αλλά ούτε και να εκλαμβάνουν ότι η εκ των πραγμάτων καθυστέρηση τους θα κριθεί δικαιολογημένη. Όποια και αν ήταν η στάση του τμήματος δεν θα άλλαζε η πραγματική κατάσταση εφόσον ο χρόνος παράδοσης παρήλθε και οι ενάγοντες αδυνατούσαν για λόγους που ανάγονται στους ίδιους να συμμορφωθούν με τα συμφωνηθέντα. Ως προς δε τους λόγους καθυστέρησης που προέκυψαν και προβλήθηκαν μετά την λήξη του χρόνου παράδοσης δεν είναι λογικό ούτε και ήταν αναμενόμενο να εξεταστούν από την Επιτροπή στις 30.7.
- Από την στιγμή δε, που όπως ανέφερε ο ΜΕ, οι ενάγοντες γνώριζαν ότι θα γινόταν η αποκοπή εφόσον η Επιτροπή δεν ενέκρινε παράταση του χρόνου παράδοσης δεν μπορούν να επικαλούνται κώλυμα ένεκα της συμπεριφοράς του τμήματος. Οι αρχές που διέπουν το θέμα του κωλύματος ένεκα συμπεριφοράς σύμφωνα και με την απόφαση ΑΗΚ ν. Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας ΛΤΔ
(2005)1(Α) ΑΑΔ 127, που επικαλέστηκε ο συνήγορος των εναγόντων δεν εφαρμόζονται στην υπό κρίση υπόθεση. Η πολύχρονη συνεργασία που είχαν οι ενάγοντες με το δημόσιο, όπως υποστήριξε ο ΜΕ, δεν δικαιολογεί την ισχυριζόμενη εκ των υστέρων αντίληψη τους ότι η σιωπή του τμήματος ισοδυναμούσε με αποδοχή ανύπαρκτου αιτήματος για παράταση του χρόνου παράδοσης καθόσον μάλιστα αρμόδια για παραχώρηση παράτασης ήταν η Επιτροπή και όχι το Τ.Κ.Α.Π. Το επιχείρημα τέλος ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση θα πρέπει να ερμηνευθεί υπέρ των εναγόντων ως του "αδύνατου" μέρους της συμφωνίας δεν μπορεί να ευσταθήσει δεδομένου ότι οι ενάγοντες δεν επικαλέστηκαν, όπως διαφάνηκε και αναλύθηκε πιο πάνω, πριν την λήξη του χρόνου παράδοσης των υποδημάτων λόγους που δεν ανάγοντο σε υπαιτιότητα τους και που να δικαιολογούν την καθυστέρηση, για την οποία προφανώς ουδεμία ευθύνη μπορεί να αποδοθεί στο αντισυμβαλλόμενο τμήμα. Ως προς τον ισχυρισμό του συνηγόρου των εναγόντων ότι η επίδικη αποκοπή είναι αυθαίρετη εφόσον δεν προσήχθη μαρτυρία εκ μέρους του εναγομένου που να αποδεικνύει πραγματική ζημιά πρέπει να λεχθεί ότι πέραν του ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης εφόσον η επικαλούμενη αυθαιρεσία αφορά τον υπολογισμό του αποκοπέντος ποσού, στο άρθρο 32 του περί Προσφορών του Δημοσίου Νόμου του 1997 (Ν. 102(Ι)/97), όπως αυτός τροποποιήθηκε και ίσχυε κατά τον ουσιώδη για την υπό κρίση υπόθεση χρόνο -και στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά στον όρο 19.1 του Τεκμηρίου 1-, προνοείται ότι σε σύμβαση δημοσίου τυχόν προβλεπόμενη ποινική ρήτρα είναι νομικά ισχυρή και πλήρως εξαναγκαστή, χωρίς να εφαρμόζεται ο περιορισμός του εδαφίου 1 του άρθρου 74 του περί Συμβάσεων Νόμου ως προς το μέγιστο του ποσού της καταβλητέας αποζημίωσης. Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι σύμφωνα με τη νομολογία που αναφέρεται στην εφαρμογή του άρθρου 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, η εύλογη αποζημίωση είναι το μέτρο της ζημιάς για την διάρρηξη ή μη εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεων ενώ ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός και επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανώτατου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Όπου ο προκαθορισμός των αποζημιώσεων ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας (penalty), που αποβλέπει στον εκφοβισμό εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων, αυτός αγνοείται (βλ. απόφαση του Λόρδου Dunedin στη Dunlop Pneumatic Tyre Co. Ltd. V. New Garage and Motor Co. Ltd. [1915] 79 (A.C.)) ενώ όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς προσμετρά ως στοιχείο στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης για την ζημιά του αναίτιου μέρους. Η επιδίκαση ουσιαστικών αποζημιώσεων - όχι συμβολικών ή ονομαστικών- παρά την αναφορά στο άρθρο 74 ότι δεν απαιτείται απόδειξη πραγματικής ζημιάς ή απώλειας, είναι δυνατή μόνο όπου αυτές αποδεικνύονται (βλ. μεταξύ άλλων, Μεταλλικά Η.Μιχαηλίδης Λτδ ν. G & C Exhaust Syst. Ltd
(2001)1(Α) ΑΑΔ 500, M.Neophytou Civ. Eng. Contr.-Devel. Ltd ν. Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ
(2006)1 (Α) ΑΑΔ 590). Παρά την εισήγηση του συνηγόρου των εναγόντων στην συμπληρωματική του αγόρευση και στην εμμονή του στην θέση ότι και στις συμβάσεις δημοσίου όταν προβλέπεται ποινική ρήτρα θα πρέπει να αποδεικνύεται η οποιαδήποτε ζημιά του δημοσίου για να είναι επιτρεπτή η αποκοπή του προβλεπόμενου στη σύμβαση ποσού, κάτι που δεν έγινε στην παρούσα υπόθεση, έχω την άποψη ότι η ρητή αναφορά στο άρθρο 32 του προαναφερθέντος νόμου για την νομική ισχύ και την πλήρη εξαναγκαστότητα της ποινικής ρήτρας απαλλάσσει το δημόσιο από την ανάγκη απόδειξης πραγματικής ζημιάς. Κατά την αντίληψη μου, η ερμηνεία που θα πρέπει να δοθεί, σύμφωνα με το λεκτικό του, στο εν λόγω άρθρο 32 που αφορά ειδικά τις ποινικές ρήτρες σε συμβάσεις δημοσίου είναι ότι οι αρχές της νομολογίας για την εφαρμογή του άρθρου 74 του περί Συμβάσεων Νόμου δεν τυγχάνουν εφαρμογής στις συμβάσεις δημοσίου. Αν δοθεί διαφορετική ερμηνεία στο εν λόγω άρθρο, αν δηλαδή θεωρηθεί ότι εφαρμόζονται και στις συμβάσεις δημοσίου οι ίδιες αρχές που αφορούν την πρόβλεψη ποινικής ρήτρας σε όλες τις συμβάσεις, δεν θα υπήρχε λόγος θέσπισης του. Όπως υπέδειξε η συνήγορος του εναγομένου στην συμπληρωματική της αγόρευση και συμφωνώ με την θέση της, η συγκεκριμένη πρόνοια, που θεσπίστηκε στον ειδικό επί των συμβάσεων δημοσίου νόμο και μεταγενέστερο του περί Συμβάσεων Νόμου, υπερισχύει και δυνάμει αυτής δεν απαιτείται να αποδειχθεί πραγματική ζημιά από το δημόσιο για την εφαρμογή όρου προβλέποντος ποινική ρήτρα (βλ. Maxwell on Interpretation of Statutes, 12η έκδοση, σελ. 1, και σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 44
(1), παρ. 1418 και 1485-1486). Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν μέσα στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την απαίτηση τους έναντι του εναγομένου, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Κατά συνέπεια η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον των εναγόντων. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο