Χρυσούλλη Δημητρίου ν. Αχιλλέα Νικολάου, Αρ. Αγωγής: 4403/05, 31 Ιουλίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A165 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4403/05 Μεταξύ: Χρυσούλλη Δημητρίου Ενάγοντος και Αχιλλέα Νικολάου Εναγόμενου Ημερομηνία: 31 Ιουλίου,
- Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: Ο κ. Κ. Χατζηιωάννου. Για τον εναγόμενο: Ο κ. Χ. Κυριακίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων αξιώνει από τον εναγόμενο ποσό ύψους €164.880,04, (Λ.Κ.96.500), ως υπόλοιπο πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων, προσφερθεισών υπηρεσιών και αξία μεριδίου σε πωληθείσα επιχείρηση/ εταιρεία. Αποτελεί εκδοχή του ενάγοντα ότι όντας επιχειρηματίας ασχολούμενος μεταξύ άλλων με την κατασκευή και εμπορία υποδημάτων είχε μακρά συνεργασία με τον εναγόμενο ο οποίος επίσης ασχολούνταν επιχειρηματικώς στον ίδιο τομέα. Η συνεργασία τους γινόταν επί προσωπικού και εταιρικού επιπέδου αφού ο μεν ίδιος ήταν ιδιοκτήτης τής εταιρείας Blue Seal Shoes Ltd, ο δε εναγόμενος τής εταιρείας Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, η οποία άρχισε το 1995, προμήθευε επί πιστώσει τον εναγόμενο με υποδήματα που κατασκεύαζε διατηρώντας προς τούτο τρεχούμενο λογαριασμό στον οποίο καταχωρούνταν οι πωλήσεις και οι αντίστοιχες πληρωμές. Περί το τέλος του 1998, ο λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο προς όφελος του ύψους Λ.Κ.27.000, το οποίο απαιτεί στην αγωγή ως την πρώτη από τις τέσσερις συνολικώς αξιώσεις που προβάλλει. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους (και αυτό είναι παραδεκτό από τον εναγόμενο), είχαν επιβληθεί από την κυπριακή κυβέρνηση περιορισμοί στην εισαγωγή υποδημάτων συμφώνως των οποίων ο κάθε έμπορος δικαιούνταν να εισαγάγει στην Κύπρο συγκεκριμένη ποσότητα υποδημάτων αναλόγως της έκτασης του κύκλου εργασιών του. Ο ενάγων είχε το δικαίωμα, τότε, να εισάγει ποσότητα 2.500 ζευγών υποδημάτων κάθε χρόνο. Οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει όπως ο εναγόμενος εισάγει στο όνομα του ενάγοντα τη ποσότητα που δικαιούνταν ο τελευταίος και καταβάλλει προς αυτόν ποσό μιας λίρας για κάθε εισαχθέν ζεύγος επιπλέον του κόστους αγοράς τους με σκοπό να τα εμπορεύεται ο εναγόμενος. Αυτό γινόταν για τρία χρόνια όμως ο εναγόμενος αν και πλήρωσε το κόστος αγοράς των υποδημάτων δεν πλήρωσε στον ενάγοντα το συμφωνηθέν ανά ζεύγος ποσό με αποτέλεσμα να του οφείλει Λ.Κ.7.
- Αυτό το ποσό ισοδυναμεί με τη χρέωση ποσού μιας λίρας επί των 7.500 χιλιάδων ζευγών υποδημάτων για περίοδο τριών χρόνων (3 χ 2.500 = 7.500). Το ποσό αυτό αποτελεί τη δεύτερη αξίωση του ενάγοντα. Επιπροσθέτως, επειδή ο εναγόμενος δεν είχε τις γνώσεις και την εμπειρία διευθέτησης εισαγωγών ειδών υπόδησης στην Κύπρο που ο ίδιος και η εταιρεία του επιθυμούσαν να εισάγουν, ανάθετε στον ενάγοντα τη διεκπεραίωση τους έναντι αμοιβής. Η εργασία που εκτελούσε αφορούσε στην αλληλογραφία με τους εκάστοτε πωλητές και γενικώς στην όλη οργάνωση της εισαγωγής και ετοιμασίας όλων των σχετικών εγγράφων καθώς και στη μετάβαση στο εξωτερικό μαζί με τον εναγόμενο για επιλογή των ειδών που θα παραγγέλλονταν για εισαγωγή στην Κύπρο. Για τις υπηρεσίες του αυτές απαιτεί το ποσό των Λ.Κ.12.000, το οποίο αποτελεί την τρίτη αξίωση του στην αγωγή. Πέραν αυτών, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους οι διάδικοι συνέστησαν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την ονομασία ΟΝΕΚ ΛΤΔ. Ο ενάγων συνείσφερε στο κεφάλαιο και στα έξοδα λειτουργίας της εταιρείας αυτής το ποσό των Λ.Κ.50.
- Σε κάποιο στάδιο, ο εναγόμενος με τη συγκατάθεση του ενάγοντα πούλησε την εταιρεία προς τρίτους παραλείποντας όμως να του πληρώσει το μερίδιο που του αναλογούσε από το προϊόν πώλησης, με τον εναγόμενο να αρνείται την πληρωμή παρά τις επανειλημμένες προτροπές του ενάγοντα. Η αξίωση τούτη αποτελεί την τέταρτη και τελευταία βάση αγωγής που δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης. Είναι εκδοχή του εναγόμενου ότι όλα όσα αναφέρει ο ενάγων είναι παραπλανητικά, ψευδή και ανυπόστατα και ότι η συνεργασία τους κατά τους κρίσιμους χρόνους γινόταν πάντοτε σε εταιρικό και όχι ατομικό επίπεδο. Οι πλήρεις λεπτομέρειες των εκδοχών των διαδίκων διατυπώνονται στη δικογραφία και δε χρειάζεται να αναπαραχθούν εδώ αφού κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης έδωσε προφορική μαρτυρία ο ενάγων Χρυσούλλης Δημητρίου (ΜΕ1) και ο Νικόλας Κυθραιώτης (ΜΕ2), ενώ για την υπεράσπιση κατάθεσε ο εναγόμενος Αχιλλέας Νικολάου (ΜΥ1). Ο ενάγων αναφέρθηκε στη συνεργασία του ιδίου και της Blue Seal Shoes Ltd, με τον εναγόμενο καθώς και την εταιρεία Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, ισχυριζόμενος αυτά που διατυπώθηκαν ως σύνοψη της εκδοχής του πιο πάνω. Ο Νικόλας Κυθραιώτης (ΜΕ2), αναφέρθηκε σε εμπορικές δοσοληψίες που είχε με τη Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, εκφράζοντας συνάμα παράπονα που αφορούσαν στη τήρηση διαφόρων επιχειρηματικών υποσχέσεων εκ πλευράς της εν λόγω εταιρείας προς το πρόσωπο του. Ο εναγόμενος Αχιλλέας Νικολάου (ΜΥ1), αντίκρουσε τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και του μάρτυρα του επιμένοντας ότι η αγωγή είναι παντελώς αβάσιμη και τονίζοντας ότι ούτως ή άλλως ουδέποτε προέβη ο ίδιος προσωπικώς σε οποιαδήποτε δοσοληψία με τον ενάγοντα και ότι οι συναλλαγές τις οποίες φαίνεται να υπονοεί ο τελευταίος έγιναν μεταξύ των εταιρειών τους, κάτι που ο ενάγων γνώριζε καλώς. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό ανεξαρτήτως της όποιας απουσίας ρητής παράθεσης στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων επικεντρώθηκαν στην αξιοπιστία της μαρτυρίας, με την κάθε πλευρά να εκφράζει τις δικές τις απόψεις σε ό,τι αφορά στην εμβέλεια και νομική της σημασία. Λεπτομέρειες των επιμέρους εισηγήσεων διατυπώνονται στα γραπτά περιγράμματα με τα οποία οι δικηγόροι εφοδίασαν το Δικαστήριο και δε χρειάζεται να επαναληφθούν. Όπου κριθεί αναγκαίο, θα γίνει αναφορά στο κείμενο της απόφασης. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι δικηγόροι. Ο ενάγων και ο μάρτυς του μού δημιούργησαν πολύ αρνητική εντύπωση. Ήσαν αντιφατικοί και ανακόλουθοι με φανερή προδιάθεση, ιδιαίτερα εκ πλευράς ενάγοντα, να μην πουν όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο και να προωθήσουν με τρόπο απολύτως συμφεροντολογικό και προκατασκευασμένο τη γραμμή της αξίωσης. Ο ενάγων κλήθηκε κατά την αντεξέταση να πει με πιο τρόπο απαίτησε από τον εναγόμενο πριν την καταχώρηση της αγωγής τα ποσά που αξιώνει. Αρχικώς, απάντησε ότι αυτό έγινε προφορικώς για να αλλάξει ακολούθως τοποθέτηση δηλώνοντας ότι η απαίτηση έγινε γραπτώς με ιδιόχειρη επιστολή που έστειλε στον εναγόμενο την 1.3.00, ως τα Τεκμήρια 19
(1)και 19
(2). Του υποβλήθηκε τότε ότι με βάση το περιεχόμενο της πρώτης παραγράφου της επιστολής - Τεκμήριο 19
(1), εξάγεται ότι η εν λόγω επιστολή δεν αποτελούσε την πρώτη απαίτηση που έστειλε προς τον εναγόμενο διότι γίνεται εκεί αναφορά σε προηγούμενες προφορικές επαφές καθώς και σε κάποιο σχετικό φαξ, με αποτέλεσμα να καταρρίπτεται ο ισχυρισμός του ότι η επιστολή - Τεκμήριο 19
(1), ήταν, πράγματι, η πρώτη απαίτηση προς τον εναγόμενο. Απάντησε ότι η εν λόγω επιστολή αποτελούσε την πρώτη γραπτή απαίτηση και ότι έλαβαν χώρα προηγουμένως άλλες προφορικές οχλήσεις προς τον εναγόμενο. Η απάντηση όμως έρχεται σε σύγκρουση με το περιεχόμενο της επιστολής -Τεκμήριο19
(1), αφού εκεί διατυπώνεται ότι είχε προγενεστέρως σταλεί και άλλη απαίτηση με φαξ. Κλήθηκε ακολούθως να αναφέρει πού στην επιστολή - Τεκμήριο 19
(1), παρατίθεται συγκεκριμενοποιημένη αξίωση συνάδουσα με το περιεχόμενο της αγωγής, με αυτόν να παραπέμπει ως απάντηση, στο ακόλουθο απόσπασμα της: «.Επίσης θέλω για τελευταία φορά να σου υπενθυμίσω τα οποία είμαι σίγουρος ότι τα γνωρίζεις, πόσα έχω εγώ προσφέρει στην εταιρεία σου (Μέσω τελωνείων, το πώς μιλούσες για μένα στους υπόλοιπους συνεργάτες σου) και πώς η αντιμετώπιση σου μετά όταν οι εισαγωγές ήταν πλέον θέμα τυπικής διαδικασίας. (Στο σημείο αυτό μίλα με τον εαυτό σου και θα δεις πόσο δίκαιο έχω). Ενώ εσύ στην ουσία τίποτα δεν μου πρόσφερες παρά μόνον προσπάθησες να με συκοφαντήσεις στους πάντες δίχως ουσιώδη λόγο και να με καταστρέψεις οικονομικά με το να μου έχεις τα εμπορεύματα εδώ, και να κρατάς τα λεφτά που η εταιρεία μου έχει να πάρει από τη δική σου εταιρεία.» Το περιεχόμενο του αποσπάσματος οπωσδήποτε δεν αποτελούσε εναργή απάντηση επί του περιεχομένου της ερώτησης και δικαιολογημένως του υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου ότι η περικοπή αφορούσε σε αξίωση της εταιρείας Blue Seal Shoes Ltd από την εταιρεία του εναγόμενου Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ και όχι από τον ίδιο προσωπικώς προς τον εναγόμενο υπό την ατομική του ιδιότητα. Το δέχθηκε λέγοντας όμως ότι για τον ίδιο ο εναγόμενος και η εταιρεία Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ ήσαν το ένα και το αυτό, γνώριζε ωστόσο στην κάθε περίπτωση ότι ο εναγόμενος ενεργούσε εκ μέρους της εταιρείας Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ και για αυτό είναι που, για παράδειγμα, οι οποιεσδήποτε χρεώσεις γίνονταν εκ πλευράς του αφορούσαν ενιαίως τον εναγόμενο και τη Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ. Δεν πρόσφερε όμως εξήγηση στο Δικαστήριο, αν και κλήθηκε, για την αναφορά του στην παράγραφο 4 της γραπτής του δήλωσης («Α»), ότι ο φερόμενα επίδικος λογαριασμός - Τεκμήριο 1 δεν ήταν ενιαίος αλλά ξεχωριστός από εκείνον που τηρούνταν για τις δοσοληψίες που λάμβαναν χώραν μεταξύ των εταιρειών. Σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης όταν του ζητήθηκε να τοποθετηθεί σε σχέση με οφειλές τής Blue Seal Shoes Ltd προς τρίτους αλλά και την καταβολή τελών εκτελώνισης για εμπορεύματα, ανάφερε με πολλή βεβαιότητα και αυτοπεποίθηση (σε αντίθεση με το τι έγινε στην περίπτωση όπου απαντούσε περί του ταυτόσημου του εναγόμενου και της εταιρείας του, πιο πάνω), ότι τις συναλλαγές αυτές τις είχε κάνει η Blue Seal Shoes Ltd και όχι ο ίδιος προσωπικώς διότι ενεργούσε, απλώς, ως Διευθυντής και αντιπρόσωπος της. Γνώριζε λοιπόν ο ενάγων περί της διαφοροποίησης μεταξύ ατομικής και εταιρικής ιδιότητας και τα γενικά συνεπακόλουθα του διαχωρισμού, σε αντίθεση με την εικόνα που παρουσίασε στα αρχικά στάδια της μαρτυρίας του. Επιπλέον και σε σχέση με την απαίτηση των Λ.Κ.27.000, κλήθηκε να παρουσιάσει τα πρωτότυπα τιμολόγια ή αντίγραφα αυτών που αποτέλεσαν, κατά τον ίδιο, τη βάση των καταχωρήσεων στο λογαριασμό του εναγόμενου (το λογαριασμό Β όπως τον αποκαλούσε), για να απαντήσει ότι δεν τα είχε διότι είχαν καταστραφεί μαζί με άλλα έγγραφα σε πυρκαγιά που κατάστρεψε το εργοστάσιο του μετά το
- Μετέπειτα όμως δήλωσε ότι είχε δώσει αντίγραφα των τιμολογίων στους δικηγόρους του κατά το 2005 και πριν την καταχώρηση της αγωγής με σκοπό, ακριβώς, την παροχή όσον το δυνατόν περισσότερων στοιχείων και λεπτομερειών για τη σύνταξη και καταχώρηση της, με τα έγγραφα αυτά να είναι άλλα από εκείνα που κατατέθηκαν στη διαδικασία και αποκαλύφτηκαν μετά από σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου. Σε άλλο στάδιο είπε ότι η φωτιά συνέβηκε πριν το 2005, με παρεπόμενο, ως εκ της τοποθέτησης, να απορρέει ασάφεια και αντίφαση ως προς το αν ποτέ δόθηκαν τα τιμολόγια αυτά στους δικηγόρους ή αν καταστράφηκαν, όπως διατείνεται, στην πυρκαγιά, ο χρόνος της οποίας παρέμεινε και τούτος ανεπαρκώς (και αντιφατικώς) προσδιορισμένος. Ακολούθως, είπε ότι τα υπό αναφορά τιμολόγια είναι αυτά που φαίνονται κατατεθειμένα στους φακέλους - Τεκμήρια 2 - 8, καθώς και το Τεκμήριο
- Του υποβλήθηκε ότι αυτά δεν έχουν σχέση με την απαίτηση των Λ.Κ.27.000, κάτι που απόρριψε χωρίς ωστόσο να μπορεί να προσδιορίσει με την ελάχιστη έστω ακρίβεια την προβαλλόμενη σχετικότητα όχι μόνον με το λογαριασμό και αυτά που διατυπώνονται στο Τεκμήριο 1, αλλά και ευρύτερα με κάθε άλλη έκφανση της επίδικης διαφοράς. Το Τεκμήριο 1, αποτελείται από αυτοενισχυτικές, αναληθείς και πλασματικές καταχωρίσεις του ενάγοντα που έγιναν, όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος, πολύ μεταγενέστερα από τα γεγονότα στα οποία υποτίθεται ότι αναφέρονται στο εν λόγω τεκμήριο και λίγο πριν την καταχώρηση της αγωγής με σκοπό την επίρρωση των ισχυρισμών του και την προοπτική παρουσίασης τους στο Δικαστήριο σε περίπτωση που ο εναγόμενος αρνούνταν την καταβολή των ποσών που θα ζητούσε ο ενάγων, όπως και έγινε. Τα ίδια αφορούν και στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 14 και
- Ούτως ή άλλως, το περιεχόμενο των τεκμηρίων αυτών δεν επεξηγήθηκε ή διευκρινίστηκε επαρκώς και σίγουρα δε συνδέθηκε με την απαιτούμενη ακρίβεια με τις προβαλλόμενες απαιτήσεις του ενάγοντα. Του υποδείχθηκε επίσης ότι όπως και να έχουν τα πράγματα τα εν λόγω έγγραφα δεν αφορούν στον εναγόμενο προσωπικώς αλλά στη Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, κάτι που παραδέχτηκε. Η παραδοχή αυτή δεν αποτελούσε έκρηξη ειλικρίνειας και διάθεσης για παρουσίαση της αλήθειας αλλά απόρροια της εύστοχης αντεξέτασης του δικηγόρου υπεράσπισης και της αυτοπαγίδευσης του ενάγοντα μέσα στον κυκεώνα των αναληθειών και συγκρουόμενων εκδοχών και ισχυρισμών που δημιούργησε. Ισχυρίστηκε προσέτι ότι ο εναγόμενος προσπορίσθηκε προσωπικώς το χρηματικό όφελος από κάποια εξαγωγή γυναικείων υποδημάτων στο Ζαΐρ την οποία διενήργησε ο ίδιος, χωρίς ο εναγόμενος να του καταβάλει το αναλογούν μερίδιο. Παραδέχθηκε όμως μετέπειτα ότι την εξαγωγή την διενήργησε η Blue Seal Shoes Ltd, με τα φερόμενα ως εισπραχθέντα χρήματα να τα αποκομίζει η Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ και όχι ο εναγόμενος προσωπικώς, όπως είχε προηγουμένως ισχυριστεί. Σε σχέση με την εξαγωγή αυτή παραδέχθηκε επιπροσθέτως ότι η Blue Seal Shoes Ltd, μέσω του Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της, καταχώρησε την αγωγή 4404/05 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον της Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ [βλ. Τεκμήριο 19
(3)]. Προκλητική φυσικά η διαπίστωση που αναδύεται ότι ενώ γνώριζε για την εν λόγω αγωγή ως σχετιζόμενη με την εξαγωγή στο Ζαΐρ, την απέκρυψε ισχυριζόμενος ότι την πράξη είχε διεκπεραιώσει ο ίδιος, με τον εναγόμενο να ιδιοποιείται τα λεφτά που προέκυψαν ως εκ τούτης. Σημειώνεται ότι το αντίγραφο του κλητήριου εντάλματος στην αγωγή 4404/05 - Τεκμήριο 19
(3), υποδείχθηκε στον ενάγοντα από τον κ. Κυριακίδη κατά την αντεξέταση του. Κατοπινά, όταν του υποβλήθηκε ότι ως εκ των πραγμάτων, τουλάχιστον όπως αυτά φαίνονται στην Έκθεση Απαίτησης στην αγωγή 4404/05 και στα έγγραφα διασάφησης - Τεκμήριο 22, η εξαγωγή δε μπορούσε να είναι η ίδια με αυτή που αναφέρεται στην εν λόγω αγωγή, το αρνήθηκε λέγοντας ότι μια ήταν η εξαγωγή και καμιά άλλη. Αργότερα όμως πρόβαλε μια τελείως διαφορετική εκδοχή, ότι δηλαδή, η εξαγωγή στο Ζαΐρ δεν ήταν μια αλλά δύο και ότι στη μια, εντός του εμπορευματοκιβωτίου εξαγωγής, υπήρχαν κρυμμένα υποδήματα τα οποία είχε συμφωνήσει με τον εναγόμενο να εξαγάγει στο Ζαΐρ χωρίς ενημέρωση των τελωνειακών αρχών. Επακολούθησε αρκετή αντεξέταση του επί του ισχυρισμού αυτού με τον ίδιο να παλινδρομεί και να προβάλλει νεοφανείς ισχυρισμούς σε συνάρτηση με τη δικογραφία αλλά και την προγενέστερη του μαρτυρία. Ευκόλως διαπιστώνει κανείς από τα πρακτικά της υπόθεσης ότι μέσα από το συνονθύλευμα αυτό, το μόνον που προκύπτει με ενάργεια είναι η ευκολία με την οποία ο ενάγων πρόβαινε στις δηλώσεις αυτές (και άλλες παρόμοιες), που άπτονταν και πράξεων που υπείχαν υφή καταδολίευσης και εξαπάτησης του Δημοσίου, με σκοπό τη στοιχειοθέτηση της αγωγής χωρίς την παραμικρή αναστολή και αιδώ για τα όσα αλλοπρόσαλλα και αναληθή επέρριπτε εναντίον του εναγόμενου. Είπε επιπλέον ότι ο εναγόμενος εισήγαγε 7.500 ζεύγη υποδήματα στο όνομα του ενάγοντα μέσα σε περίοδο τριών χρόνων (αφού δικαιούνταν μόνο στην εισαγωγή 2.500 ζευγών υποδημάτων το χρόνο λόγω των περιορισμών που προαναφέρθηκαν), με αποτέλεσμα στη βάση σχετικής συμφωνίας που υπήρχε μεταξύ τους, ο εναγόμενος να είναι υπόλογος στην καταβολή ποσού μιας λίρας για κάθε ζεύγος, δηλαδή για το ποσό των Λ.Κ.7.
- Όταν του ζητήθηκε να δώσει λεπτομέρειες για τη συμφωνία το μόνον στο οποίο έκανε αναφορά, σε αντίθεση με τη θέση που είχε προηγουμένως προβάλει, είναι ότι κάποιες από τις εισαγωγές γίνονταν και μέσω άλλων εταιρειών άσχετων με τον εναγόμενο και τη Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ και ότι σε μερικές περιπτώσεις εκτελούσε απλώς χρέη μεσάζοντα και τίποτε περισσότερο. Ανάφερε εισέτι ότι ο εναγόμενος τού είχε αναθέσει τη διεκπεραίωση εισαγωγών έναντι αμοιβής και ότι εκτέλεσε τις εργασίες αυτές δικαιούμενος σε ποσό Λ.Κ.12.
- Κλήθηκε να συγκεκριμενοποιήσει και να δικαιολογήσει την αξίωση. Απάντησε ότι κατείχε όλα τα σχετικά στοιχεία και ότι αυτά κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1 - 10, 14, 16 και 21, χωρίς όμως να είναι σε θέση να υποδείξει με όποια επάρκεια σε τι κατ' ελάχιστον αναφερόταν και να τα συνδέσει με το αξιούμενο ποσό, πέραν βεβαίως και από το γεγονός ότι τα έγγραφα στα οποία παρέπεμψε αφορούσαν σε δοσοληψίες μεταξύ της Blue Seal Shoes Ltd και της Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ και όχι μεταξύ του ιδίου προσωπικώς και του εναγόμενου. Είπε ότι είχε συνεισφέρει ποσό ύψους Λ.Κ.50.000, στο κεφάλαιο και έξοδα της εταιρείας ΟΝΕΚ ΛΤΔ, της οποίας ήταν ιδιοκτήτης από κοινού με τον εναγόμενο, ως το Τεκμήριο
- Για προσδιορισμό του ποσού αυτού στηρίχθηκε σε μισοκαμένες και ανυπόγραφες δηλώσεις ελεγκτών που είχαν μερικώς καταστραφεί, όπως είπε, κατά την πυρκαγιά στο εργοστάσιο και ήσαν αληθείς. Άλλες σχετικές ελεγκτικές δηλώσεις είχαν πλήρως καταστραφεί κατά τη φωτιά. Όταν ρωτήθηκε πώς μπορούσε να εκφέρει άποψη ως προς το ακριβές και αληθές των λογαριασμών και δηλώσεων αυτών είπε ότι δε μπορούσε, σε αντίθεση με το τι ισχυρίστηκε πριν, μπορούσαν όμως να το πράξουν οι ελεγκτές που τις συνέταξαν και για αυτό το λόγο είναι που, όπως είπε, θα τους παρουσίαζε ως μάρτυρες κατά τη δίκη. Δεν το έπραξε. Δεν είχε βεβαίως υποχρέωση να τους κλητεύσει, καθίσταται όμως αντιληπτό ότι η παρουσία τους και δυνητικώς η μαρτυρία που θα έδιναν, θα μπορούσε να πληρώσει κενά στην εκδοχή του και να βοηθήσει στη δικαιότερη επίλυση της διαφοράς για όλους τους εμπλεκόμενους. Δήλωσε επίσης ότι ο εναγόμενος, με τη συγκατάθεση του πούλησε την ΟΝΕΚ ΛΤΔ στην εταιρεία Rotis Kililis Shoes Ltd, ως το Τεκμήριο 20, καρπωνόμενος το προϊόν της πώλησης και παραλείποντας να δώσει στον ενάγοντα το μερίδιο που του αναλογούσε. Στο πρακτικό όμως της ΟΝΕΚ ΛΤΔ, με ημερομηνία 4.2.98 (βλ. Τεκμήριο 13), αναφέρεται σαφώς ότι η αγοραπωλησία θα γινόταν, επί εταιρικού επιπέδου και όχι επί προσωπικού, όπως ισχυρίστηκε ο ενάγων και θα αφορούσε στην πώληση της επιχείρησης και του εξοπλισμού της και όχι της εταιρείας. Ο Νικόλας Κυθραιώτης (ΜΕ2), κατάθεσε με ιδιαίτερα εχθρική διάθεση εναντίον του εναγόμενου και τούτο αναδύθηκε με γλαφυρότητα κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του και μάλιστα αποτέλεσε έρεισμα για σχετική αντεξέταση από τον κ. Κυριακίδη. Τον ρώτησε ο συνήγορος αν είχε κάποιο λόγο που παρουσιαζόταν τόσον απόλυτος και παθιασμένος εναντίον του εναγόμενου με αναφορά, για παράδειγμα, σε κάποια γεγονότα που είπε ότι είχε αντιληφθεί πρωτογενώς αλλά και δευτερογενώς από άλλους σε σχέση με κάποιες εμπορικές δοσοληψίες της Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, για να το αρνηθεί και να απαντήσει ότι δεν είχε καμία απολύτως διαφορά με τον εναγόμενο αλλά ούτε και παράπονο για οτιδήποτε. Σε άλλο όμως στάδιο της αντεξέτασης παραδέχθηκε ότι ήταν πολύ θυμωμένος με τον εναγόμενο διότι ένιωθε ότι δεν τον είχε βοηθήσει να εισπράξει κάποια λεφτά τα οποία ισχυρίζεται ότι του όφειλε η ΟΝΕΚ ΛΤΔ. Σίγουρα, η οργή που ίσως να αισθανόταν ο μάρτυς δε θα μπορούσε από μόνη της να προσμετρήσει εναντίον του. Η μαρτυρία του ωστόσο έπασχε εγγενώς λόγω των αυθαίρετων αναφορών στις οποίες πρόβαινε και τη γενικολογία που τις χαρακτήριζαν, με παρεπόμενο η συνολική του εικόνα να μειονεκτεί. Είπε ότι είχε δει επιταγές της Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, να κυκλοφορούν και αν σχετίζονται με εικονικές συναλλαγές της εταιρείας αυτής με τρίτους. Αρχικώς, οι αναφορές αυτές παρουσιάστηκαν από το μάρτυρα ως απορρέουσες από προσωπική του αντίληψη, διαπιστώθηκε όμως στην εξέλιξη των πραγμάτων ότι αποτελούσαν απόρροια ερμηνείας εκ πλευράς του σχετικών δηλώσεων τις οποίες είχε ακούσει από τρίτους (τους οποίους και ονομάτισε) και όχι εκφορά γεγονότων που στηρίζονταν σε πρωτογενή αντίληψή του. Κανένα όμως από τα άτομα που ανάφερε ως πηγή των πληροφοριών του είτε ως αυτόπτες είτε ως αυτήκοες μάρτυρες δεν κλήτευσε για να παρουσιάσουν σχετική μαρτυρία και να ενισχύσουν την εκδοχή του. Εννοείται ασφαλώς ότι η κρίση περί αναξιοπιστίας του μάρτυρα βασίστηκε σε αυτά που το Δικαστήριο ανάλυσε ανωτέρω και όχι με υπόβαθρο άλλη μαρτυρία που μολονότι θα μπορούσε να παρουσιαστεί, δεν παρουσιάστηκε για οποιονδήποτε λόγο. Η υπόμνηση γίνεται για να καταδείξει ότι, όπως και στην περίπτωση των ελεγκτών που ο ενάγων είπε ότι θα παρουσίαζε και δεν παρουσίασε, η παράλειψη ή έστω η συνειδητή επιλογή του να μην προβεί στην κλήτευση κάποιων προσώπων ως μαρτύρων, άφησε αγεφύρωτα κενά στην εκδοχή του και στέρησε υπό τις περιστάσεις τη μαρτυρία που δόθηκε επί των πτυχών αυτών της απαιτούμενης βαρύτητας που θα μπορούσε άλλως πως να είχε υπό διαφορετικές περιστάσεις. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος είχε τη δυνατότητα να ζητήσει άδεια από το Δικαστήριο για να κλητεύσει τους μάρτυρες αυτούς βάσει των προνοιών του άρθρου 26 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9 και δεν το έπραξε, δε μετατρέπει την εξ ακοής μαρτυρία που δόθηκε εκ πλευράς ενάγοντα χωρίς άλλο παραδεχτή, μια και η βαρύτητα της θα πρέπει δίχως άλλο να αξιολογηθεί με αναφορά και στις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 9, που διέπει την αξιολόγηση τέτοιας μαρτυρίας, όπως και έγινε. Το βάρος για προσαγωγή βαρύνουσας μαρτυρίας προς στοιχειοθέτηση της αξίωσης βρισκόταν στους ώμους του ενάγοντα, ο οποίος ουδέποτε εξήγησε το λόγο μη κλήτευσης των προαναφερθέντων ως μαρτύρων κατά την ακροαματική διαδικασία έτσι ώστε να συνδράμει στην όσον το δυνατόν ευνοϊκότερη υπό τα δεδομένα αξιολόγηση των θέσεων του στα πλαίσια του απαραίτητου ζυγιάσματος βάσει του άρθρου 27, του Κεφ.
- Έχοντας υπόψη αυτά και με δεδομένο ότι η μαρτυρία του Νικόλα Κυθραιώτη (ΜΕ2), σαφώς δεν ήταν η καλύτερη δυνατή που ο ενάγων θα μπορούσε να παρουσιάσει υπό τις συνθήκες, δεν προσδίδω σε αυτή οποιαδήποτε ιδιαίτερη βαρύτητα, ξέχωρα βέβαια και από το γεγονός ότι ήταν ούτως ή άλλως πολύ γενική και ανεπαρκώς συνδετική με τα επίδικα θέματα. Τα ίδια ισχύουν κατ' αναλογίαν και για την περίπτωση της έγγραφης και προφορικής μαρτυρίας που δόθηκε εκ πλευράς υπεράσπισης σε σχέση με τις δηλώσεις και άλλα τινά που αφορούσαν στους λογιστές - ελεγκτές. Έχοντας υπόψη τη φύση των επίδικων θεμάτων και τις θέσεις που προώθησαν οι διάδικοι, οι πιο πάνω αντιφάσεις και ασυνέπειες των μαρτύρων υπεράσπισης κατατάσσονται ως ουσιώδεις και καταλυτικές για την αξιοπιστία τους. Ο εναγόμενος μού προξένησε καλή εντύπωση. Ήταν θετικός και σταθερός σε όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση, η οποία ήταν μακρά και θεμιτώς πιεστική. Κάποιες μικροαντιφάσεις που παρατηρήθηκαν ήσαν επουσιώδεις και καθόλου δεν επηρέασαν τη συνολικώς θετική εικόνα που εξέπεμψε. Πέραν του ότι οι διάδικοι συνεργάζονταν μεταξύ τους επί εταιρικού επιπέδου από το 1993 (και όχι μόνον από το 1995, που ισχυρίζεται ο ενάγων), μέχρι το 1998, στον κλάδο των εισαγωγών και εξαγωγών υποδημάτων, κανένα άλλο συμπέρασμα - πέραν κάποιων άλλων που έχουν ήδη διατυπωθεί πιο πάνω - δε θα μπορούσε να συναχθεί με τρόπο που να δικαιολογεί την επίρρωση, συνολικώς ή μερικώς, της απαίτησης του ενάγοντα. Ο ενάγων ουδέποτε πρόσφερε ή πλήρωσε προς την ONEK ΛΤΔ οποιοδήποτε ποσό. Το προϊόν πώλησης της επιχείρησης και εξοπλισμού της εταιρείας πιστώθηκε στη Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, προς την οποία η ONEK ΛΤΔ όφειλε πολύ μεγαλύτερα ποσά. Τα περί πρόταξης της πυρκαγιάς στο εργοστάσιο του (που δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο) και της συνακόλουθης καταστροφής εγγράφων που σχετίζονταν, υποτίθεται, με τα επίδικα θέματα καθώς και τη δημιουργία, όπως είπε, αδυναμίας για επαρκή στοιχειοθέτηση της υπόθεσης του, αποτελούν εκ των υστέρων εφευρήματα. Ούτε και προβλήθηκε ισχυρισμός ότι κάποια από τα έγγραφα αυτά αφορούσαν ούτως ή άλλως σε οποιεσδήποτε συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων σχετιζόμενες με τα επίδικα θέματα ή έστω με τρόπο που θα μπορούσε να καταδείξει στην ύπαρξη επιχειρηματικών δραστηριοτήτων μεταξύ των διαδίκων και επί προσωπικού επιπέδου κατά τους κρίσιμους χρόνους έτσι ώστε να μπορούσε κάποιος να αχθεί πιθανώς σε διαφορετικά συμπεράσματα, αναλόγως της αξιολόγησης που θα ακολουθούσε και λαμβανομένης υπόψη ασφαλώς της βάσης αγωγής. Η απαίτηση στηρίζεται αποκλειστικώς σε συναλλαγές των διαδίκων επί προσωπικού και όχι εταιρικού επιπέδου χωρίς αναφορά ότι οποιοσδήποτε από αυτούς ενεργούσε κατά τους ουσιώδεις χρόνους ως αντιπρόσωπος της εταιρείας του με τρόπο που να τον καθιστά και προσωπικώς υπόλογο βάσει των σχετικών προνοιών του Μέρους ΧΙΙΙ του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Καμιά πτυχή από τα όσα άλλα πρότειναν οι δικηγόροι δεν παρείχε επαρκές νομικό ή πραγματικό έρεισμα για μεταβολή της κατάληξης προς άλλη κατεύθυνση. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγόμενου και εναντίον του ενάγοντα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο. Πρωτοκολλητής. /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο