← Κύπρος

Fairplace Holdings Ltd κ.α. ν. White Knight Holdings Limited, Αρ. Αγωγής: 11/2004, 18 Σεπτεμβρίου, 2008

Fairplace Holdings Ltd κ.α. ν. White Knight Holdings Limited, Αρ. Αγωγής: 11/2004, 18 Σεπτεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A174 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11/2004 Μεταξύ:

  1. Fairplace Holdings Ltd
  2. A. Petsas & Sons (Developers) Ltd
  3. Παναγιώτη Στυλιανού Εναγόντων και White Knight Holdings Limited Εναγομένης ____________ 18 Σεπτεμβρίου,
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες:: κ. Μενέλαος Κυπριανού για Μιχαλάκη Κυπριανού & Συνεργάτες. Για την Εναγόμενη: κα Αθηνά Αθανασιάδου για Γεωργιάδης & Πελίδης. _____________ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγουσες 1 και 2 αξιώνουν από την Εναγόμενη την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ. 50.000.- που η Ενάγουσα 2 είχε καταβάλει στην Εναγόμενη, μέσω της Ενάγουσας 1, για την απόκτηση μετοχών της Εναγόμενης, με την προοπτική εισαγωγής τους στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ). Η αξίωση εδράζεται στις πρόνοιες του Άρθρου 3

(3)του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικού) (Αρ.4) Νόμου 42(I)/
  1. Αξιώνεται η επιστροφή του πιο πάνω ποσού σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία καθότι η εισαγωγή των τίτλων της Εναγόμενης στο ΧΑΚ δεν έγινε μέσα στα προνοούμενα χρονικά πλαίσια. Τα γεγονότα της υπόθεσης είναι ουσιαστικά τα ακόλουθα. Με επιταγή της ημερομηνίας 9.12.99 (Τεκμήριο 1) η Ενάγουσα 1 πλήρωσε το ποσό των Λ.Κ. 1.000.000.- για την αγορά 2.000.000 συνήθων μετοχών της White Knight Ιnvestments Ltd η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε White Knight Holdings Limited (η Εναγόμενη). Στη συνέχεια οι εν λόγω μετοχές μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι της Ενάγουσας 1 (βλ. Τεκμήριο 3, σελ. 13, αριθμός 28). Η Ενάγουσα 1 δεν αγόρασε τις πιο πάνω μετοχές για την ίδια αλλά για λογαριασμό 8 άλλων νομικών και φυσικών προσώπων, μεταξύ των οποίων και η Ενάγουσα
  2. Προς το σκοπό αυτό η Ενάγουσα 2 είχε προηγουμένως καταβάλει προς την Ενάγουσα 1, με επιταγή ημερ. 2.12.99 (Τεκμήριο 12) το ποσό των Λ.Κ. 50.000, για την απόκτηση 100.000 μετοχών της Εναγόμενης. Η πιο πάνω επιταγή εκδόθηκε από την εταιρεία Ανδρέας Πέτσας & Υιοί Λτδ, η οποία είναι εταιρεία συνδεδεμένη με την Ενάγουσα
  3. Ο λόγος για τον οποίο η εν λόγω επιταγή εκδόθηκε από την πιο πάνω εταιρεία είναι ότι η Ενάγουσα 2 δεν είχε ακόμη ξεχωριστό τραπεζικό λογαριασμό. Ο λόγος για τον οποίο χρησιμοποιήθηκε η Ενάγουσα 1 για την αγορά των μετοχών ήταν ότι η Εναγόμενη δεν αποδεχόταν να πωλήσει παρά μόνο μεγάλα πακέτα μετοχών. Αυτό αναφέρθηκε από όλους τους μάρτυρες της Ενάγουσας 2 και δεν αμφισβητήθηκε είτε κατά την αντεξέταση είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Η Ενάγουσα 1 ήταν απλά το όχημα για την αγορά των μετοχών προς όφελος των 8 φυσικών και νομικών προσώπων. Η Ενάγουσα 1 συστάθηκε αποκλειστικά για την αγορά των εν λόγω μετοχών. Παραπέμπω σχετικά στις παραγράφους 1 και 2 του Ιδρυτικού και Καταστατικού της Ενάγουσας 1 (Τεκμήριο 6), στην παράγραφο 2 της γραπτής κατάθεσης του ΜΕ1 Χρίστου Πέτσα, στην παράγραφο 4 της γραπτής κατάθεσης του ΜΕ2 Μιχαλάκη Πέτσα και στην παράγραφο 3 της γραπτής κατάθεσης του ΜΕ3 Σάββα Γαλίδη. Ουδείς από τους πιο πάνω μάρτυρες αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση επ' αυτής της πτυχής της μαρτυρίας του. Τα έξοδα σύστασης της Ενάγουσας 1 καταβλήθηκαν από τα 8 νομικά και φυσικά πρόσωπα ανάλογα με το ποσοστό μετοχών που θα μεταβιβάζετο επ' ονόματι τους. Σχετική είναι η μαρτυρία του ΜΕ3 Σ. Γαλίδη, το Τεκμήριο 21 και το Τεκμήριο
  4. Στις 2.11.00 η Ενάγουσα 1 μεταβίβασε επ' ονόματι της Ενάγουσας 2 100.000 μετοχές της Εναγόμενης αξίας Λ.Κ. 50.000 (Τεκμήριο 2). Στις 29.1.01 η Εναγόμενη εξέδωσε προς όφελος της Ενάγουσας 2 το σχετικό πιστοποιητικό μετοχών (Τεκμήριο 16). Την 21.6.00 η Εναγόμενη υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ. Την 30.9.02 η Ενάγουσα 2 απέστειλε επιστολή προς την Εναγόμενη (Τεκμήριο 7) απαιτώντας την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ. 50.000.- που είχε καταβάλει για την αγορά των εν λόγω μετοχών, καθότι, παρά την παρέλευση 2½ ετών, οι μετοχές της Εναγόμενης δεν είχαν ακόμα εισαχθεί στο ΧΑΚ. Την 6.11.03 η Ενάγουσα 2 (αυτή τη φορά μαζί με τα άλλα 7 νομικά και φυσικά πρόσωπα) απέστειλε νέα επιστολή προς την Εναγόμενη ζητώντας επιστροφή των χρημάτων της (Τεκμήριο 4). Η Εναγόμενη απήντησε με επιστολή της ημερ. 12.11.03 (Τεκμήριο 5). Την 2.1.04 καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή. Μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας αγωγής οι μετοχές της Εναγόμενης δεν είχαν ακόμα εισαχθεί στο ΧΑΚ. Οι μετοχές της Εναγόμενης εισαχθήκαν τελικά στο ΧΑΚ την 13.4.
  5. Τα πιο πάνω γίνονται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Είναι είτε η κοινή συνισταμένη της μαρτυρίας που προσκομίστηκε και από τις δύο πλευρές ή γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν με αντεξέταση ή προσκόμιση αντίθετης μαρτυρίας. Σε ό,τι αφορά την υπόλοιπη μαρτυρία είναι αχρείαστη η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της και η αναφορά σε κάθε πτυχή της. Θα επικεντρώσω την προσοχή μου, μετά τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων, στην σύνοψη των ουσιαστικών αποσπασμάτων της μαρτυρίας και στην ανάλυση τους κάτω από το φως των ζητημάτων που αναζητούν απάντηση, ούτως ώστε να διατυπωθούν τα τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου τα οποία και θα οδηγήσουν στην τελική απόφαση. Το σύνολο της μαρτυρίας είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να αναλυθεί με λεπτομέρεια. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αναφορά των μαρτύρων καθώς και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί αξιολογήθηκαν πλήρως και ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσης στην παρούσα απόφαση (βλ. Λιθογραφεία Κυριακίδη κ.ά. ν. Tiba Publishing Co. Ltd
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 1894). Όπως έχω αναφέρει πιο πάνω η νομική βάση της παρούσας αγωγής είναι το Άρθρο 3
(3)του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικού) (Αρ.4) Νόμου 42(I)/
  1. Όπως είναι δικογραφημένα τα γεγονότα, η αγωγή καλύπτεται από το πιο πάνω άρθρο. Η θέση της Εναγόμενης, όπως αυτή προβάλλεται στην Υπεράσπιση της, είναι ότι ο πιο πάνω νόμος κατέστη ανενεργός και/ή μη εφαρμόσιμος και/ή ότι καταργήθηκε ως αποτέλεσμα των συνδυασμένων προνοιών των Νόμων 135(Ι)/2000, 141(Ι)/2000 και 9(Ι)/2001 και/ή της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 13.12.76 όπως έχει τροποποιηθεί. Περαιτέρω, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο πιο πάνω νόμος είναι αντισυνταγματικός και συγκρούεται με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.
  2. Η Εναγόμενη προβάλλει και άλλες υπερασπίσεις τις οποίες θα εξετάσω σε κατοπινό στάδιο. Θα εξετάσω μια-μια ξεχωριστά τις πιο πάνω υπερασπίσεις της Εναγόμενης.
  3. Ο Νόμος 141(Ι)/2000 Στο άρθρο 3 του πιο πάνω νόμου αναφέρεται ρητά ότι ο εν λόγω νόμος λειτουργεί «ανεξάρτητα από τις διατάξεις των Άρθρων 58Α, 58Β και 58Γ του βασικού νόμου .». Ο Νόμος 141(Ι)/2000 απλά προσθέτει στα δικαιώματα των επενδυτών και δεν αφαιρεί (και ούτε θα ήταν ποτέ δυνατό να είχε τέτοια πρόθεση ο νομοθέτης) από δικαιώματα που ήδη υφίστανται δυνάμει άλλων νομοθετημάτων.
  4. Ο Νόμος 9(Ι)/2001 Όπως προνοείται από το εισαχθέν με τον πιο πάνω νόμο Άρθρο 58Γ, για δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχουν δημιουργηθεί μέχρι την 16.2.01, ημερομηνία έναρξης του εν λόγω νόμου, εξακολουθούν να εφαρμόζονται και μετά την 16.2.01 «οι σχετικές διατάξεις του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικού) (Αρ.4) Νόμου ως αυτές να μην είχαν καταργηθεί» (δηλαδή ο Νόμος 42(Ι)/00). Παραπέμπω σχετικά στην Anaptixis Group Ltd v. Μιχαηλίδη
(2006)1(Α) ΑΑΔ 691, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 698: «Ορθή επί του προκειμένου είναι η σκέψη της ευπαίδευτης δικαστού ότι η περίπτωση εμπίπτει στις περιπτώσεις των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που εξακολουθούν να υπάρχουν και μετά την έναρξη της ισχύος του Νόμου 9(Ι)/
  1. Σχετική είναι η πιο κάτω περικοπή από την εκκαλούμενη απόφαση: 'Θεωρώ ότι, αν η πρόθεση του νομοθέτη ήτο να διαφυλαχθούν μόνο δικαιώματα που είχαν εξασκηθεί με γραπτή απαίτηση επιστροφής, δεν θα υπήρχε ανάγκη για διαζευκτική αναφορά σε δικαιώματα ή υποχρεώσεις, αφού, με τη γραπτή απαίτηση επιστροφής γεννάται και η αντίστοιχη υποχρέωση επιστροφής εντός δέκα ημερών από την απαίτηση.'»
  2. Η Δεύτερη Οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 13.12.76 όπως έχει τροποποιηθεί Η πιο πάνω Οδηγία ενσωματώθηκε στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 με τον τροποποιητικό Νόμο 70(Ι)/2003 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ σε χρόνο μεταγενέστερο της επίδικης διαφοράς και συνεπώς δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση (βλ. Anaptixis Group Ltd v. Μιχαηλίδη (ανωτέρω) και Investylia v. Ταμπούρη
(2006)1(Β) ΑΑΔ 1325). 4. Σύγκρουση του Άρθρου 3
(3)του Νόμου 42(Ι)/00 με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 Προβάλλεται η θέση ότι η επιστροφή χρημάτων σε επενδυτές δεν μπορεί να εφαρμοστεί μετά που οι μετοχές έχουν εκδοθεί και τα χρήματα που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής πλήρωσε, έχουν μετατραπεί σε εκδομένο κεφάλαιο. Μετά την έκδοση τους, οι μετοχές δεν μπορούν να επιστραφούν αφού αυτό θα σήμαινε να τις αγοράσει πίσω η εταιρεία και να καταστεί η ίδια μέτοχος, κάτι που απαγορεύει ο περί Εταιρειών Νόμος, εκτός όπως ρητά προβλέπεται από τα Άρθρα 57Α-57Στ, που εισήχθησαν με τον τροποιητικό Νόμο 135(Ι)/
  1. Ανέφερε περαιτέρω η κ. Αθανασιάδου ότι η αγορά από την εταιρεία των μετοχών της όπως προβλέπει ο Νόμος 42(Ι)/00 προσκρούει ρητά στις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου αναφορικά με την εξαγορά μετοχών και τη μείωση κεφαλαίου χωρίς τη διαδικασία που προβλέπεται από το Κεφ. 113 και την άδεια του Δικαστηρίου. Τόνισε επίσης ότι το Κεφ. 113 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο και δεν είναι δυνατό ο Ν. 42(Ι)/00 να αφαιρεί αυτή την εξουσία από το Δικαστήριο. Υπέδειξε ότι από τη στιγμή που επιφυλάσσονται οι πρόνοιες του Κεφ. 113 σε περίπτωση σύγκρουσης των προνοιών του Κεφ. 113 με το Ν.42(I)/2000 θα υπερισχύουν οι πρόνοιες του Κεφ.
  2. Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι οι συνελεύσεις των μετόχων της Εναγόμενης αρνήθηκαν την επιστροφή χρημάτων στους επενδυτές καταψηφίζοντας σχετικά προς τούτο ψηφίσματα. Είναι επίσης αποδεκτό ότι η απόκτηση μετοχών από την ίδια την εταιρεία συνιστά έμμεση μείωση του μετοχικού της κεφαλαίου που επηρεάζει όχι μόνο τα συμφέροντα των μετόχων αλλά και των πιστωτών της (βλ. Trevor and Another v. Whitworth and Another
(1887)LR 12, App. Cas. 409, House of Lords). O Ν.135(Ι)/2000 αφορά τροποποίηση του περί Εταιρειών Νόμου και είναι άσχετος με την υπό εξέταση υπόθεση (βλ. Anaptixis Group Ltd v. Μιχαηλίδη (ανωτέρω). Όπως λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση, η υποχρέωση επιστροφής χρημάτων δυνάμει των προνοιών του ΄Αρθρου 58Α
(3)(β) συνιστά αυτοτελή υποχρέωση η οποία δεν επηρεάζεται από τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου. Περαιτέρω, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η επιστροφή χρημάτων στους δικαιούχους δεν συνιστά μορφή συμβιβασμού ή διακανονισμού υποχρεώσεων της εταιρείας προς τα μέλη ή τους πιστωτές αλλά ο Νόμος επιβάλλει υποχρέωση για την επιστροφή των χρημάτων ή του καταβληθέντος ανταλλάγματος στους επενδυτές άνευ όρων (βλ. Χ'Bασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) AAΔ.203 και Investylia v. Ταμπούρη (ανωτέρω)). Πέραν των πιο πάνω, η μη πραγματοποίηση κερδών είναι επίσης μη καθοριστικός παράγων για την εκπλήρωση της υποχρέωσης επιστροφής χρημάτων. ΕΞΕΤΑΣΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ Η παρούσα υπόθεση αφορά την εφαρμογή του Άρθρου 3
(3)του Νόμου 42(Ι)/
  1. Προτού το παραθέσω θεωρώ σκόπιμο να διευκρινίσω ότι για σκοπούς επίκλησης του άρθρου αυτού δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη οποιωνδήποτε παραστάσεων προς τον ενδιαφερόμενο αγοραστή αλλά αρκεί η μη εισαγωγή των τίτλων στο ΧΑΚ εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των τριών μηνών. Να πω πρώτα δύο λόγια σε σχέση με το σύνολο της ρύθμισης που εισήγαγε ο Νόμος. Κατ' αρχάς ο Νόμος θέσπισε το Άρθρο 58Α που διελάμβανε το δικαίωμα επιστροφής στον ενδιαφερόμενο αγοραστή χρηματικών ποσών που είχαν εισπραχθεί με αντικείμενο την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής τίτλων στο ΧΑΚ μετά πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγή των τίτλων στο ΧΑΚ ή ενωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης. Αυτό, εφόσον δεν είχαν δοθεί στον ενδιαφερόμενο αγοραστή οι σχετικοί τίτλοι ή ενώ του δόθηκαν αυτοί δεν είχαν εισαχθεί στο ΧΑΚ για οποιοδήποτε λόγο. Οπόταν σε μια τέτοια περίπτωση ο εκδότης των τίτλων ή εταιρεία ή το πρόσωπο που τα εισέπραξε, όφειλε να τα επιστρέψει στον ενδιαφερόμενο αγοραστή με τόκο εντός δέκα ημερών. Το Άρθρο 3 του Νόμου 42(I)/2000 ρυθμίζει όμοιας φύσης ζητήματα αλλά σε σχέση με ποσά που είχαν ήδη εισπραχθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου δηλ. 7.4.
  2. Επιβάλλει την ίδια υποχρέωση επιστροφής των χρημάτων υπό τις ίδιες προϋποθέσεις αλλά σε αυτή την περίπτωση παρέχει στο Συμβούλιο την εξουσία παροχής λογικής παράτασης, νοουμένου ότι συντρέχουν τα όσα ρητά προσδιορίζονται στη σχετική επιφύλαξη. Το Άρθρο 3
(3)του Νόμου 42(Ι)/00 έχει ως εξής: «Οποιοσδήποτε εκδότης ή εταιρεία ή μέλος συμβουλίου εταιρείας ή πρόσωπο έχει εισπράξει οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα από πώληση ή προσφορά προς πώληση ή αποδοχή προσφοράς για αγορά τίτλων για λογαριασμό υφιστάμενης ή υπό ίδρυση εταιρείας πριν από την έναρξη ισχύος του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2000, με την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής των εν λόγω τίτλων στο Χρηματιστήριο, υποχρεούται εάν οι σχετικοί τίτλοι δεν εισαχθούν για οποιοδήποτε λόγο στο Χρηματιστήριο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για εισαγωγή τους στο Χρηματιστήριο, ή ενωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, και εφόσον το ζητήσει εγγράφως ο ενδιαφερόμενος αγοραστής, να επιστρέψει τα εισπραχθέντα ποσά ή ανταλλάγματα σε αυτούς που τα κατέβαλαν εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, ταυτόχρονα με την επιστροφή των σχετικών τίτλων: Νοείται, ότι εφόσον το Συμβούλιο διαπιστώσει ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι δεόντως και επαρκώς στοιχειοθετημένη και τεκμηριωμένη σύμφωνα με τους χρηματιστηριακούς κανονισμούς και ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως ουσιώδες εμπόδιο για μη έγκριση της αίτησης και ότι η καθυστέρηση για έγκριση δεν οφείλεται στον αιτητή, δύναται να παρέχει λογική παράταση χρόνου στον αιτητή όσον αφορά την επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών.» Η πιο πάνω διάταξη ερμηνεύθηκε στην υπόθεση Χριστοδουλίδης κ.ά. ν. Χ.Α.Κ., Προσφυγή Αρ. 603/01 ημερ. 31.5.02 και η ερμηνεία που δόθηκε έτυχε επιδοκιμασίας μεταγενέστερα στην υπόθεση Harvest Capital Manag. Ltd v. Ταμάσιου
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1683. Στις πιο πάνω αποφάσεις κρίθηκε ότι με την πάροδο των τριών μηνών υπό τους όρους του Άρθρου 3
(3)γεννάται δικαίωμα του ενδιαφερόμενου αγοραστή και αντίστοιχη υποχρέωση για επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν. Αυτή η προθεσμία των τριών μηνών δεν παρατείνεται. Αρκεί η μη εισαγωγή ή η μη έκδοση των τίτλων στους τρεις μήνες, για οποιοδήποτε λόγο. Χωρίς αναζητήσεις σε σχέση με την αιτία ή την ευθύνη για αυτήν. Η δε επιφύλαξη του Άρθρου 3
(3)θεσπίζει τη δυνατότητα λογικής παράτασης μόνο σε σχέση με «την επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών». Δεν παρέχει εξουσία ουσιαστικά για αλλοίωση κατά εξουδετέρωση του Νόμου της προθεσμίας των τριών μηνών με την πάροδο της οποίας, εφόσον για οποιοδήποτε λόγο δεν εισήχθησαν οι τίτλοι στο Χρηματιστήριο, γεννάται η υποχρέωση επιστροφής των ποσών. Αυτή η υποχρέωση επέρχεται εντός δέκα ημερών από την αξίωση τους και η έννοια του «λογικού» της παράτασης αναφορικά με την επιστροφή των χρημάτων, ελέγχεται κατά περιεχόμενο από τις πρόνοιες της βασικής διάταξης του Άρθρου 3
(3)ως προς τις προθεσμίες. Συνεπώς, εδώ η εισδοχή των μετοχών της εταιρείας στο Χρηματιστήριο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αναίρεση του δικαιώματος του αγοραστή να απαιτήσει την επιστροφή των χρημάτων του. Ακόμη οποιαδήποτε παράταση δόθηκε στην Εναγόμενη αφορούσε σε χρόνο επιστροφής των χρημάτων. Έχω την άποψη ότι το Άρθρο 3
(3)είναι σαφές. Αναφέρεται σε είσπραξη ποσού ή ανταλλάγματος από πώληση ή προσφορά προς πώληση ή αποδοχή προσφοράς προς πώληση μετοχών υφιστάμενης ή υπό ίδρυση εταιρείας με την προοπτική εισδοχής της στο Χρηματιστήριο. Το κύριο σημείο εδώ είναι η είσπραξη ποσού για τους σκοπούς που αναφέρονται στην πιο πάνω διάταξη. Το Άρθρο 3
(3)ξεκάθαρα αναφέρεται για είσπραξη ποσού πριν από τις 7.4.00 δηλ. την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2000 και στο δικαίωμα του αγοραστή να διεκδικήσει επιστροφή των χρημάτων του μετά την πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης από την εταιρεία για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ ή ενωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης. Όσον αφορά την αίτηση της εταιρείας για εισδοχή των τίτλων της στο ΧΑΚ αυτή σκοπό έχει την οριοθέτηση της χρονικής στιγμής από την οποία το δικαίωμα του επενδυτή για επιστροφή των ήδη καταβληθέντων και εισπραχθέντων χρημάτων αρχίζει να υφίσταται. Στην προκειμένη περίπτωση το Άρθρο 3
(3)δημιουργεί δικαίωμα στον ενδιαφερόμενο αγοραστή και αντίστοιχη συγκεκριμένη υποχρέωση στην εταιρεία η οποία έχει εισπράξει οποιοδήποτε ποσό για αγορά τίτλων, μετά πάροδο τριών μηνών από την υποβολή αίτησης για εισαγωγή των τίτλων στο Χρηματιστήριο αν οι σχετικοί τίτλοι δεν εισαχθούν για οποιοδήποτε λόγο στο Χρηματιστήριο, για επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ζήτησε το ποσό. Εδώ, με το Άρθρο 3
(3), η νομοθετική εξουσία, ενόψει των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν και επιδιώκοντας να προστατεύσει όλους εκείνους τους επενδυτές/αγοραστές τίτλων εταιρειών που ανέμεναν, ίσως επί ματαίω, την εισαγωγή τους στο Χρηματιστήριο, ήλθε να ρυθμίσει θέματα που αφορούν τις συμβατικές υποχρεώσεις των πολιτών δίδοντας στον επενδυτή δικαίωμα να μπορεί να θεωρήσει στην ουσία ως τερματισθείσα τη σύμβαση του με την εταιρεία και να αποκτήσει επιστροφή των πληρωθέντων χρημάτων του καθορίζοντας τον εύλογο χρόνο που αναμένεται η εισδοχή των μετοχών στο Χρηματιστήριο. Με αυτό τον τρόπο όταν υπάρχει υπέρβαση του χρόνου αυτού ενεργοποιείται το πιο πάνω δικαίωμα δίδοντας και δικαίωμα στην εταιρεία να επιτύχει παράταση του χρόνου επιστροφής των χρημάτων. Το Άρθρο 3
(3), όπως ανέφερα πιο πάνω, δημιουργεί συγκεκριμένο δικαίωμα στον ενδιαφερόμενο αγοραστή ο οποίος μπορεί να το ασκήσει υπό τους όρους και προϋποθέσεις που τίθενται στην εν λόγω διάταξη και ταυτόχρονα αντίστοιχη συγκεκριμένη υποχρέωση την εταιρεία για επιστροφή εισπραχθέντων ποσών. Εδώ το ίδιο το άρθρο παραχωρεί το εν λόγω δικαίωμα σε συγκεκριμένη τάξη ανθρώπων (ενδιαφερόμενους αγοραστές τίτλων εταιρειών) και καθορίζει ρητά τους όρους και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αυτό ασκείται. Εξετάζοντας τώρα τις πρόνοιες της σχετικής διάταξης υπό το φως των σχετικών γεγονότων προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται για την επιστροφή του εισπραχθέντος από την Εναγόμενη ποσού. Επισημαίνω στα πλαίσια αυτά τα πιο κάτω γεγονότα. 1. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, η Ενάγουσα 2 κατέβαλε στην Ενάγουσα 1 το ποσό των Λ.Κ. 50.000 την 2.12.1999 και η Ενάγουσα 1 το κατέβαλε (μαζί με τα λεφτά των υπόλοιπων 7 φυσικών και νομικών προσώπων) στην Εναγόμενη στην 9.12.1999. Οπόταν ισχύουν οι πρόνοιες του Άρθρου 3
(3)αφού αυτές τέθηκαν σε ισχύ την 7.4.
  1. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου ο ενάγων οφείλει να αποδείξει τα εξής: (ι) ότι η Εναγόμενη εισέπραξε χρηματικό ποσό για την αγορά τίτλων για λογαριασμό της ή για λογαριασμό οποιασδήποτε υφιστάμενης ή υπό ίδρυση εταιρείας. Για το σημείο αυτό δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφισβήτηση. Είναι σαφές ότι ήταν η Εναγόμενη που εισέπραξε τα επίδικα χρήματα. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από την επιταγή Τεκμήριο 1 που αναγράφει ως δικαιούχο την Εναγόμενη. Επίσης, ο Μ.Υ.1 Κίρκος ρητά αναφέρει στην παράγραφο 16 της γραπτής του κατάθεσης, στην τρίτη παράγραφο αυτής, ότι η επιταγή κατατέθηκε στο τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης. Είναι εξίσου σαφές ότι τα χρήματα τα εισέπραξε η Εναγόμενη σε σχέση με την αγορά τίτλων και όχι για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Είναι επίσης πολύ σημαντικό να τονιστεί ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου δεν έχει σημασία αν η Εναγόμενη τα εισέπραξε για λογαριασμό της ίδιας ή για λογαριασμό άλλης εταιρείας. Αυτό απαντά και το σημείο που εγείρει η Εναγόμενη ότι δήθεν έλαβε τα χρήματα για λογαριασμό της συνδεδεμένης με αυτήν εταιρείας Sellamico Trade Limited. Αυτό είναι θέμα που θα συζητηθεί και πιο κάτω. (ιι) ότι το ποσό το εισέπραξε η Εναγόμενη είτε με προοπτική εισαγωγής των εν λόγω τίτλων στο ΧΑΚ, είτε άλλως πως. Για σκοπούς επίκλησης του άρθρου 3
(3)του Νόμου δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη οποιωνδήποτε παραστάσεων προς τον ενδιαφερόμενο αγοραστή, αλλά αρκεί η μη εισαγωγή των τίτλων στο ΧΑΚ εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των τριών μηνών. Όπως λέχθηκε σε μια πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου, στην υπόθεση Βαρνάβας Τρύφωνος ν. Investylia Ltd, Πολ. Έφ. 292/06, ημερ. 17.7.08, το δικαίωμα του εφεσείοντα για επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε μπορεί να κριθεί στη βάση της αγοράς μετοχών, είτε με προοπτική την εισαγωγή της εταιρείας στο ΧΑΚ, είτε άλλως πως. Κατά την άποψη μου η Ενάγουσα 2 απέδειξε, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι κατέβαλε τα χρήματα στην Εναγόμενη ένεκα παραστάσεων που της έγιναν και/ή της προοπτικής εισαγωγής των τίτλων της Εναγόμενης στο ΧΑΚ. Επί του σημείου τούτου αναφέρω τα ακόλουθα: (α) Αυτό κατέθεσαν ενόρκως και οι τρεις μάρτυρες της Ενάγουσας 2 οι οποίοι κρίνονται αξιόπιστοι. Ό,τι ανέφεραν οι τρεις αυτοί μάρτυρες είναι αληθινό και συνάδει με την κοινή λογική. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η πρόθεση της Εναγόμενης να εισαχθεί στο ΧΑΚ. Γ' αυτό εξάλλου υπέβαλε και σχετική αίτηση εισδοχής. Οι δηλώσεις που περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο στο σύνολο τους, δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για τις προθέσεις της Εναγόμενης. Η πρόθεση της Εναγόμενης για εισαγωγή στο ΧΑΚ φαίνεται και από το γεγονός ότι, ενώ δημοσιεύτηκε ο Νόμος 42(Ι)/2000 στις 7.4.2000, ο οποίος υποχρέωνε τις εταιρείες να υποβάλουν αίτηση μετά στην προθεσμία που προέβλεπε ο Νόμος ή να επιστρέψουν τα χρήματα που εισέπραξαν, η Εναγόμενη προχώρησε και καταχώρισε αίτηση για εισαγωγή στο ΧΑΚ στις 21.6.
  1. (β) Αντιθέτως ο ΜΥ1 Κίρκος κρίνεται αναξιόπιστος. Σωρεία υπεκφυγών. Σωρεία παράλογων τοποθετήσεων. Σωρεία δηλώσεων που ήσαν απλές επαναλήψεις. Υποτίμηση της νοημοσύνης μας. Θεωρούσε ότι η δικαστική διαδικασία είναι για αυτόν ένα παιγνίδι: «εάν μπορώ να πω ψέματα θα πω - εάν μπορώ να αποφύγω να απαντήσω θα αποφύγω.» Μας είπε πως δεν γνώριζε γιατί εκατοντάδες κόσμος έδωσε τις οικονομίες του στην Εναγόμενη. Θρασύς: μας είπε, ουσιαστικά ότι πρόβλημα δικό τους που έδωσαν τα χρήματα τους στην Εναγόμενη. (γ) Οι ΜΕ1 και 2 έκαναν συγκεκριμένη αναφορά στα ονόματα των Λάρκου και Έλληνα ως των ατόμων που τους έκαναν παραστάσεις. Ο ΜΥ1 Κίρκος στην παράγραφο 18 της γραπτής του κατάθεσης δέχεται ότι ο Έλληνας είναι ο πρόεδρος της Sharelink Financial Services Ltd και ο Λάρκος μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ιδίας εταιρείας. Στην δε παράγραφο 4 της γραπτής του κατάθεσης ο Κίρκος αναφέρει ότι η Sharelink Financial Services Ltd είναι η κύρια μέτοχος και ανάδοχος της Εναγομένης. Όπως δε φαίνεται από το Τεκμήριο 27 το οποίο κατέθεσε η ίδια η Εναγόμενη, ο Λάρκος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, και είναι και σήμερα, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης. Κανένα από τα άτομα αυτά δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των μαρτύρων της Ενάγουσας 2 παρά το ότι, ως προαναφέρεται έγινε συγκεκριμένη αναφορά στο όνομα τους. (δ) Η Εναγόμενη πράγματι υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των μετοχών της στο ΧΑΚ. Άρα πού είναι τα δύσκολο να πιστέψουμε ότι ανάλογες παραστάσεις γίνονταν και στο κοινό από το οποίο η Εναγόμενη είχε σκοπό, σύμφωνα με τον ΜΥ1, «να αντλήσει κεφάλαια»; (Παράγραφος 4 της γραπτής κατάθεσης Κίρκου). Εφόσον η Εναγόμενη είχε αυτή την γνήσια πρόθεση να εισάξει τις μετοχές της στο ΧΑΚ γιατί να μην το έλεγε κιόλας στον κόσμο; Και πώς αλλιώς θα έπειθε τον κόσμο να επενδύσει τα χρήματα του σε αυτήν; (ε) Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 15 είναι εκατοντάδες κόσμος που απαίτησε επιστροφή των χρημάτων του από την Εναγόμενη επικαλούμενος παραστάσεις. Είναι όλοι τρελοί και ψεύτες, και μόνο ο ΜΥ1 είναι ο ειλικρινής; (στ) Η Εναγόμενη πράγματι υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των μετοχών της στο ΧΑΚ. (ιιι) ότι οι σχετικοί τίτλοι δεν εισήχθησαν για οποιοδήποτε λόγο στο Χρηματιστήριο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για εισαγωγή τους στο Χρηματιστήριο. Και αυτό είναι ξεκάθαρο αφού η Εναγόμενη υπέβαλε την αίτηση της για ένταξη στο ΧΑΚ την 21.6.00 (Τεκμήριο 3 και παράγραφος 4(α) της Υπεράσπισης) ενώ οι τίτλοι της εισήχθησαν τελικά στο ΧΑΚ την 13.4.06 (παράγραφος 4(ι) της Υπεράσπισης).
  2. Ότι ο «ενδιαφερόμενος αγοραστής» ζήτησε γραπτώς την επιστροφή του ποσού. Και αυτός ο όρος σαφέστατα πληρείται. Η Ενάγουσα 2 απέστειλε την πρώτη επιστολή της με την οποία ζητούσε επιστροφή των χρημάτων της την 30.9.02 (Τεκμήριο 7). Σαφέστατα, λοιπόν αυτό έγινε μετά την παρέλευση τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης της Εναγόμενης. Στη συνέχεια η Ενάγουσα 2 απέστειλε και νέα επιστολή ημερ. 6.11.03 (Τεκμήριο 4). ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΠΡΟΒΑΛΛΕΙ Η ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω τις άλλες υπερασπίσεις που εγείρει η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση της.
  3. Ότι έλαβε παρατάσεις από το ΧΑΚ για την επιστροφή των εισπραχθέντων χρημάτων. Με τις πρόνοιες της επιφύλαξης του Άρθρου 3
(3)του Νόμου 42(Ι)/00 δίδεται μόνο δυνατότητα παράτασης στο χρόνο επιστροφής των εισπραχθέντων ποσών και όχι στο χρόνο έγερσης του δικαιώματος του αγοραστή να ζητήσει και να πάρει πίσω τα χρήματα του. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση του Κωνσταντινίδη Δ. στην Χριστοδουλίδης κ.ά. ν. Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, Προσφυγή Αρ. 603/01, ημερ. 31.5.02, στην οποία γίνεται ανάλυση των προνοιών του πιο πάνω άρθρου με την ακόλουθη κατάληξη: «Με την πάροδο των τριών μηνών, υπό τους όρους του άρθρου 3
(3)γεννάται δικαίωμα του ενδιαφερομένου αγοραστή και αντίστοιχή υποχρέωση για επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν. Αυτή η προθεσμία των τριών μηνών δεν παρατείνεται και έχουμε δει πως στην περίπτωση της βασικής διάταξης του άρθρου 58Α, η υποχρέωση επιστροφής επιβάλλεται χωρίς άλλα. Αρκεί η μη εισαγωγή ή η μη έκδοση των τίτλων στους τρεις μήνες, για οποιοδήποτε λόγο. Χωρίς δηλαδή αναζητήσεις σε σχέση με την αιτία ή την ευθύνη για αυτήν. Η επιφύλαξη του άρθρου 3
(3)θεσπίζει τη δυνατότητα λογικής παράτασης μόνο σε σχέση με «την επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών». Βεβαίως, περιλαμβάνεται στους όρους της επιφύλαξης και το ότι «δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως ουσιώδες εμπόδιο για την έγκριση της αίτησης», εννοείται για εισαγωγή των τίτλων και θα ήταν λογικό να θεωρηθεί πως η διαφαινόμενη δυνατότητα εισαγωγής των τίτλων, η οποία και θα αναιρούσε εν τέλει και την υποχρέωση επιστροφής των ποσών, προσδιορίζεται ως συναφής παράμετρος. Αυτό, όμως, κατά το μέγιστο. Δεν παρέχει εν λευκώ εξουσία ουσιαστικά για αλλοίωση, κατά εξουδετέρωση του Νόμου, της προθεσμίας των τριών μηνών με την πάροδο της οποίας, εφόσον για οποιοδήποτε λόγο δεν εισήχθησαν οι τίτλοι στο Χρηματιστήριο, γεννάται η υποχρέωση επιστροφής των ποσών. Αυτή η υποχρέωση επέρχεται εντός δέκα ημερών από την αξίωση τους και η έννοια του «λογικού» της παράτασης αναφορικά με την επιστροφή των χρημάτων, ελέγχεται κατά περιεχόμενο από τις πρόνοιες της βασικής διάταξης του Άρθρου 3
(3)ως προς τις προθεσμίες. Επομένως, βρίσκεται εκτός των πλαισίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης ή χορήγησης παράτασης που επάγεται αναμονή και, βεβαίως, παγιοποίηση των δικαιωμάτων που ήδη τελειώθηκαν για όσο προβλέπεται ότι θα χρειαστεί για την έγκριση της αίτησης εισαγωγής στο Χρηματιστήριο. Δεν αναιρεί η επιφύλαξη τη βασική πρόνοια ως προς τις προθεσμίες και δεν μπορεί να είναι λογική η παράταση που υπερβαίνει ακόμα και την προθεσμία των τριών μηνών από την πάροδο της οποίας εξαρτάται η γέννηση του δικαιώματος. Αν ήθελε ο Νόμος άλλη λύση, θα αναφερόταν σε δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας των τριών μηνών, έστω με την εξάρτηση της περιόδου της παράτασης από την προβλεπόμενη ημερομηνία εισαγωγής των τίτλων. Αν εισήγαγε δε ο Νόμος τέτοια εξάρτηση δεν θα είχε και θέση η απαίτηση να είναι «λογική» η παράταση.» Έτσι, οποιαδήποτε παράταση δόθηκε στην Εναγόμενη από το Συμβούλιο του ΧΑΚ αφορούσε το χρόνο επιστροφής των χρημάτων και η κατά τη δοθείσα παράταση εισδοχή των μετοχών της Εναγόμενης στο ΧΑΚ δεν μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την αναίρεση του δικαιώματος της Ενάγουσας 2 να απαιτήσει την επιστροφή των χρημάτων της (Harvest Capital Manag. Ltd v. Ταμάσιου
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1683). Το αγώγιμο δικαίωμα δημιουργείται μετά την πάροδο 3 μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγή των τίτλων στο ΧΑΚ, ή ενωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης. Και τούτο ασχέτως από την ημερομηνία που αποστέλλεται η επιστολή, με την οποία ζητείται η επιστροφή των χρημάτων. Το ζήτημα πραγματεύεται με λεπτομέρεια ο δικαστής Κωνσταντινίδης στην υπόθεση Χριστοδουλίδης κ.ά. ν. Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, Προσφυγή Αρ. 603/2001, ημερ. 31.5.02. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: «Ο Νόμος θέσπισε κατ' αρχάς το άρθρο 58Α με περιεχόμενο τους όρους, μεταξύ άλλων, της είσπραξης χρηματικών ποσών με αντικείμενο την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής τίτλων στο ΧΑΚ. Αυτά τα ποσά, σύμφωνα με το άρθρο 58Α
(3)(β), είναι δυνατό να διεκδικηθούν από τον ενδιαφερόμενο αγοραστή που τα κατέβαλε μετά πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγή των τίτλων στο ΧΑΚ ή ενωρίτερα, σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης. Αυτό, εφόσον δεν του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι ή, ενώ του δόθηκαν, αυτοί δεν έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο για οποιοδήποτε λόγο. Οπότε ο εκδότης των τίτλων, η εταιρεία ή το πρόσωπο που τα εισέπραξε, οφείλει να τα επιστρέψει, με τόκο εντός δέκα ημερών. Το άρθρο 3 του νόμου ρυθμίζει όμοιας φύσης ζητήματα αλλά σε σχέση με ποσά που είχαν ήδη εισπραχθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου. Επιβάλλει την ίδια υποχρέωση επιστροφής των χρημάτων υπό τις ίδιες προϋποθέσεις αλλά, σ' αυτή την περίπτωση, ίσως επειδή δεν ήταν γνωστή η υποχρέωση επιστροφής κατά την είσπραξή τους, παρέχει στο Συμβούλιο την εξουσία παροχής λογικής παράτασης, νοουμένου ότι συντρέχουν όσα ρητά προσδιορίζονται στη σχετική επιφύλαξη.» Σημειώνω ότι στην υπόθεση Anaptixis Group Ltd (ανωτέρω) αποφασίστηκε και το εξής (σελ. 696): «Το πρωτόδικο δικαστήριο, με αναφορά στην Harvest Capital Manag. Ltd v. Ταμάσιου
(2003)1(Γ) 1683, η οποία υιοθέτησε την απόφαση στη Χριστοδουλίδης κ.ά. ν. ΧΑΚ, Υποθ. Αρ. 603/01, ημερ. 31.5.2002, δέχθηκε τη θέση του εφεσίβλητου και ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σε περίπτωση που οι τίτλοι εταιρείας δεν εισαχθούν στο Χρηματιστήριο μετά πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο κλπ., το άρθρο 58Α
(3)(β) δημιουργεί δικαίωμα υπέρ του αγοραστή να απαιτήσει επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε και υποχρέωση της εταιρείας να επιστρέψει τα χρήματα που εισέπραξε εντός 10 ημερών εφόσον ζητηθούν.» Είναι σαφές από την απόφαση στην υπόθεση Χριστοδουλίδης κ.ά. ν. Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, Προσφυγή Αρ. 603/01 ημερ. 31.5.02 ότι το δικαίωμα του αγοραστή να απαιτήσει επιστροφή των χρημάτων του δημιουργείται μετά την πάροδο των εν λόγων τριών μηνών. Η υπόθεση Χριστοδουλίδης επικυρώθηκε κατά έφεση στην Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ν. Χριστοδουλίδης κ.ά., Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 3457 ημερ. 1.3.05 και ακολουθήθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στη δευτεροβάθμια πολιτική του δικαιοδοσία στην Harvest (ανωτέρω). Σημειώνω επίσης ότι οι παρατάσεις που λάμβανε η Εναγόμενη είχαν, εν πάση περιπτώσει, ένα τέλος. Παραπέμπω στο Τεκμήριο 42 το οποίο ο ΜΥ1 Κίρκος επιμελώς προσπάθησε να αποκρύψει από το Δικαστήριο. Είναι επιστολή ημερ. 4.10.02 του ΧΑΚ όπου αναφέρεται: «. αναφορικά με το αίτημα σας για παράταση επιστροφής χρημάτων σύμφωνα με το άρθρο 3
(3)του τροποποιητικού Νόμου 42(Ι)/2000 το Συμβούλιο του Χρηματιστηρίου αφού μελέτησε όλα τα στοιχεία που είχε ενώπιον του αποφάσισε να μην σας παραχωρήσει πρόσθετη παράταση για επιστροφή εκ μέρους της εταιρείας σας εισπραχθέντων ποσών.» Σημειώνω επίσης ότι η δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης αλλά και η δέσμη επιστολών του ΧΑΚ (Τεκμήριο 39) που η ίδια η Εναγόμενη κατάθεσε αποτελούν και παραδοχή εκ μέρους της Εναγόμενης. Οι παρατάσεις που ζητούσε ήταν σε σχέση με την επιστροφή των χρημάτων. Παραδέχεται λοιπόν η Εναγόμενη ότι είχε υποχρέωση να επιστρέψει τα χρήματα αλλά ισχυρίζεται πως της δόθηκε κάποια χρονική παράταση για να συμμορφωθεί με την εν λόγω υποχρέωση της. Η υποχρέωση επιστροφής των χρημάτων είναι όμως δεδομένη. Το θέμα αυτό έχει πλέον ξεκαθαρίσει μετά τις δύο αποφάσεις στην υπόθεση Χριστοδουλίδης (ανωτέρω) και Harvest (ανωτέρω).
  1. Ότι οι μετοχές αγοράσθηκαν από υφιστάμενο μέτοχο και συγκεκριμένα από την εταιρεία Sellamico που είναι θυγατρική της Εναγόμενης. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με το νόμο υποχρέωση επιστροφής έχει αυτός που εισέπραξε το χρηματικό ποσό. Άρα είναι εντελώς άσχετο αν οι μετοχές αγοράσθηκαν από υφιστάμενο μέτοχο. Το ότι είναι η Εναγόμενη που εξέδωσε τις μετοχές και εισέπραξε το ποσό των Λ.Κ. 1.000.000 από την Ενάγουσα 1 στο οποίο συμπεριλαμβάνεται βεβαίως και το ποσό των Λ.Κ. 50.000 της Ενάγουσας 2 είναι ξεκάθαρο αφού:
  2. Η επιταγή Τεκμήριο 1 εκδόθηκε προς όφελος της Εναγόμενης.
  3. Η ίδια η Εναγόμενη απεδέχθη το ποσό αυτό. Δεν επέστρεψε την επιταγή και μάλιστα απέστειλε στην Ενάγουσα 2 το πιστοποιητικό μετοχών Τεκμήριο 16 που πιστοποιεί ότι η Ενάγουσα 2 απέκτησε τις 100.000 μετοχές της Εναγόμενης.
  4. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω η Εναγόμενη κατέθεσε τα χρήματα σε δικό της συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό. Αν η Ενάγουσα 2 απέκτησε τις μετοχές κατόπιν μεταβίβασης από υφιστάμενο μέτοχο αυτό είναι, για τους σκοπούς της νομοθετικής πρόνοιας που τώρα εξετάζομε, εντελώς άσχετο. Ο Νόμος κάνει αναφορά σε εταιρεία που εισέπραξε. Και στην περίπτωση μας η εταιρεία που εισέπραξε ήταν η Εναγόμενη. Το τι έκανε με τα χρήματα, αν δηλαδή τα χρωστούσε αλλού, ή τα έλαβε για λογαριασμό άλλου ουδόλως ενδιαφέρει το Νόμο. Σημασία έχει ότι τα εισέπραξε. Διαφορετική προσέγγιση θα επέτρεπε την καταστρατήγηση του Νόμου. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, ο Νόμος προϋποθέτει απλά να αποδειχθεί ότι η Εναγόμενη εισέπραξε το ποσό. Η Sellamico ήταν απλώς ένα όχημα που χρησιμοποιήθηκε από την Εναγόμενη για δικούς της λόγους. Η Sellamico ανήκει εξ΄ολοκλήρου στην Sharelink Financial Services Ltd (βλ. παράγραφο 7 της γραπτής κατάθεσης του Κίρκου και αντεξέταση του ΜΥ1 Κίρκου). Η δε Sharelink Financial Services Ltd είναι με τη σειρά της μητρική εταιρεία της Εναγομένης. Οι Ενάγοντες δεν γνώριζαν καν την ύπαρξη της Sellamico. Τον όρο «όχημα» χρησιμοποίησε ο ίδιος ο ΜΥ
  5. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη επέλεξε για σκοπούς δικούς της και απόκτηση χρημάτων να διοχετεύσει όλο το μετοχικό κεφάλαιο σε άλλες εταιρείες και στη συνέχεια εκείνες να μεταβιβάσουν μετοχές στα υπόλοιπα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, αντί να το κάνει απευθείας η ίδια, αυτό δεν την βοηθά να ξεφύγει από το σκοπό του Νόμου που ήταν η προστασία του επενδυτή. Αποτελούσε ένα εύσχημο και έξυπνο τρόπο αποποίησης ευθυνών και υποχρεώσεων. Σημειώνω επίσης και τα εξής που καταρρίπτουν την συγκεκριμένη υπεράσπιση της Εναγόμενης.
  6. Η Ενάγουσα 2 μέσω της Ενάγουσας 1 κατέβαλε τα χρήματα στην Εναγόμενη την 9/12/99 (επιταγή Τεκμήριο 1). Οι μεταβιβάσεις μετοχών από την Εναγόμενη στις τρεις εταιρείες έγινε όμως την 31/12/99 (παράγραφος 4(γ) της Υπεράσπισης). Οπόταν όταν η ενάγουσα 1 κατέβαλλε τα χρήματα οι τρεις αυτές εταιρείες δεν κατείχαν καν μετοχές της Εναγόμενης.
  7. Η Εναγόμενη, ως αναφέρεται και πιο πάνω, έστειλε κατ' επανάληψη γραπτές αιτήσεις στο ΧΑΚ με τις οποίες ζητούσε παράταση για την επιστροφή χρημάτων σε επενδυτές. Προκύπτει αβίαστα το εξής ερώτημα: αφού η Εναγόμενη δεν πώλησε σε οποιοδήποτε από αυτούς μετοχές (αλλά αντιθέτως όπως η ίδια ισχυρίζεται προέβη σε τρεις μόνο εκδόσεις μετοχών προς την Theonautica Enterprises Limited, Sellamico Trade Limited και Sharelink Financial Services Ltd - παράγραφος 4(γ) της Υπεράσπισης) τότε γιατί αιτείτο η ίδια τις εν λόγω παρατάσεις;
  8. Όπως και πάλι η ίδια η Εναγόμενη αναφέρει, (παράγραφος 26 της γραπτής κατάθεσης του ΜΥ1 Κίρκου) η Εναγόμενη συγκάλεσε τέσσερις έκτακτες γενικές συνελεύσεις με θέμα τη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της και την επιστροφή χρημάτων σε μετόχους που ζητούσαν επιστροφή των χρημάτων τους. Αφού όμως δεν ήταν η ίδια υπόλογη για επιστροφή χρημάτων γιατί τότε συγκάλεσε αυτές τις συνελεύσεις;
  9. Όπως φαίνεται από τη δέση εγγράφων Τεκμήριο 38 δεκάδες επενδυτές ζήτησαν επιστροφή χρημάτων από την Εναγόμενη. Δεν ήξερε κανένας από αυτούς τι έκανε; Ή μήπως συνωμότησαν όλοι για να στραφούν εναντίον της Εναγόμενης ενώ ήταν άλλη εταιρεία που τους είχε πωλήσει τις μετοχές; Σημειώνω ότι, όπως δέχθηκε και στην αντεξέταση του ο ΜΥ1 Κίρκος, ακόμα και ο ίδιος ζήτησε επιστροφή των χρημάτων του από την Εναγόμενη και ακόμα και οι νομικοί σύμβουλοι της Εναγόμενης είναι από την Εναγόμενη που ζήτησαν επιστροφή των χρημάτων τους.
  10. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ3 Γαλίδη η Εναγόμενη του επέστρεψε τα χρήματα που είχε καταβάλει. Γιατί όμως του τα επέστρεψε αφού η ίδια δεν είχε ευθύνη; Σημειώνω εδώ ότι οι δικαιολογίες του ΜΥ1 Κίρκου ότι δήθεν δεν είναι η Εναγόμενη που τα επέστρεψε αλλά πως ο Γαλίδης συνήψε συμφωνία με κάποια εταιρεία του ιδίου με την ονομασία Tsiroki Trading Ltd δεν μπορούν με κανένα τρόπο να γίνουν πιστευτές αφού: ι) Ο ΜΕ3 Γαλίδης ανέφερε ότι είναι την Εναγόμενη που ήξερε και πως είναι στα γραφεία της Εναγόμενης που τηλεφωνούσε και πως ούτε καν γνώριζε οποιαδήποτε εταιρεία με την επωνυμία Tsiroki Trading Ltd. ιι) Αφού είναι με την Tsiroki που συνήψε συμφωνία ο Γαλίδης τότε γιατί ο Μ.Υ1 Κίρκος δεν προσκόμισε οποιαδήποτε στοιχεία που να αποδεικνύουν τέτοια συμφωνία; Ιδίως αφού γνώριζε ότι είχε εγερθεί σε προηγούμενη δικάσιμο το θέμα αυτό; ιιι) Αφού ο ίδιος ο ΜΥ1 Κίρκος ζητούσε επιστροφή και των δικών του χρημάτων από την Εναγόμενη (όπως ο ίδιος παραδέχθηκε) τότε γιατί αγόρασε και άλλες μετοχές; ιν) Είναι μήπως σύμπτωση ότι το ποσό που επιστράφηκε στον Γαλίδη ήταν ακριβώς το ποσό που είχε αυτός καταβάλει προς την Εναγόμενη πλέον τόκους; Η πράξη αυτή της Εναγόμενης να επιστρέψει τα χρήματα σε επενδυτή (μέσω της Tsiroki για να μην φαίνεται ότι το κάνει η ίδια) καταρρίπτει και τις άλλες υπερασπίσεις της Εναγόμενης - ότι δεν μπορούσε βάσει του Καταστατικού της και του περί Εταιρειών Νόμου να επιστρέψει χρήματα και ότι δεν είχε προβεί σε παραστάσεις για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ.
  11. Ότι η Ενάγουσα 1 αφού έλαβε τις μετοχές από την Εναγόμενη στη συνέχεια τις μεταβίβασε στην Ενάγουσα 2 και στον Ενάγοντα 3 «όπως επίσης και σε άλλους» με αποτέλεσμα να εμποδίζεται να ακυρώσει τη συμφωνία (παράγραφος 5(ζ) της Υπεράσπισης). Σημειώνω πρώτα ότι η Εναγόμενη εδώ δεν ισχυρίζεται ότι υπάρχει οποιοδήποτε κώλυμα για την Ενάγουσα 2 να απαιτήσει επιστροφή των χρημάτων της. Τέτοιο κώλυμα θέτει μόνο αναφορικά με την Ενάγουσα
  12. Το δεύτερο που σημειώνω είναι ότι η απαίτηση για την επιστροφή χρημάτων στην υπόθεση αυτή δεν γίνεται με βάση το δίκαιο των συμβάσεων. Γίνεται στη βάση συγκεκριμένης νομοθετικής πρόνοιας που θεσπίστηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων σε σχέση με συγκεκριμένο φαινόμενο - πρόβλημα που αντιμετώπισε η Κυπριακή κοινωνία πριν λίγα χρόνια. Ο περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμος του 1993, ως έχει τροποποιηθεί, θεσπίστηκε με σκοπό την ανάπτυξη της αγοράς αξιών, καθώς επίσης τον έλεγχο και τη ρύθμιση των συναλλαγών για κινητές αξίες. Ανάμεσα στους σκοπούς του πιο πάνω Νόμου είναι η καταστολή των δόλιων και ανάρμοστων μεθόδων χρηματιστηριακής συναλλαγής και η παροχή της δέουσας προστασίας σε επενδυτές και στο κοινό γενικά. Ο Νόμος 42(Ι)/00 τροποποίησε τον αρχικό Νόμο προσθέτοντας σειρά άρθρων μεταξύ των οποίων και το Άρθρο 3
(3)επί του οποίου βασίζονται τα γεγονότα της παρούσας αγωγής. Σκοπός του πιο πάνω νόμου ήταν να απαγορεύσει στις εταιρείες να προσφέρουν προς πώληση μετοχές με την προοπτική ή με παραστάσεις εισαγωγής τους στο Χρηματιστήριο εκτός αν πληρώσουν κάποιες προϋποθέσεις που προνοούνται στο Νόμο. Η απαίτηση αυτή δεν βασίζεται και ούτε έχει έρεισμα τον περί Εταιρειών Νόμο. Το δικαίωμα αυτό το παραχωρεί ο σχετικός Νόμος του οποίου σκοπός ήταν η προστασία του επενδυτή. Στο καταληκτικό μέρος του νόμου υπάρχει η πρόνοια ότι «εφαρμόζεται άνευ βλάβης ή επηρεασμού των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου». Ούτε η εφαρμογή του Νόμου εξαρτάται από το ύψος του ποσού το οποίο επιλέγει να αξιώσει ο αγοραστής. Οπόταν είναι η συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια η οποία παρατίθεται αυτούσια πιο πάνω που πρέπει να εξετασθεί και εφαρμοσθεί από το Δικαστήριο. Συνεπώς οι θέσεις της Εναγόμενης αναφορικά με το ποιος συμβλήθηκε με ποιον δεν έχουν θέση. Ο νόμος κάνει αναφορά σε «ενδιαφερόμενο αγοραστή» και είναι πασιφανές ότι η Ενάγουσα 2 είναι στην περίπτωση μας «ενδιαφερόμενος αγοραστής». Το αγώγιμο δικαίωμα επιστροφής χρημάτων πηγάζει από το Νόμο και όχι από το δίκαιο των συμβάσεων. Είναι ξεκάθαρο στην υπό κρίση υπόθεση ότι, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, η Ενάγουσα 1 ήταν απλά το όχημα για να δυνηθεί η Ενάγουσα 2 να αγοράσει τις συγκεκριμένες μετοχές. Η Εναγόμενη γνώριζε και αποδέχθηκε αυτή την κατάσταση πραγμάτων. Ποτέ δεν τέθηκε το αντίθετο από τους μάρτυρες της Εναγόμενης και ούτε υπάρχει στα δικόγραφα τέτοιος ισχυρισμός. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη γνώριζε και αποδέχθηκε αυτή την κατάσταση πραγμάτων φαίνεται και από το Τεκμήριο
  1. Αυτό είναι έγγραφο της Sharelink Financial Services Ltd η οποία, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΥ1 Κώστα Κίρκου, ήταν ο κύριος μέτοχος και ανάδοχος της Εναγόμενης (παράγραφος 4 της γραπτής του κατάθεσης). Εδώ αναφέρεται ρητά ότι είναι η Εναγόμενη που κάνει «allot» στα οκτώ μέρη τις μετοχές που αναλογούν στο κάθε μέρος. Στην αντεξέταση του ο ΜΥ1 Κίρκος εξήγησε τι σημαίνει «allot». Από το έγγραφο φαίνεται και πάλι ότι η Εναγόμενη γνώριζε πλήρως τη σχέση μεταξύ της Ενάγουσας 1 και των 8 μερών καθώς και το ρόλο που είχε στη συναλλαγή η Ενάγουσα
  2. Ότι η Ενάγουσα 2 απεδέχθη συγκεκριμένη πρόταση συγχώνευσης της Sharelink Financial Services Ltd (παράγραφος 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης). Κατά τη γνώμη μου και αυτός ο ισχυρισμός της Εναγόμενης είναι εντελώς ανυπόστατος και απορρίπτεται για τους ακόλουθους λόγους. Α) Αποτελούσε όρο για να θεωρηθεί ότι κάποιος συμμετέχει στην εν λόγω πρόταση συγχώνευσης να συμπληρώσει το σχετικό έντυπο και να αποστείλει στην Εναγόμενη το πιστοποιητικό μετοχών της Εναγόμενης. Παραπέμπω επί τούτου στην πρώτη πρόταση του Τεκμηρίου
  3. Η Εναγόμενη ουδέποτε απέστειλε το εν λόγω πιστοποιητικό μετοχών της, γι' αυτό εξάλλου το είχε και στην κατοχή της και το παρουσίασε στο Δικαστήριο. Η Εναγόμενη ουδέν στοιχείο προσκόμισε που να αποδεικνύει ότι έλαβε αυτό το πιστοποιητικό μετοχών ή ότι στη συνέχεια το επέστρεψε. Ο ΜΥ2 που κλήθηκε ειδικά για να υποστηρίξει τη θέση αυτή κανένα έγγραφο δεν παρουσίασε. Απλά αρκέστηκε σε αόριστη αναφορά ότι έλεγξε κάποιο «αρχείο». Β) Η ίδια η Εναγόμενη αναφέρει ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ως μη έγκυρη η επιστολή απαίτησης της Ενάγουσας 2 για επιστροφή χρημάτων μόνο αν διαφανεί ότι η αποστολή της επιστολής έγινε ενόσω ίσχυε η πρόταση συγχώνευσης. Παραπέμπω επί τούτου στην παράγραφο 7(γ) της Υπεράσπισης. Η Εναγόμενη αναφέρει ότι η πρόταση συγχώνευσης βρισκόταν σε ισχύ μέχρι την 5.12.
  4. Δεν αντιλαμβάνομαι πού βρήκε την ημερομηνία αυτή η Εναγόμενη. Το Τεκμήριο 31 αναφέρει ως τελευταία ημερομηνία αποδοχής την 30.4.
  5. Την ίδια ημερομηνία ανέφερε στη μαρτυρία του και ο ΜΥ2 Μάριος Γεωργιάδης (παράγραφος 8(δ) της γραπτής του κατάθεσης). Εν πάση όμως περιπτώσει η Ενάγουσα 2 απέστειλε την επιστολή απαίτησης της την 6.11.03 (Τεκμήριο 4). Δηλαδή μετά και από την μεταγενέστερη ημερομηνία που αναφέρει η Εναγόμενη. Γ) Τόσο το έντυπο αποδοχής Τεκμήριο 31 όσο και η πρόταση συγχώνευσης Τεκμήριο 50 αναφέρουν ότι αυτή καθίσταται άκυρη αν δεν υπάρξει δυνατότητα εισαγωγής στο ΧΑΚ των νέων μετοχών της Sharelink Financial Services Ltd που προσφέρονται ως αντιπαροχή: παράγραφος 5 στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου
  6. Όπως ο ίδιος ο ΜΥ1 Κίρκος παραδέχεται στην παράγραφο 27(γ) της γραπτής του κατάθεσης το ΧΑΚ τελικά δεν απεδέχθηκε την πρόταση συγχώνευσης. Η εν λόγω πρόταση κατέστη ως εκ τούτου, σύμφωνα και με τη μαρτυρία της Εναγόμενης, άκυρη. Αντισυνταγματικότητα Τέλος, τέθηκε υπό κρίση ενώπιον μου η συνταγματικότητα του Άρθρου 3
(3)του Νόμου. Κατά την εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Εναγόμενης, οι πρόνοιες του άρθρου αυτού είναι αντίθετες με τις πρόνοιες των Άρθρων 25 και 28 του Συντάγματος. Η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Εναγόμενης ότι το επίδικο άρθρο παραβιάζει το Άρθρο 25 του Συντάγματος γίνεται με επίκληση της απόφασης στην υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 335, όπου κρίθηκε ότι η επιβολή υποχρέωσης υποβολής αίτησης για εισδοχή στο ΧΑΚ παραβιάζει το Άρθρο 25 του Συντάγματος και δεν υπάγεται στους δυνατούς περιορισμούς που προνοούνται στην παράγραφο 2 αυτού. Πέραν του ότι είναι προφανές ότι το Άρθρο 3
(3)του Νόμου δεν επιβάλλει οποιαδήποτε επιτακτική υποχρέωση για υποβολή αίτησης για εισδοχή στο ΧΑΚ ώστε να θεωρηθεί ότι προκαλείται ανεπίτρεπτη επέμβαση στο συνταγματικό δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος της Εναγόμενης κατά τα νομολογηθέντα στην προαναφερθείσα απόφαση, δεν έχουν προβληθεί πειστικά επιχειρήματα προς υποστήριξη της υπό αναφορά εισήγησης. Η σύνδεση της εισήγησης με την έννοια της παράτασης, που σαφώς προνοείται στην επιφύλαξη του Άρθρου 3
(3)σε ό,τι αφορά την επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών, θα έλεγα ότι είναι ατυχής. Η σχετική θέση της Εναγόμενης ουσιαστικά παραμένει αόριστη και ανυποστήρικτη με αποτέλεσμα την απόρριψη της από το Δικαστήριο. Δεν μπορεί επίσης να υπάρξει διαφορετική αντιμετώπιση από το Δικαστήριο για τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης περί παραβίασης του Άρθρου 28 του Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Το Άρθρο 25 του Συντάγματος προστατεύει το δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος ή απασχόλησης σε οποιαδήποτε απασχόληση, εμπόριο και επικερδή εργασία. Η προστασία που παρέχει αφορά σε άμεση και όχι έμμεση επέμβαση. Ο περιορισμός του δικαιώματος που διασφαλίζεται από το Άρθρο 25(Ι) μπορεί να συντελεσθεί μόνο για τους λόγους που μνημονεύονται στο Άρθρο 25
(2). Στη Lapertas (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε τη συνταγματικότητα του Άρθρου 3(Ι) και
(2)του Νόμου 42(Ι)/2000 σε σχέση με το Άρθρο 25 του Συντάγματος, το οποίο επέβαλλε σε εταιρεία την υποχρέωση υποβολής δεόντως στοιχειοθετημένης και τεκμηριωμένης αίτησης για εισαγωγή των τίτλων στο ΧΑΚ εντός δύο μηνών ή σε άλλη ημερομηνία, όχι όμως αργότερα των οκτώ μηνών από την ημερομηνία έναρξης του νόμου, για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο ΧΑΚ. Το Εφετείο έκρινε πώς το πιο πάνω επίμαχο άρθρο είναι αντισυνταγματικό καθότι στερεί από τους εφεσείοντες τη δυνατότητα να εγείρουν με τον τρόπο που οι ίδιοι θεωρούν ότι προωθεί τα οικονομικά συμφέροντα της εταιρείας και των μελών της και στερεί την ελευθερία των εφεσειόντων να ρυθμίζουν τις οικονομικές τους σχέσεις και την ελεύθερη οικονομική λειτουργία της επιχείρησης τους ώστε να μπορεί να εργάζεται επικερδώς. Είμαι της γνώμης ότι η απόφαση Lapertas (ανωτέρω) δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση. Αυτό που ζητεί η Ενάγουσα 2 στην παρούσα υπόθεση δεν είναι να επέμβει στον προγραμματισμό των δραστηριοτήτων της Εναγόμενης αλλά επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε στην τελευταία για την αγορά μετοχών, με την προοπτική ότι αυτές θα εισήγοντο στο ΧΑΚ: δικαίωμα το οποίο έχει έμμεσα, αν όχι άμεσα, αναγνωρισθεί στη Lapertas (ανωτέρω) όπου στη σελ. 355 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Οι παραπονούμενοι επενδυτές έχουν συμβληθεί ελεύθερα και οικειοθελώς με τους Εφεσείοντες. Η Κυπριακή έννομη τάξη περιέχει πρόνοιες προστατευτικές των δικαιωμάτων των επενδυτών. Για τυχόν παραβίαση των δικαιωμάτων τους που πηγάζουν από τη σχέση που έχουν δημιουργήσει με τους Εφεσείοντες, μπορούν να προστρέξουν στις θεραπείες που προσφέρονται από το Αστικό Δίκαιο.» Σύμφωνα με την υπόθεση Lapertas (ανωτέρω) η αντισυνταγματικότητα του Άρθρου 3(Ι) συνίσταται στην υποχρέωση που επιβάλλει ο Νόμος για την υποβολή της αίτησης ως παραβιάζουσας το Άρθρο 25.1 του Συντάγματος. Το Άρθρο 58Α
(3)(β) ως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 42(Ι)/2000 δεν επιβάλλει οποιαδήποτε επιτακτική υποχρέωση για την υποβολή της αίτησης. Αντίθετα, κατά τη γνώμη μου, εκείνο που ρυθμίζει είναι η υποχρέωση επιστροφής χρημάτων που εισπράχθηκαν για την αγορά μετοχών όταν η αίτηση που υπεβλήθη απορρίφθηκε είτε σε τρεις μήνες από την υποβολή της, είτε ενωρίτερα και, αν δόθηκαν οι τίτλοι, δεν εισήχθησαν στο ΧΑΚ. Ο αγοραστής σε αυτή την περίπτωση έχει το δικαίωμα να ζητήσει την επιστροφή του εισπραχθέντος ποσού και ο εκδότης την υποχρέωση να το επιστρέψει εντόκως εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που θα του ζητηθεί με την ταυτόχρονη επιστροφή των τίτλων. Στην Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Invest. Ltd
(2005)1(A) AAΔ.704, στις σελ. 710 και 711 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Το θέμα που μας απασχόλησε στην παρούσα έφεση καλύπτεται πλήρως από την απόφαση του εφετείου στην Harvest Capital Management Ltd v. Ταμάσιου
(2003)1 ΑΑΔ 1683, όπου συζητήθηκαν σε έκταση οι πρόνοιες του Άρθρου 3
(3)του Ν.42(Ι)/2000, που στην ουσία είναι πανομοιότυπες με το επίμαχο Άρθρο 58(Α) 3(β). Το Δικαστήριο έκρινε στην πιο πάνω υπόθεση ότι οι πρόνοιες του σχετικού άρθρου είναι συνταγματικές. Το ίδιο φρονούμε πως ισχύει και για τις πρόνοιες του άρθρου 58Α 3(β). Να παραθέσουμε πιο κάτω ορισμένα κρίσιμα αποσπάσματα από την πιο πάνω απόφαση. «Κρίνουμε πως και στην παρούσα περίπτωση, το τι έχει γίνει με την επίδικη νομοθεσία είναι η ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ συμβαλλομένων αποκλείοντας έτσι εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 23 (του Συντάγματος). Έστω και αν εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε να λεχθεί, αν είχε εφαρμογή το άρθρο αυτό, ότι οι πρόνοιες του άρθρου 3
(3)τέθηκαν για προστασία των δικαιωμάτων τρίτων, όπως επιτρέπεται από την παράγραφο 3 του πιο πάνω άρθρου του συντάγματος.» Και πάρα κάτω: «Εν πάση περιπτώσει, όπως έχει λεχθεί και στην Chimonides (πιο πάνω), είναι επιτρεπτές νομοθετικές πρόνοιες και ρυθμίσεις που σκοπό έχουν την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων, καθώς και την προστασία του κοινού και των πολιτών. Το ίδιο το άρθρο προνοεί για την πρόληψη εκμετάλλευσης από πρόσωπα που διαθέτουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ, κάτι που κατά την άποψη μας θα είχε απόλυτη εφαρμογή στην περίπτωση μας, όπου και ο ίδιος ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας στην ενώπιον μας προφορική αγόρευση του αναφέρθηκε εκτενώς στα προβλήματα και τις καταστάσεις που δημιουργήθηκαν με την εισδοχή εταιρειών στο ΧΑΚ κατά την ουσιώδη περίοδο. Εν πάση όμως περιπτώσει, στην υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ Home Building and Loan Association v. John H. Blaisdell
(1933)290 U.S. 398 στη σελίδα 434 λέχθηκε, σε μετάφραση: «η Πολιτεία επίσης εξακολουθεί να έχει εξουσία να διασφαλίζει τα ζωτικά συμφέροντα του λαού της. Δεν έχει σημασία αν νομοθεσία κατάλληλη που εξυπηρετεί το σκοπό αυτό έχει το αποτέλεσμα τροποποίησης ή κατάργησης συμβάσεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ, Stephenson v. Binford, 287 U.S. 251, 276.»» Βέβαια, στις πιο πάνω αποφάσεις κρίθηκε η συνταγματικότητα των ρηθέντων άρθρων του σχετικού νόμου με αναφορά στο Άρθρο 23 του Συντάγματος. Όμως, το όλο πνεύμα, σκεπτικό και γλώσσα των πιο πάνω αποφάσεων οδηγεί στο αποτέλεσμα ότι τα ρηθέντα άρθρα δεν προσκρούουν σε συνταγματική διαταγή (βλ. επίσης Investylia Ltd v. Ταμπούρη (ανωτέρω)). Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι το Άρθρο 3
(3)του Νόμου δεν παραβιάζει το Άρθρο 25 του Συντάγματος αλλά ούτε και προσκρούει στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών που κατοχυρώνεται με το Άρθρο 28 του Συντάγματος, δεδομένης της ανάγκης και των λόγων για τους οποίους ο Νόμος ψηφίσθηκε. Με βάση τα όσα ανέπτυξε στη γραπτή αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης δεν έχω πεισθεί ότι ο ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας των Άρθρων 25 και 28 του Συντάγματος ευσταθεί. Ενόψει του τεκμηρίου συνταγματικότητας των νόμων το βάρος είναι στην Εναγόμενη να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι τα σχετικά άρθρα είναι αντισυνταγματικά (βλ. μεταξύ άλλων Attorney General v. Ibrahim
(1964)CLR 195, The Board for the Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 CLR 650 και Loizou v. Sewage Board of Nicosia
(1988)1 CLR 122). Τούτο απέτυχε να πράξει η Εναγόμενη. Έτσι οι ισχυρισμοί για αντισυνταγματικότητα απορρίπτονται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η Ενάγουσα 2 απέδειξε την απαίτηση της εναντίον της Εναγόμενης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Άρθρο 3
(3)του Νόμου. Συγκεκριμένα έχει αποδειχθεί ότι: (α) η Εναγόμενη είναι εταιρεία σύμφωνα με το Νόμο, (β) η Ενάγουσα 2 είναι αγοραστής μετοχών της Εναγόμενης, (γ) η Ενάγουσα 2 κατέβαλε στην Εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.50.000.- για την αξία των μετοχών που αγόρασε, (δ) η αγορά έγινε είτε με προοπτική την ένταξη της Εναγόμενης στο ΧΑΚ ή άλλως πως, και (ε) η Ενάγουσα 2, όπως είχε δικαίωμα δυνάμει το Νόμου, υπέβαλε, μετά από 3 μήνες από την ημερομηνία υποβολής αίτησης από την Εναγόμενη για εισαγωγή της στο ΧΑΚ, γραπτό αίτημα (Τεκμήρια 4 και 7) για επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε, δεδομένου ότι οι τίτλοι που της παραχωρήθηκαν δεν είχαν μέχρι τότε εισαχθεί στο ΧΑΚ. Με αυτά τα δεδομένα η κατάληξη μου είναι ότι, η Εναγόμενη είχε υποχρέωση να επιστρέψει μέσα σε 10 μέρες από τη λήψη των επιστολών τα χρήματα που εισέπραξε μαζί με τον προβλεπόμενο από το Νόμο τόκο. Η μη πληρωμή των χρημάτων είναι αρκετή για να οριστικοποιήσει την απόδειξη του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας
  1. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας 2 και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €85.430,07 (ισάξιο του ποσού των Λ.Κ.50.000) με τόκο 6% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από 9.12.99, ημερομηνία υποβολής της αίτησης, μέχρι εξόφλησης. Νοείται ότι η Ενάγουσα 2 ταυτόχρονα με την εξόφληση του πιο πάνω ποσού, θα είναι υπόχρεος όπως ο Νόμος ορίζει, να επιστρέψει στην Εναγόμενη τους τίτλους που της έχουν εκδοθεί. Τα έξοδα θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος της Ενάγουσας 2 και σε βάρος της Εναγόμενης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ενόψει της επιτυχίας της Ενάγουσας 2 στην αξίωση της, η αγωγή της Ενάγουσας 1, η οποία όπως προκύπτει από τα γεγονότα, ήταν απλά το όχημα για να δυνηθεί η Ενάγουσα 2 να αγοράσει τις επίδικες μετοχές, απορρίπτεται. Εξάλλου, η αξίωση της Ενάγουσας 1 είναι υπό την ιδιότητά της ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας 2 και συνεπώς, οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί υπέρ της θα ήταν προς όφελος της Ενάγουσας
  2. Επομένως, οποιαδήποτε απόφαση εκδιδόταν υπέρ της θα ήταν αχρείαστη και εκ του περισσού. Επειδή όμως η παρουσία της Ενάγουσας 1 στην αγωγή κρίνεται απαραίτητη κρίνω ορθό όπως, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, μη εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα εναντίον της. Η απαίτηση του Ενάγοντα 3 απορρίπτεται εφόσον αυτή δεν έχει προωθηθεί με την προσκόμιση οποιασδήποτε μαρτυρίας. Ο Ενάγων 3 δεν προκάλεσε οποιαδήποτε δαπάνη δικαστικού χρόνου αλλά ούτε και επιβάρυνε με οποιοδήποτε τρόπο τους δικηγόρους της Εναγόμενης οι οποίοι πρόβαλαν την υπεράσπιση που έκριναν ότι έπρεπε να προβάλουν κατά της απαίτησης των Εναγουσών 1 και
  3. Ως εκ τούτου, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, κρίνω ορθό να μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα εναντίον του Ενάγοντα
  4. (Υπ.) .......... Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ΜΝ/νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.