Κώστα Κυριακίδη ν. Πραξούλλας Κυριακίδου, Αρ. Αγωγής: 8180/04, 12 Σεπτεμβρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A172 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8180/04 Μεταξύ Κώστα Κυριακίδη Ενάγοντα και Πραξούλλας Κυριακίδου Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 11.4.08 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης Ημερομηνία: 12 Σεπτεμβρίου 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια-Εναγομένη: κα Σ. Θεμιστοκλέους Για Καθ' ου η αίτηση-Ενάγοντα: κ. Παπαθεοδώρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση επιζητείται η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 3.3.2008 στην παρούσα αγωγή μέχρι την εκδίκαση της έφεσης που έχει καταχωρηθεί εναντίον της. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 θ.θ.18-19, Δ.40 θ.θ.11 και 15, Δ.48 θ.θ. 1-9 και Δ.64 θ.θ.1-4 καθώς και το άρθρο 9 του Νόμου 14/60 και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση της εναγόμενης, ίδιας ημερομηνίας, που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι στις 3.3.2008 εκδόθηκε απόφαση στην υπό κρίση αγωγή, εναντίον της οποίας καταχωρήθηκε έφεση και όπως συμβουλεύεται από το δικηγόρο της έχει καλή υπόθεση για επιτυχία της έφεσης. Ζητά την αναστολή της εκτέλεσης της επίδικης δικαστικής απόφασης λόγω του ότι εάν εκτελεστεί η απόφαση δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη έστω και αν κερδίσει την έφεση αλλά και επειδή θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και η ασκηθείσα έφεση θα παραμείνει άνευ αντικειμένου. Αντίθετα, η αναστολή της απόφασης δεν θα επιφέρει αδικία στον ενάγοντα. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα ημερομηνίας 27.5.2008 έχει την ίδια νομική βάση με την αίτηση και ως συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης προβάλλονται ότι η εναγομένη δεν παραθέτει στην αίτηση και την ένορκη της δήλωση ικανοποιητικούς νομικά λόγους ή στοιχεία για να στηρίξουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ότι οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης που καταχώρησε η εναγομένη είναι συρρικνωμένες και ότι επειδή η επίδικη διαφορά είναι χρηματική, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης ο ενάγοντας είναι αξιόχρεος για την επιστροφή του επιδικασθέντος ποσού μαζί με τα έξοδα και τους τόκους. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του ενάγοντα στην οποία, πέραν της αποδοχής ότι εκδόθηκε η επίδικη απόφαση η οποία και εφεσιβλήθηκε από την εναγομένη, απορρίπτονται οι ισχυρισμοί της εναγομένης. Ο ενάγοντας επαναλαμβάνει τους λόγους της ένστασης του υποστηρίζοντας ότι οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι δεν θα αποδοθεί δικαιοσύνη σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης και ότι αυτή θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, είναι γενικοί και αόριστοι. Αντίθετα, αν επιτύχει η αίτηση θα χαθεί η σημασία της υπέρ του εκδοθείσας, μετά από μακρά και επίπονη διαδικασία, απόφασης, καθώς και η φυσιολογική προσδοκία του να αποκαταστήσει τη ζημιά που υπέστη με την πληρωμή των υποχρεώσεων της εναγομένης προς τη Λαϊκή Τράπεζα. Συνεπώς η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί αλλά και σε περίπτωση επιτυχίας της, τυχόν εκδοθέν διάταγμα δεν είναι δυνατό νομικά να αναστείλει την πληρωμή των εξόδων που έχουν επιδικαστεί υπέρ του. Κατά την ακρόαση της αίτησης αγόρευσαν μόνο οι συνήγοροι των διαδίκων, καταχωρώντας γραπτές αγορεύσεις και υποστηρίζοντας τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα με βάση τα γεγονότα και τη νομολογία που διέπει το θέμα. Εκ μέρους της συνηγόρου της αιτήτριας-εναγομένης προβάλλει η εισήγηση ότι θα πρέπει να ανασταλεί η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, μέσα στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου λαμβάνοντας υπόψη ότι εκκρεμεί μεταξύ των διαδίκων διαδικασία περιουσιακών διαφορών και όλη η περιουσία κατακρατείται από τον καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα με αποτέλεσμα η αιτήτρια-εναγομένη να βρίσκεται σε πλήρη ένδεια. Ενόψει της θέσης της αιτήτριας-εναγομένης ότι το επιδικασθέν ποσό κατεβλήθη από τον καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων από οικογενειακές αποταμιεύσεις, που επιβεβαιώθηκε από τον ενάγοντα κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής, και συνεπεία του γεγονότος ότι ο καθ' ου η αίτηση-ενάγοντας δεν παρέχει οποιαδήποτε ασφάλεια επιστροφής των χρημάτων αν του καταβληθεί το εξ αποφάσεως ποσό και η έφεση γίνει δεκτή, η συνήγορος επισημαίνοντας ότι υπάρχει καλή πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης και δεν θα υπάρξει μεγάλη καθυστέρηση, ζήτησε από το Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, η εισήγηση εκ μέρους του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα είναι ότι παρόλο που δεν συμμερίζεται τη θέση της αιτήτριας-εναγομένης ότι υπάρχουν προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, ο παράγοντας αυτός είναι οριακής σημασίας για την αναστολή εκτέλεσης απόφασης και οι ισχυρισμοί της ότι αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και θα αδικηθεί είναι γενικοί και αόριστοι. Το Δικαστήριο εξισορροπώντας τους δύο παράγοντες που καθορίζουν την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δεν θα πρέπει να λάβει υπόψη του τα όσα η αιτήτρια-εναγομένη ισχυρίζεται και είναι ορθό και δίκαιο να απορρίψει την αίτηση ως ουσιαστικά και νομικά αστήρικτη δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα ότι είναι φερέγγυος και ικανός να επιστρέψει στην αιτήτρια-εναγομένη οποιοδήποτε ποσό αυτή του καταβάλει σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης της, παρέμειναν αναντίλεκτοι και αναμφισβήτητοι. Σχετική με την αιτούμενη θεραπεία στην υπό κρίση αίτηση είναι η Δ.35 θ.18, στην οποία προνοείται η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης έφεσης. Όπως έχει νομολογηθεί, σαν θέμα πρακτικής το Δικαστήριο δεν πρέπει να αποστερεί τον επιτυχόντα διάδικο των καρπών της επιτυχίας του, δεσμεύοντας όσα εκ πρώτης όψεως δικαιούται εκκρεμούσης της έφεσης, δεδομένου ότι η καταχώρηση έφεσης δεν έχει ανασταλτικό χαρακτήρα έναντι της προσβαλλόμενης με αυτή απόφασης. Έχει όμως, επίσης, λεχθεί ότι όταν ένας διάδικος, εξασκώντας το αναφαίρετο δικαίωμα του, καταχωρεί έφεση, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο να μην είναι αναποτελεσματική η έφεση, αν επιτύχει (βλ. The Annual Practice, 1958, σελ. 1697 ως προς τις πανομοιότυπες με τη Δ.35 θ.18 πρόνοιες της Αγγλικής Δ.58 θ.12). Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1978, έχουν συνοψιστεί οι αρχές που διέπουν την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης σε τέτοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με την εν λόγω Διαταγή. Όπως λέχθηκε στη σελ. 1982: «Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, εκπηγάζουν από τη νομολογία και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Το Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες, ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland ν. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 AAΔ 955, ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας.» Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης.» (βλ. και E.Y.R.I.K. and others v. Kotsonis
(1986)1 CLR 617, ABP Holdings κ.α. ν. Kιταλίδη κ.α. (Αρ.1)
(1994)1 ΑΑΔ 287, Loukos Trading Co Ltd v. Ρεϊνμπ. Πλ. και Νταϊγκ Κο Λτδ
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014). Πριν την ενασχόληση με τα δεδομένα της υπό κρίση αίτησης επισημαίνεται ότι με την επίδικη επί της αγωγής απόφαση επιδικάστηκε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας υπέρ του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα και εναντίον της αιτήτριας-εναγομένης το ποσό των €34.513,75 (αντίστοιχο των £20.200), που είχε αυτός καταβάλει ως εγγυητής των υποχρεώσεων της προς Τράπεζα, πλέον τόκων και εξόδων. Με την καταχωρηθείσα έφεση προσβάλλεται η απόφαση του Δικαστηρίου τόσο αναφορικά με την δικαιοδοσία που έκρινε ότι είχε προς εκδίκαση της υπόθεσης αλλά και επί της ουσίας σε σχέση με τα ευρήματα του κατόπιν αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας. Εξετάζοντας με πολλή προσοχή τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και τους ισχυρισμούς που προβάλλει στην αγόρευση της προς υποστήριξη της αίτησης η συνήγορος της αιτήτριας-εναγομένης, αρχικά πρέπει να παρατηρηθεί ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους ζητείται αναστολή της απόφασης είναι ότι η αιτήτρια-εναγομένη βρίσκεται σε οικονομική δυσχέρεια ενόψει της εκκρεμότητας της μεταξύ των διαδίκων διαδικασίας περιουσιακών διαφορών λόγω της λύσης του γάμου τους. Ακόμη και αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο λόγος αυτός, όπως και οι λοιποί ισχυρισμοί στους οποίους θα γίνει αναφορά πιο κάτω, προβάλλονται δεόντως, παρόλο που δεν τους επικαλείται η αιτήτρια-εναγομένη στην ένορκη της δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της όπως θα έπρεπε (βλ. σχετικά την απόφαση Lord Jeans Ltd ν. Orbit-Kazoulis Ltd
(2003)1(Β) ΑΑΔ 808), πρέπει να λεχθεί ότι όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Βογιαζιανού v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1(Β) ΑΑΔ 591, οι οικονομικές δυσχέρειες του αιτητή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την απόφαση δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι για την χορήγηση αναστολής. Συνεπώς είναι η αντίληψη μου ότι ο εν λόγω ισχυρισμός, δεδομένου και του τρόπου που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που αποστέρησε την άλλη πλευρά της δυνατότητας να αντεξετάσει επί του θέματος, δεν μπορεί να αποτελέσει νομικά αποδεκτό λόγο για έγκριση του αιτήματος. Αντίθετα μπορεί να θεωρηθεί ότι καθιστά πιο επιτακτική την ανάγκη για εξασφάλιση του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα ως προς την ικανοποίηση της εξασφαλισθείσας απόφασης αλλά και λειτουργεί και υπέρ της απόρριψης της αίτησης εφόσον η αιτήτρια-εναγομένη δεν φαίνεται να προσφέρει οποιανδήποτε μορφή εγγύησης προς εξασφάλιση του λαβείν του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε διατάξει αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης υπό όρους (βλ. Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd (πιο πάνω). Ούτε και η εισήγηση της συνηγόρου της αιτήτριας-εναγομένης ότι ο ενάγοντας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής επιβεβαίωσε ότι πλήρωσε το επιδικασθέν υπέρ του με την δικαστική απόφαση ποσό από τις οικογενειακές αποταμιεύσεις ευσταθεί όχι μόνο ως λόγος αναστολής αλλά και λαμβανομένου υπόψη ότι δεν φαίνεται ότι είναι αποδεκτή εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα τέτοια θέση. Ο ισχυρισμός της συνηγόρου της αιτήτριας-εναγομένης εξάλλου αναφορικά με το ότι ο καθ' ου η αίτηση-ενάγοντας κατακρατεί όλη την περιουσία των διαδίκων είναι αντιφατικός με τη θέση της ότι ο καθ' ου η αίτηση-ενάγοντας δεν θα έχει δυνατότητα επιστροφής των χρημάτων σε περίπτωση που καταβληθεί σ' αυτόν το επιδικασθέν ποσό και η έφεση γίνει αποδεκτή σε μεταγενέστερο στάδιο. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί τη θέση ότι ο καθ' ου η αίτηση-ενάγοντας είναι αφερέγγυος (βλ. Loukos Trading Co Ltd v. Ρεϊνμπ. Πλ. και Νταϊγκ Κο Λτδ (πιο πάνω)). Σ' αυτό το στάδιο πρέπει να λεχθεί ότι οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι παράγοντας σχετικός αλλά, στις περισσότερες περιπτώσεις, οριακής σημασίας, δεδομένου ότι μόνο κατά την ακρόαση της έφεσης διαγιγνώσκονται τα δικαιώματα του εφεσείοντος, τα οποία συναρτώνται με την εξέταση των λόγων της έφεσης. Ο παράγοντας αυτός αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή μη της έφεσης, χωρίς άλλη συζήτηση του θέματος. (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147). Στην προκειμένη, βέβαια, υπόθεση, δεν μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει πρόβλεψη με βεβαιότητα του αποτελέσματος της έφεσης. Αντισταθμίζοντας το δικαίωμα του επιτυχόντος διαδίκου να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του με αυτό του αποτυχόντος, που έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση προσδοκώντας την επιτυχία αυτής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, φαίνεται ότι υπερτερεί αυτό του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα. Όλοι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από την αιτήτρια-εναγομένη μέσω της συνηγόρου της όπως ήδη αναλύθηκε πιο πάνω δεν δικαιολογούν το αίτημα της ενώ οι λόγοι που η αιτήτρια-εναγομένη προβάλλει στην αίτηση της περί μη απόδοσης δικαιοσύνης αν κερδίσει την έφεση της και περί ανεπανόρθωτης ζημιάς και αδικίας αν δεν ανασταλεί η απόφαση κρίνονται γενικοί και αόριστοι, όπως ορθά εισηγήθηκε ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα. Ενόψει των προαναφερθέντων θεωρώ ότι δεν αποδείχθηκαν οποιεσδήποτε περιστάσεις που να καθιστούν αναγκαία την αναστολή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης ούτε και συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση εκείνοι οι παράγοντες που δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της αιτήτριας-εναγομένης. Ως εκ τούτου η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται εναντίον της αιτήτριας-εναγομένης και υπέρ του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο