← Κύπρος

i-tel (Cyprus) Limited ν. Cyfield Development Co. Ltd, Αρ. Αγωγής: 5063/03, 31 Ιουλίου, 2008

i-tel (Cyprus) Limited ν. Cyfield Development Co. Ltd, Αρ. Αγωγής: 5063/03, 31 Ιουλίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A166 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5063/03 ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 16.11.05, 22.2.06 ΚΑΙ 27.11.

  1. Μεταξύ: i-tel (Cyprus) Limited Εναγόντων. και Cyfield Development Co. Ltd Εναγόμενων. Ημερομηνία: 31 Ιουλίου,
  2. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Χρίστος Τριανταφυλλίδης. Για τους Εναγόμενους: Ο κ. Χριστόδουλος Κληρίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγόμενους ποσό €59.801,05 (Λ.Κ.35.000) και διαζευκτικώς, ποσό €90.555,88 (Λ.Κ.53.000), για παράβαση συμφωνίας, ενώ οι εναγόμενοι ανταπαιτούν από αυτούς, επί της ίδιας βάσης, ποσό €11.354,27 (Λ.Κ.6.645,36). Είναι εκδοχή των εναγόντων ότι στις 8.2.99, με ενοικιαστήριο έγγραφο που υπογράφθηκε στη Λευκωσία μεταξύ των διαδίκων (βλ. Τεκμήριο 1) («το ενοικιαστήριο»), ενοικίασαν προς τους εναγόμενους το γραφείο 301, στον τρίτο όροφο ακινήτου στη Λεωφόρο Λεμεσού 132, στη Λευκωσία («το υποστατικό»), για περίοδο 2 χρόνων από την 22.3.99 μέχρι την 22.3.01, έναντι συνολικού ποσού ενοικίου Λ.Κ.24.000 και δη: «.£1.000 για ολόκληρη τη διάρκεια της ενοικίασης, προπληρωτέο σε μηνιαίες δόσεις την πρώτη κάθε μήνα ως ακολούθως: Από 22.3.99 μέχρι 30.4.99, Λ.Κ.1.300, κάθε μήνα, από 1.5.99 μέχρι 28.2.01, Λ.Κ.1.000, κάθε μήνα και από 1.3.01 μέχρι 22.3.01, Λ.Κ.700, κάθε μήνα.» και ότι την ίδια ημερομηνία, με αναφορά στο ενοικιαστήριο, σύνηψαν με τους εναγόμενους συμπληρωματική συμφωνία (βλ. Τεκμήριο 4) («η συμπληρωματική συμφωνία»), η οποία προνοούσε στην παράγραφο Β ότι: «.Η ενοικίαση του 3ου ορόφου θα είναι για 2 χρόνια. Σε περίπτωση που η εταιρεία i-tel (Cyprus) Ltd με την πάροδο των δύο χρόνων και τη λήξη της συμφωνίας ενοικίασης αποφασίσει να αγοράσει τον 3ον όροφο από την εταιρεία Cyfield Development Co Ltd, τότε η εταιρεία Cyfield Development Co Ltd, θα πωλήσει τον 3ον όροφο στην εταιρεία i-tel (Cyprus) Ltd για το ποσό των εκατόν εξήντα πέντε χιλιάδων λιρών Κύπρου (£165,000.00), και θα θεωρήσει το ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων λιρών Κύπρου (£24,000.00) (σύνολο μηνιαίων δόσεων για το ενοίκιο των 2 χρόνων), μέρος της πληρωμής του τιμήματος του ορόφου.» Την 1.3.01, οι εναγόμενοι απαίτησαν από τους ενάγοντες πληρωμή ποσού Λ.Κ.3.000, ως καθυστερημένα ενοίκια δυνάμει του ενοικιαστηρίου, πληροφορώντας τους συνάμα ότι δεν επιθυμούσαν την ανανέωση της ενοικίασης (βλ. Τεκμήριο 7). Στις 15.3.01, οι ενάγοντες ειδοποίησαν γραπτώς τους εναγόμενους ότι αποφάσισαν να αγοράσουν το υποστατικό ενόψει της λήξης της ενοικίασης ενασκώντας το δικαίωμα αγοράς που τους παρείχε η συμπληρωματική συμφωνία (βλ. Τεκμήριο 2). Οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν. Στις 27.3.01, οι ενάγοντες έστειλαν ακόμη μια επιστολή με την οποία επαναλάμβαναν την απόφαση τους να προχωρήσουν με την αγορά του υποστατικού ζητώντας αυτή τη φορά από τους εναγόμενους να προβούν στα κατάλληλα διαβήματα προς υλοποίηση της αγοραπωλησίας το συντομότερο δυνατό (βλ. Τεκμήριο 3). Πάλι δεν υπήρξε αντίδραση εκ πλευράς τους. Στις 7.5.01, οι ενάγοντες μέσω των δικηγόρων τους κάλεσαν ξανά τους εναγόμενους να προχωρήσουν με την αγοραπωλησία του υποστατικού τονίζοντάς τους ότι θα έπρεπε να τους πληροφορήσουν σχετικώς για τις προθέσεις τους το αργότερο μέχρι την 15.5.01, άλλως πως θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον τους (βλ. Τεκμήριο 5). Οι εναγόμενοι με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 22.5.01, απάντησαν αρνητικά στο περιεχόμενο της επιστολής λέγοντας ότι δεν είχαν πρόθεση να διαπραγματευθούν τη συνομολόγηση συμφωνίας πώλησης. Ζήτησαν μάλιστα από τους ενάγοντες την πληρωμή ποσού Λ.Κ.5.322, για οφειλόμενα ενοίκια δυνάμει του ενοικιαστηρίου (βλ. Τεκμήριο 6). Στις 26.6.01, οι ενάγοντες ανταπάντησαν μέσω των δικηγόρων τους απορρίπτοντας τις θέσεις των εναγομένων και στέλνοντας σε αυτούς ποσό Λ.Κ.2.700, για εξόφληση των οφειλόμενων ενοικίων μέχρι την 22.3.
  3. Στις 18.10.01, οι δικηγόροι των εναγόντων έστειλαν και άλλη επιστολή προς τους δικηγόρους των εναγομένων ζητώντας απάντηση στην επιστολή τους με ημερομηνία 26.6.01 - Τεκμήριο 8, προτείνοντας εξώδικο διακανονισμό της διαφοράς (βλ. Τεκμήριο 9). Στις 30.10.01, οι δικηγόροι των εναγομένων απέρριψαν τις θέσεις των εναγόντων (βλ. Τεκμήριο 10). Στις 17.1.03, οι δικηγόροι των εναγόντων απέστειλαν επιστολή προς τους δικηγόρους των εναγομένων με αναφορά στη συμπληρωματική συμφωνία πληροφορώντας τους ότι καθιστούσαν το χρόνο υλοποίησης των εκεί διαλαμβανόμενων ως ουσιώδη και καλώντας τους ταυτοχρόνως όπως μέχρι την 31.1.03, ορίσουν ημέρα και ώρα για συνάντηση στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο για τη μεταβίβαση του υποστατικού στο όνομα των εναγόντων και την πληρωμή προς τους εναγόμενους του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς. Στην επιστολή αυτή οι δικηγόροι των εναγομένων απάντησαν στις 6.2.03, απορρίπτοντας τις θέσεις των εναγόντων και επαναλαμβάνοντας την πρόθεση τους να μη διαπραγματευθούν τη συνομολόγηση συμφωνίας πώλησης του υποστατικού. Κατά την 22.5.01 (που είναι η ημερομηνία που οι εναγόμενοι απέρριψαν για πρώτη φορά την απαίτηση των εναγόντων για διεκπεραίωση της αγοραπωλησίας του υποστατικού με την επιστολή τους - Τεκμήριο 6), η εκτιμημένη αξία του ήταν Λ.Κ.200.000, ενώ κατά την 31.1.03, όταν κλήθηκαν να το μεταβιβάσουν στο όνομα των εναγόντων, ήταν Λ.Κ.218.
  4. Στη βάση αυτή, οι ενάγοντες ζητούν την απόδοση της διαφοράς μεταξύ της εκτιμημένης αξίας και του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης, που για μεν την απαίτηση των Λ.Κ.35.000, αποτελεί τη διαφορά της αφαίρεσης τής τιμής πώλησης από το ποσό της εκτιμημένης αξίας του υποστατικού κατά την 22.5.01 (Λ.Κ.200.000 - Λ.Κ.165.000 = Λ.Κ.35.000), παρομοίως δε για την αξίωση των Λ.Κ.53.000, τη διαφορά της αφαίρεσης από την εκτιμημένη αξία κατά την 31.1.03, της τιμής αγοράς (Λ.Κ.218.000 - Λ.Κ.165.000 = Λ.Κ.53.000). Είναι θέση των εναγομένων ότι η συμπληρωματική συμφωνία συνάφθηκε αφότου προηγουμένως είχε ρητώς συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων πως η πώληση του υποστατικού θα πραγματοποιούνταν (σύμφωνα με την παράγραφο 7 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης), εάν και εφόσον πληρούνταν κατά τη διάρκεια της διετούς ενοικίασης «.τα κριτήρια της καλής γειτονίας, τυπικότητας, ότι οι Ενάγοντες δεν θα παράβαιναν τους όρους του ενοικιαστηρίου εγγράφου, καθώς και του ουσιαστικού όρου πως οι Ενάγοντες θα ήταν οι ιδιοκτήτες του ακινήτου, το οποίο είναι ιδιοκτησίας των Εναγομένων των οποίων το εγγεγραμμένο γραφείο βρίσκεται στον 5ο όροφο του εν λόγω ακινήτου.». Διατείνονται επίσης ότι από το λεκτικό της συμπληρωματικής συμφωνίας δε δημιουργήθηκε υποχρέωση για πώληση ή μεταβίβαση του υποστατικού στους ενάγοντες καθότι πρόθεση των μερών ήταν η δημιουργία προκαταρκτικής συμφωνίας πώλησης η οποία καθόριζε το ποσό των Λ.Κ.165.000, ως την τιμή πώλησης του σε περίπτωση που οι διάδικοι θα συμφωνούσαν να προχωρήσουν στην υπό αναφορά αγοραπωλησία στη βάση συνομολόγησης ξεχωριστής «και νομικά σωστής» συμφωνίας, η οποία όμως ουδέποτε έλαβε χώραν. Δεν απάντησαν στις οχλήσεις των εναγόντων διότι θεωρούσαν πως η συμπληρωματική συμφωνία δεν αποτελούσε συμφωνία πώλησης του υποστατικού. Μάλιστα, σε κάποιο χρόνο πολύ πριν από την έναρξη των οχλήσεων αυτών οι ενάγοντες είχαν ζητήσει από τους εναγόμενους να τους επιτρέψουν όπως προχωρήσουν με την πώληση του υποστατικού σε τρίτο ενδιαφερόμενο αγοραστή με σκοπό την αποκόμιση κέρδους λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν, γεγονός που δεν έγινε αποδεκτό με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να καταφύγουν εκβιαστικώς στην αποστολή των επιστολών που προαναφέρθηκαν και στην επίκληση της συμπληρωματικής συμφωνίας ως προσχηματικώς δημιουργούσας δεσμευτική συμφωνία για την πώληση του υποστατικού προς αυτούς. Το ενοικιαστήριο ανανεώθηκε στις 23.1.01, με το ενοίκιο να αυξάνεται κατά 14%, δηλαδή σε Λ.Κ.1.140, μηνιαίως από την ημερομηνία αυτή, με τους ενάγοντες όμως να παραλείπουν την πληρωμή των αντίστοιχων (αυξημένων) ενοικίων για την περίοδο μεταξύ 23.3.01 και 8.8.01, οπόταν και παράδωσαν την κατοχή του υποστατικού, οφείλοντας έτσι ποσό €8.860,81 (Λ.Κ.5.186), πλέον τόκο προς 9%, από την ημερομηνία που κάθε ενοίκιο ήταν πληρωτέο. Επιπλέον, οφείλουν ποσό €155,69 (Λ.Κ.91,12), για την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος στο υποστατικό για την περίοδο 14.5.01 μέχρι 12.7.01 και κοινόχρηστα ύψους €375,89 (Λ.Κ.220), για την περίοδο 1.3.01 μέχρι 8.8.01, καθώς και ποσό €715,15 (Λ.Κ.418,56), ως απώλεια τόκων επί του ποσού των καθυστερημένων ενοικίων, με όλα αυτά να αξιώνονται από τους εναγόμενους στην Ανταπαίτηση. Οι πλήρεις λεπτομέρειες των εκδοχών των διαδίκων διατυπώνονται στη δικογραφία και δε χρειάζεται να αναπαραχθούν εδώ αφού κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Για τους ενάγοντες έδωσε μαρτυρία ο Διευθυντής τους Νεοκλής Αλεξάνδρου (ΜΕ1), η δικηγόρος Ρία Χαραλάμπους (ΜΕ2) και ο εκτιμητής Κίκης Αθηνοδώρου (ΜΕ3), ενώ για τους εναγόμενους κατάθεσε ο Διευθυντής τους Κυριάκος Χρυσοχόος (ΜΥ1) και ο εκτιμητής Ξένιος Στεφάνου (ΜΥ2). Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων αλλά και κατάληξη του Δικαστηρίου, ότι οι Κίκης Αθηνοδώρου (ΜΕ3) και Ξένιος Στεφάνου (ΜΥ2), είναι εμπειρογνώμονες στον τομέα της εκτίμησης ακινήτων περί του οποίου κατάθεσαν. Ο Νεοκλής Αλεξάνδρου (ΜΕ1), απορρίπτοντας κάθε εκδοχή των εναγομένων, αναφέρθηκε στη συνομολόγηση του ενοικιαστηρίου και στη συμπληρωματική συμφωνία όπως και στις ζημιές που υπέστησαν οι ενάγοντες ως εκ της αθέτησης των όρων της συμπληρωματικής συμφωνίας από τους εναγόμενους. Η Ρία Χαραλάμπους (ΜΕ2), είπε για τις οδηγίες που έδωσε για τη διενέργεια εκτίμησης της αξίας του υποστατικού. Ο Κίκης Αθηνοδώρου (ΜΕ3), αναφέρθηκε και ανάλυσε τις εκθέσεις εκτίμησης που ετοίμασε αναφορικώς με το υποστατικό (βλ. Τεκμήρια 13 και 15). Ο Κυριάκος Χρυσοχόος (ΜΥ1), αναφέρθηκε στα του ενοικιαστηρίου και της συμπληρωματικής συμφωνίας καθώς και σε γεγονότα που κατά την άποψη του στοιχειοθετούν την υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγομένων. Ο Ξένιος Στεφάνου (ΜΥ2), ανάλυσε τη γνώμη που εξέφρασε αναφορικώς με την αξία του υποστατικού με αναφορά στα Τεκμήρια 19 και 20 και με υπόψη τις εκτιμήσεις που παρουσίασαν οι ενάγοντες. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό ανεξαρτήτως της όποιας απουσίας ρητής παράθεσης στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων

(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων επικεντρώθηκαν στην αξιοπιστία της μαρτυρίας, με την κάθε πλευρά να εκφράζει τις δικές τις απόψεις σε ό,τι αφορά στην εμβέλεια και νομική της σημασία. Λεπτομέρειες των επιμέρους εισηγήσεων διατυπώνονται στα γραπτά περιγράμματα με τα οποία οι δικηγόροι εφοδίασαν το Δικαστήριο και δε χρειάζεται να επαναληφθούν. Όπου κριθεί αναγκαίο, θα γίνει αναφορά στο κείμενο της απόφασης. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι δικηγόροι. Οι μάρτυρες των εναγόντων μού δημιούργησαν γενικώς αρκετά καλή εντύπωση, αν και θεωρώ ότι ο Νεοκλής Αλεξάνδρου (ΜΕ1), δεν είπε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο σε σχέση με την ημερομηνία εγκατάλειψης του υποστατικού και την οφειλή των κοινοχρήστων και του ηλεκτρικού ρεύματος από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους, για λόγους που θα επεξηγηθούν στη συνέχεια. Κατά τα άλλα, τόσον αυτός όσον και οι υπόλοιποι μάρτυρες ήσαν θετικοί και σταθεροί καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας τους και δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση. Κάποιες μικροαντιφάσεις που παρατηρήθηκαν ήσαν επουσιώδεις και καθόλου δεν επηρέασαν τη συνολικώς θετική εικόνα που εξέπεμψαν. Οι μάρτυρες των εναγομένων δε μού προξένησαν θετική εντύπωση. Για λόγους που παρατίθενται πιο κάτω, ήσαν ουσιωδώς αντιφατικοί και ανακόλουθοι. Η διαπίστωση αυτή δεν αφορά στο μέρος εκείνο της μαρτυρίας του Κυριάκου Χρυσοχόου (ΜΥ1), που σχετίζεται με την παράδοση του υποστατικού εκ πλευράς εναγόντων και τη φερόμενη οφειλή τους για το ηλεκτρικό ρεύμα και τα κοινόχρηστα. Πάνω σε αυτή την πτυχή και με παραπομπή στα Τεκμήρια 17(1-2) και 18(1-3), η μαρτυρία του δόθηκε με φυσικότητα και σταθερότητα σε αντίθεση με την υπόλοιπη, για τους λόγους που αναλύονται πιο κάτω. Με προϋπόθεση την πλήρη και επαρκή αιτιολογία, η ευχέρεια του Δικαστηρίου να δέχεται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα ως αξιόπιστο και να απορρίπτει άλλο μέρος της ως αναξιόπιστο, είναι καλώς εμπεδωμένη στο δίκαιο μας, χωρίς να σημαίνει ότι η δυνατότητα αυτή είναι απόλυτη και ανεξέλεγκτη (βλ. πιο πρόσφατα, Αντωνίου v. Xρίστου
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 888). Ο Κυριάκος Χρυσοχόος (ΜΥ1), ανάφερε αρχικώς ότι οι εναγόμενοι κατά παράβαση του ενοικιαστηρίου παρέλειψαν να πληρώσουν το σύνολο των οφειλομένων ενοικίων ύψους Λ.Κ.24.000, για να διαφοροποιήσει τη θέση του σε κατοπινό στάδιο λέγοντας ότι μόνο μέρος του ποσού αυτού δεν είχε καταβληθεί από τους ενάγοντες, παραδεχόμενος όμως, τελικώς, μετά από επισταμένη αντεξέταση, ότι πράγματι οι ενάγοντες πλήρωσαν όλα τα οφειλόμενα ενοίκια προς τους εναγόμενους μέχρι τη λήξη του ενοικιαστηρίου στις 23.3.
  1. Επίσης, σε αντίθεση με το τι είχε δηλώσει προγενέστερα κατά τη μαρτυρία του, παραδέχθηκε, στα πολλά, ότι όντως το ποσό των Λ.Κ.24.000, θα πιστωνόταν έναντι του ποσού αγοράς του υποστατικού, παραδεχόμενος ουσιαστικώς και την ύπαρξη της συμπληρωματικής συμφωνίας την οποία στην αρχή άφησε να νοηθεί ότι αμφισβητούσε. Του υποβλήθηκε ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε απάντησαν στην επιστολή των εναγόντων με ημερομηνία 15.3.01 (βλ. Τεκμήριο 2). Αρχικώς, είπε ότι δε γνώριζε περί της ύπαρξης μιας τέτοιας επιστολής, για να καταλήξει ότι γνώριζε για την ύπαρξη της πλην όμως όχι για το κατά πόσον είχε ή δεν είχε απαντηθεί εκ πλευράς εναγομένων. Παρόμοια στάση τήρησε και σε σχέση με την επιστολή ημερομηνίας 27.3.01 (βλ. Τεκμήριο 3). Δήλωσε επιπροσθέτως ότι δυνάμει του ενοικιαστηρίου οι ενάγοντες οφείλουν προς τους εναγόμενους τόκους επί των ποσών των καθυστερημένων ενοικίων επιμένοντας ότι υπήρχε εκεί πρόνοια για τοκοφορία που στο τέλος όμως παραδέχθηκε ότι δεν υπήρχε, για να καταλήξει να πει (με καθόλου πειστικό τρόπο), ότι για τον ίδιο εξυπακουόταν ότι κάθε ποσό που οφειλόταν από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους βάσει του ενοικιαστηρίου θα έπρεπε να θεωρείται ότι υπόκειται σε τοκοφορία. Κλήθηκε επιπλέον να τοποθετηθεί επί της δήλωσης του στην κυρίως εξέταση ότι κατά τη διάρκεια της ενοικίασης του υποστατικού από τους ενάγοντες περιήλθε στην αντίληψη του ότι αυτοί είχαν υπενοικιάσει το υποστατικό ή συστεγαστεί εκεί με άλλες εταιρείες χωρίς όμως να μπορέσει να δικαιολογήσει την αναφορά του, λησμονώντας καθώς φαίνεται ότι είχε αναφέρει στη γραπτή του δήλωση ότι το φερόμενο ως γεγονός το αντιλήφθηκε συμπτωματικώς όταν κατά λάθος είχαν καταλήξει στα γραφεία των εναγομένων επιστολές που στέλνονταν προς τις άλλες αυτές εταιρείες. Όταν του ζητήθηκε να δώσει σχετικές λεπτομέρειες, πολύ απλά, απόφυγε να απαντήσει, αφήνοντας τον ισχυρισμό του να αιωρείται σε επίπεδο εικασίας. Ο Ξένιος Στεφάνου (ΜΥ2), είπε ότι τη μέρα που έδωσε τη γνώμη του προς τους εναγόμενους αναφορικώς με την αξία του υποστατικού (και το τόνισε), δεν το είχε προηγουμένως επισκεφθεί και επιθεωρήσει διότι οι εναγόμενοι του είχαν ζητήσει μόνον τη γνώμη και όχι τη διενέργεια, σύνταξη και παρουσίαση λεπτομερούς εκτίμησης (και τούτο πράγματι το αναφέρει και στην έκθεση του - Τεκμήριο 20). Δήλωσε όμως ότι είχε επισκεφθεί το υποστατικό τον Ιούνιο 2000 και Ιούλιο 2002, στα πλαίσια άλλων εργασιών που του είχαν ανατεθεί, για να παραδεχθεί όμως μετά από εύστοχη αντεξέταση ότι αυτό δεν ήταν αληθές διότι κατά τους χρόνους εκείνους δεν ήταν το υποστατικό αλλά το κτήριο πάνω στο οποίο βρίσκεται που είχε επισκεφθεί, όπως ακριβώς αναφέρει στο Τεκμήριο 20, με την αναφορά εκεί σε λεπτομερή εσωτερική επίσκεψη στους χώρους που περιγράφονται στην εκτίμηση να αφορούν σε άλλα υποστατικά και όχι στο επίδικο. Παραδέχθηκε επίσης ότι ουδέποτε, εν πάση περιπτώσει, εισήλθε στο υποστατικό σε οποιοδήποτε στάδιο για οποιονδήποτε λόγο, σε αντίθεση με προηγούμενη αναφορά του ότι δεν το είχε «προσφάτως» επισκεφθεί. Είπε επίσης ότι δε μπορούσε να γνωρίζει πόσες συσκευές κλιματισμού υπήρχαν στο υποστατικό κατά τον κρίσιμο χρόνο της εκτίμησης τον Οκτώβριο 2005, παρόλο που το στοιχείο αυτό αποτέλεσε αξιολογήσιμο παράγοντα για τον ίδιο κατά τη διεργασία προσδιορισμού της αξίας του υποστατικού, δικαιολογούμενος ότι η αναφορά αυτή αποτέλεσε απαύγασμα κατά προσέγγιση υπολογισμού με υπόψη τον αριθμό των δωματίων και την έκταση που είχε το υποστατικό και τη συνακόλουθη υπόθεση ως προς το πού θα έπρεπε να υπήρχαν εφαρμοσμένα κλιματιστικά και πού όχι. Γενικώς, οι απαντήσεις του ήσαν γενικόλογες και καθόλου δε βοήθησαν στη δημιουργία συγκεκριμένου και ασφαλούς υποβάθρου το οποίο θα μπορούσε να βοηθήσει το Δικαστήριο στο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα σε σχέση με τα ζητήματα που κατάθεσε. Έχοντας υπόψη τη φύση των επίδικων θεμάτων και τις θέσεις που προώθησαν οι διάδικοι, οι πιο πάνω αντιφάσεις και ασυνέπειες των μαρτύρων υπεράσπισης κατατάσσονται ως ουσιώδεις και καταλυτικές για την αξιοπιστία τους. Σε ό,τι αφορά στο ζήτημα της παράδοσης ελεύθερης και κενής κατοχής του υποστατικού από τους ενάγοντες και το χρόνο που αυτή έλαβε χώραν, ο Νεοκλής Αλεξάνδρου (ΜΕ1), παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση ότι αυτό έγινε στις 8.8.01, σε αντίθεση με προγενέστερη τοποθέτηση του κατά την κυρίως εξέταση ότι οι ενάγοντες εγκατέλειψαν το υποστατικό με τη λήξη της περιόδου ενοικίασης στις 22.3.
  2. Δε μπορούσε επίσης να τοποθετηθεί με βεβαιότητα για το κατά πόσον οφείλονταν ή όχι τα κοινόχρηστα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 18, μήτε για την οφειλή του ηλεκτρικού ρεύματος, ως το Τεκμήριο 17, με την αντεξέταση του Κυριάκου Χρυσοχόου (ΜΥ1), να μην αμφισβητεί ουσιωδώς το αληθές του περιεχομένου των τεκμηρίων αυτών. Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα, πάνω σε αυτή την πτυχή δέχομαι τη μαρτυρία του Κυριάκου Χρυσοχόου (ΜΥ1), ως αληθή και απορρίπτω αυτή του Νεοκλή Αλεξάνδρου (ΜΕ1), ως αναληθή, καταλήγοντας ότι οι ενάγοντες παράδωσαν ελεύθερη και κενή κατοχή του υποστατικού προς τους εναγόμενους την 8.8.01, χωρίς να πληρώσουν το αντίστοιχο και αναλογούν ποσό του μηνιαίου ενοικίου εκ Λ.Κ.1.000, από την 23.3.01 μέχρι την 8.8.01, ύψους €7.716,32 (Λ.Κ.4.516,16) και χωρίς να πληρώσουν το ηλεκτρικό ρεύμα για το υποστατικό ύψους Λ.Κ 91.12, που αναγκαστικώς πληρώθηκε από τους εναγόμενους στις 17.9.01 [βλ. Τεκμήριο 17
(2)] και τα κοινόχρηστα ύψους Λ.Κ.220, για την περίοδο Μαρτίου - 8 Αυγούστου 2001, ως το Τεκμήριο 18(1-3). Η ενοικίαση ανανεώθηκε στις 23.3.01, με το ίδιο μηνιαίο ενοίκιο των Λ.Κ.1.000, που προβλεπόταν στη συμφωνία «.για ολόκληρη τη διάρκεια της ενοικίασης» και οπωσδήποτε όχι αυξημένου κατά 14%, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι μια και δεν υπήρξε αμοιβαίως κοινή συμφωνία για την αύξηση αυτή μεταξύ των διαδίκων, παρά το γεγονός ότι οι εναγόμενοι τη ζήτησαν στις 22.5.01, ως το Τεκμήριο 6, με αναδρομική μάλιστα ισχύ από 23.3.01. Με τις εξαιρέσεις που διατυπώθηκαν πιο πάνω, απορρίπτω το υπόλοιπο της μαρτυρίας και εκδοχής των μαρτύρων υπεράσπισης ως αναξιόπιστης και δέχομαι ως αξιόπιστο το υπόλοιπο της μαρτυρίας και εκδοχής των μαρτύρων που κατάθεσαν για τους ενάγοντες. Το περιεχόμενο της σύνοψης της εκδοχής των εναγόντων και των μαρτύρων τους, στο βαθμό που δε συγκρούεται με τα ήδη διατυπωθέντα ευρήματα, καθίσταται συνακόλουθο εύρημα του Δικαστηρίου, χωρίς να χρειάζεται να επαναληφθεί. Ως εύρημα διατυπώνεται επίσης και το περιεχόμενο των εκθέσεων εκτίμησης που ετοίμασε ο Κίκης Αθηνοδώρου (ΜΕ3) (βλ. Τεκμήρια 13 και 15), με αναφορά στο υποστατικό (τεμάχιο με αριθμό 2225 (νέος αριθμός 2336), Φ/Σχ. ΧΧΙ/63.W.2, Τμήμα Ν, Ενορία Απόστολος Βαρνάβας και Άγιος Μακάριος, Στρόβολος). Βρίσκω επίσης ότι οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι ήσαν καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους και εξακολουθούν να είναι, εταιρείες περιορισμένης ευθύνης νομίμως εγγεγραμμένες στην Κύπρο και ότι η ορθή ημερομηνία υπογραφής του ενοικιαστηρίου είναι η 8.2.99 και όχι η 9.2.99, όπως εκ παραδρομής διατυπώθηκε εκεί. Αποφαίνομαι επίσης ότι με έρεισμα το περιεχόμενο της παραγράφου Β της συμπληρωματικής συμφωνίας, οι ενάγοντες είχαν το αποκλειστικό δικαίωμα επιλογής αγοράς του υποστατικού με ταυτόχρονη υποχρέωση των εναγομένων για συμμόρφωση με την επιλογή των αντισυμβαλλομένων και του όρους που περιγράφονται εκεί και ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι τήρησαν πλήρως τις υποχρεώσεις τους βάσει του ενοικιαστηρίου και της συμπληρωματικής συμφωνίας, δικαιούνταν στην αγορά του υποστατικού και ότι η παράληψη των εναγομένων να συμμορφωθούν με τον ουσιώδη αυτό όρο παρά τις επανειλημμένες προτροπές τους έδωσε το δικαίωμα στους ενάγοντες να καταχωρήσουν την αγωγή και να ζητούν, δικαίως, αποζημιώσεις για την αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων. Το ενοικιαστήριο αποτελεί νόμιμη συμφωνία ενοικίασης με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 77
(1)(α)(β) του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  1. Παρομοίως, πλήρως νόμιμη και δεσμευτική είναι και η συμπληρωματική συμφωνία, με τις δυο τους (ενοικιαστήριο και συμπληρωματική συμφωνία), να απαρτίζουν μια ενιαία συμφωνία η οποία καθόριζε συνολικώς τις σχέσεις των συμβαλλόμενων επί των συζητουμένων. Τα περί πρόθεσης δημιουργίας προκαταρκτικής συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων για πώληση του υποστατικού υπό την αίρεση ικανοποίησης των προϋποθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 7 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, πέραν από αναξιόπιστα, συγκρούονται και με αυτό καθ' αυτό το περιεχόμενο τόσον του ενοικιαστηρίου όσον και της συμπληρωματικής συμφωνίας. Κάποιες μικροπαρεκκλίσεις που αφορούσαν στο χρόνο καταβολής των ενοικίων από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους διαρκούσης της ισχύος του ενοικιαστηρίου, όπως παρουσιάζονται στην κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 14, γίνονταν κάθε φορά αποδεκτές από τους εναγόμενους χωρίς απολύτως καμιά διαμαρτυρία ή επιφύλαξη και τούτο εξάγεται με καθαρότητα και από το περιεχόμενο των αποδείξεων είσπραξης - Τεκμήρια 16(1-20). Το ότι μετά τη λήξη της περιόδου ενοικίασης στις 22.3.01, οι ενάγοντες δεν πλήρωσαν ενοίκιο για τη διαμονή τους στο υποστατικό μέχρι τη μέρα εγκατάλειψης της κατοχής του στις 8.8.01 και δεν πλήρωσαν το ηλεκτρικό ρεύμα και τα κοινόχρηστα, δε θα μπορούσε να αποβεί καταλυτικό για την υπόθεση τους. Τα γεγονότα αυτά επακολούθησαν και δεν προηγήθηκαν της κοινοποίησης προς τους εναγόμενους της επιθυμίας τους να προχωρήσουν με την αγορά του υποστατικού με αποτέλεσμα να μη μπορεί να σταχυολογηθούν ως παραβιάσεις (πόσω μάλλον ουσιώδεις) του ενοικιαστηρίου. Υπήρξε αντιπαροχή αναφορικώς με τη συμπληρωματική συμφωνία και αυτή δεν είναι άλλη από την ενέργεια ενοικίασης του υποστατικού των εναγομένων εκ πλευράς εναγόντων αλλά και το ότι το συμφωνηθέν ενοίκιο των Λ.Κ.24.000, πληρωνόταν κατά τους χρόνους που συμφωνήθηκαν στο ενοικιαστήριο (με προοδευτική μείωση του καταβαλλόμενου ποσού), με την προοπτική να αποτελέσει (όπως συμφωνήθηκε ρητώς στη συμπληρωματική συμφωνία), μέρος του τιμήματος αγοράς του υποστατικού που είχε καθοριστεί στις Λ.Κ.165.
  2. Με κάθε σεβασμό, οι περί του αντιθέτου τοποθετήσεις της υπεράσπισης κρίνονται ως αβάσιμες μια και δε βρίσκουν θεμέλιο στα γεγονότα, χώρια ασφαλώς από το ότι, ούτως ή άλλως, κακώς προωθήθηκαν αφού δε δικογραφήθηκαν στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Οι εναγόμενοι ποτέ δεν αμφισβήτησαν τη δεσμευτικότητα και περιεχόμενο της συμπληρωματικής συμφωνίας είτε προφορικώς είτε γραπτώς δια των επιστολών των δικηγόρων τους προς τους δικηγόρους των εναγόντων μεταξύ Μαΐου 2001 και Φεβρουαρίου 2003 (βλ. Τεκμήρια 6, 10 και 12). Είναι πραγματικότητα ότι επανειλημμένως στην αλληλογραφία τους ανάφεραν ότι δεν είχαν πρόθεση να διαπραγματευθούν «.την συνομολόγηση συμφωνίας πώλησης του ενοικιαζόμενου από αυτούς ακινήτου της επί της Λεωφ. Λεμεσού αρ. 132, τρίτος όροφος Λευκωσία» (βλ. Τεκμήρια 6 και 12). Παρά ταύτα, δεν προκύπτει με την απαραίτητη σαφήνεια το κατά πόσον οι αναφορές αυτές έγιναν σε σχέση με τη συμπληρωματική συμφωνία ή τη συνομολόγηση νέας συμφωνίας για πώληση του υποστατικού. Δεν υπήρξε αντεξέταση πάνω στο θέμα ούτε και ο συντάκτης των επιστολών κλήθηκε να δώσει μαρτυρία και δεδομένης της προκύπτουσας ασάφειας το μόνο εύλογο εύρημα που θα μπορούσε να διατυπωθεί είναι ότι είτε όπως και να ήθελαν ιδωθεί τα πράγματα οι εναγόμενοι δεν είχαν πρόθεση να πουλήσουν το υποστατικό προς τους ενάγοντες. Οι εναγόμενοι ουδέποτε τερμάτισαν τη συμφωνία, παρά απλώς πληροφόρησαν τους ενάγοντες την 1.3.01, ότι δεν επιθυμούσαν την ανανέωση της μετά τη λήξη της ενοικίασης στις 22.3.01 (βλ. Τεκμήριο 7), κάτι που δεν έγινε λόγω του ότι είχαν συναινέσει στην παραμονή των εναγόντων στο υποστατικό και μετά το χρόνο αυτό, μέχρι δηλαδή την 8.8.
  3. Αυτό οπωσδήποτε λίγη σημασία έχει διότι με κανένα τρόπο δε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επηρεάζει τα αμφίδρομα δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων βάσει της συμπληρωματικής συμφωνίας. Το ποσό της αποζημίωσης στο οποίο δικαιούνται οι ενάγοντες θα πρέπει να υπολογιστεί στη βάση της απώλειας της εκτιμημένης αξίας του υποστατικού κατά το χρόνο της παράβασης της συμφωνίας μείον το ποσό του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς ύψους Λ.Κ.165.
  4. Η ημερομηνία παράβασης της συμφωνίας είναι η 31.1.03, διότι μέχρι τότε είναι που οι ενάγοντες είχαν καθορίσει προς τους εναγόμενους, με την επιστολή τους ημερομηνίας 17.1.03 - Τεκμήριο 11, ότι θα έπρεπε να παραβρεθούν στο κτηματολόγιο για να λάμβανε χώραν η αγοραπωλησία και η μεταβίβαση του τίτλου του υποστατικού στο όνομα των εναγόντων, κάτι που δεν έγινε. Τόσον το Τεκμήριο 11, όσον και οι υπόλοιπες επιστολές που στάλθηκαν από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους παραλήφθηκαν εγκαίρως από τους τελευταίους (βλ. Τεκμήρια 2, 3, 5, 8, 9 και 11). Το ίδιο αφορά και στις επιστολές που έστειλαν οι εναγόμενοι προς τους ενάγοντες (βλ. Τεκμήρια 6, 7, 10 και 12). Κατά την 31.1.03, η εκτιμημένη αγοραία αξία του υποστατικού ήταν Λ.Κ.218.000, για όλους τους λόγους που λεπτομερώς και πειστικώς αναφέρονται στην αιτιολογημένη έκθεση εκτίμησης - Τεκμήριο 13 τού Κίκη Αθηνοδώρου (ΜΕ3), με αποτέλεσμα, μετά την αφαίρεση από το ποσό αυτό τής συμφωνηθείσας τιμής αγοράς του, η προκύπτουσα διαφορά να αποτελεί και το ποσό που θα πρέπει να τους επιδικαστεί (Λ.Κ.218.000 - Λ.Κ.165.000 = Λ.Κ.53.000), δηλαδή €90.555,
  5. Σε σχέση με την Ανταπαίτηση, οι εναγόμενοι δικαιούνται στην έκδοση απόφασης για το ποσό των μη καταβληθέντων ενοικίων για την περίοδο 23.3.01 μέχρι 8.8.01, με νόμιμο όμως τόκο καθότι το ενοικιαστήριο δεν προνοεί για την επιδίκαση τόκου προς 9%, όπως αξιώνουν (αλλά και διότι καμιά άλλη αξιόπιστη μαρτυρία δε δόθηκε έτσι ώστε να δικαιολογείται μια τέτοια επιδίκαση πάνω σε άλλη βάση), καθώς και για το ποσό του ηλεκτρικού ρεύματος και των κοινοχρήστων, όπως λεπτομερώς διατυπώνεται πιο πάνω. Καμιά πτυχή από τα όσα άλλα πρότειναν οι δικηγόροι δεν παρείχε επαρκές νομικό ή πραγματικό υπόβαθρο για μεταβολή της κατάληξης προς άλλη κατεύθυνση. Εκδίδεται απόφαση στην αγωγή, υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για ποσό €90.555,88 (Λ.Κ.53.000), πλέον νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως και έξοδα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εκδίδεται απόφαση στην Ανταπαίτηση, υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων για ποσό €7.716,32 (Λ.Κ.4.516,16), με νόμιμο τόκο, μέχρι εξοφλήσεως και έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο. Πρωτοκολλητής. /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.