← Κύπρος

Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Αναστάσιου Νικολάου, Αρ. Αγωγής: 12213/02, 31 Ιουλίου, 2008

Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Αναστάσιου Νικολάου, Αρ. Αγωγής: 12213/02, 31 Ιουλίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A163 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 12213/02 Και όπως Τροποποιήθηκε με Διάταγμα του Δικαστηρίου Ημερομηνίας 28.2.

  1. Μεταξύ: Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ Εναγόντων. Και Αναστάσιου Νικολάου Εναγόμενου. Και Δυνάμει Ανταπαίτησης: Αναστάσιου Νικολάου Εναγόμενου - Ενάγοντα δι' ανταπαιτήσεως. και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ Εναγόμενων δι' ανταπαιτήσεως. και Λαϊκή Επενδυτική Λτδ Εναγόμενων δι' ανταπαιτήσεως. ------------------------ Ημερομηνία: 31 Ιουλίου,
  2. Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - εναγόμενους δι' ανταπαιτήσεως: Ο κ. Λ. Χατζηπέτρου Για τον εναγόμενο - ενάγοντα δι' ανταπαιτήσεως: Η κ Β. Χριστοδουλίδου. Για εναγόμενους δι' ανταπαιτήσεως: Ο κ. Κ. Λαμπριανίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Είναι εκδοχή των εναγόντων ότι πρόσφεραν στον εναγόμενο διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις τις οποίες παρέλειψε να εξοφλήσει συμφώνως των αμοιβαίως συμφωνηθέντων όρων. Η αξίωση τους είναι διττή. Η πρώτη, αφορά σε ποσό €126.804,83 (Λ.Κ.74.215,57) και η δεύτερη, σε ποσό €8.297,99 (Λ.Κ.4.856,60). Η δεύτερη αξίωση ουσιαστικώς δεν αμφισβητήθηκε εκ πλευράς εναγόμενου και για αυτό το λόγο είναι που θα ενασχοληθώ πρώτα μαζί της. Αφορά σε συμφωνία ημερομηνίας 9.2.96 [Τεκμήριο 1(Ψ)], βάσει της οποίας δόθηκαν πιστωτικές διευκολύνσεις στον εναγόμενο σε τρεχούμενο λογαριασμό σε συμφωνία ημερομηνίας 9.2.96 [Τεκμήριο 1(Ψ)], βάσει της οποίας με αριθμό 011-11-00816 [βλ. Τεκμήριο 1(ΑΒ)], ο οποίος κατά την καταχώριση της αγωγής την 8.11.02, παρουσίαζε υπόλοιπο προς όφελος των εναγόντων ύψους €8.297,99 (Λ.Κ.4.856,60), το οποίο μέχρι σήμερα παραμένει απλήρωτο. Οι ενάγοντες στις 19.4.02, πληροφόρησαν τον εναγόμενο ότι σταμάτησαν τη λειτουργία του λογαριασμού λόγω του ότι οι εξασφαλίσεις βάσει των οποίων είχε παραχωρηθεί κατέστησαν ανεπαρκείς λόγω σταδιακής μείωσης της αξίας τους και τον καλούσαν να προσφέρει είτε νέες εξασφαλίσεις που να ήταν αποδεκτές από αυτούς είτε να ξοφλήσει το λογαριασμό [βλ. Τεκμήριο 1(Ω)]. Τίποτε από αυτά δεν έγινε, με αποτέλεσμα στις 8.5.02, οι ενάγοντες να ακυρώσουν το όριο του λογαριασμού και να σταματήσουν τη λειτουργία του καλώντας ταυτοχρόνως τον εναγόμενο να πληρώσει το οφειλόμενο υπόλοιπο, με τη σημείωση ότι το επιτόκιο του λογαριασμού μεταβαλλόταν από την ημερομηνία εκείνη σε 12,25%, με τον τόκο να κεφαλαιοποιείται την 1 Ιανουαρίου και την 1 Ιουλίου, κάθε χρόνου [βλ. Τεκμήριο 1(ΑΑ)]. Ο εναγόμενος δεν πρόβαλε οποιαδήποτε υπεράσπιση αναφορικώς με το οφειλόμενο υπόλοιπο. Το γεγονός όμως αυτό, δεδομένου ότι δόθηκε σχετική μαρτυρία αναφορικώς με την αναφερόμενη αξίωση, δε δεσμεύει το Δικαστήριο στην έκδοση απόφασης ως η απαίτηση επί του συγκεκριμένου δίχως αξιολόγηση, σε ό,τι δηλαδή αφορά στο δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων (περί του οποίου δεν υπήρξε τοποθέτηση εκ πλευράς υπεράσπισης, σε αντίθεση με το τι έγινε εν σχέσει με την απαίτηση στη βάση του τρεχούμενου λογαριασμού που ανοίχθηκε προς όφελος του εναγόμενου βάσει του σχεδίου επενδυτής, όπως αναλύεται πιο κάτω), καθότι η ύπαρξη ενός τέτοιου δικαιώματος θα έπρεπε να είχε στοιχειοθετηθεί από την προσκομισθείσα μαρτυρία, κάτι που δεν έγινε. Η συμφωνία ημερομηνίας 9.2.96, δεν προβλέπει σε δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο, όπως καθορίζεται στην επιστολή - Τεκμήριο 1(ΑΑ), αλλά σε κεφαλαιοποίηση των υποχρεώσεων που διατυπώνονται στην παράγραφο 2 της συμφωνίας μια φορά το χρόνο και δη την 31η Δεκεμβρίου ή συμφώνως της τακτικής που ακολουθούνταν κατά καιρούς από τους ενάγοντες. Δε δόθηκε μαρτυρία για την ύπαρξη οποιασδήποτε τραπεζικής τακτικής εκ πλευράς τους που να δικαιολογεί την απαίτηση ούτε και προκύπτει οτιδήποτε άλλο από το οποίο θα μπορούσε να συναχθεί η δημιουργία οποιουδήποτε συναφούς τεκμηρίου. Το ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί το υπόλοιπο δεν εξυπακούει αναποδράστως και καθήκον του Δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση που να συμπλέει με την πρακτική της δις ανά έτος κεφαλαιοποίηση, ιδιαίτερα ελλείψει σχετικής δικογράφησης εκ πλευράς εναγόντων. Οι ενάγοντες, υπό τις περιστάσεις και με υπόψη τις πρόνοιες του όρου 10 της συμφωνίας - Τεκμήριο 1(Ψ), δεν είχαν δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης της, σε ό,τι αφορά στη συχνότητα του δικαιώματος κεφαλαιοποίησης. Ως εκ τούτου η απαίτηση των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου πάνω σε αυτή την πτυχή θα πετύχει με τον περιορισμό που προαναφέρθηκε. Αναφορικώς με την πρώτη αξίωση, οι ενάγοντες (όπως είναι κοινώς παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων), με άλλη γραπτή συμφωνία, ημερομηνίας 29.3.95 - Τεκμήριο 1(Α) («η συμφωνία»), συμφώνησαν με τον εναγόμενο να του προσφέρουν πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), μέσω της εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενης Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ, στα πλαίσια του «Σχεδίου Επενδυτής» των εναγόντων («το σχέδιο»). Το Τεκμήριο 1(Α), αποτέλεσε αρχικώς την αίτηση του εναγόμενου για συμμετοχή στο σχέδιο, η οποία με την έγκριση της εκ πλευράς εναγόντων στις 4.4.95, μετατράπηκε στην περί ου ο λόγος επίδικη συμφωνία, με τους όρους συμμετοχής που διατυπώνονται εκεί να αποτελούν και τους όρους, πλέον, της συμφωνίας. Αποτελεί εκδοχή των εναγόντων ότι ο λογαριασμός αυτός δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο κατά την καταχώρηση της αγωγής ύψους €126.804,83 (Λ.Κ.74.215,57), το οποίο ο εναγόμενος παρέλειψε να εξοφλήσει, με αποτέλεσμα τον τερματισμό της συμφωνίας. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι η ανταξίωση του εναγόμενου εναντίον τους είναι παντελώς αβάσιμη αφού κανένας από τους όρους που περιστοίχιζε τη συμβατική τους σχέση και καμιά πράξη ή παράληψη τους υπό τις περιστάσεις δε θα δικαιολογούσε τον καταλογισμό οποιασδήποτε ευθύνης σε αυτούς, πόσω μάλλον την έκδοση εναντίον τους οποιασδήποτε απόφασης. Ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί τη συνομολόγηση της συμφωνίας και τη συμμετοχή του στο σχέδιο παρά μόνον ισχυρίζεται ότι στις 2.10.99, λόγω κάποιων προβλημάτων που διάγνωσε στη σχέση του με τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, παράδωσε σε λειτουργό της ιδιόχειρη επιστολή - εντολή για πώληση όλων των μετοχών που υπήρχαν στο χαρτοφυλάκιο του (βλ. Τεκμήριο 13) και ότι από τη μέρα εκείνη δεν έδωσε άλλες εντολές για αγοραπωλησία μετοχών, αναμένοντας τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ να εκτελέσει την υπό αναφορά εντολή, κάτι που δεν έπραξε, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιές και απώλειες τις οποίες ανταπαιτεί μαζί με διάφορες άλλες θεραπείες που λεπτομερώς διατυπώνονται στην Ανταπαίτηση. Προτάσσει επίσης ότι η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ χωρίς την εντολή και εξουσιοδότηση του προχώρησε στη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων στο όνομα του με αποτέλεσμα την επιβάρυνση του λογαριασμού και τη δημιουργία υπολοίπου για το οποίο δεν ευθύνεται, γεγονός που κατ' ισχυρισμό της υπεράσπισης, δε μπορεί να διαχωριστεί από τις ευρύτερες ανταξιώσεις του εναγόμενου εναντίον των εναγόντων και της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ. Η εκδοχή της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ, είναι ότι δεν έχει καμία απολύτως ευθύνη γι' αυτά που της καταλογίζει ο εναγόμενος και ότι ό,τι έπραξε ήταν απολύτως θεμιτό και εντός του πεδίου των υποχρεώσεων που ανάλαβε τις οποίες και εκτέλεσε προσηκόντως. Οι πλήρεις λεπτομέρειες των εκδοχών των διαδίκων διατυπώνονται στη δικογραφία και δε χρειάζεται να αναπαραχθούν εδώ αφού κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Για τους ενάγοντες έδωσαν μαρτυρία οι Κυριάκος Αναστασιάδης (ΜΕ1) και Μιχάλης Ξιούρος (ΜΕ2), για την υπεράσπιση οι Παναγιώτης Χριστοφόρου (ΜΥ1), ο εναγόμενος Αναστάσιος Νικολάου (ΜΥ2) και ο Σταύρος Αγρότης (ΜΥ3), ενώ για τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ ο Χάρης Σαββίδης (ΜΥ1 - εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2). Ο Κυριάκος Αναστασιάδης (ΜΕ1), αναφέρθηκε στη συμφωνία καταθέτοντας και αναλύοντας διάφορα σχετικά έγγραφα που είχε στην κατοχή του ως υπάλληλος στη Μονάδα Επενδυτικών Χορηγήσεων των εναγόντων. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια σε κάθε έκφανση της σχέσης του εναγόμενου με τους ενάγοντες και τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. Ο Μιχάλης Ξιούρος (ΜΕ2), κατάθεσε ως Διευθυντής της Λαϊκής Χρηματιστηριακής Λτδ που είναι, όπως είπε, κατά 100% θυγατρική εταιρεία της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ. Περίγραψε τον τρόπο λειτουργίας του λογαριασμού τού εναγόμενου με αριθμό 182-11-001088, καταθέτοντας και εξηγώντας σχετικώς διάφορα τεκμήρια. Είπε επίσης ότι η επιστολή - Τεκμήριο 13, δε θα μπορούσε να εκτελεστεί ούτως ή άλλως για το λόγο ότι δεν αποτελούσε σαφή και εκτελεστέα χρηματιστηριακή εντολή. Ο Παναγιώτης Χριστοφόρου (ΜΥ1), Λειτουργός στο Τμήμα Εκκαθάρισης Συναλλαγών του ΧΑΚ, αναφέρθηκε στις χρηματιστηριακές συναλλαγές του εναγόμενου με αναφορά και στην κατάσταση χαρτοφυλακίου του - Τεκμήριο 1(Η). Ο εναγόμενος Αναστάσιος Νικολάου (ΜΥ2), είπε γενικώς για τη σχέση του με τους ενάγοντες και τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ καθώς και για τους λόγους που τον οδήγησαν στη σύνταξη και παράδοση της επιστολής -Τεκμήριο 13, προς τον τότε χρηματιστή της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ Όμηρο Νησιώτη. Το περιεχόμενο της επιστολής αυτής, στο οποίο αναφέρθηκε εκτενώς ο μάρτυς, έχει ως ακολούθως: «Προς Κύριο Όμηρο Χρηματιστή, ΛΑΙΚΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ, Κύριε ΟΜΗΡΕ θα ήθελα να σας παρακαλέσω όπως προβείται σε πώληση όλων των Μετοχών που υπάρχουν στο Portofolio μου. Ελπίζω να καταλαβαίνεται τους λόγους που προέκυψαν και δεν θα ανεχτώ άλλη εκμετάλλευση καθυστέρηση στο πρόσωπο μου. Μετά τιμής, Νικολάου Αναστάσιος». Ο μάρτυς είπε επίσης για την προσδοκία που είχε περί του ότι ο Όμηρος Νησιώτης, ως αντιπρόσωπος της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ, θα προχωρούσε αμέσως σε εκτέλεση της εντολής και για το πώς η παράληψη του ιδίου ή άλλων λειτουργών της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ να το πράξουν τού δημιούργησε τις ζημιές και απώλειες που ανταπαιτεί. Ο χρηματιστής Σταύρος Αγρότης (ΜΕ3), αναφέρθηκε στο Τεκμήριο 13, αναπτύσσοντας το επιχείρημα (ως εμπειρογνώμονας), ότι το περιεχόμενο της αποτελούσε σαφή και εκτελεστέα εντολή από επενδυτή προς χρηματιστή, τονίζοντας ταυτοχρόνως ότι θα ανάμενε την άμεση και προσήκουσα εκτέλεση της από τον παραλήπτη. Ο Χάρης Σαββίδης (ΜΥ1 - εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2), είπε ότι την περίοδο 1999 - 2000, εργαζόταν ως χρηματιστής στη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. Αναφέρθηκε στις χρηματιστηριακές πράξεις που έγιναν στις 8.2.00 και 10.2.00, με εντολή του εναγόμενου, λέγοντας επίσης ότι η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ δεν πρόσφερε στον εναγόμενο υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου παρά μόνον υπηρεσίες εκτέλεσης εντολών για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό ανεξαρτήτως της όποιας απουσίας ρητής παράθεσης στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων

(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων επικεντρώθηκαν στην αξιοπιστία της μαρτυρίας με την κάθε πλευρά να εκφράζει τις δικές τις απόψεις σε ό,τι αφορά στην εμβέλεια και νομική της σημασία. Λεπτομέρειες των επιμέρους εισηγήσεων διατυπώνονται στα γραπτά περιγράμματα με τα οποία οι δικηγόροι εφοδίασαν το Δικαστήριο και δε χρειάζεται να επαναληφθούν. Όπου κριθεί αναγκαίο, θα γίνει αναφορά στο κείμενο της απόφασης. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι δικηγόροι. Είναι κοινώς παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1(α), 1(Α), 1(Β), 1(Γ), 1(Π), 1(Σ), 1(Τ), 1(Υ), 1(Ψ), 1(Ω), 1(ΑΔ), καθώς επίσης και το ότι ο εναγόμενος παράλαβε τα Τεκμήρια 1(Ε), 1(Η), 1(Ι), 1(Κ), 1(Λ), 1(Μ), 1(Ν), 1(Ξ), 1(Ο), 1(Π), 1(ΑΑ), 1(ΑΒ), 1(ΑΓ) και 1(ΑΕ). Είναι επίσης αμοιβαίως παραδεκτό ότι κατά την 4.10.99, η αξία του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου ήταν Λ.Κ.101.360,13, ενώ κατά την 22.11.99, Λ.Κ.147.952,
  1. Οι μάρτυρες των εναγόντων καθώς και οι Χάρης Σαββίδης και Παναγιώτης Χριστοφόρου, μου δημιούργησαν πολύ καλή εντύπωση. Ήσαν θετικοί στις απαντήσεις τους, δεν παλινδρομούσαν και απαντούσαν χωρίς περιστροφές. Δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση. Κάποιες μικροαντιφάσεις που εντοπίστηκαν πολύ απείχαν από του να θεωρούνται ουσιώδεις και καταλυτικές για σταχυολόγηση της μαρτυρίας τους ως αναξιόπιστης. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων αλλά και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο χρηματιστής Σταύρος Αγρότης (ΜΕ3), είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα επί του οποίου κατάθεσε. Ο μάρτυς βοήθησε το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα σε σχέση με τα ζητήματα στα οποία αναφέρθηκε και ιδιαίτερα για το κατά πόσον η επιστολή - Τεκμήριο 13, αποτελούσε κατά τους κρίσιμους χρόνους σαφή και εκτελεστέα χρηματιστηριακή εντολή. Ο εναγόμενος μού δημιούργησε αρνητική εντύπωση. Δεν απαντούσε με αμεσότητα και ήταν αντιφατικός και αόριστος σε καίριες πτυχές της μαρτυρίας του. Παρόλο που η γενική εικόνα που εξέπεμψε ήταν αυτή ενός μειλίχιου, συγκροτημένου και φλεγματικού ατόμου, όταν κλήθηκε να τοποθετηθεί πάνω στις δύο πιο κρίσιμες ίσως πτυχές της εκδοχής του, δηλαδή, περί της διά χειρός παράδοσης της επιστολής - Τεκμήριο 13 στον Όμηρο Νησιώτη και για το κατά πόσον είχε ή δεν είχε δώσει εντολές για αγοραπωλησία μετοχών μετά την ημερομηνία της επιστολής, η εκφορά της μαρτυρίας του τίποτε δε θύμιζε από το ψύχραιμο και μεθοδικό τρόπο με τον οποίο κατάθετε για άλλα θέματα περί των οποίων ρωτιόταν, με το μάρτυρα να κομπιάζει και να χάνει τη σταθερότητα και αποφασιστικότητα του. Μια χτυπητή αδυναμία στη μαρτυρία του προέκυψε κατά την αναφορά του στην κυρίως εξέταση ήταν στο ότι η εντολή αφορούσε στην πώληση του χαρτοφυλακίου του στην τρέχουσα τιμή αγοράς («market price»), όπως είπε με έμφαση (και καθόλου πειστικό τρόπο), ενώ κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στο εν λόγω τεκμήριο όπου ρητώς εκφράζεται η επιθυμία του για «.πώληση όλων των μετοχών που υπάρχουν στο portofolio μου», χωρίς απολύτως κανένα προσδιορισμό της τιμής πώλησης. Δεν εξήγησε την παράληψη αν και κλήθηκε, όπως παρομοίως δεν εξήγησε και την προκύπτουσα διαφοροποίηση μεταξύ της προφορικής του εκδοχής και του περιεχομένου του Τεκμηρίου 13, το οποίο ο ίδιος συνέταξε. Η θέση περί προφορικής διευκρίνησης στον Όμηρο Νησιώτη για πώληση των μετοχών στην τρέχουσα τιμή αγοράς δεν υποβλήθηκε σε οποιονδήποτε μάρτυρα των εναγόντων. Αντιθέτως, κατά την αντεξέταση τού Μίκη Ξιούρου (ΜΕ2), του υποβλήθηκε ότι ο παραλήπτης του Τεκμηρίου 13 θα έπρεπε να αντιλαμβανόταν ότι ο εναγόμενος εννοούσε με τον τρόπο που σύνταξε το εν λόγω τεκμήριο ότι η πώληση του χαρτοφυλακίου θα έπρεπε να λάβει χώραν στην τρέχουσα τιμή αγοράς των αξιών. Δεν του τέθηκε ότι ο εναγόμενος όταν παράδινε το Τεκμήριο 13 ανάφερε συγκεκριμένως στον παραλήπτη ότι το τι εννοούσε εκεί ήταν, πράγματι, η πώληση του χαρτοφυλακίου στην τρέχουσα τιμή αγοράς. Αυτό έχει, αντιληπτώς, τη δική του ιδιαίτερη σημασία σε ό,τι αφορά στη συνέπεια και πειστικότητα της προβαλλόμενης εκδοχής και όχι ασφαλώς στην ειδικότερη αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Είπε επιπλέον, ότι μετά την παράδοση του Τεκμηρίου 13 στον Όμηρο Νησιώτη και τη μετέπειτα διαπίστωση για μη εκτέλεση της εντολής, τηλεφωνούσε συνεχώς στη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ ζητώντας ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα επειδή η εντεταλμένοι λειτουργοί της αρνούνταν να το πράξουν. Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί δεν προχώρησε με τη χορήγηση συγκεκριμένων εντολών προς την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ για την ανά μέρα, για παράδειγμα, πώληση των μετοχών της κάθε εταιρείας ξεχωριστά (κάτι που είπε ότι γνώριζε ότι θα μπορούσε να το κάνει), έτσι ώστε, τελικώς, να τις πουλούσε μειώνοντας τη ζημιά του ή ακόμη και αποκομίζοντας κέρδος. Το θέμα δεν άπτεται της όποιας τυχόν αδράνειας του εναγόμενου αλλά του γεγονότος ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αρχικώς, θέση του ήταν ότι πρόβαινε σε ενέργειες για πώληση του χαρτοφυλακίου τουλάχιστον από την 1.9.99, με αποτέλεσμα να πουλάει μόνο και να μην αγοράζει μετοχές. Βεβαίως, αυτό συγκρούεται με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1(Ζ), όπου διαπιστώνεται ότι μεταξύ 8.2.00 και 9.6.00, είχε προβεί σε 27 ξεχωριστές χρηματιστηριακές συναλλαγές αγοραπωλησίας μετοχών. Σε άλλο στάδιο, είπε ότι οι προσπάθειες του αυτές άρχισαν από τις 4.10.99, χωρίς όμως να πει πώς και σε ποιες ακριβώς ενέργειες προέβη, πέραν των τηλεφωνημάτων που ισχυρίζεται ότι έκαμνε προς τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, αν και του ζητήθηκε να τοποθετηθεί σχετικώς. Η εκδοχή δεν αντέχει στη λογική, ιδιαίτερα αν κάποιος αναλογιστεί τη θέση του ότι βιαζόταν να πουλήσει τις μετοχές με κάθε τρόπο, με σκοπό τη μείωση των απωλειών του. Η ρευστοποίηση των αξιών που κατείχε μέχρι και το Σεπτέμβριο 1999, θα μπορούσε (αν πωλούσε τις αξίες μιας εταιρείας κάθε μέρα), να συμπληρωνόταν όντως εντός 8 εργασίμων ημερών, εάν το επιθυμούσε, αφού συμφώνως του περιεχομένου του Τεκμηρίου 1(Η), για την περίοδο 1.7.99 - 30.9.99, κατείχε αντίστοιχο αριθμό αξιών. Ένα άλλο ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί ο εναγόμενος επέλεξε την παράδοση της επιστολής - Τεκμήριο 13, προς τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ με τον τρόπο που έγινε, δηλαδή με μετάβαση του στα γραφεία της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ στα καλά καθούμενα, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με το φερόμενο παραλήπτη Όμηρο Νησιώτη ή οποιονδήποτε άλλο λειτουργό της, γράφοντας πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί αυτά τα οποία έγραψε, χωρίς να μεριμνήσει για αποστολή, φερ' ειπείν, της επιστολής επισήμως στη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και να δεχόταν κάποιος ότι με αυτό τον τρόπο είναι που καλώς ή κακώς αποφάσισε να ενεργήσει, όπως έπραξε για παράδειγμα στις 15.11.99, όταν έδωσε χειρόγραφη και ενυπόγραφη οδηγία του προς τον Όμηρο Νησιώτη για αποδέσμευση κάποιων μετοχών (βλ. Τεκμήριο 3), δημιουργείται ευλόγως η απορία γιατί δε μερίμνησε να ζητήσει από τον παραλήπτη να υπογράψει για την παραλαβή της επιστολής, τη στιγμή μάλιστα που φαίνεται να υπήρχε και αρκετός χρόνος για κάτι τέτοιο καθότι με αναφορά πάντα με την εκδοχή του εναγόμενου, ο Όμηρος Νησιώτης πήρε στα χέρια το Τεκμήριο 13, το φωτοτύπησε σε φωτοτυπική μηχανή που βρισκόταν παραπλήσια δίνοντας του αντίγραφο και κρατώντας ο ίδιος το πρωτότυπο. Οι επιφυλάξεις αυτές αναφορικώς με τους χειρισμούς ή παραλήψεις του εναγόμενου αξιολογήθηκαν στα πλαίσια του συνόλου της εικόνας που προκύπτει και όχι αποσπασματικώς. Αναμφιβόλως, κάποιος που επιτελεί ή παραλείπει να επιτελέσει αυτά που λογικώς θα ανάμενε ο αντικειμενικός παρατηρητής δε μιαίνει άνευ ετέρου την αξιοπιστία του, και αυτό ισχύει ασφαλώς και στην περίπτωση του εναγόμενου. Εδώ όμως η συναφής μαρτυρία και εκδοχή του τελευταίου δε χαρακτηρίζονται από συνέπεια και λογική, κρινόμενων των πραγμάτων από αυτές καθ' αυτές τις πράξεις και τα λεγόμενα του. Η αδυναμία αυτή στη μαρτυρία του δεν απέρρευσε από διάθεση του για παράθεση της αλήθειας με αποτέλεσμα κάποιο μέρος της μαρτυρίας του να μη βοηθά ιδιαίτερα την υπόθεση του. Αντιθέτως οι διαπιστώσεις και τα ερωτήματα που προκύπτουν από την εκδοχή που προώθησε επί του συζητούμενου σημείου αλλά και για άλλα που αναλύονται στην παρούσα απόφαση, εκπήγασαν εκ του συνονθυλεύματος που προέκυψε από τη μαρτυρία που παρουσίασε και την αναπόφευκτη κατάληξη προβολής αντικρουόμενων ισχυρισμών και εκδοχών. Τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από αυτό. Ισχυρίστηκε, επίσης ότι ουδέποτε έδωσε εντολή για την αγορά των μετοχών της Europrofit Capital Investors Ltd τον Ιούνιο 2000 και ότι, έτσι απλά, χωρίς λόγο, λειτουργοί της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ προχώρησαν στη διενέργεια της εν λόγω χρηματιστηριακής πράξης. Τα ίδια είπε και σε σχέση με τις αγοραπωλησίες μετοχών των άλλων εταιρειών που διατυπώνονται στο Τεκμήριο 1(Ζ). Δεν εξέφρασε όμως οποιοδήποτε παράπονο όταν οι χρεώσεις για την αγορά αυτή αλλά και για τις άλλες, καταχωρίσθηκαν στο λογαριασμό του - Τεκμήριο 1(Ε), τον οποίο παραδεκτώς παράλαβε και παραλάμβανε επί μηνιαίας βάσεως από την αρχή. Οι δύο αγορές των μετοχών της Europrofit Capital Investors Ltd έλαβαν χώραν μέσα σε δύο λεπτά στις 9.6.
  2. Η πρώτη, αφορούσε σε αγορά 5.000 μετοχών έναντι τιμής Λ.Κ.21.150, πλέον προμήθειες και άλλα έξοδα με αποτέλεσμα η συνολική χρέωση να ανέλθει σε Λ.Κ.21.310,75, ενώ η δεύτερη, σε αγορά 1.500 μετοχών της ίδιας εταιρείας έναντι ποσού Λ.Κ.6.345, πλέον προμήθειες και άλλα έξοδα, με αποτέλεσμα η συνολική χρέωση να ανέλθει σε Λ.Κ.6.393,
  3. Οι αντίστοιχες καταχωρήσεις (χρεώσεις) στο λογαριασμό του εναγόμενου φαίνονται στο Τεκμήριο 1(Ε), στην καταχώρηση 9.6.00, με κώδικα 106 431902 (Λ.Κ.6.393,22) και κατά την ίδια ημερομηνία, με κώδικα 106 431898 (Λ.Κ.21.310,75). Ο εναγόμενος παραδέχτηκε ότι έδινε ιδιαίτερη σημασία τόσον στην παραλαβή όσον και στο περιεχόμενο των λογαριασμών που αφορούσαν στις ευρύτερες συναλλαγές του με τους ενάγοντες και τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ και πραγματικά προκαλεί ερωτηματικά το πώς η παρουσία τέτοιων σημαντικών κονδυλίων χρεώσεων στο λογαριασμό να μην κεντρίσουν την προσοχή του έτσι ώστε να αποτινόταν για την παροχή σχετικών εξηγήσεων, οπόθεν και αν θα έπρεπε να ζητηθούν. Παρόμοιες καταχωρήσεις με επακριβή πραγματική αντιστοιχία παρατηρούνται και σε σχέση με τις υπόλοιπες μετοχές που περιγράφονται στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 1(Ζ), από τις 8.2.00 - 9.6.00, με παραπομπή στις σελίδες 11 και 12 του Τεκμηρίου 1(Ε). Όλες οι εντολές αυτές εκ πλευράς εναγόμενου λήφθηκαν και εκτελέστηκαν από τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, μέσω του χρηματιστή της Χάρη Σαββίδη (ΜΥ1 - εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2). Έγινε αρκετός λόγος για την αξιοπιστία του μάρτυρα αυτού στη βάση ότι δε μπορούσε να θυμηθεί με σιγουριά τη λήψη και εκτέλεση των εντολών λόγω των εκατοντάδων πράξεων που είχε διεκπεραιώσει κατά τους κρίσιμους χρόνους και το μεγάλο χρονικό διάστημα που παρέρευσε έκτοτε. Επιδίωξε φρεσκάρισμα της μνήμης του από έγγραφα που είχε στην κατοχή του και που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, το περιεχόμενο των οποίων ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ουδέποτε παραδέχθηκε ότι δεν προέβη στην εκτέλεση των προαναφερθεισών εντολών, αν και του υποβλήθηκε κάτι τέτοιο. Οι εξηγήσεις που έδωσε για την αδυναμία του να τοποθετηθεί με μεγαλύτερη σιγουριά επί του ζητήματος γίνονται πλήρως αποδεκτές και καμιά απολύτως αμφισβήτηση περί της αξιοπιστίας του δε θα μπορούσε ευλόγως να γίνει αποδεκτή. Το θέμα όμως θεωρώ, με κάθε σεβασμό, συζητήθηκε από την υπεράσπιση πολύ αυστηρά (αν και είναι πλήρως αντιληπτοί οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτό δεδομένης της προωθούμενης εκδοχής), αφού η ουσία του πράγματος έγκειται στο κατά πόσον η επίδικες εντολές εκτελέστηκαν με οδηγίες του εναγόμενου από τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ και όχι από το συγκεκριμένο μάρτυρα. Ουδέποτε τέθηκε ότι οι εντολές αυτές δεν εκτελέστηκαν από τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. Αυτονόητα, ο μάρτυς ήταν χρηματιστής της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ και λογικώς κλήθηκε για να δώσει μαρτυρία επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Δόθηκε έτσι ευκαιρία στον εναγόμενο να προκαλέσει τους ενάγοντες (και αυτό έγινε με ικανότητα από την κ. Χριστοδουλίδου), στην παρουσίαση επαρκούς και πειστικής μαρτυρίας για στοιχειοθέτηση της αξίωσης τους με την ταυτόχρονη προσδοκία ότι οι όποιες τυχόν αδυναμίες προέκυπταν θα ενίσχυαν τη δική του εκδοχή περί των πραγμάτων και όχι αυτή των εναγόντων. Τούτο όμως δεν έγινε διότι από σύνολο της μαρτυρίας που προέκυψε, μέρος της οποίας ασφαλώς ήταν και η μαρτυρία του Χάρη Σαββίδη (ΜΥ1 - εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2), καταδεικνύεται με καθαρότητα το αληθές και ευσταθές της εκδοχής των εναγόντων σε αντίθεση με αυτή του εναγόμενου, για όλους τους λόγους που έγινε προσπάθεια να επεξηγηθούν. Έχοντας υπόψη τη φύση των επίδικων θεμάτων οι πιο πάνω αντιφάσεις και ασυνέπειες του εναγόμενου κατατάσσονται ως ουσιώδεις και καταλυτικές για την αξιοπιστία του. Απορρίπτω τη μαρτυρία και εκδοχή του εναγόμενου στην ολότητά της ως αναξιόπιστη, ενώ δέχομαι ως αληθινή και ακριβή τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγόντων και της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ, με τη σύνοψη της μαρτυρίας και εκδοχής τους πιο πάνω να αποτελεί και συνακόλουθο εύρημα του Δικαστηρίου. Για τους σκοπούς λειτουργίας του σχεδίου ο εναγόμενος υπόγραψε διάφορα έγγραφα, όπως για παράδειγμα στις 10.4.95, πληρεξούσιο με το οποίο διόριζε τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του με τους όρους να περιγράφονται στο Τεκμήριο 1(Β) και την ίδια ημερομηνία, συμφωνία με τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, για πληρωμή στην τελευταία διαφόρων ποσών και προμηθειών για τη διενέργεια των χρηματιστηριακών πράξεων και συναλλαγών προς όφελος του εναγόμενου, όπως περιγράφεται στο Τεκμήριο 1(Γ). Διόρισε επίσης μέσω του πληρεξούσιου αντιπροσώπου του Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, τους ενάγοντες ως πληρεξούσιους αντιπροσώπους του για να προβαίνουν στις πράξεις που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1(Δ). Με βάση τη συμφωνία, οι ενάγοντες άνοιξαν στο όνομα του εναγόμενου τραπεζικό λογαριασμό υπέρβασης (overdraft account), με αριθμό 182-11-
  4. Ο εναγόμενος έδινε εντολή στη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, για την αγορά των μετοχών που επιθυμούσε, με την τελευταία να χρεώνει το λογαριασμό ή σε περίπτωση που ήταν πιστωτικός, τα αποθέματα. Ο λογαριασμός χρεωνόταν με το συνολικό κόστος της αγοράς των μετοχών στο οποίο περιλαμβανόταν το τίμημα αγοράς τους, με δικαιώματα του ΧΑΚ, φόρους, τέλη και προμήθειες. Σε περίπτωση που ο εναγόμενος πρόβαινε σε πώληση μετοχών του χαρτοφυλακίου του ο λογαριασμός πιστωνόταν με την καθαρή αξία της πώλησης των μετοχών, δηλαδή με το συνολικό τίμημα πώλησης μείον τα έξοδα. Η κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 1(Ε), περιγράφει με ακρίβεια και αλήθεια όλες τις συναλλαγές και καταχωρήσεις που έγιναν από την έναρξη της συμφωνίας. Η κατάσταση λογαριασμού βασίζεται στις συναλλακτικές πράξεις στις οποίες προέβη η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, προς όφελος του εναγόμενου οι οποίες και περιγράφονται στο Τεκμήριο 1(Ζ). Οι ενάγοντες ετοίμασαν αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού με χρέωση σταθερού επιτοκίου προς 8% το χρόνο χωρίς ανατοκισμό [βλ. Τεκμήριο 1 (Χ)], η σύνταξη του οποίου βασίστηκε αποκλειστικώς στις καταχωρήσεις που φαίνονται στο Τεκμήριο 1(Ε), υπό την αίρεση του προαναφερθέντος. Η επιστολή - Τεκμήριο 13, αν και αποτελούσε σαφή και εκτελεστέα εντολή επενδυτή προς χρηματιστή για πώληση του χαρτοφυλακίου του στην τρέχουσα τιμή αγοράς, για όλους τους λόγους που ανάφερε ο ειδήμων επί του θέματος Σταύρος Αγρότης (ΜΕ3), ουδέποτε δόθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από τον ενάγοντα προς τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. Οι ενάγοντες κάλεσαν επανειλημμένως τον εναγόμενο να ξοφλήσει το υπόλοιπο του λογαριασμού χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το είδος της σχέσης μεταξύ των διαδίκων δεν απαιτούσε στην προκειμένη περίπτωση τερματισμό του λογαριασμού ως προϋπόθεση δημιουργίας αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του εναγόμενου (βλ. Harrow Trading Ltd κ.α. v. ADM Investor Services International Ltd
(2004)1 (A) Α.Α.Δ. 161). Τούτο μνημονεύεται για το λόγο ότι δεν προκύπτει απευθείας από τη μαρτυρία ο γραπτός τερματισμός του λογαριασμού αν και ο τερματισμός αυτός καθ' αυτός μπορεί να συναχθεί από το σύνολο της μαρτυρίας. Δεν ηγέρθη τέτοιο ζήτημα εκ πλευράς υπεράσπισης, θεωρώ όμως ότι η κρίση του Δικαστηρίου πάνω σε αυτό απαιτείται χάριν ολοκληρωτικής ενασχόλησης με την προκύπτουσα διαφορά. Εν πάση περιπτώσει, η σχέση μεταξύ εναγόντων και εναγόμενου διακόπηκε από τη στιγμή που οι ενάγοντες έπαυσαν να παίρνουν οποιεσδήποτε εντολές προς εκτέλεση από τον εναγόμενο μετά την 9.6.
  1. Εύρημα του Δικαστηρίου αποτελεί επίσης και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2, 3, 4, 5, 7-12 και 14-
  2. Σε σχέση με τους τόκους, ο εναγόμενος προβάλει δύο ισχυρισμούς. Ο πρώτος, αφορά στο ότι δεν υπάρχει στη συμφωνία πρόνοια που να δίνει στους ενάγοντες το δικαίωμα ανατοκισμού, με αποτέλεσμα η αξίωση για κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο να μη μπορεί να πετύχει. Συμφωνώ με την εισήγηση της κ. Χριστοδουλίδου. Αναδύεται με καθαρότητα από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή ότι καμιά τέτοια συμφωνία δεν υπήρξε μεταξύ των διαδίκων ούτε και οποιεσδήποτε άλλες περιστάσεις καταδεικνύουν στην ύπαρξη οποιασδήποτε εξυπακουόμενης συμφωνίας μεταξύ τους επί του θέματος αυτού ή άλλες περιστάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη διαπίστωση ύπαρξης σχετικής συναίνεσης εκ πλευράς εναγόμενου, χώρια βεβαίως και από το γεγονός ότι τέτοια εξειδικευμένη δικογράφηση δεν υπάρχει στην Έκθεση Απαίτησης (βλ. National Bank of Greece SA v. Pinios Shipping Company No.1
(1990)1 All E.R. 78 (HL), Kitchen v. HSBC Bank Plc
(2000)1 All E.R (Comm.) 787). Οι επιφυλάξεις που εκφράστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου και Άλλοι v. Coudounaris Food Products Ltd και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 641, αναφορικώς με το μέρος εκείνο της απόφασης στην National Bank of Greece SA v. Pinios Shipping Company No.1 (ανωτέρω), που άπτεται της ανάλυσης του ζητήματος των τόκων, θα πρέπει σήμερα να ιδωθούν μέσα από τη νέα κατάσταση πραγμάτων που δημιούργησε η θέσπιση του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου 160(Ι)/99, χωρίς να χρειάζεται να λεχθεί κάτι περισσότερο για τους παρόντες σκοπούς. Ο δεύτερος ισχυρισμός, καθάπτεται της θέσης ότι οι ενάγοντες δε δικαιούνται στην επιδίκαση τόκου πέραν του ποσοστού επιτοκίου ύψους 8,5% ετησίως που προβλέπεται στην παράγραφο 3 της συμφωνίας[1] διότι από τη στιγμή που η συμφωνία δίνει δικαίωμα για επιβολή τόκου ίσου με 8,5% ή ίσου με το εκάστοτε ανώτατο νομοθετικώς επιτρεπτό επιτόκιο και από τη στιγμή που με το Νόμο 160(Ι)/99, καταργήθηκε το ανώτατο επιτρεπτό επιτόκιο που προβλεπόταν από τον Περί Τόκου Νόμο 2/77, ο οποίος προνοούσε ανώτατο ποσοστό επιτοκίου 9%, οι ενάγοντες δε μπορούσαν να επιβάλουν τόκο πέραν του 8,5%, διότι κάτι τέτοιο δεν το προνοούσε η συμφωνία η οποία, απλώς, προβαίνει σε αναφορά μόνον σε ανώτατο νομοθετικώς επιτρεπτό επιτόκιο. Δε συμφωνώ. O Νόμος 160(Ι)/99, είναι σαφής στο ότι καταργεί το ανώτατο επιτρεπτό επιτόκιο χωρίς καθορισμό οποιουδήποτε άλλου περιορισμού. Αυτό δίνει το δικαίωμα στους συμβαλλομένους να καθορίζουν μεταξύ τους ελεύθερα το ύψος του επιτοκίου που επιθυμούν να διέπει τη συμβατική τους σχέση. Τοιουτοτρόπως και η παράγραφος 3 της συμφωνίας αναφέρεται σε χρέωση τόκου προς 8,5% ή άλλο ποσοστό επιτοκίου θα επιτρέπεται με τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές ρυθμίσεις, οι οποίες εν προκειμένω, επιτρέπουν τη χρέωση τόκου σε οποιοδήποτε ύψος ήθελε καθοριστεί από τους διαδίκους. Αυτή είναι η απλή και καθαρή ερμηνεία της συγκεκριμένης πρόνοιας. Αλλιώτικη προσέγγιση θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα. Ως εκ των πιο πάνω, οι ενάγοντες (με τους περιορισμούς που προαναφέρθηκαν), απόδειξαν πλήρως και στον απαιτούμενο βαθμό την αξίωση τους εναντίον του εναγόμενου, ενώ ο τελευταίος απότυχε να αποδείξει την ανταπαίτηση του εναντίον των εναγόντων και της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ. Καμιά πτυχή από τα όσα άλλα πρότειναν οι δικηγόροι δεν παρείχε επαρκές νομικό ή πραγματικό έρεισμα για μεταβολή της κατάληξης προς άλλη κατεύθυνση. Η αξίωση των εναγόντων στην αγωγή, πετυχαίνει με αναφορά όμως στο ποσό που οφείλει ο εναγόμενος βάσει του αναθεωρημένου λογαριασμού - Τεκμηρίου 1(Χ), στο οποίο δε περιλαμβάνεται ανατοκισμός κάτι που δε συμβαίνει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1(Ε). Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου με την επιδίκαση των πιο κάτω ποσών: (α) €149.060,98, με τόκο προς 8% ετησίως, επί ποσού €95.284,53 από 28.7.07, μέχρι εξοφλήσεως. (β) €8.297,99, με τόκο προς 12.25% ετησίως, από 1.9.02, μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου την 31η Δεκεμβρίου έκαστου χρόνου, μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κατάλληλη κλίμακα. Εν σχέσει με την απόρριψη της Ανταπαίτησης εναντίον των εναγόντων (εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1), δεν εκδίδεται διαταγή για τα έξοδα λόγω της συνάφειας των ζητημάτων που ηγέρθηκαν και συζητήθηκαν εκεί, με εκείνα που απασχόλησαν στην αξίωση των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου. Σε ό,τι αφορά στα έξοδα που προκύπτουν λόγω απόρριψης της απαίτησης του εναγόμενου εναντίον της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2 Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ, αυτά επιδικάζονται υπέρ της τελευταίας και εναντίον του πρώτου από την ημερομηνία καταχώρισης του σημειώματος εμφάνισης εκ πλευράς των αρχικών δικηγόρων της στις 13.5.05, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένων όμως κατά τα 2/3, λόγω της μεγάλης σύγκλισης με τους ενάγοντες στο χειρισμό των περισσότερων ζητημάτων που ηγέρθηκαν και του γεγονότος ότι αυτά προωθήθηκαν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόντων. (Υπ.) .............................. Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο. Πρωτοκολλητής. /Μ.Ρ. [1] «3.Όλες οι πιο πάνω διευκολύνσεις θα επιβαρύνονται με τόκο προς 8.5% το χρόνο πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα ή προς το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που θα επιτρέπεται με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.