← Κύπρος

Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ν. Anama Trading Co Ltd κ.α., 12195/00, 18 Σεπτεμβρίου, 2008

Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ν. Anama Trading Co Ltd κ.α., 12195/00, 18 Σεπτεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A175 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. ΣΟΛΟΜΩΝΙΔΗ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 12195/00 Μεταξύ: Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (πρώην Arab Bank PLC) Εναγόντων - και -

  1. Anama Trading Co Ltd
  2. Σοφοκλή Μαυροσκούφη
  3. Χρήστου Μαυροσκούφη
  4. Ειρήνης Μαυροσκούφη
  5. Χριστιάνας Πάλμα Μαυροσκούφη
  6. Μαρίας Σοφοκλή Μαυροσκούφη Εναγομένων ________________________ Ημερομηνία: 18 Σεπτεμβρίου,
  7. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Μ. Αλεξάνδρου για Ιωάννης Κληρίδης & Υιοί Λτδ. Για Εναγομένη αρ.5: κ. Λ. Βραχίμης για Ελένη Βραχίμη & Σία. ΑΠΟΦΑΣΗ Με διάφορες έγγραφες συμφωνίες οι Ενάγοντες, τραπεζικός οργανισμός, συμφώνησαν να παρέχουν στην Εναγόμενη 1, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν εμπορική εταιρεία, δάνεια, πιστώσεις και άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις για την εξασφάλιση των οποίων η Εναγόμενη 5 έδωσε έγγραφες εγγυήσεις στους Ενάγοντες, αναλαμβάνοντας μαζί και ξεχωριστά με τους Εναγομένους 2, 3 και 4 να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 σε περίπτωση που οι Ενάγοντες απαιτούσαν την αποπληρωμή του χρέους. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των Εναγόντων προς τους Εναγομένους για διευθέτηση του χρέους τους οι τελευταίοι παρέλειψαν να το πράξουν και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες αξίωσαν το υπόλοιπο του χρέους από όλους τους Εναγομένους. Στις 17/12/01 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 6 για το οφειλόμενο ποσό το οποίο ανερχόταν σε Λ.Κ. 125.806,16 με τόκο επ' αυτού προς 9% το χρόνο από 8/11/00 προς 9% το χρόνο από 8/11/00 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα. Η Εναγόμενη 5 δεν δέχθηκε απόφαση και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Τα πιο πάνω γεγονότα γίνονται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Είναι είτε η κοινή συνισταμένη της μαρτυρίας που προσκομίστηκε και από τις δύο πλευρές ή γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν με αντεξέταση ή προσκόμιση αντίθετης μαρτυρίας. Σε ό,τι αφορά την υπόλοιπη μαρτυρία είναι αχρείαστη η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της και η αναφορά σε κάθε πτυχή της. Θα επικεντρώσω την προσοχή μου, μετά τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, στη σύνοψη των ουσιαστικών αποσπασμάτων της μαρτυρίας και την ανάλυσή τους κάτω από το φως των ζητημάτων που αναζητούν απάντηση, ούτως ώστε να διατυπωθούν τα τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου τα οποία θα οδηγήσουν και στην τελική απόφαση. Αντικείμενο της αντιδικίας στην παρούσα αγωγή μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 5 είναι οι έγγραφες εγγυήσεις, τις οποίες υπέγραψε η τελευταία προς όφελος των πρώτων, για την εξασφάλιση και εγγύηση των πιο πάνω οικονομικών υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς τους Ενάγοντες. Παρόλο ότι η Εναγόμενη 5 δεν αρνείται τη σύναψη και υπογραφή των συμβάσεων εγγύησης, εντούτοις ο κεντρικός άξονας της υπεράσπισης της περιστρέφεται γύρω από τις περιβάλλουσες συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτές συνήφθηκαν και υπογράφηκαν. Ειδικότερα, η Εναγόμενη 5 υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου και στην Έκθεση Υπεράσπισης ότι οι επίδικες συμφωνίες εγγύησης είναι άκυρες σε ότι αφορά την ίδια καθότι: «
  8. Η Εναγόμενη 5 υπέγραψε τις επίδικες εγγυήσεις χωρίς να της επεξηγηθεί ποτέ το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραφε ή οι νομικές συνέπειες της υπογραφής από μέρους της των εγγράφων αυτών, χωρίς να έχει διαβάσει ή να είναι σε θέση να διαβάσει τα έγγραφα αυτά, χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενό τους, χωρίς προηγουμένως να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή και χωρίς ποτέ να της έχει δοθεί αντίγραφο των εγγράφων αυτών.
  9. Η υπογραφή των εγγυήσεων αυτών, οι οποίες ήταν υπέρμετρα επαχθείς προς την ίδια, τέθηκε ενώ η ίδια τελούσε κάτω από την ψυχική πίεση του Εναγομένου 3 συζύγου της, ο οποίος είχε πραγματική ή προφανή εξουσία πάνω στην ίδια, ο οποίος βρισκόταν σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι της και ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των Εναγόντων.
  10. Η υπογραφή των εγγυήσεων έγινε μετά από ψευδείς παραστάσεις του Εναγόμενου 3 προς την ίδια, ο οποίος την παραπλάνησε ως προς την πραγματική φύση των εγγράφων, κατά τον χρόνο που ο Εναγόμενος 3 ενεργούσε ως υπάλληλος ή αντιπρόσωπος των Εναγόντων.
  11. Οι Ενάγοντες κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είχαν άμεση ή διαζευκτικά εξ΄ υπακουόμενη γνώση όσων αναφέρονται πιο πάνω και παρέλειψαν να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα για να βεβαιωθούν ότι η Εναγόμενη 5 είχε δώσει πραγματική και εν πλήρη γνώσει συγκατάθεση στην παραχώρηση των πιο πάνω εγγυήσεων.» Ο Παναγιώτης Πολυκάρπου (ΜΕ1) κατά τους επίδικους χρόνους εργαζόταν στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών (Recoveries Department) των Εναγόντων σαν ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης των χρεωστικών λογαριασμών των πελατών στον οποίο περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός της Εναγομένης
  12. Η κύρια εξέταση του μάρτυρα περιέχεται σε γραπτή δήλωσή του η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε με την ένδειξη «Α». Ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο αριθμό Τεκμηρίων που αφορούν στην υπό κρίση υπόθεση συμπεριλαμβανομένης και της συμφωνίας εγγύησης ημερ. 6/10/99 (Τεκμήριο 8) την οποία υπέγραψε και η Εναγόμενη
  13. Κανένα από τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν από τον ΜΕ1 δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά. Σύμφωνα με τον μάρτυρα η Εναγόμενη 5, ως μια εκ των εγγυητών οφείλει προς του Ενάγοντες το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 125.806,16, ήτοι €214.952,59 με τόκο 9% ετησίως από 8/11/00 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα της παρούσας διαδικασίας. Σχετική είναι η κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο
  14. Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς τους οποίους η Εναγόμενη 5 προβάλλει στην Υπεράσπιση της ο μάρτυρας τους χαρακτήρισε ως ανυπόστατους. Περαιτέρω ανέφερε ότι οι ισχυρισμοί της Εναγομένης 5 περί υπογραφής των εγγυήσεων κάτω από ψυχική πίεση δεν ευσταθούν καθότι αυτή γνώριζε το περιεχόμενο των συμφωνιών εγγυήσεων που υπέγραψε αλλά και συναίνεσε με το περιεχόμενο αυτών δίδοντας πραγματική και εν πλήρη γνώσει συγκατάθεση στην παραχώρηση των επίδικων εγγυήσεων. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ήταν ενήμερος όλων των διευκολύνσεων που δόθηκαν από τους Ενάγοντες στην Εναγόμενη 1 καθότι ο ίδιος ήταν υπεύθυνος του καταστήματος με το οποίο συνεργάζετο η Εναγόμενη
  15. Σύμφωνα με το μάρτυρα ιδιοκτήτες της Εναγομένης 1 ήταν η οικογένεια Μαυροσκούφη: ο Σοφοκλής (Εναγόμενος 1) και τα παιδιά του με τις οικογένειές τους. Εγγυητές των τραπεζικών διευκολύνσεων προς την Εναγόμενη 1 ήσαν τα άτομα της οικογένειας Μαυροσκούφη. Σε υποβολή του ευπαίδευτου συνήγορου της Εναγόμενης 5 ότι η τελευταία δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στις εργασίες της Εναγομένης 1 και, συνεπώς, ούτε και οποιοδήποτε συμφέρον στην Εναγόμενη 1, ο ΜΕ1 απάντησε ότι η Εναγόμενη 5 δεν ήταν απλή πωλήτρια στην επιχείρηση. Ήταν η σύζυγος του Εναγόμενου 3, ο οποίος κατά τον ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν ένας από τους μετόχους και ο γραμματέας της Εναγομένης 1 και η Εναγόμενη 5 βοηθούσε την οικογενειακή επιχείρηση του συζύγου της και είχε συμφέρον στην Εναγόμενη
  16. Σύμφωνα με τον μάρτυρα η πολιτική των Εναγόντων ήταν να υπογράφουν ως εγγυητές όλοι όσοι ήσαν αναμεμειγμένοι στην επιχείρηση και οι οποίοι είχαν άμεσο ή έμμεσο συμφέρον σε αυτή. Σε άλλη υποβολή του συνηγόρου της Εναγομένης 5 ότι η αναδόμηση (Restructure) του λογαριασμού της Εναγομένης 1 έγινε διότι η Εναγόμενη 1 αδυνατούσε να ομαλοποιήσει το λογαριασμό της, ο ΜΕ1 απάντησε ότι η αναδόμηση του λογαριασμού της Εναγομένης 1 έγινε για να βοηθηθεί η Εναγόμενη 1 και όταν δίδονταν οι διευκολύνσεις στην Εναγόμενη 1 από την Τράπεζα, η ίδια η Τράπεζα είχε την άποψη και τα στοιχεία ότι η Εναγόμενη 1 μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της. Όταν ο συνήγορος της Εναγομένης 5 υπέδειξε συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 4, στο οποίο αναφέρεται το όριο παρατραβήγματος που είχε η Εναγόμενη 1, ήτοι Λ.Κ. 60.000,00 αλλά το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού ήταν Λ.Κ.103.217,00 ο ΜΕ1 εξήγησε ότι η Ενάγουσα Τράπεζα σε περιπτώσεις που αφορούσαν εταιρείες, όπου θεωρούσε σωστό, επέτρεπε στους πελάτες της να υπερβαίνουν το όριο παρατραβήγματός τους προκειμένου να αγοράσουν εμπορεύματα για να ευκολύνουν την εταιρεία στις εργασίες της. Ο Ανδρέας Ρουβήμ (ΜΕ2), για κάθε σημαντικό για την παρούσα αγωγή χρόνο, εργαζόταν στο Τμήμα Δανειοδοτήσεων των Εναγόντων ως ένας εκ των υπευθύνων για τη διαχείριση των λογαριασμών των πελατών των Εναγόντων. Η κύρια εξέταση του περιέχεται σε γραπτή δήλωσή του η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε με την ένδειξη «Β». Καταθέτοντας ως προς τις συνθήκες κατάρτισης και υπογραφής των συμβάσεων εγγυήσεων ανέφερε ότι η πρακτική των Εναγόντων που ακολουθείτο σε όλες τις περιπτώσεις ήταν να δίδει στους εγγυητές όλα τα απαραίτητα έγγραφα εγγύησης, προτού τα υπογράψουν, προκειμένου να τα μελετήσουν και για να έχουν επιπλέον την ευκαιρία να τους επιλυθούν οποιεσδήποτε απορίες έχουν, να τους γίνουν όλες οι απαραίτητες διευκρινήσεις και να τους δοθούν οποιεσδήποτε επεξηγήσεις ήθελαν από τους αρμόδιος υπαλλήλους των Εναγόντων. Σύμφωνα με το μάρτυρα, η ίδια πιο πάνω πρακτική ακολουθήθηκε και στην περίπτωση υπογραφής της εγγύησης ημερ. 6/10/
  17. Η εν λόγω συμφωνία εγγύησης υπογράφηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη στα γραφεία των Εναγόντων στη Λευκωσία στην παρουσία του μάρτυρα και του Αντώνη Χριστοφόρου ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν υπάλληλος των Εναγόντων. Ο ΜΕ2 και ο Αντώνης Χριστοφόρου υπέγραψαν σαν μάρτυρες στην πιο πάνω συμφωνία εγγύησης. Σε υποβολή του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι η συμφωνία εγγύησης ημερ. 6/10/99 δεν υπεγράφη ενώπιον του ΜΕ2 αλλά στην οικία της Εναγομένης 5 όπου ο σύζυγός της (Εναγόμενος 3) πήρε το πρωτότυπο για υπογραφή, ο ΜΕ2 απήντησε ότι ήταν σίγουρος πως η Εναγομένη 5 υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο στην παρουσία του. Η θέση του ΜΕ2 ήταν ότι το πρωτότυπο εγγυητήριο έγγραφο δεν μπορούσε να μεταφερθεί εκτός του χώρου της Τράπεζας και δεν υπήρχε περίπτωση να υπογράψουν οι μάρτυρες τη συμφωνία εγγύησης χωρίς να προηγηθεί η υπογραφή της από τα συμβαλλόμενα μέρη στην παρουσία των εν λόγω μαρτύρων. Εκ μέρους της Εναγομένης 5 κατέθεσε ενόρκως η ίδια για να προωθήσει την υπεράσπισή της. Η εκδοχή της, ως προς τις περιστάσεις και τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, εκτίθεται σε έγγραφη δήλωσή της η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε με την ένδειξη «Γ». Σε αυτή, η Εναγόμενη 5, παρουσιάζει τον εαυτό της ως ένα άβουλο πρόσωπο, μια καταπιεσμένη πρώην σύζυγο, εξαρτημένη οικονομικά και συναισθηματικά από τον πρώην σύζυγό της και την οικογένειά του, η οποία υπέγραψε τις επίδικες συμφωνίες εγγύησης υπό το κράτος ψυχικής πίεσης. Η Εναγόμενη 5 αναφέρει επίσης ότι ουδέποτε είχε οποιαδήποτε σχέση με την Εναγόμενη 1 εταιρεία, ουδέποτε ήταν μέτοχος ή διευθυντής της και ουδέποτε είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στις δραστηριότητες της εταιρείας ή οποιοδήποτε συμφέρον άμεσο ή έμμεσο σε αυτή. Η Εναγόμενη 5 λέγει επίσης ότι, έχοντας ενταχθεί στην οικογένεια των Εναγομένων 2 και 3 οι τελευταίοι την έκαναν να καταλάβει ότι ήταν υποχρεωμένη να συμμορφώνεται με αυτά που της ζητούσαν και ότι τα ζητήματα που αφορούσαν οικονομικά ήταν ζητήματα που αυτοί χειρίζονταν και αυτή συμμορφώθηκε. Δεν μπορούσε να έχει δική της άποψη, καταπιεζόταν από τον πρώην σύζυγό της Εναγόμενο 3, και πρώην πεθερό της και ζούσε υπό καθεστώς δικτατορίας. Στις παραγράφους 9 - 23 της έγγραφης δήλωσής της η Εναγόμενη 5 περιγράφει τις συνθήκες υπογραφής των συμφωνιών εγγύησης ως ακολούθως: «
  18. Είχα ήδη την ευκαιρία να δω το έγγραφο που φέρει ημερομηνία 28 Σεπτεμβρίου 1993 το οποίο έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο προς αναγνώριση στη διαδικασία και έχω αναγνωρίσει ότι η υπογραφή που βρίσκεται πάνω από το όνομα μου στην τελευταία σελίδα είναι δική μου. Η υπογραφή αυτή τέθηκε από εμένα υπό τις συνθήκες που περιγράφω πιο κάτω.
  19. Το έγγραφο αυτό το υπόγραψα μόλις δύο μήνες μετά το γάμο μου με τον εναγόμενο
  20. Την ημέρα εκείνη εγώ βρισκόμουν στο σπίτι μας όταν ήρθε ο εναγόμενος 3 και μου ζήτησε βιαστικά να πάω μαζί του στο κατάστημα της εναγομένης εταιρείας 1 γιατί ήταν απαραίτητο να υπογράψω κάποια χαρτιά όπως μου είπε για μια τυπική διευκόλυνση για το μαγαζί. Όταν τον ρώτησα τι αφορούσαν αυτά τα χαρτιά μου ανάφερε ότι και να μου εξηγούσε δεν θα καταλάβαινα και ότι απλά ήταν κάποια χαρτιά για μια διευκόλυνση για το μαγαζί και δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Ο εναγόμενος 3 δεν μου άφησε οποιοδήποτε περιθώριο να αρνηθώ και έτσι υπάκουσα και τον ακολούθησα.
  21. Όντως πήγα με το σύζυγο μου στο κατάστημα της οδού Προδρόμου. Εκεί βρισκόταν ο πεθερός μου, εναγόμενος 2, καθώς και κάποια άγνωστα μου πρόσωπα τα οποία όπως αντιλήφθηκα στη συνέχεια ήταν υπάλληλοι των εναγόντων. Τα πρόσωπα αυτά μου παρουσίασαν κάποια έγγραφα και μου υπέδειξαν που έπρεπε να θέσω την υπογραφή μου. Τα έγγραφα ήταν έτοιμα και συμπληρωμένα και έλειπε μόνο η δική μου υπογραφή. Εκεί ρώτησα και πάλι μπροστά τους, δηλαδή μπροστά στους υπάλληλους της εταιρείας καθώς και στους εναγομένους 2 και 3 τι ήταν αυτό που θα υπέγραφα. Ο ένας από τους υπαλλήλους της τράπεζας ρώτησε έκπληκτος «μα δεν ξέρεις, της είπατε τι θα υπογράψει;» οπότε επενέβηκαν ο εναγόμενος 3 και ο εναγόμενος 2 εκνευρισμένοι για να με βάλουν στη θέση μου, δείχνοντας μου παράλληλα ότι τους είχα προσβάλει, και μου είπαν με αυστηρό ύφος τα χαρτιά αφορούσαν κάποιες διευκολύνσεις για το μαγαζί και ότι και να μου εξηγούσαν τι ακριβώς ήταν δεν θα καταλάβαινα και μου είπαν ότι έπρεπε να τελειώνουμε και να υπογράψω εκεί που μου είχαν υποδείξει. Δεν μου εξήγησαν τι ήταν αυτές οι διευκολύνσεις και ποια ήταν η δική μου σχέση προς τις διευκολύνσεις αυτές και υπό ποια ιδιότητα υπέγραφα. Υπό τις συνθήκες αυτές υπάκουσα σε αυτό που μου ζήτησαν και έθεσα την υπογραφή μου εκεί που μου υπέδειξαν.
  22. Σε κανένα στάδιο δεν μου εξηγήθηκε εκεί ότι τα έγγραφα που υπέγραφα αφορούσαν την εξασφάλιση οποιουδήποτε δανείου για την επιχείρηση ή ότι ήταν έγγραφα της τράπεζας ή ότι αφορούσαν τη δημιουργία οποιωνδήποτε οικονομικών υποχρεώσεων για οποιοδήποτε, γεγονός που ήταν προφανές σε όλους τους παριστάμενους, ήταν δηλαδή προφανές και στους υπαλλήλους των εναγόντων που ήταν παρόντες κατά την υπογραφή.
  23. Περαιτέρω οι υπάλληλοι της τράπεζας δεν επιχείρησαν να σταματήσουν τη διαδικασία υπογραφής των εγγράφων και να μου εξηγήσουν οι ίδιοι τη φύση των εγγράφων που υπέγραφα και των υποχρεώσεων που αναλάμβανα, ούτε και εισηγήθηκαν να αναβληθεί διαδικασία της υπογραφής και να λάβω νομική συμβουλή για το τι υπέγραφα. Ούτε και επιχείρησε οποιοσδήποτε από τους παριστάμενους να μου εξηγήσουν τη φύση των εγγράφων που υπέγραψα. Απλά συνέχισαν να παρακολουθούν τη διαδικασία υπογραφής χωρίς να επεμβαίνουν.
  24. Εγώ ήμουν απόλυτα εξαρτώμενη τόσο οικονομικά όσο και συναισθηματικά από τον πρώην σύζυγο μου, τον πατέρα και την οικογένεια του που δεν ήμουν σε θέση να αρνηθώ να κάνω αυτό που μου ζητούσαν. Δεν ήμουν σε θέση ούτε να αρνηθώ να υπογράψω ούτε να απαιτήσω να πάρω περισσότερες πληροφορίες. Δεν είχα άλλη επιλογή από του να εναποθέτω την εμπιστοσύνη μου στους εναγόμενους 2 και 3 και να ακολουθώ τις οδηγίες τους. Αν έκανα οτιδήποτε άλλο θα κατάστρεφα το γάμο μου και την οικογένεια μου αλλά θα έμενα και εγώ και τα παιδιά μου στο δρόμο αφού το σπίτι που μέναμε ήταν εγγεγραμμένο στα πεθερικά μου αφού αποτελούσε μέρος ενός κτιρίου που ανήκε στα πεθερικά μου ανεξάρτητα αν για την ανέγερση του μέρους του κτιρίου όπου βρισκόταν η συζυγική μου οικία είχαμε λάβει σημαντική οικονομική βοήθεια από τη μητέρα μου καθώς και βοήθεια που είχα λάβει εγώ από τη Δημοκρατία καθώς και τα χρήματα του γάμου μας. Ούτε και αισθανόμουν ότι είχα τη δύναμη να αρνηθώ να κάνω αυτό που μου ζητούσαν.
  25. Περαιτέρω το έγγραφο που υπέγραψα είναι γραμμένο στα Αγγλικά και εγώ δεν γνωρίζω Αγγλικά. Άρα και να ήθελα δεν ήμουν σε θέση να διαβάσω και να αντιληφθώ από μόνη μου τι υπέγραφα.
  26. Σε κανένα στάδιο δεν πέρασε από το μυαλό μου ή μου έδωσε κάποιος να καταλάβω ότι με την υπογραφή μου εγώ αναλάμβανα οποιεσδήποτε οικονομικές υποχρεώσεις έναντι των εναγόντων ή άλλου. Δεν ξέρω πως θα συμπεριφερόμουν αν γνώριζα ότι με το έγγραφο αναλάμβανα ως εγγυήτρια της εταιρείας και μάλιστα για ποσό μέχρι £165.000,
  27. Σίγουρα θα αντιδρούσα αν και δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα αν θα μπορούσα και πάλι να αντισταθώ στις πιέσεις και την επιρροή που ασκούσαν πάνω μου οι εναγόμενοι 2 και
  28. Πάντως δεν πέρασε από το μυαλό μου ότι ήταν δυνατό να με έβαζε η Τράπεζα να υπογράψω εγγυήσεις για £165.000,00 χωρίς να έχω περιουσία ή εισόδημα.
  29. Για πρώτη φορά πληροφορήθηκα το γεγονός ότι είχα υπογράψει ως εγγυήτρια σε δάνειο της Τράπεζας το 2000 όταν πλέον ο γάμος μου με τον καθ΄ ού η αίτηση είχε καταρρεύσει. Ο εναγόμενος 3 είχε έρθει σε σύγκρουση με τον πατέρα του λόγω των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων και τότε πληροφορήθηκα για πρώτη φορά από τον εναγόμενο 3 ότι ο ίδιος ήταν σοβαρά εκτεθειμένος οικονομικά γιατί είχε εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της εναγόμενης εταιρείας 1 στους ενάγοντες και μου ανέφερε με μεγάλη μου έκπληξη ότι και εγώ ήμουν επίσης εγγυήτρια των υποχρεώσεων αυτών. Μέχρι τότε δεν γνώριζα ότι ήμουν εγγυήτρια στους ενάγοντες ή ότι είχα οποιεσδήποτε υποχρεώσεις προς αυτούς.
  30. Όταν πληροφορήθηκα ότι εγώ φερόμουν να έχω υποχρέωση να καλύψω δάνεια των εναγόμενων 1 προς τους ενάγοντες τα οποία μάλιστα όπως διαπίστωσα εκ των υστέρων υπερέβαιναν τις £100.000,00 ανησύχησα και έτσι κατά ή περί τις 2 Νοεμβρίου 2000 πήγα στο κατάστημα της Arab Bank που βρισκόταν στα φώτα Γαβριηλίδη στη Λευκωσία συνοδευόμενη από τον γαμπρό μου (τον άντρα της αδελφής μου) Χρίστο Κωνσταντίνου για να ελέγξω αν πραγματικά ήμουν εγγυήτρια. Αυτή ήταν και η πρώτη φορά στη ζωή μου που επισκέφθηκα το κατάστημα αυτό. Ζήτησα να δω το φάκελο της εταιρείας και μετά από αρκετή συζήτηση μου επέτρεψαν να δω το φάκελο όπου ο γαμπρός μου ο οποίος γνωρίζει αγγλικά μου ανέφερε ότι πράγματι είχα υπογράψει ως εγγυήτρια. Οι υπάλληλοι όμως του καταστήματος αρνήθηκαν να μου δώσουν οποιεσδήποτε άλλες εξηγήσεις ή αντίγραφα των εγγράφων.
  31. Στη συνέχεια επισκέφθηκα το δικηγορικό γραφείο Ελένη Βραχίμη & Σία οι οποίοι με επιστολή τους προς τους ενάγοντες ημερομηνίας 3 Νοεμβρίου 2000 (η οποία έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο στη διαδικασία) τους ενέφερε ότι εγώ ουδέποτε εν γνώσει μου εγγυήθηκα οποιεσδήποτε υποχρεώσεις των εναγομένων 1 και τους ζήτησαν αντίγραφα των εγγράφων που φερόμουν να υπέγραψα, τα οποία όμως δεν μας δόθηκαν. Η τράπεζα απλώς περιορίστηκε στο να μας απαντήσει μέσον των δικηγόρων της ότι εγώ ήμουν δεσμευμένη από τις εγγυήσεις μου προς τους ενάγοντες. Η αλληλογραφία των δικηγόρων μου με την τράπεζα έχουν ήδη κατατεθεί ως Τεκμήρια στην παρούσα υπόθεση.
  32. Αρκετά μετά την καταχώριση της αγωγής ο δικηγόρος μου έλαβε αντίγραφο τεσσάρων άλλων εγγράφων τα οποία φέρουν την υπογραφή μου, το ένα είναι το Τεκμήριο 8 στη διαδικασία ενώ τα άλλα τρία έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια προς αναγνώριση και σε αυτά αναγράφεται στο πάνω μέρος η ημερομηνία αποστολής τους. Είχα την ευκαιρία να δω και τα τέσσερα αυτά έγγραφα όταν ο δικηγόρος μου τα παρέλαβε από τους δικηγόρους των εναγόντων και έχω αναγνωρίσει την υπογραφή μου σε αυτά. Μέχρι που έλαβα αυτά τα έγγραφα δεν γνώριζα αν είχα υπογράψει ως εγγυήτρια οποιαδήποτε άλλα έγγραφα. Είναι για αυτό το λόγο που υποχρεώθηκα να ζητήσω τροποποίηση της υπεράσπισης μου ώστε να κάνω αναφορά και σε αυτά τα έγγραφα. Σε ότι αφορά το έγγραφο ημερομηνίας 28 Σεπτεμβρίου 1999, το περιεχόμενο του μου επεξηγήθηκε για πρώτη φορά από το δικηγόρο μου μετά που μου επιδόθηκε η αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 18 Μαΐου 2001 στην οποία είχε επισυναφθεί ως Τεκμήριο
  33. Όλα τα έγγραφα αυτά είναι στα αγγλικά και άρα δεν ήμουν ποτέ σε θέση να τα διαβάσω και να αντιληφθώ το περιεχόμενο τους. Ούτως ή άλλως πρόκειται για νομικά έγγραφα και εγώ αμφιβάλλω αν θα ήμουν σε θέση να τα κατανοήσω ακόμα και αν γνώριζα αγγλικά.
  34. Κανένα από τα έγγραφα αυτά δεν τα υπέγραψα στο κατάστημα των εναγόντων. Αυτά ήταν έγγραφα που μου έφερναν κατά καιρούς οι εναγόμενοι 2 και 3 στο σπίτι μας, το οποίο βρισκόταν στο ίδιο κτίριο όπου βρισκόταν και το σπίτι του εναγομένου 2 και της πρώην πεθεράς μου και εκεί τα υπέγραφα κάτω από τις ίδιες συνθήκες που υπέγραψα και το έγγραφο ημερομηνίας 28 Σεπτεμβρίου
  35. Δηλαδή ουδέποτε μου εξηγήθηκε το περιεχόμενο τους, δεν μου ζητήθηκε να λάβω ανεξάρτητη νομική συμβουλή και απλά μου ανάφεραν επιτακτικά ότι έπρεπε να υπογράψω τυπικά τα έγγραφα τα οποία όπως και τα προηγούμενα έγγραφα που μου είχαν δώσει να υπογράψω αφορούσαν το μαγαζί και μου έδειχναν απλά που έπρεπε να υπογράψω. Ειδικά μετά την υπογραφή του πρώτου εγγράφου τον Σεπτέμβριο του 1993, ήταν ακόμα πιο εύκολο να μου φέρνουν έγγραφα και να μου ζητούν να τα υπογράψω χωρίς συζήτηση ή εξήγηση. Όπως και με το έγγραφο της 28 Σεπτεμβρίου 1993, σε κανέναν στάδιο δεν πέρασε από το μυαλό μου ή μουν έδωσε κάποιος να καταλάβω ότι με την υπογραφή μου εγώ αναλάμβανα οποιεσδήποτε οικονομικές υποχρεώσεις ή δεσμεύσεις έναντι των εναγόντων ή άλλως πως ή ότι ήταν δυνατόν η Τράπεζα γνωρίζοντας την οικονομική μου κατάσταση να απαιτεί να τεθώ ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων της εταιρείας του πεθερού μου.
  36. Τα δάνεια και οι διευκολύνσεις που δόθηκαν από τους ενάγοντες στην εναγομένη εταιρεία 1 δεν αφορούσαν με οποιοδήποτε τρόπο εμένα ούτε και εγώ είχα το παραμικρό όφελος από αυτά. Εγώ κλήθηκα να υπογράψω ως εγγυήτρια για ποσό μέχρι £163.000,00 και κατέληξα να φαίνομαι ως χρεώστης προς τους εναγομένους 1 για ποσό της τάξης των £125.000,00 χωρίς να έχω το παραμικρό όφελος, συμφέρον ή ανάμιξη στις δραστηριότητες που οδήγησαν στις υποχρεώσεις αυτές. Τα δάνεια αφορούσαν καθαρά τις εμπορικές δραστηριότητες του εναγομένου 1 πεθερού μου μέσον της εναγόμενης εταιρείας 1 που ουσιαστικά ανήκε στον ίδιο». Για την πλευρά της υπεράσπισης κατέθεσε και δεύτερος μάρτυρας, ο Νίκος Σωκράτους, Επιθεωρητής Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αλλά δεν θα ασχοληθώ με τη μαρτυρία του καθότι είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα στην παρούσα υπόθεση. Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με μεγάλη προσοχή τους μάρτυρες των Εναγόντων όσο και των Εναγομένων ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Εξέτασα τη μαρτυρία τους με ιδιαίτερη προσοχή συγκρίνοντας, συσχετίζοντας, αντιπαραβάλλοντας και διερευνώντας τους ισχυρισμούς τους και με τις θέσεις των διαδίκων όπως αυτές προβάλλονται στα δικόγραφα, που είναι και η βάση πάνω στην οποία πρέπει να επιδικάζεται μια υπόθεση και να εξετάζεται η μαρτυρία. Επίσης έχω λάβει υπόψη μου και τις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων. Το σύνολο της μαρτυρίας είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να αναλυθεί με λεπτομέρεια. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αναφορά των μαρτύρων καθώς και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχουν αξιολογηθεί πλήρως και ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσης στην παρούσα απόφαση (βλ. Λιθογραφεία Κυριακίδης κ.α. v. Tiba Publishing Co. Ltd

(1998)1 (Δ) ΑΑΔ 1894). Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (βλ. C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 (Β) ΑΑΔ 1273). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση τις γνώσεις του μάρτυρα για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων σύμφωνα με τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές. Στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Όλοι οι μάρτυρες των Εναγόντων μου έδωσαν την εντύπωση προσώπων που έλεγαν την αλήθεια και δεν έχω κανένα ενδοιασμό να μην δεκτώ την εκδοχή τους. Η προφορική τους μαρτυρία συνοδεύεται από τα απαραίτητα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια σε βαθμό που οι ισχυρισμοί των Εναγόντων να μην επιδέχονται αμφισβήτηση. Αντίθετα δεν μπορώ να πω το ίδιο για την Εναγόμενη 5 την μαρτυρία της οποίας δεν αποδέχομαι, αφού παρουσίαζε την εικόνα μια καταφανούς προσπάθειας αποφυγής των συμβατικών υποχρεώσεων και νομικών ευθυνών της που πηγάζουν συντριπτικά από το σύνολο της προφορικής και έγγραφης μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί. Η Εναγόμενη 5 κατά την αντεξέτασή της έδωσε αντιφατικές εξηγήσεις ως προς τις αντιστάσεις που είχε απέναντι στο σύζυγό της. Κατά τα λεγόμενά της δεν είχε τη δύναμη να αρνηθεί να κάνει αυτό που της ζητούσε ο σύζυγός της, όταν συγκεκριμένα επρόκειτο για την υπογραφή της στις συμφωνίες εγγύησης αλλά κατά τα άλλα πήρε δύναμη από τα παιδιά της για να τον χωρίσει ενάντια στη θέλησή του. Η εικόνα που επιχείρησε να παρουσιάσει για τον εαυτό της ήταν ότι δεν κατείχε την κατάλληλη μόρφωση για να καταλάβει ότι υπέγραφε συμφωνίες εγγύησης γεγονός που αντικρούεται από το ότι, όπως είπε και η ίδια, αποφοίτησε από την Τεχνική Σχολή με πολύ καλό βαθμό απολυτηρίου προσλήφθηκε στον Δημόσιο Τομέα (Μακάρειο Νοσοκομείο) ως βοηθός νοσοκόμα. Πέραν τούτου, η Εναγόμενη 5 παραδέχτηκε ότι είχε συνάψει δάνεια και υπέγραψε και σε εγγύηση προς όφελος συναδέλφου της πράγμα που καταδεικνύει την ικανότητά της να συναλλάσσεται και να αντιλαμβάνεται πολύ καλά τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες της σε αυτά τα θέματα. Το γεγονός ότι ο σύζυγός της Εναγομένης 5 - Εναγόμενος 3 - κατείχε μόνο μια μετοχή στην Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν σημαίνει ότι ο ίδιος δεν είχε συμφέρον στην εταιρεία. Αντιθέτως, είχε άμεσο συμφέρον εφόσον επρόκειτο για οικογενειακή επιχείρηση στην οποία εργοδοτείτο και ο ίδιος. Συνεπώς και η σύζυγός του - Εναγόμενη 5 - η οποία, όπως η ίδια κατέθεσε, στηριζόταν οικονομικά στην οικογένεια του συζύγου της, είχε συμφέρον στην Εναγόμενη 1, αν όχι άμεσο σίγουρα έμμεσο. Ο ισχυρισμός της Εναγομένης 5 ότι όλες τις επίδικες συμφωνίες τις υπόγραψε κάτω από τις συνθήκες που περιγράφει στο σπίτι της αντικρούστηκε από τον ΜΕ2, ο οποίος έγινε πειστικός, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι ποτέ δεν δίδονταν σε πελάτες τα πρωτότυπα έγγραφα των συμφωνιών εγγύησης για να υπογραφούν εκτός του χώρου της Τράπεζας αλλά μόνο αντίγραφα για να μελετηθούν από τους υποψήφιους πελάτες ή του εγγυητές. Περαιτέρω ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να υπογράψουν οι υπάλληλοι της Τράπεζας ως μάρτυρες τη συμφωνία εγγύησης χωρίς να προηγηθεί η υπογραφή της κάθε συμφωνίας εγγύησης από τα συμβαλλόμενα μέρη στην παρουσία των εν λόγω μαρτύρων. Η εκδοχή της Εναγομένης 5 ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπέγραψε τις επίδικες συμφωνίες εγγύησης δεν γίνεται πιστευτή όχι μόνο γιατί είναι αντίθετη με την εκδοχή του ΜΕ2, την οποία έχω αποδεχθεί ως αληθινή, αλλά και για τους ακόλουθους λόγους. Οι εξηγήσεις της ως προς την άγνοιά της για το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών εγγύησης είναι ασαφείς και αόριστες. Πρώτα ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο τους λόγω του ότι είναι νομικά έγγραφα και αργότερα λόγω του ότι δεν γνώριζε αγγλικά. Ενώ στην υπεράσπισή της η Εναγόμενη 5 ισχυρίζεται ότι ασκήθηκε ψυχική πίεση από το σύζυγό της, στη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι ασκήθηκε ψυχική πίεση και από τον πρώην πεθερό της - Εναγόμενο 2. Ισχυρίστηκε επίσης ότι κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον Εναγόμενο 3 ζούσε υπό το καθεστώς δικτατορίας. Παρόλο ότι οι τελευταίοι πιο πάνω ισχυρισμοί της Εναγομένης 5 δεν είναι δικογραφημένοι και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, εντούτοις αποτελούν στοιχείο κρίσεως της αξιοπιστίας της Εναγομένης 5. Η επιχειρηματολογία του κ. Λ. Βραχίμη στηρίζεται σε πρόσφατες αποφάσεις των Ανωτάτων Δικαστηρίων αλλά και του ύπατου Δικαστηρίου, αυτού των Λόρδων, της Αγγλίας, στις οποίες αναπτύσσεται η νομολογία ώστε να αντιμετωπιστεί ένα πολύ σοβαρό φαινόμενο που επηρεάζει αρνητικά ένα μέρος της κοινωνίας και ευρύτερα την οικονομία. Το ζήτημα προέκυψε από το γεγονός ότι οικονομικοί οργανισμοί προχωρούν στην εκποίηση περιουσιών για χρέη στα οποία πρωτοφειλέτης είναι ο σύζυγος με εγγυήτρια τη σύζυγο, η οποία όμως δεν έχει καμιά άμεση σχέση με το δάνειο προς το σύζυγο, που γίνεται τις περισσότερες φορές για δικό του λογαριασμό ή της επιχείρησης του. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις, καθώς αποφασίστηκε, αν αποδειχθεί πως οι περιστάσεις που υπεγράφη η εγγύηση είναι τέτοιες ώστε να θέτουν τον πιστωτή σε τεκμαιρόμενη γνώση των συνθηκών κάτω από τις οποίες η σύζυγος υπέγραψε την εγγύηση, τότε ο πιστωτής αναλαμβάνει τον κίνδυνο η σύζυγος να ασκήσει δικαίωμα παραμερισμού της συναλλαγής, εκτός αν ο πιστωτής προειδοποίησε επαρκώς την εγγυήτρια-σύζυγο για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει με την υπογραφή της εγγύησης. Σχετικές πάνω στο θέμα αποφάσεις είναι: C.I.B.C. Mortgages Plc v. Pitt and Another
(1994)1 A.C., Barclays Bank Plc v. O´Brien and another
(1993)All E.R., 417, Barclays Bank Plc v. Boulter and another
(1994)All E.R., 513, με επιστέγασμα την πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων στην υπόθεση Royal Bank of Scotland v. Etridge (No.2)
(2001)All E.R. 449. Στην τελευταία αυτή απόφαση ελέχθη πως σε τέτοιες δοσοληψίες δεν θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, πως ασκήθηκε αθέμιτη επιρροή από το σύζυγο, μολονότι ενδεχομένως να υπάρξουν περιπτώσεις στις οποίες απαιτούνται εξηγήσεις. Το Δικαστήριο των Λόρδων προχώρησε και έδωσε κατευθυντήριες οδηγίες, που αφορούν τους δανειστές τους πιστωτές και εγγυητές, ώστε να διεκπεραιώνουν τις εργασίες τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να διερευνούν κάθε περίπτωση όπου η σχέση μεταξύ εγγυητή και χρεώστη δεν είναι εμπορική. Ο πιστωτής πρέπει να παίρνει εύλογα μέτρα ώστε να αντιλαμβάνεται ο ιδιώτης εγγυητής τους κινδύνους που διατρέχει από την εγγύηση που αναλαμβάνει. Αν τούτο δεν συμβεί, τότε η τράπεζα ή οποιοσδήποτε πιστωτής, θα τεκμαίρεται πως έχει γνώση μελλοντικού πιθανού ισχυρισμού του εγγυητή πως η δοσοληψία που τον αφορά προκλήθηκε μετά από αθέμιτη επιρροή του δανειστή. Για μια εκτενή αναφορά και λεπτομερή ανάλυση της υπεράσπισης της ψυχικής πίεσης παραπέμπω στην υπόθεση Σ.Π.Ε. Αγίας Φυλάξεως v. Πούλλα κ. α.
(2004)1 (Β) ΑΑΔ 961 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 968-972: «Η ελεύθερη συναίνεση αποτελεί συστατικό κάθε νόμιμης σύμβασης (άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149). Σύμφωνα με το άρθρο 14(β) η συναίνεση είναι ελεύθερη όταν δεν είναι αποτέλεσμα άσκησης ψυχικής πίεσης, η απόδειξη της οποίας οδηγεί σε απαλλαγή από αναληφθείσα συμβατική υποχρέωση (άρθρο 20
(1)του Κεφ. 149. Βλέπε ακόμα Eurohouse Finance Ltd v. Μιχαηλίδη, Π.Ε. 10433, ημερ. 28.5.2002). Η ψυχική πίεση μπορεί να προέλθει από μια εμπιστευτική ή εξαρτώμενη σχέση μεταξύ δύο προσώπων, όπου η εξάρτηση του ενός θέτει τον άλλο σε πλεονεκτική θέση να εξασκήσει επιρροή επ΄ αυτού, επιρροή η οποία μπορεί μεν να θεωρηθεί ως απόλυτα φυσική, αλλά από την άλλη είναι ικανή να χρησιμοποιηθεί άδικα (Βλέπε Χαραλάμπους v. Αριστοτέλους
(2001)1 Α.Α.Δ. 750). Το άρθρο 16
(1)του Κεφ. 149, προνοεί ότι η σύμβαση θεωρείται ότι συνήφθη συνεπεία ψυχικής πίεσης, όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ούτως ώστε το ένα από αυτά είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται της θέσης αυτής για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου συμβαλλόμενου. Χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, ειδικότερα θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης κάποιου, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επ΄ αυτού ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντί του ή καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης (άρθρο 16
(2)του Κεφ. 149. Βλεπε επίσης Δημητρίου κ.ά v. Κωνσταντινίδη, Π.Ε. 10.10.2002). Η ψυχική πίεση δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού, αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που δόθηκε (Κεφάλας κ.ά v. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 1226, Ιωάννου v. Χαραλαμπίδου
(1998)1 Α.Α.Δ. 555, Chitty on Contract, General Principles, 27η έκδοση, παράγρ. 7-024). Οι συμβάσεις που είναι ακυρώσιμες λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών, ενώ η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει ακριβώς μια τέτοια ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Στην περίπτωση όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση, θα πρέπει απαραίτητα να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη σύναψη της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Στη δεύτερη περίπτωση όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να δείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την ακύρωση της σύμβασης, ενήργησε οικιοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης (Κεφάλας κ.ά v. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 1226). Όταν δεν υφίσταται ειδική σχέση ανάμεσα στα μέρη, το βάρος απόδειξης της ψυχικής πίεσης ανήκει στο διάδικο ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή. Η ψυχική πίεση θα πρέπει να αποδειχθεί με το να καταδειχθεί ότι ο παραλήπτης της δωρεάς άσκησε πραγματικό εξαναγκασμό ή ότι ο τελευταίος άσκησε επί του δωρητή τέτοιο βαθμό γενικής κυριαρχίας ή ελέγχου, ούτως ώστε να είχε υπονομευθεί ουσιωδώς η δυνατότητά του να καταλήξει σε ανεξάρτητη απόφαση. Στη δεύτερη περίπτωση όπου η πίεση τεκμαίρεται από κάποια σχέση ανάμεσα στα μέρη, ο διάδικος ο οποίος λαμβάνει το όφελος βαρύνεται να αποδείξει ότι η δωρεά δεν έχει εξασφαλιστεί λόγω ψυχικής πίεσης (βλέπε άρθρο 16
(3)του Κεφ. 149 και Ιωάννου v. Χαραλαμπίδου, ανωτέρω). Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων τεκμαίρεται η ύπαρξη ψυχικής πίεσης, αφού η θέση εμπιστοσύνης που έχει ο ένας τον τοποθετεί σε θέση ασυνήθιστης εξουσίας, σε βαθμό που να δικαιολογείται η λήψη ανεξάρτητης συμβουλής. Η πιθανότητα να θέσει το πρόσωπο αυτό τα δικά του συμφέροντα πάνω από τα συμφέροντα του άλλου που μπορεί να επηρεαστεί είναι τόσο ορατή, που ο νόμος του επιβάλλει την υποχρέωση να αποδείξει ότι δεν έχει καταχραστεί τη θέση του (Σωκράτους v. Σιβιτανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1602). Το τεκμήριο ότι ασκήθηκε ψυχική πίεση εγείρεται μόνο αν η συναλλαγή ήταν υπερβολικά επαχθής για το πρόσωπο που επηρεάστηκε ([1985] Α.C. 686, 704, relying on a Privy Council decision on the Indian Contracts Act, Poosathurai v. Kannappa Chettiar [1919] L.R. 47 Ind. App. 1) όπως τέθηκε από τον Nourse L.J. στην υπόθεση Goldsworthy v. Brickell [1987] Ch. 378, 401, το τεκμήριο παραμένει ανενεργό μέχρις ότου ο διάδικος ο οποίος επιδεικνύει την εμπιστοσύνη προβαίνει σε μία δωρεά τόσο μεγάλη ή συνάπτει σύμβαση τόσο ανισοσκελή, ούτως ώστε να μην δικαιολογείται από φιλία, συγγένεια, φιλανθρωπία ή άλλα συνήθη ελατήρια. Κατά το δίκαιο της επιείκειας η εφαρμογή της αρχής της ψυχικής πίεσης είχε πρόθεση να εξασφαλίσεη ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί σε κανένα να διατηρήσει το όφελος, που προέκυψε από το δόλο του ή την παράνομη του πράξη. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Allcard v. Skinner 56 L.J. Ch. 1052 η αρχή αυτή αποτελεί η αρχή αυτή αποτελεί εμπόδιο στη συνείδηση του δωρεοδόχου, που προκύπτει από την έντιμη συμπεριφορά. Ως αποτέλεσμα η αρχή αυτή επεκτείνεται όχι μόνο σε υποθέσεις άσκησης πίεσης, αλλά και σε όλες τις υποθέσεις στις οποίες η επιρροή αποκτάται και της γίνεται κατάχρηση, όπου η εμπιστοσύνη επιδεικνύεται και προδίδεται (Smith v. Kay [1859] 7 H.L.C. 750, 779). Αν δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, όπως αυτή στην οποία θα αναφερθούμε πιο κάτω, ο συμβαλλόμενος που αξιώνει την ακύρωση της σύμβασης θα πρέπει να αποδείξει τη ψυχική πίεση Allcard v. Skinner, ανωτέρω). Αυτό μπορεί να γίνει αποδεικνύοντας είτε ότι υπήρξε πραγματική πίεση από το δωρεοδόχο ή ότι αυτός άσκησε επί του μυαλού του δωρητή τέτοιου βαθμού γενική επιβολή ή έλεγχο, ούτως ώστε η ανεξαρτησία στη λήψη της απόφασης να είχε ουσιαστικά υπονομευθεί, (Smith v. Kay, ανωτέρω, Bank of Montreal v. Stuart [1911] A.C. 120. Βλέπε επίσης Coldunell Ltd v. Gallon and another [1986] 1 All E.R. 429). Η επίδραση τεκμαίρεται αν οι συμβαλλόμενοι ήταν κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, σε ορισμένου τύπου σχέση εμπιστοσύνης (Allcard v. Skinner, ανωτέρω). Όταν η σύμβαση αποδειχθεί ότι είναι επαχθής, το βάρος τίθεται επί των ώμων του διάδικου που έχει το όφελος, ο οποίος θα πρέπει να δικαιολογήσει ότι η σύμβαση ήταν ελεύθερη ψυχικής πίεσης. Τέτοιες εμπιστευτικές σχέσεις είναι οι σχέσεις γονιού και παιδιού, κηδεμόνα και κηδεμονευόμενου, δικηγόρου και πελάτη, καθώς και σε ορισμένες συμβάσεις μεταξύ μνηστευμένων, γιατρού και ασθενούς. Το τεκμήριο δεν περιορίζεται μόνο σε αυτές τις ειδικές σχέσεις. Αν ο ενάγων αποδείξει ότι κατά το χρόνο της ετεροβαρούς σύμβασης, υπήρχε πράγματι σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, προκύπτει το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης (Tufton v. Sperni [1952] 2 T.L.R. 516, 522). Το τεκμήριο εφαρμόζεται σε όλη την ποικιλία των σχέσεων στις οποίες ασκείται, κυριαρχία από το ένα πρόσωπο επί του άλλου (Huguenin v. Baseley [1807] 14 Ves. 286). Για να καταρριφθεί το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης, το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο δωρητής ενεργούσε ανεξάρτητα οιασδήποτε επιρροής από το δωρεοδόχο και με πλήρη συνείδηση του τι έπραττε (Inche Noriah v. Shaik Allie Bin Omar [1929] A.C. 127, 135). Ο συνηθέστερος τρόπος απόδειξης του πιο πάνω είναι ότι ο δωρητής είχε ικανοποιητική και ανεξάρτητη συμβουλή (Morley v. Loughnan [1893] 1 Ch. 736, 752). Σε υποθέσεις αυτού του είδους εκείνο που χρειάζεται να αποδειχθεί είναι ότι το καθήκον που προκύπτει από τη σχέση εμπιστοσύνης έχει εκπληρωθεί. Τι συνιστά εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος εξαρτάται από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, αλλά γενικά το καθήκον αυτό απαιτεί ότι το πρόσωπο που υπάρχει ισχυρισμός ότι έχει επηρεαστεί ήταν σε θέση να διαμορφώσει ανεξάρτητη και εμπεριστατωμένη κρίση (Lloyd´s Bank Ltd v. Bundy [1974] 1 All E.R. 757). Όπου διάδικος προσπαθεί να αποφύγει τις συνέπειες σύμβασης λόγω ψυχικής πίεσης, που ασκήθηκε από τρίτο πρόσωπο, θα πρέπει να αποδειχθεί είτε ότι το τρίτο πρόσωπο ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του συμβαλλόμενου ή ότι ο συμβαλλόμενος είχε πραγματική ή τεκμαρτή γνώση της ψυχικής πίεσης (Chitty on Contracts, ανωτέρω παραγρ. 7-040)». Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση National Westminster Bank Plc v. Morgan
(1985)1 All E.R. 821 σύμβαση δεν μπορεί να ακυρωθεί λόγω ψυχικής πίεσης, εκτός αν αποδειχθεί ότι η σύμβαση ήταν καταφανώς επαχθής για το πρόσωπο που είχε υποστεί την επίδραση. Η βάση της αρχής αυτής δεν βρίσκεται στη δημόσια πολιτική, αλλά στην πρόληψη της θυματοποίησης του ενός συμβαλλόμενου από τον άλλο και συνεπώς δεν προκύπτει απαραίτητο τεκμήριο ψυχικής πίεσης, απλώς και μόνο από το γεγονός ότι υπήρχε εμπιστευτική σχέση μεταξύ των μερών. Η παρούσα υπόθεση αφορά ισχυρισμούς περί άσκησης ψυχικής πίεσης από τρίτο πρόσωπο, τον Εναγόμενο 3, σύζυγο της Εναγομένης 5, σε σχέση με συμφωνίες εγγύησης της ίδια της Εναγομένης 5 με τους Ενάγοντες. Οι συμβαλλόμενοι, όσον αφορά τις συμφωνίες εγγύησης που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει, είναι οι Ενάγοντες και η Εναγόμενη 5, μεταξύ των οποίων δεν υπάρχει οποιαδήποτε ειδική σχέση που να περιέχει το στοιχείο της εμπιστοσύνης. Η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει στην πρώτη κατηγορία εφόσον δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών και έτσι η ψυχική πίεση δεν τεκμαίρεται αλλά πρέπει να αποδειχθεί ως ένα πραγματικό γεγονός από τον συμβαλλόμενο που αξιώνει ακύρωση των συμβάσεων, δηλαδή την Εναγόμενη 5. Η άσκηση ψυχικής πίεσης από τρίτο πρόσωπο σε ένα από τους συμβαλλόμενους σε σύμβαση εγγύησης ή άλλη σύμβαση αποδεικνύεται μόνο αν ικανοποιηθούν κάποιες βασικές προϋποθέσεις. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Σολωμού v. Vineyard View Tourist Ent. Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 300, για να επιτύχει η υπεράσπιση ψυχικής πίεσης από τρίτο πρόσωπο σε σύμβαση δύο άλλων προσώπων όπως και στην παρούσα υπόθεση, πρέπει, είτε να φαίνεται ότι το τρίτο πρόσωπο ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του άλλους μέρους ή ότι το άλλο μέρος είχε πραγματική ή εξυπακουόμενη γνώση («actual or constructive notice») της ψυχικής πίεσης. Ανεξάρτητα λοιπόν από την εμπλοκή του Εναγομένου 3, συζύγου της Εναγόμενης 5 πρέπει να αποδειχθεί και η εμπλοκή των Εναγόντων στην υποτιθέμενη ψυχική πίεση που η Εναγόμενη 5 ισχυρίζεται ότι υπέστη. Στην αγγλική υπόθεση Barclays Bank Plc v. O´Brien [1993] 4 All E.R. 417, το Δικαστήριο αναφερόμενο στο θέμα της ψυχικής πίεσης από τρίτο πρόσωπο ως αντιπροσώπου του ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη σε σύμβαση, σχολίασε το εξής: «.... the reality of the relationship is that, the creditor having required of the principal debtor that there must be a surety, the principal debtor on his own account in order to rαise the necessary finance seeks to procure the support of the surety. In doing so he is acting of himself not for the creditor». Λέχθηκε δηλαδή ότι ο πιστωτής/δανειστής εφόσον απαιτεί από τον πρωτοφειλέτη ότι πρέπει να υπάρχει εγγυητής, ο πρωτοφειλέτης για δικό του λογαριασμό, προκειμένου να εξασφαλίσει τις αναγκαίες χρηματοδοτήσεις ζητά να εξασφαλίσει την υποστήριξη εγγυητή. Πράττοντας έτσι όμως, ο πρωτοφειλέτης ενεργεί για τον εαυτό του και όχι για τον πιστωτή. Στην παρούσα υπόθεση, πρωτοφειλέτης είναι η Εναγόμενη 1 της οποίας μέτοχος είναι ο Εναγόμενος 3 από τον οποίο η Εναγόμενη 5 ισχυρίζεται ότι υπέστη ψυχική πίεση προκειμένου να υπογράψει τις επίδικες συμφωνίες. Σε αυτό το σημείο είναι αναγκαίο να υπενθυμίσω τον ισχυρισμό της Εναγόμενης 5, ότι ο σύζυγος της, Εναγόμενος 3 είχε τυπικά μόνο μια μετοχή στην Εναγόμενη 1, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος 3 ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των Εναγόντων. Αν υποθέσουμε ότι όντως ο Εναγόμενος 3 δεν είχε συμφέρον στην Εναγόμενη 1 για ποιο λόγο θέλει να υπογραφούν οι επίδικες συμφωνίες εγγύησης για διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην Εναγομένη 1; Υιοθετώντας τη θέση ότι ακόμα και με μια μετοχή, ο Εναγόμενος 3 είχε άμεσο συμφέρον στην Εναγόμενη 1 είναι λογικό ότι και οι διευκολύνσεις που δόθηκαν στην Εναγόμενη 1 από τους Ενάγοντες ήταν προς όφελος και του ιδίου του Εναγόμενου
  1. Ζητώντας από την Εναγόμενη 5 να υπογράψει ως εγγυήτρια στις επίδικες συμφωνίες, ενεργούσε για το δικό του όφελος και όχι ως αντιπρόσωπος των Εναγόντων. Από τη μια η Εναγόμενη 5 ισχυρίζεται ότι ο σύζυγος της είχε μόνο 1 μετοχή τυπικά στην Εναγόμενη 1 και συνεπώς δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην Εναγόμενη
  2. Αν υποθέσουμε λοιπόν ότι το Δικαστήριο υιοθετεί αυτή την άποψη της Εναγόμενης 5, δημιουργείται η εύλογη απορία ως προς τον ισχυρισμό ότι ο σύζυγος της Εναγόμενης 5 ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των Εναγόντων. Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία η γενική αρχή ως προς την νομική έννοια του αντιπροσώπου σε τέτοιου είδους περιπτώσεις είναι η ίδια με την νομική έννοια κυρίου - αντιπροσώπου δηλαδή εντολέα -εντολοδόχου σε σχέση με ψευδείς παραστάσεις από τον αντιπρόσωπο όταν ενεργεί κάτω από συγκεκριμένες οδηγίες από τον εντολέα - κύριο. Συγκεκριμένα ο Λόρδος Dillon LJ στην αγγλική υπόθεση Kings-north Trust Ltd v. Bell [1986] 1 All E.R. 423 ανέφερε τα εξής: «.. if a creditor, or potential creditor, of a husband desires to obtain, by way of security of the husband´s indebtness, a quarantee from his wife or a charge on property of his wife and if the creditor entrusts to the husband himself the task of obtaining the execution of the relevant document by the wife, then the creditor can be in no better position than the husband ...», «...this approach is in accord with the approach of the general law of principal and agent in relation to fraudulent misrepresentations made by an agent in carrying out the specific instructions of his principal». Προκύπτει επομένως από τα πιο πάνω ότι όταν ανατεθεί το καθήκον να εξασφαλίσει εγγύηση ο σύζυγος από τη σύζυγο του, και ο ίδιος ενεργεί κάτω από τις οδηγίες του πιστωτή φαίνεται ότι ενεργεί ως αντιπρόσωπος του πιστωτή/δανειστή. Περαιτέρω στην υπόθεση Σιάτη v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1598 το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην υπόθεση του Αγγλικού Εφετείου Midland Bank Plc v. Shephard [1988] 3 All ER 17 τονίζοντας ότι ένας πιστωτής θα μπορούσε ενδεχόμενα να αποτύχει στην απαίτηση του εάν καταδειχθεί ότι αυτός είχε αναθέσει την εξασφάλιση της υπογραφής οφειλέτη σε κάποιον ο οποίος ήταν, εν γνώσει του πιστωτή, σε θέση να επηρεάσει τον οφειλέτη και πράγματι εξασφάλισε την υπογραφή του οφειλέτη ασκώντας αθέμιτη επιρροή ή ψευδείς παραστάσεις. Στην παρούσα υπόθεση δεν διαφάνηκε σε καμία περίπτωση να δόθηκαν οποιεσδήποτε οδηγίες από τους Ενάγοντες στον Εναγόμενο 3, υπό την έννοια ανάθεσης σε αυτόν του έργου της εξασφάλισης εγγύησης από τη σύζυγο του, για να εξασφαλίσει δηλαδή την υπογραφή της Εναγόμενης 5 σε οποιαδήποτε συμφωνία εγγύησης. Ο σύζυγος της Εναγόμενης 5, Εναγόμενος 3, σε καμία περίπτωση δεν αντιπροσώπευε τους Ενάγοντες. Κατά πόσο δε ένας πιστωτής/δανειστής είχε πραγματική ή εξυπακουόμενη γνώση της ισχυριζόμενης ψυχικής πίεσης είναι θέμα το οποίο απασχόλησε τόσο την αγγλική όσο και την κυπριακή νομολογία. Στην αγγλική υπόθεση Barclays Bank v. Boulter [1997] 2 All ER 1002 το Δικαστήριο κατέληξε ότι σε περιπτώσεις που σχετίζονται με την ανεπισημότητα εμπορικών συναλλαγών μεταξύ συζύγων θα ήταν αρκετό να έχει γνώση ψυχικής πίεσης ο πιστωτής/δανειστής αν ο επικαλούμενος την ακύρωση αποδείξει ότι η προσβαλλόμενη συναλλαγή είναι έκδηλα μειονεκτική για αυτόν. (Βλ. επίσης National Westminster Bank Plc v. Morgan [1983] 3 All ER 85). Στην παρούσα υπόθεση οι συμφωνίες εγγύησης υπογράφηκαν για διευκολύνσεις στην Εναγόμενη 1, οικογενειακή επιχείρηση του συζύγου της Εναγόμενης 5, η οποία επικαλείται την ακύρωση τους. Επρόκειτο για οικογενειακή επιχείρηση και ως εκ τούτου άμεσο όφελος απ΄ αυτήν είχε οπωσδήποτε ο σύζυγος της Εναγόμενης 5 ο οποίος ήταν και μέτοχος στην Εναγόμενη 1. Εφόσον είχε άμεσο συμφέρον ο Εναγόμενος 3, με τον οποίο η Εναγόμενη 5 είχε φτιάξει μια οικογένεια και όπως η ίδια παραδέχτηκε ο Εναγόμενος 3 και σύζυγος της την στήριζε οικονομικά τόσο την ίδια όσο και τα παιδιά της, συνεπάγεται ότι και η ίδια είχε συμφέρον αν όχι άμεσο, σίγουρα έμμεσο. Ήταν και αυτή μέλος της οικογένειας, ως σύζυγος του Εναγόμενου 3, και προωθούσε τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της οικογενειακής επιχείρησης. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης οι ισχυρισμοί της Εναγομένης 5 δεν μπορούν να ευσταθήσουν αφού:
(1)Οι Ενάγοντες σε καμία ενέργεια προέβησαν που θα μπορούσε να θεωρηθεί αθέμιτη επιρροή.
(2)Η ίδια η Εναγόμενη 5 παραδέχτηκε στο Δικαστήριο πως είχε συνάψει δάνεια και υπέγραψε εγγύηση προς όφελος συναδέλφου της, κάτι βεβαίως που δείχνει πως είχε γνώση τέτοιων συναλλαγών. Είναι μορφωμένη γυναίκα - απόφοιτος Τεχνικής Σχολής με πολύ καλό βαθμό απολυτηρίου - και ασκούσε το επάγγελα της βοηθού νοσοκόμας στο Μακάρειο Νοσοκομείο.
(3)Οι επίδικες εγγυήσεις υπογράφηκαν το 1993, 1996, 1997 και 1999 και έκτοτε οι Ενάγοντες παρείχαν τις οικονομικές διευκολύνσεις στην Εναγόμενη 1, της οποίας η επιχείρηση προφανώς δεν πήγε καλά στο τέλος. Αν η υποχρέωση της εγγύησης έγινε κάτω από τις συνθήκες που η ίδια η Εναγόμενη 5 ισχυρίζεται, τότε προβάλλει εύλογα το ερώτημα γιατί δεν προέβη στα δέοντα μέτρα να τις ακυρώσει, αντί να περιμένει να προβάλει τους ισχυρισμούς της μετά την καταχώριση της αγωγής, που έγινε το 2000 και μάλιστα όχι στην πρώτη υπεράσπιση που καταχώρισε αλλά στην τροποποιηθείσα υπεράσπισή της ημερομηνίας 3/10/2006.
(4)Οι επίδικες συναλλαγές δεν έγιναν για κανένα άλλο λόγο παρά για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα της Εναγομένης 1 εταιρείας, στην οποία μέτοχος και γραμματέας ήταν ο σύζυγός της Εναγομένης 5 - Εναγόμενος 3 - και πάνω στον οποίο στηριζόταν οικονομικά και συναισθηματικά η Εναγόμενη 5, και επομένως όχι μόνο δεν ήσαν οι συναλλαγές εναντίον των συμφερόντων της, αλλά τα εξυπηρετούσαν, αν όχι άμεσα, έμμεσα. Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω αποδεχτεί και τα ευρήματα μου καταλήγω ότι η σχέση της Εναγόμενης 5 με τους Ενάγοντες δεν ήταν σχέση εμπιστοσύνης. Αν θεωρηθεί ότι η Εναγόμενη 5 πιέστηκε από τον σύζυγό της - Εναγόμενο 3 - να υπογράψει τις επίδικες συμβάσεις εγγύησης και πάλιν η ελεύθερη βούλησή της δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάστηκε, γιατί ο σύζυγός της δεν ήταν αντιπρόσωπος των Εναγόντων και δεν αποδείκτηκε ότι οι Ενάγοντες είχαν γνώση της όποιας πίεσης που ίσως ασκήθηκε από τον Εναγόμενο 3 στη σύζυγό του. Θα πρέπει ακόμα να πω πως δεν νομίζω ότι οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση να βεβαιωθούν ότι η Εναγόμενη 5 είχε λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή ως προς τις συνέπειες της υπογραφής της (βλ. Σ.Π.Ε Αγίας Φυλάξεως ν. Πούλλα κ.α. (ανωτέρω) και Κούντουρου ν. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ, Πολ. Έφεση 11699, ημερ. 24/3/08). Μολαταύτα οι Ενάγοντες είχαν δώσει αντίγραφα των συμφωνιών εγγύησης στην Εναγόμενη 5 για να τα μελετήσει προτού υπογράψει. Όπως δε ορθά τονίστηκε και στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Δημητρίου κ.ά. ν. Κωνσταντινίδη κ.ά.
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1503, στη σελ. 1511, οι πρόνοιες του άρθρου 16
(3)του Κεφ. 149 δεν εξυπονοούν ότι θα πρέπει πάντα σε περιπτώσεις όπου η σύμβαση είναι επαχθής, να αποδεικνύεται ότι η συναλλαγή δεν ήταν το αποτέλεσμα άσκησης ψυχικής πίεσης. Για να χρειάζεται καν απόδειξη του γεγονότος ότι ο συμβαλλόμενος «ενεργούσε ανεξάρτητα από οποιανδήποτε επίδραση που προερχόταν από το πρόσωπο που θα αποκόμιζε το όφελος, με πλήρη επίγνωση των πράξεών του, θα πρέπει πρώτα να έχει αποδειχθεί η άλλη προϋπόθεση του άρθρου 16, ότι δηλαδή ο συμβαλλόμενος είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του συμβαλλόμενου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντί του». Όλες οι συμφωνίες εγγύησης υπογράφτηκαν στην παρουσία δύο υπαλλήλων των Εναγόντων όπως προκύπτει και από τη μαρτυρία του ΜΕ2 ο οποίος ήταν ο ένας εκ των δύο υπαλλήλων. Από τη μαρτυρία του προκύπτει επίσης ότι οι Ενάγοντες σε όλες τις περιπτώσεις που υπογράφθηκαν οι επίδικες συμφωνίες λάμβαναν τα λογικά και αναγκαία μέτρα προκειμένου να επιτευχθούν οι συναλλαγές με διαφάνεια. Η Εναγόμενη 5 είχε στη διάθεση της αντίγραφα των συμφωνιών εγγύησης πριν υπογράψει καθεμιά από αυτές και το προσωπικό των Εναγόντων ήταν στην διάθεση της ίδιας για να της λύσει οποιαδήποτε απορία είχε. Στη Σολωμού (ανωτέρω), η εφεσείουσα επιχείρησε να αποφύγει τις συμβατικές τις υποχρεώσεις με το να επικαλεστεί ψυχική πίεση εκ μέρους τρίτου προσώπου - του συζύγου της - με την σύμπραξη του άλλου μέρους της συμφωνίας. Δεν ικανοποιήθηκαν όμως οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για να πετύχει η υπεράσπιση της ψυχικής πίεσης καθότι δεν διαφάνηκε ούτε αποδείχθηκε ότι ο σύζυγος της εφεσείουσας ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του άλλου μέρους της συμφωνίας ή ότι το άλλο μέρος της συμφωνίας είχε οποιαδήποτε γνώση της ισχυριζόμενης ψυχικής πίεσης γι΄ αυτό και το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την υπεράσπιση της υπαρκτής ψυχικής πίεσης. Περαιτέρω το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την υπεράσπιση της τεκμαρτής ψυχικής πίεσης στηρίζοντας τη θέση του στη νομολογία που απαιτεί όπως ο επικαλούμενος την ακύρωση συμβατικών του υποχρεώσεων κατ' επίκληση ψυχικής πίεσης, αποδείξει ότι η προσβαλλόμενη συναλλαγή είναι έκδηλα μειονεκτική γι' αυτόν. Έτσι και στην παρούσα υπόθεση όπως επεξηγήθηκε πιο πάνω και όπως προκύπτει και από την αποδεκτή μαρτυρία ο σύζυγος της Εναγόμενης 5 δεν ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες δεν είχαν οποιαδήποτε γνώση της όποιας ισχυριζόμενης ψυχικής πίεσης και οι επίδικες συμφωνίες ήταν προς το συμφέρον της Εναγόμενης 5 κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπογραφής τους από την ίδια. Καταληκτικά, κρίνω ότι οι επίδικες συμφωνίες εγγύησης υπογράφηκαν από την Εναγόμενη 5 με τη δική της θέληση. Περαιτέρω κρίνω ότι η Εναγόμενη 5 γνώριζε το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών εγγύησης που υπέγραψε αλλά και συναίνεσε με το περιεχόμενο αυτών δίδοντας πραγματική και εν πλήρη γνώσει συγκατάθεση στην παραχώρηση των επίδικων εγγυήσεων. Ενόψει των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης 5 για το ποσό των €214.952,59 (ισάξιο των Λ.Κ.125.806,16) με τόκο 9% από 8/11/2000 μέχρι εξοφλήσεως. Εκδικάζονται επίσης υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης 5 τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι η απόφαση εκδίδεται αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα σε σχέση και με τους υπόλοιπους Εναγόμενους εναντίον των οποίων έχει εκδοθεί απόφαση εκ συμφώνου. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου η ανταξίωση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ) ........... Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ-νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.