← Κύπρος

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. GMH Motorbikes Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 6630/02, 18 Σεπτεμβρίου, 2008

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. GMH Motorbikes Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 6630/02, 18 Σεπτεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A176 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. ΣΟΛΟΜΩΝΙΔΗ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6630/02 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (πρώην ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ) Εναγόντων - και -

  1. G.M.H Motorbikes Ltd
  2. Γιώργου Χατζηκώστα
  3. Μιχαλάκη Χατζηκώστα
  4. Δήμου Χατζηκώστα
  5. Κίκας Ανδρέα Γιαννάκη
  6. Μαρίας Πέτρου Σοφοκλή Εναγομένων ______________________ Ημερομηνία: 18 Σεπτεμβρίου,
  7. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Δ. Ανδρέου για Κινάνης - Πύργου & Σία. Για τους Εναγόμενους: κ. Γ. Κάιζερ με κ. Ντ. Μιχαηλίδη. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγομένους 1 - 4 ομού και ή κεχωρισμένα το ποσό των Λ.Κ.62.342,56 πλέον τόκους προς 12,25% ανά εξαμηνία κεφαλοποιουμένων εκάστην 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου έκαστου έτους από 1/1/2002 μέχρι εξοφλήσεως, δυνάμει συμφωνίας και/ή υπολοίπου χρεωστικού λογαριασμού και/ή δανείου και/ή εγγυήσεως. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι κυμαινόμενες επιβαρύνσεις που ενεγράφησαν στον Έφορο Εταιρειών την 13/1/83, 12/2/88και 3/2/89 ως και τα ομόλογα επιβάρυνσης ημερ. 7/1/83, 6/2/88 και 30/1/89 παραμένουν έγκυρα και ισχυρά και δυνάμει τούτων οι Ενάγοντες δύνανται να διορίσουν Παραλήπτη και Διαχειριστή (Receiver and Manager) της περιουσίας της Εναγομένης
  8. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως οι Ενάγοντες ασχολούνται με τραπεζικές εργασίες. Δυνάμει συμφωνίας γενομένης την 7/1/83, οι Ενάγοντες συμφώνησαν να παρέχουν στην Εναγομένη 1 σε τρεχούμενο λογαριασμό, πιστώσεις και/ή δάνεια και/ή άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις υπό τύπον τρεχούμενου και/ή άλλου λογαριασμού. Με βάση την προαναφερόμενη συμφωνία σε Ενάγοντες άνοιξαν τον υπ΄ αρ. 001-11-011280 τρεχούμενο λογαριασμό προς όφελος της Εναγομένης
  9. Με επιστολή τους ημερ. 14/11/01 προς την Εναγόμενη 1, οι Ενάγοντες ακύρωσαν τα όρια του πιο πάνω λογαριασμού και σταμάτησαν την λειτουργία του και ζήτησαν αποπληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου το οποίο, την 31/12/02 ανερχόταν σε Λ.Κ. 46.091,70 πλέον τόκους προς 12,25% ανά εξαμηνία, από 1/1/02 μέχρι εξοφλήσεως το οποίο ποσό η Εναγόμενη 1 παρατράβηξε και/ή πιστώθηκε, πλην όμως η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί. Περαιτέρω, με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 2/9/97 μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης 1, οι Ενάγοντες συμφώνησαν να παράσχουν στην Εναγόμενη 1, δάνειο σε τρεχούμενο και/ή άλλο λογαριασμό, και/ή πίστωση, και/ή τραπεζικές ή άλλου είδους διευκολύνσεις ύψους Λ.Κ.39,
  10. Για τον σκοπό αυτό ανοίχθηκε ο λογαριασμός αρ. 001-12-
  11. Η Εναγόμενη 1 έκανε χρήση και/ή παρατράβηξε και/ή πιστώθηκε με το εν λόγω ποσό. Η Εναγόμενη 1, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, παρέλειψε να ανταποκριθεί προς τις υποχρεώσεις της και/ή παρέβηκε τους όρους της πιο πάνω συμφωνίας και/ή τους όρους αποπληρωμής του δανείου και/ή δεν κατέβαλε κανονικά τις δόσεις της, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες, με επιστολή τους ημερ. 14/11/01 να ακυρώσουν τα όρια του τραπεζικού λογαριασμού και/ή δανείου και σταμάτησαν τη λειτουργία τους ζητώντας αποπληρωμή κάθε οφειλομένου υπολοίπου. Κατά ή περί την 31/12/02 ο εν λόγω λογαριασμός δανείου της Εναγομένης 1 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο εκ Λ.Κ.16.250,86 πλέον τόκους προς 12,25% ανά εξαμηνία από 1/1/02 μέχρι εξοφλήσεως. Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν γραπτώς, με σχετική συμφωνία ημερ. 14/2/89, όλες τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 προς τους Ενάγοντες τότε υφιστάμενες και μέλλουσες και/ή το αναφερόμενο δάνειο και/ή τρεχούμενο λογαριασμό και/ή πίστωση και/ή άλλως ανέλαβαν να πληρώσουν ευθύς ως τους ζητηθεί οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο και απαιτητό σε σχέση με τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 προς τους Ενάγοντες, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων μέχρι ποσού Λ.Κ.50.000 πλέον τόκους ως το εκάστοτε ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο μέχρι εξοφλήσεως. Κατά ή περί την 9/5/96 οι Ενάγοντες εξέδωσαν την εγγυητική με αρ. L.G. 5284/001/96 προς όφελος της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. Οι Εναγόμενες 5 και 6 με αντάλλαγμα τη συνέχιση, διατήρηση και/ή παροχή δανείου και/ή πιστώσεων και/ή αυξημένων ορίων στους προαναφεθέντες λογαριασμούς υποθήκευσαν ακίνητη περιουσία τους προς όφελος των Εναγόντων με βάση τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης αρ. Υ389/89 εγγραφείσα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου για το ποσό των Λ.Κ.16.000 πλέον τόκους προς 9% ετησίως από 28/3/89 πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. Οι πιο πάνω αναφερόμενες τραπεζικές διευκολύνσεις εξασφαλίστηκαν με κυμαινόμενες επιβαρύνσεις εκδοθείσες από την Εναγόμενη 1 προς όφελος των Εναγόντων και εγγραφείσες στον Έφορο Εταιρειών με ημερομηνίες 13/1/83, 12/2/88 και 3/2/89 εφ΄ ολοκλήρου της περιουσίας της Εναγομένης
  12. Δυνάμει των όρων των πιο πάνω κυμαινομένων επιβαρύνσεων και/ή ομολόγων επιβάρυνσης οι Ενάγοντες δύνανται να διορίσουν Παραλήπτη και Διαχειριστή (Receiver and Manager) της περιουσίας της Εναγομένης
  13. Οι Ενάγοντες, τόσο οι ίδιοι προσωπικά όσο και με επιστολή του δικηγόρου τους, κάλεσαν τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα ποσά αλλά αυτοί αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν και έτσι σήμερα εξακολουθούν να οφείλουν προς τους Ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.62.342,56 πλέον τόκους προς 12,25% ανά εξαμηνία, ήτοι με ανατοκισμό των τόκων έκαστην 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους από 1/1/02 μέχρι εξοφλήσεως. Η Εναγόμενη 1, ενώ από τη μια παραδέχεται τις συμφωνίες ημερ. 7/1/83 και 2/9/97 καθώς και την εγγυητική που δόθηκε από τους Ενάγοντες προς όφελος της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ, από την άλλη αρνείται το ύψος του οφειλομένου υπ΄ αυτής ποσού προς τους Ενάγοντες. Οι Εναγομένοι 1 και 2 ισχυρίζονται επίσης ότι η εγγυητική L.G., 5284/001/96 και η υποθήκη Υ. 389/89 εξασφαλίζουν πλήρως τις αξιώσεις των Εναγόντων. Ο Εναγόμενος 2 παραδέχεται τη συμφωνία εγγύησεως ημερ. 17/1/95 . Αντικείμενο της αντιδικίας στην παρούσα αγωγή μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 2, 3 και 4 είναι η συμφωνία εγγύησης ημερ. 14/2/
  14. Παρόλο ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 δεν αρνούνται τη σύναψη και υπογραφή της πιο πάνω συμφωνίας εγγύησης, εντούτοις ο κεντρικός άξονας της υπεράσπισης τους περιστρέφεται γύρω από τις περιβάλλουσες συνθήκες υπό τις οποίες αυτή συνήφθη και υπογράφηκε. Ισχυρίζονται ότι ουδέποτε τους εξηγήθηκε υπό των Εναγόντων το περιεχόμενο και οι δεσμεύσεις του εν λόγω εγγυητηρίου εγγράφου και ουδέποτε τους δόθηκε η ευκαιρία να το μελετήσουν και λάβουν γνώση του περιεχομένου του, ούτε τους επεστήθη η προσοχή υπό των Εναγόντων για τη σημασία και έκταση της δέσμευσης που ανελάμβαναν. Διατείνονται επίσης ότι αν ελάμβαναν την ενδεδειγμένη πληροφόρηση παρά των Εναγόντων, ουδέποτε θα υπέγραφαν το εν λόγω εγγυητήριο. Ισχυρίζονται επίσης ότι υπέγραψαν το ρηθέν εγγυητήριο καλή τη πίστει, επί σκοπώ εξασφαλίσεως υπό της Εναγομένης 1 συγκεκριμένου δανείου ύψους Λ.Κ.50.000 το οποίο θα παρεχωρείτο, ως επίστευαν ή αφέθησαν υπό των Εναγόντων να πιστεύσουν και το οποίο ουδέποτε παρεχωρήθη στην Εναγόμενη
  15. Τέλος, ισχυρίζονται ότι υπέγραψαν το εν λόγω εγγυητήριο παραπλανηθέντες από τη συγκεκριμένη και/ή γενική συμπεριφορά των Εναγόντων έναντί τους, με αποτέλεσμα το εν λόγω εγγυητήριο να είναι άκυρο και μη δεσμευτικό. Στις 13/3/08 κατατέθηκαν και σημειώθηκαν με την ένδειξη «Α» τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα:
  16. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 καθ΄ όλους τους ουδιώδεις με την παρούσα αγωγή χρόνους και/ή κατά ή περί τα έτη 1983-1990 ήσαν διευθυντές και μέτοχοι της Εναγομένης
  17. Κατά τον ίδιο χρόνο γραμματέας της Εναγομένης 1 ήταν ο Εναγόμενος
  18. Αρκετά από τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα αντιδικία προκύπτουν από έγγραφα η γνησιότητα των οποίων δεν έχει αμφισβητηθεί από τα μέρη και ως εκ τούτου κατατέθηκαν ως Τεκμήρια είτε εκ συμφώνου είτε χωρίς ένσταση. Η Δώρα Νικολαΐδου (ΜΕ1) στη γραπτή κατάθεση της η οποία κατατέθηκε σύμφωνα με το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου 32(I)/2004, αναφέρει τα ακόλουθα ως προς τις συνθήκες κατάρτισης και υπογραφής της συμφωνίας εγγύησης ημερ. 14/2/89 (Τεκμήριο3). «
  19. Εργάζομαι στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd ως έχει μετονομαστεί με ειδικό ψήφισμα η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Στην εν λόγω τράπεζα εργάζομαι από το έτος
  20. Κατά ή περί τα έτη 1988 και 1989 εργαζόμουν στο τμήμα Χορηγήσεων σαν λειτουργός Χορηγήσεων. Τα καθήκοντα της θέσης μου ήταν μεταξύ άλλων η υλοποίηση των εγκεκριμένων αιτημάτων των πελατών δηλαδή η ετοιμασία των σχετικών εγγράφων για τις προσφερόμενες διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις καθώς και η διευθέτηση για τη λήψη των σχετικών υπογραφών.
  21. Τους Εναγόμενους αρ. 2, 3 και 4 τους γνώριζα αρκετά καλά τότε γιατί ήταν οι ίδιοι πελάτες των Εναγόντων και σχεδόν καθημερινά επισκέπτονταν το τομέα μας σχετικά με τους λογαριασμούς τους.
  22. Όσον αφορά την υπό εκδίκαση υπόθεση με την έγκριση του συγκεκριμένου αιτήματος των Εναγομένων αρ. 1, ετοίμασα την επιστολή ημερομηνίας 17/12/1988 στην οποία εξηγούσα ότι είχε εγκριθεί το αίτημα τους για αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού τους στις Λ.Κ.30.000,00 και για αύξηση του ορίου πιστώσεων τους στις Λ.Κ.20.000,00 και ότι σαν εξασφάλιση οι Ενάγοντες θα λάμβαναν επιπρόσθετα των υφιστάμενων εξασφαλίσεων τις προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων αρ. 2, 3 και 4 για το ποσό των Λ.Κ.50.000,00 και επιπρόσθετη κυμαινόμενη επιβάρυνση για Λ.Κ.20.000,
  23. Οι εγγυήσεις αυτές θα λαμβάνονταν σε αντικατάσταση της προηγούμενης εγγύησης ημερομηνίας 7/1/1983 η οποία έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο εκ συμφώνου με αριθμό
  24. Εγγυητές στην εγγύηση ημερομηνίας 7/1/1983 ήταν μεταξύ άλλων και οι Εναγόμενοι αρ. 2, 3 και
  25. Ακολούθως ετοίμασα τα υπόλοιπα σχετικά έγγραφα συμπεριλαμβανομένου και του εγγράφου των προσωπικών εγγυήσεων ημερομηνίας 14/2/1989 Τεκμήριο 3 και κάλεσα τους Εναγόμενους αρ. 2, 3 και 4 να έρθουν στο γραφείο μου για να υπογράψουν την εν λόγω εγγύηση. Την επιστολή προσφοράς ημερομηνίας 17/12/1988 αφού την ετοίμασα και υπογράφτηκε από τους αρμόδιους υπαλλήλους των Εναγόντων δόθηκε στον Εναγόμενο αρ. 2 διευθυντή των Εναγομένων αρ. 1 ο οποίος και την υπέγραψε με τη σειρά του αποδεχόμενος το περιεχόμενό της. Την εν λόγω επιστολή την έχω στην κατοχή μου και την επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  26. Την 14/2/1989 οι Εναγόμενοι αρ. 2, 3 και 4 ήρθαν στο γραφείο μου και στην παρουσία μου υπέγραψαν την εγγύηση ημερομηνίας 14/2/1989 Τεκμήριο 3 σύμφωνα με την οποία εγγυούνταν όλες τις υποχρεώσεις των Εναγομένων αρ. 1 τότε υφιστάμενες ή μέλλουσες και/ή τρεχούμενο λογαριασμό και/ή πίστωση και/ή άλλως και ανέλαβαν να πληρώσουν ευθύς ως τους ζητηθεί οποιονδήποτε ποσόν καταστεί πληρωτέο και απαιτητό σε σχέση με τις υποχρεώσεις των Εναγομένων αρ. 1 προς τους Ενάγοντες συμπεριλαμβανομένων τόκων τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων μέχρι ποσού Λ.Κ.50.000,00 πλέον τόκους ως προς το εκάστοτε ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο μέχρι εξοφλήσεως.
  27. Η πρακτική των Εναγόντων και εμένα προσωπικά είναι πριν οι εγγυητές υπογράψουν να τους εξηγούμε τι ακριβώς υπογράφουν υπέρ ποιου υπογράφουν για ποιο ποσό υπογράφουν και τους ενημερώνουμε για τις συνέπειες της υπογραφής τους. Αυτό έκανα και την 14/2/1989, εξήγησα δηλαδή όλα τα πιο πάνω στους Εναγόμενους παρόλο ότι οι Εναγόμενοι αρ. 2, 3 και 4 ήταν εξοικειωμένοι με την όλη διαδικασία και γνώριζαν το συγκεκριμένο έγγραφο εγγύησης εφόσον δεν ήταν η πρώτη φορά που υπέγραφαν τέτοιο έγγραφο. Περαιτέρω όταν υπέγραφαν γνώριζαν τι ακριβώς υπέγραφαν και το σκοπό για τον οποίο υπέγραφαν.
  28. Άλλωστε όπως ανέφερα και πιο πάνω η εγγύηση ημερομηνίας 14/2/1989, Τεκμήριο 3 είχε ληφθεί σε αντικατάσταση της υφιστάμενης τότε εγγύησης ημερομηνίας 7/1/1983 Τεκμήριο 5 γι΄ αυτό και στην σελίδα 4 του Τεκμηρίου 3 αναγράφεται με κεφαλαία γράμματα για να είναι εμφανές και κάτω από τα ονόματα και τις υπογραφές των εγγυητών δηλαδή των Εναγομένων αρ. 2, 3 και 4 η φράση σε «ΣΕ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ».
  29. Σε καμία περίπτωση οι Εναγόμενοι αρ. 2, 3 και 4 υπογράφοντας την εγγύηση ημερομηνίας 14/2/1989 Τεκμήριο 3 δεν πίστευαν και δεν τους άφησα εγώ η οποιοσδήποτε άλλος υπάλληλος των Εναγόντων να πιστεύουν ότι υπέγραφαν εγγύηση για ένα δάνειο για Λ.Κ.50.000,00 το οποίο θα παραχωρούσαν οι Ενάγοντες στην Εναγόμενη αρ. 1 στο μέλλον. Εξάλλου υπήρχε και η επιστολή προσφοράς ημερομηνίας 17/12/1988 Τεκμήριο 13 υπογραμμένη από τον Εναγόμενο αρ. 2 στην οποία φαίνεται καθαρά ότι οι Ενάγοντες είχαν εγκρίνει αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού και αύξηση του ορίου των πιστώσεων των Εναγομένων αρ. 1 μετά βέβαια από σχετική αίτηση των Εναγομένων αρ.
  30. Εξ΄ όσων γνωρίζω και από ότι φαίνεται και στον φάκελο της υπόθεσης δεν έγινε αίτηση για δάνειο από τους Εναγόμενους αρ. 1 την περίοδο εκείνη. Αυτό το γνώριζαν καλά οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 αφού ήταν αξιωματούχοι και/ή μέτοχοι της Εναγόμενης αρ.
  31. Εάν είχε γίνει αίτηση για δάνειο και είχε εγκριθεί τότε στην επιστολή προσφοράς ημερομηνίας 17/12/1988 Τεκμήριο 13 θα αναγραφόταν ότι είχε εγκριθεί το δάνειο και όχι αύξηση των ορίων κάτι όμως που δεν συνέβηκε.
  32. Σε καμία περίπτωση δεν λαμβάνονται πρώτα οι προσωπικές ή άλλες εγγυήσεις και μετά να συμφωνηθεί ο τύπος της προσφερόμενης διευκόλυνσης δηλαδή κατά πόσον θα χορηγηθεί δάνειο ή όριο σε τρεχούμενο ή άλλο λογαριασμό.
  33. Είμαι απολύτως σίγουρη ότι οι Εναγόμενοι αρ. 2, 3 και 4 κατά την υπογραφή της εγγύησης την 14/2/1989 και κατά την συνομιλία μου μαζί τους πριν την υπογραφή και μετά την υπογραφή της εγγύησης γνώριζαν τον σκοπό για τον οποίο υπέγραφαν την εγγύηση, τους είχα εγώ η ίδια ενημερώσει και επεξηγήσει αλλά και πριν εγώ τους ενημερώσω και επεξηγήσω γνώριζαν γιατί υπέγραφαν. Σε καμία περίπτωση δεν τους άφησα να πιστεύουν ότι εγγυούνταν δάνειο για Λ.Κ.50.000,00 ως ισχυρίζονται και κανένα λόγο δεν είχα για να πράξω τούτο». Αντεξεταζόμενη η ΜΕ1 παρέμεινε σταθερή στις πιο πάνω θέσεις της. Ο Κωνσταντίνος Σακκάς (ΜΕ2) στη γραπτή κατάθεσή του δηλώνει τα ακόλουθα: «
  34. Εργάζομαι στους Ενάγοντες ως Λειτουργός Είσπραξης Χρεών. Λόγω της θέσης που κατέχω στους Ενάγοντες έχω στην κατοχή μου όλα τα έγγραφα, αλληλογραφία και σημειώματα που αφορούν στους λογαριασμούς των Εναγομένων με τους Ενάγοντες. Περαιτέρω, είμαι εγκεκριμένος λογιστής και κατέχω τον σχετικό τίτλο.
  35. Οι Ενάγοντες είναι Δημόσια Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης και είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα την Λευκωσία και ασκεί τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο με άδεια της κεντρικής τράπεζας. Μέχρι την 28/3/2005 ασκούσε τις εργασίες της με το όνομα Λαική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Από 28/3/2005 με ειδικό ψήφισμα μετονομάστηκε σε Λακή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Στη συνέχεια με ειδικό ψήφισμα το οποίο καταχωρήθηκε στην Έφορο Εταιρειών την 4/12/06 μετονομάστηκε σε Marfin Popular Bank Public Co Ltd.
  36. Το αντικείμενο της αγωγής αφορά την συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού ημερομηνίας 7/1/1983 Τεκμήριο 1 που κατατέθηκε εκ συμφώνου και την συμφωνία δανείου ημερομηνίας 2/9/1997 Τεκμήριο 2 που κατατέθηκε εκ συμφώνου.
  37. Με βάση την Νομοθεσία για Ελευθεροποίηση των επιτοκίων τα επιτόκια στους λογαριασμούς των Εναγομένων διαμορφώθηκαν ως ακολούθως στις αντίστοιχες ημερομηνίες. Τρεχούμενος Λογαριασμός με αριθμό 001-11-011280 02/10/1985 - 31/08/1994 9% 01/09/1994 - 17/07/1997 8,5% 18/07/1997 - 31/12/2000 8% 01/01/2001 - 12/03/2001 8% 13/03/2001 - 12/08/2001 10% 13/08/2001 - 17/09/2001 9,5% 18/09/2001 - 30/09/2001 9% 01/10/2001 - 13/11/2001 8,5% 14/11/2001 - σήμερα 12,25% Λογαριασμός Δανείου με αριθμό 001-12-615813 03/09/1997 - 31/12/2000 8% 01/01/2001 - 12/03/2001 8% 13/03/2001 - 12/08/2001 10% 13/08/2001 - 30/09/2001 9,5% 01/10/2001 - 04/11/2001 9% 05/11/2001 - 13/11/2001 8,5% 14/11/2001 - σήμερα 12,25%
  38. Οι Εναγόμενοι ενημερώνονταν για το υπόλοιπο των λογαριασμών τους και τις αυξομειώσεις των επιτοκίων από δημοσιεύσεις που γίνονταν από την Κεντρική Τράπεζα και τους Ενάγοντες στον ημερήσιο τύπο και με επιστολές των Εναγόντων. Στην Εναγομένη αρ. 1 αποστέλλονταν μηνιαίως καταστάσεις λογαριασμού όπου φαινόταν το υπόλοιπο του λογαριασμού και οι χρεώσεις τόκων και επιτοκίων.
  39. Η Εναγόμενη αρ. 1 είχε τον τρεχούμενο λογαριασμό της σε υπέρβαση και τις δόσεις των δανείων της σε καθυστέρηση και οι Ενάγοντες με επιστολές τους ημερομηνίας 14/11/2001 Τεκμήρια 9, 10 και 11 προς όλους τους Εναγομένους τερμάτισαν τόσο την Συμφωνία Τρεχούμενου όσο και την Συμφωνία Δανείου και ζήτησαν πληρωμή κάθε οφειλόμενου ποσού και τόκων.
  40. Με τις επιστολές ημερομηνίας 14/11/2001 οι Ενάγοντες πληροφόρησαν τους Εναγομένους για την αύξηση των επιτοκίων στους λογαριασμούς τους σε 12,25%. Ταυτόχρονα με τις εν λόγω επιστολές οι Ενάγοντες ενημέρωσαν τους Εναγομένους για την κεφαλαιοποίηση των τόκων την 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους.
  41. Οι Ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 16/5/2002, Τεκμήριο 12, κάλεσαν τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν το τότε οφειλόμενο ποσό.
  42. Το σημερινό συνολικό υπόλοιπο των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού είναι: αριθμός λογαριασμού 001-11-01128 Ευρώ 110.684,66 πλέον τόκους προς 12,25% ανά εξαμηνία κεφαλαιοποιουμένων εκάστη 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους από 12/03/2008 μέχρι εξοφλήσεως και αριθμός λογαριασμού 001-12-615813 Ευρώ 57.812,81 με τόκο 12,25% ανά εξαμηνία κεφαλαιοποιουμένων εκάστη 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους από 12/03/2008 μέχρι εξοφλήσεως ήτοι το συνολικό ποσό των Ευρώ 168.497,47 πλέον τόκους προς 12,25% ανά εξαμηνιά κεφαλαιποιουμένων εκάστη 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους από 12/03/2008 μέχρι εξοφλήσεως.
  43. Έχω στην κατοχή μου Πιστοποιητικά με βάση το άρθρο 35

(2)του Περί Αποδείξεως Νόμου με συνημμένες Καταστάσεις Λογαριασμού και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 14 τις καταστάσεις και το πιστοποιητικό που αφορούν τον λογαριασμό με αριθμό 001-11-01128 και ως Τεκμήριο 15 τις καταστάσεις και το πιστοποιητικό που αφορούν τον λογαριασμό με αριθμό 001-12-
  1. Εγώ προσωπικά για να ελέγξω την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμών Τεκμήρια 14 και 15 πήρα όλες τις πληροφορίες από τις καταστάσεις αυτές και τις καταχώρησα εκ νέου σε ειδικό πρόγραμμα του Ηλεκτρονικού Υπολογιστή για να αφαιρέσω τυχόν penanlty fees, study fees, excess fees, bank charges και handling charges. Όσον αφορά τον λογαριασμό με αριθμό 001-11-011280 διαπίστωσα ότι υπήρχαν τέτοιες χρεώσεις αυτές. Κατάσταση στην οποία φαίνονται οι χρεώσεις αυτές έχω στην κατοχή μου και την επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  2. Αφού διαπίστωσα ότι τέτοιες χρεώσεις υπήρχαν στον λογαριασμό προχώρησα στην ετοιμασία νέων αναδομημένων καταστάσεων για τον λογαριασμό με αριθμό 001-11-
  3. Το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού σύμφωνα με τις αναδομημένες καταστάσεις ανέρχεται στο ποσό των Ευρώ 100.912,72 με τόκο από 12,25% ανά εξαμηνία κεφαλαιοποιουμένων εκάστη 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους από 12/03/2008 μέχρι εξοφλήσεως. Έχω στην κατοχή μου τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού και τις επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  4. Όσον αφορά τον λογαριασμό με αριθμό 001-11-011280 περιορίζω την απαίτηση των Εναγόντων στο ποσό των Ευρώ 100.912,72 με τόκο από 12,25% ανά εξαμηνία εκάστου έτους από 12/03/2008 μέχρι εξοφλήσεως ως φαίνεται στο Τεκμήριο 17 αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού.
  5. Στον λογαριασμό δανείου με αριθμό 001-12-615813 διαπίστωσα ότι δεν υπήρχαν χρεώσεις penalty fees, study fees, excess fees, bank charges και handling charges. Στον λογαριασμό αυτό από την αρχή της λειτουργίας του μέχρι και 31/12/2000 υπήρχε ικανοποιητική κίνηση σε καταθέσεις με τις οποίες καλύπτονταν οι τόκοι ως εκ τούτου δεν υπάρχει καμία περίπτωση δημιουργίας ανατοκισμού. Όπως φαίνεται στις καταστάσεις του λογαριασμού δανείου με αριθμό 001-12-615813 Τεκμήριο 15 το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε Ευρώ 57.812,81 με τόκο 12,25% ανά εξαμηνία κεφαλαιοποιουμένων εκάστη 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους από 12/03/2008 μέχρι εξοφλήσεως.
  6. Το συνολικό ποσό το οποίο σύμφωνα με τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω και σύμφωνα με τα Τεκμήρια 15 και 17 είναι οφειλόμενο από τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 και απαιτούν οι Ενάγοντες είναι το συνολικό ποσό των Ευρώ 158.725,53 με τόκο από 12,25% ανά εξαμηνία κεφαλαιοποιουμένων εκάστη 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους από 12/03/2008 μέχρι εξοφλήσεως.
  7. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των Εναγομένων αρ. 2, 3 και 4 στην παράγραφο 4 (α) - (στ) της υπεράσπισης ότι υπέγραψαν την εγγύηση ημερομηνίας 14/2/1989 νομίζοντας ότι υπέγραφαν για κάποιο δάνειο που θα δινόταν από τους Ενάγοντες στην Εναγομένη αρ. 1 για Λ.Κ.50.000 και το οποίο ποτέ δεν δόθηκε ισχυρίζομαι ότι δεν αληθεύουν. Οι Εναγομένοι 2 και 3 γνώριζαν πολύ καλά ότι δεν είχε ζητηθεί την περίοδο εκείνη δάνειο για Λ.Κ.50.
  8. Από ότι φαίνεται μέσα από τον φάκελο της υπόθεσης η εναγομένη αρ. 1 σε συνεδρίαση του Διοικητικού της Συμβουλίου την 8/12/90 αποφάσισε να συνεχίσει να απολαμβάνει πιστωτικές διευκολύνσεις από τους Ενάγοντες και σε επιστολή της Εναγομένης αρ. 1 προς τους Ενάγοντες ημερομηνίας 8/12/90 με την οποία κοινοποιήθηκε η απόφαση αυτή του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης αρ. 1 στους Ενάγοντες, δήλωσαν ότι οι πιο πάνω διευκολύνσεις εξασφαλίζονταν μεταξύ άλλων με 1η υποθήκη επί περιουσίας στην Άχνα με αρ. εγγραφής πιστοποιητικού συμβάσεως SDD300/88 για Λ.Κ.16.000, κυμαινόμενη επιβάρυνση για Λ.Κ.52.000 και προσωπική εγγύηση των Μιχάλη, Γεώργιου και Δήμου Χατζηκώστα για Λ.Κ.50.
  9. Την επιστολή αυτή την έχω στην κατοχή μου και την επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  10. Την επιστολή αυτή την υπογράφουν οι αξιωματούχοι της Εναγομένης αρ. 1 Εναγόμενοι 2 και
  11. Συνεπώς οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 την 7/12/1990 κατά την συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης αρ. 1 γνώριζαν και αποδέχονταν ότι είχαν εγγυηθεί την Εναγομένη αρ. 1 για το ποσό την Λ.Κ.50.000 και αποδέχονταν όπως η εγγύηση αυτή συνεχίζει να εξασφαλίζει τις υποχρεώσεις της Εναγομένης αρ. 1 προς τους Ενάγοντες. Κατά την ίδια χρονική περίοδο οι Εναγόμενοι αρ. 2, 3 και 4 γνώριζαν τι είδους διευκολύνσεις τους παρείχαν οι Ενάγοντες και μέσα στις διευκολύνσεις αυτές δεν υπήρχε κανένα δάνειο για το ποσό των Λ.Κ.50.
  12. Περαιτέω, όσον αφορά τους ισχυρισμούς των Εναγομένων αρ. 1 και 2 στην παράγραφο 5 της υπεράσπισης ότι η Υποθήκη με αριθμό Υ.389/89 και η εγγυητική L/G No. 5284/001/96 εξασφαλίζουν πλήρως τις αξιώσεις των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων αρ. 1, 2, 5 και 6 ισχυρίζομαι τα ακόλουθα:
  13. Όσον αφορά την Υποθήκη με αριθμό Υ.389/89 οι Ενάγοντες κατά η περί την 5/1/04 μετά από την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων αρ. 5 και 6 ενυπόθηκων οφειλετών εξάλειψαν την υποθήκη και απάλλαξαν τις Εναγόμενες αρ. 5 και 6 από τις υποχρεώσεις τους αφού έλαβαν από τις εν λόγω Εναγόμενες το ποσό των Λ.Κ.20.000 την 5/1/04, ποσό το οποίο πιστώθηκε στον επίδικο λογαριασμό της Εναγομένης αρ. 1 με αριθμό 001-11-
  14. Οι Ενάγοντες για την αγοραία αξία της υποθήκης βασίστηκαν στην εκτίμηση της ακίνητης αυτής περιουσίας που έγινε μετά από εντολή των Εναγόντων από τους εκτιμητές Rois Nicolaides & Associates, Chartered Surveyors and Valuers ημερομηνίας 11/3/
  15. Η εν λόγω εκτίμηση φέρει αριθμό 82/2002 την έχω στην κατοχή μου και την επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  16. Σύμφωνα με την εκτίμηση Τεκμήριο 19 η αγοραία αξία του ακινήτου ήταν Λ.Κ.16.000 και η αξία καταναγκαστικής πώλησης Λ.Κ.12.
  17. Οι Ενάγοντες όχι μόνο δεν εξάλειψαν την υποθήκη για ποσό μικρότερο της αγοραίας αξίας του αλλά αντιθέτως πήραν περισσότερα χρήματα τα οποία όπως προανέφερα πιστώθηκαν στον επίδικο λογαριασμό της Εναγομένης αρ. 1 με αριθμό 001-11-
  18. Όσον αφορά την εγγυητική L/G No. 5284/001/96 αυτή εκδόθηκε από τους Ενάγοντες προς όφελος της Λαικής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) μετά από αίτημα της Εναγομένης αρ.
  19. Οι Ενάγοντες με βάση την εν λόγω εγγυητική είχαν υποχρέωση μόλις του ζητείτο από την Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις), να πληρώσουν την εγγυητική. Η πληρωμή της εγγυητικής θα γινόταν από τον λογαριασμό της Εναγομένης τον οποίο διατηρούσε με τους Ενάγοντες και έφερε αριθμό 001-31-
  20. Η εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 9/5/96 που στάληκε από τους Ενάγοντες προς την Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) βρίσκεται στην κατοχή μου και την επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  21. Την 3/11/04 η Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) με επιστολή της απαίτησε από τους Ενάγοντες την πληρωμή της εγγυητικής. Αντίγραφο της επιστολής βρίσκεται στην κατοχή μου και την επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  22. Οι Ενάγοντες ως όφειλαν πλήρωσαν την εγγυητική στην Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) από τον λογαριασμό της Εναγομένης αρ. 1 με αριθμό 001-31-
  23. Με την πληρωμή του ποσού αυτού οι Ενάγοντες έκλεισαν τον λογαριασμό της Εναγομένης με αριθμό 001-31-
  24. Πιστοποιητικό με βάση το άρθρο 35
(2)του Περί Αποδείξεως Νόμου με συνημμένες Καταστάσεις του Λογαριασμού αυτού έχω στην κατοχή μου και τις επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  1. Στην κατοχή μου έχω και δελτία πληρωμής τα οποία επισυνάπτω ως δέσμη Τεκμηρίων
  2. Περαιτέρω, η Εναγομένη αρ. 1 αναφορικά με τον λογαριασμό της με αριθμό 001-31-072412 κατά ή περί την 25/4/96 σε αντάλλαγμα της συμφωνίας της με τους Ενάγοντες να της παρέχουν τραπεζικές διευκολύνσεις παραχώρησε δικαίωμα επίσχεσης (Lien) στους Ενάγοντες. Το έγγραφο αυτό βρίσκεται στην κατοχή μου και το καταθέτω ως Τεκμήριο
  3. Με βάση το έγγραφο αυτό η Εναγομένη αρ. 1 αναγνώριζε ότι οι Ενάγοντες θα είχαν το αναφαίρετο δικαίωμα μεταξύ άλλων να συμψηφίζουν οποιεσδήποτε καταθέσεις της Εναγομένης αρ. 1 με τις υποχρεώσεις της χωρίς προηγουμένως να την ειδοποιήσουν σχετικά». Ο ΜΕ2 παρέμεινε σταθερός στις πιο πάνω θέσεις του κατά την αντεξέταση και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της. Ο Εναγόμενος 2 (ΜΥ1) στη γραπτή κατάθεσή του η οποία κατατέθηκε σύμφωνα με το άρθρο 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου 32(I)/2004, αναφέρει τα ακόλουθα: «
  4. Είμαι ο Εναγόμενος αρ. 2 στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγή. Επίσης είμαι ο διευθυντής και διευθύνων σύμβουλος της Εναγομένης αρ. 1, η οποία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα την Λευκωσία, με βασικό κύκλο εργασιών, την εισαγωγή και πώληση μοτοσυκλέττων διαφόρων μαρκών και κυβισμών. Περαιτέρω δηλώνω, ότι οι Εναγομένοι 3 και 4 είναι αμφιθαλείς αδελφοί μου, οι οποίοι, εκτός της τυπικής παρουσίας του Εναγομένου αρ. 3, για μία περίοδο, στα αφορόντα την Εναγομένην αρ. 1, κατά τα άλλα καμία απολύτως ανάμειξη, λόγο ή γνώση είχαν, για τα πραττόμενα από την Εναγομένη αρ. 1 ή από εμέ, σαν διευθυντή της και διευθύνοντα σύμβουλό της.
  5. Τα όσα εκτίθενται εις την Έκθεση Υπερασπίσεως μας, των Εναγομένων αρ. 1 έως και 4, είναι σε γνώση μου και συμφωνώ και υιοθετώ το περιεχόμενο αυτής, δηλαδή τόσο τις από μέρους του κάθε αναφερόμενου Εναγομένου, αντίστοιχες παραδοχές, όσο και τις αντίστοιχες αρνήσεις ή/και σχετικούς ισχυρισμούς, ως ορθούς και αληθινούς.
  6. Έχω ακούσει με προσοχή τα όσα κατέθεσαν οι δύο μάρτυρες της Εναγούσης και, αναφορικά με όσα κατάθεσαν και, γενικά για όλη την υπόθεση, ισχυρίζομαι και λέγω, πως τα πραγματικά γεγονότα είναι όπως αμέσως στη συνέχεια τα εκθέτω.
  7. Η αρχική συναλλαγή της Εναγομένης αρ. 1 με την Ενάγουσα έγινε την 07/01/1983 με το άνοιγμα του Τρεχούμενου Λογαριασμού με αριθμό 001-11-011280 (Τεκμήριο 1), του οποίου το όριο ήταν μέχρι £12.000,
  8. Για εξασφάλιση του αναφερόμενου τρεχούμενου λογαριασμού παραχωρήθηκε από την Εναγομένη αρ. 1 η Κυμαινόμενη Εγγύηση ημερομηνίας 13/01/1983 (Τεκμήριο 6), την οποία υπόγραψα εγώ εκ μέρους της Εναγομένης αρ. 1, ενώ από μέρους των Εναγομένων 2 έως και 4 υπογράφηκε, την 07/01/1983, Εγγύηση (Τεκμήριο 5) για το ποσό £12.000,00 πλέον τόκους. Αναφορικά, με το περιεχόμενο του Εγγυητηρίου Εγγράφου (Τεκμήριο 5) το οποίο υπογράψαμε, κανένας αρμόδιος εκπρόσωπος της Ενάγουσας μας εξήγησε ή, μας επέστησε την προσοχή προ της υπογραφής του ή μετά. Απλώς μας ζητήθηκε να υπογράψουμε και, εμείς υπογράψαμε.
  9. Στη συνέχεια, περί ή κατά την 06/02/1988 η Εναγόμενη αρ. 1 παραχώρησε νέα περαιτέρω Κυμαινόμενη Εγγύηση, για ποσό £20.000,00 (Τεκμήριο 7), την οποία υπόγραψα και πάλι εκ μέρους της Εναγομένης αρ. 1, σε πλήρη άγνοια των Εναγομένων αρ. 3 και
  10. Στη συνέχεια περί ή κατά την 30/01/1989 η Εναγομένη αρ. 1 παραχώρησε περαιτέρω των προηγουμένων δύο, νέα Κυμαινόμενη Εγγύηση, για ποσό £20.000,00 (Τεκμήριο 8), την οποία υπόγραψα και πάλι εγώ εκ μέρους της Εναγομένης αρ. 1, σε πλήρη άγνοια των Εναγομένων 3 και
  11. Η Ενάγουσα ουδέποτε αξιοποίησε τις πιο πάνω προς όφελός της τρεις Κυμαινόμενες Εγγυήσεις (Τεκμήρια 6, 7 και 8).
  12. Περί ή κατά την 13/12/1988 εζήτησα προφορικά από την Ενάγουσα, για λογαριασμό της Εναγομένης αρ. 1, περαιτέρω διευκολύνσεις και, την ίδια μέρα, η Ενάγουσα μου έδωσε γραπτώς τη θετική απάντησή της (Τεκμήριο 13) την οποία υπόγραψα, αποδεχόμενος εκ μέρους της Εναγομένης αρ. 1, όσα το αναφερόμενο Τεκμήριο διαλαμβάνει. Δηλώ υπεύθυνα και ειλικρινά, πως ουδέποτε ενημέρωσα τους Εναγομένους 3 και 4 ή έλαβα τη συγκατάθεσή τους για να αιτηθώ εκ μέρους της Εναγομένης αρ. 1, τις σχετικές διευκολύνσεις και, ουδέποτε τους ανέφερα ή τους έδειξα το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  13. Αυτό το οποίο ανέφερα στους Εναγομένους 3 και 4 ήταν πως ζήτησα από την Ενάγουσα, την παραχώρηση στην Εναγομένη αρ. 1 δανείου, που εγκρίθηκε και τους ζήτησα να προσέλθουν στην Τράπεζα για να υπογράψουν σαν εγγυητές της Εναγομένης αρ. 1, για το σχετικό δάνειο.
  14. Παρόλο, ότι για πολλά χρόνια συναλλάττομαι με τράπεζες, ουδέποτε μπόρεσα να διαχωρίσω τους επί μέρους λογαριασμούς με τα χαρακτηριστικά ονόματα τους, έτσι που οποιαδήποτε τραπεζική διευκόλυνση την λέγω και τη θεωρώ δάνειο. Δηλαδή σκοπός μου, δεν ήταν να παραπλανήσω τους Εναγομένους 3 και 4, που είναι και αμφιθαλή αδέλφια μου, μια που και εγώ το θεωρούσα, το αφορόν το Τεκμήριο 13 σαν δάνειο.
  15. Δεν θυμούμαι, αν για την υπογραφή του Τεκμηρίου 3 πήγαμε όλοι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 μαζί. Γεγονός πάντως είναι, πως ουδέποτε μας εξηγήθη το περιεχόμενο του Εγγυητηρίου Εγγράφου (Τεκμήριο 3), όπως ουδέποτε μας εξηγήθηκε ή, μας επεστήθη η προσοχή μας, σε ποιες ασφυκτικές δεσμεύσεις θα μπλέκαμε τους εαυτούς μας και όταν υπογράψαμε το Τεκμήριο
  16. Από πλευράς των εκπροσώπων της Ενάγουσας είναι και ήταν, όπως γενικά συμβαίνει σ' όλες τις περιπτώσεις αιτουμένων απ' αυτήν διευκολύνσεων, αυτονόητο και δεδομένο, πως, έχοντας ανάγκη την αιτούμενη τραπεζική διευκόλυνση ο αιτών ή, ο οποιοσδήποτε αιτών, είναι έτοιμος, πρόθυμος και, κάτω από τις περιστάσεις, υποχρεωμένος, να υπογράψει οτιδήποτε του ζητούσαν. Δεν συμφωνώ με την μάρτυρα κ. Δώρα, ότι δήθεν μας εξήγησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, σε μένα ή/και, ιδίως, στους Εναγομένους αρ. 3 και
  17. Πως ήταν δυνατό, να μας εξηγήσει και να καταλάβουμε ένα απόλυτο νομικό έγγραφο τεσσάρων σελίδων; Και αν γίνει δεκτό από το Σεβαστό Δικαστήριο, ότι πράγματι μας εξήγησε, μήπως εκατάλαβε, αν καταλάβαμε το δυσνόητο περιεχόμενο του αναφερομένου εγγράφου; Πάντως, αυτό που γνωρίζω και ενόρκως καταθέτω, είναι πως δεν μας έγινε οποιαδήποτε εξήγηση για το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3 και
  18. Καθ΄ όσο αφορά τους Εναγομένους 3 και 4 αυτοί υπόγραψαν πιστεύοντας, πως εγγυούνται την Εναγομένη αρ. 1, για προσδοκόμενο και/ή εγκρινόμενο δάνειο ύψους £50.000,00, δάνειο που ποτέ, όμως, δεν δόθηκε στην Εναγομένη αρ.
  19. Τα ίδια ισχυρίζομαι και λέγω αναφορικά και με το Τεκμήριο 4 το οποίο υπόγραψα μόνο εγώ την 17/01/1995, για ποσό £70.000,00 χωρίς να μου εξηγηθεί οτιδήποτε και γιατί και, χωρίς με τη σχετική εγγυητική να αντικατασταθεί οποιαδήποτε προηγούμενη προσωπική μου εγγύηση ή, να δοθεί στην Εναγομένη αρ. 1 κατά τον ρηθέντα ουσιώδη χρόνο, οποιαδήποτε συγκεκριμένη διευκόλυνση.
  20. Σε σχέση με την Υ.389/89 (Τεκμήριο 25) θεωρώ αναγκαίο να αναφερθώ στο ιστορικό της, μιας που άλλος, θα έπρεπε να είναι ο Ενυπόθηκος Δανειστής, δηλαδή η Εναγομένη αρ. 1 και, τελικά άλλος βρέθηκε, όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, ο Ενυπόθηκος Δανειστής, δηλαδή η Ενάγουσα. Σχετικά αναφέρω: Α) Τις Εναγόμενες αρ. 5 και 6 ούτε τις γνώριζα, ούτε είχα εγώ ή η Εναγόμενη αρ. 1 συναλλαγές μαζί τους. Αυτόν που γνώριζαν και η Εναγόμενη αρ. 1 και εγώ σαν διευθυντής της και είχαμε εμπορικές συναλλαγές μαζί του ήτο κάποιος Πέτρος Γιαννάκη, στενός συγγενής των Εναγομένων 5 και
  21. Β) Λόγω του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της σύσταση της αναφερόμενης υποθήκης είχε αυξηθεί ο χρεωστικός λογαριασμός του ρηθέντος Πέτρου Γιαννάκη προς την Εναγομένη αρ. 1 ως διευθυντής της Εναγομένης αρ.1, του ζήτησα, για ασφάλεια των μεταξύ μας συναλλαγών, να μου παραχωρήσει ενυπόθηκη εξασφάλιση. Γ) Για τον σκοπό της ετοιμασίας των σχετικών εγγράφων προσέτρεξα για βοήθεια στο Παράρτημα των Εναγόντων στη Λάρνακα, ώστε η εξασφάλιση αυτή για την Εναγόμενη αρ. 1, εκ μέρους του Πέτρου Γιαννάκη να τύχει υλοποίησης. Στο τέλος όμως της ημέρας, αντί η σχετική Υποθήκη να καταρτισθεί και να γίνει προς όφελος της Εναγομένης αρ. 1, η Ενάγουσα, δια του εκπροσώπου της, συνέστησε την Υποθήκη προς όφελος της σαν Ενυπόθηκος Δανειστής, για περαιτέρω εξασφάλιση των συναλλαγών της Εναγομένης αρ. 1 μαζί με την Ενάγουσα. Δ) Επειδή πάντοτε στις συναλλαγές μου με την Ενάγουσα, ενεργούσα με καλή πίστη και, με πλήρη εμπιστοσύνη προς την Ενάγουσα και τους εκάστοτε εκπροσώπους της, παρέμεινα με την εντύπωση, για αρκετό χρονικό διάστημα, ότι, ως ενυπόθηκος δανειστής, σε σχέση με την Υ.389/89, ήταν η Εναγομενη αρ.
  22. Όταν, τυχαίως, περιέπεσε στην αντίληψη μου, πως ενυπόθηκος δανειστής δεν ήταν η Εναγομένη αρ. 1 αλλά η Ενάγουσα, διαμαρτυρήθηκα σχετικά, αλλά με καθησύχασαν, πως στην ουσία η υποθήκη εξυπηρετούσε ένα και τον αυτό σκοπό, δηλαδή τα συμφέροντα της Εναγομένης αρ.
  23. Ε) Με την πάροδο του χρόνου και με την διαπίστωση, από τη μία, πως ο χρεωστικός λογαριασμός του Πέτρου Γιαννάκη, που ήταν σχετικός με την Υ.389/89, αυξήθηκε επικίνδυνα, ενώ, η μεταξύ του και της Εναγομένης αρ. 1 συνεργασία δεν παρουσίαζε κίνηση, αλλά και καμία πληρωμή δεν γινόταν έναντι του χρέους του, επίμονα ζητούσα από την Ενάγουσα, να λάβει τα πρέποντα δικαστικά μέτρα εναντίον του, νοουμένου, πως το δικό του χρέος προς την Εναγομένη αρ. 1, ήταν στην ουσία, χρέος της Εναγομένης αρ. 1 προς την Ενάγουσα. Στ) Επειδή, παρόλες τις επίμονες αιτήσεις μου προς τους Ενάγοντες, καμία ανταπόκριση υπήρξε, αναγκάστηκα από τα πράγματα, να καταχωρήσω εναντίον του Πέτρου Γιαννάκη, δύο αγωγές. Την 11613/92 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην οποία εκδόθκε απόφαση την 24/05/1995 για ποσό £16.700,00 με τόκο 9% ετήσια από 24/05/1995 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον £1.013,75 έξοδα με τόκο 6% ετήσια από 24/05/1995 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον 8% Φ.Π.Α.. Και, την υπ΄ αριθμό 10679/95 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην οποία εκδόθηκε απόφαση την 15/03/1996 για ποσό £6.600,00 με τόκο προς 9% ετήσια από 27/10/1994 επί ποσού £5.800,00 και 8% επί ποσού £800,00 από 19/02/1995 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον £199,50 με τόκον προς 6% από 15/03/1996, πλεόν 8% Φ.Π.Α.. Ζ) Αναφορικά με τις αναφερόμενες Αγωγές και τις αντίστοιχες αποφάσεις πληροφόρησα σχετικά τους Ενάγοντες ζητώντας τους να ενεργοποιήσουν την Υ.389/89, αλλά και πάλι δεν υπήρξε ανταπόκριση από μέρους των Εναγόντων. Η) Η απαίτησή μου προς τους Ενάγοντες για υλοποίηση της Υ.389/89 έγινε πιο επιτακτική, όταν ο Πέτρος Γιαννάκη δολοφονήθηκε, ευθύς μετά το 1996, πλην όμως ουδεμία ανταπόκριση υπήρξε από πλευράς των Εναγόντων. Ι) Τέλος οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα Αγωγή, μετά και από δική μου προτροπή, στην οποία Εναγόμενες, ζήτησα να συμπεριληφθούν και οι Ενυπόθηκες Οφειλέτριες, ώστε με την εκποίηση της υποθήκης, να ικανοποιηθεί η απαίτηση των Εναγόντων, όπως υπολόγιζα, συνολικά, συμπεριλαμβανομένων των όλων οφειλών της Εναγομένης αρ.
  24. Ια) Τελικά, η Ενάγουσα πέτυχε την έκδοση απόφασης, όπως διαλαμβάνεται στο Τεκμήριο 28 πλην όμως, παρόλο ότι με αυτήν η Ενάγουσα, κατόπιν ένορκης δήλωσης και επισύναψης σ΄ αυτήν σειράς Τεκμηρίων, εξασφάλισε εναντίον των Ενυπόθηκων Οφειλετριών απόφαση για ποσό £68.176,22 με τόκο προς 12,25% ανά εξαμηνία κεφαλαιοποιούμενο εκάστη 1η Ιουλίου και 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους από 1/10/2002 μέχρι εξοφλήσεως πλέον 13% Φ.Π.Α. και προς ικανοποίηση των Εναγόντων, για το εξ αποφάσεως αυτό χρέος, διατάχθηκε η πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό των ενυπόθηκων κτημάτων, η Ενάγουσα έπραξε, στην απουσία και σε άγνοια των υπολοίπων Εναγομένων, αυθαίρετα και, όπως η ίδια έκρινε, αλλά στην κάθε περίπτωση, σε βάρος της Εναγομένης αρ. 1 και των άλλων Εναγομένων. Ιβ) Θεωρώ πως ο τρόπος με τον οποίο ενέργησε η Ενάγουσα, αναφορικά με την Υ.389/89, ζήμιωσε την Εναγομένη αρ. 1 και, άφησε εκτεθειμένους τους Εναγομένους 2, 3 και 4, από την αρχή της σύναψής της, μέχρι την όπως-όπως τελική διευθέτηση με τους Εναγόμενους 5 και
  25. Ιγ) Όπως από πλευράς Εναγομένης αρ. 1 έγινε υπολογισμός, του πραγματικού χρέους του Πέτρου Γιαννάκη, που είχε αναφορά και κάλυψη με την Υ.389/89 ή, και από τις προηγούμενες αποφάσεις που ανάφερα, ολόκληρο το ποσό που αναφέρεται στην παρούσα Αγωγή καλυπτόταν. Πιστεύω, πως στο ίδιο αποτέλεσμα θα κατάληγαν και οι Ενάγοντες, αν συμμορφούμενοι στην απόφαση που πέτυχαν εναντίον των Εναγομένων 5 και 6 (Τεκμήριο 28), προέβαιναν, σύμφωνα με το ρητό διάταγμα, σε πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων με δημόσιο πλειστηριασμό. Τότε, θα υπολόγιζαν και όλους τους τόκους κ.τ.λ. Τούτο, εξ άλλου το έπραξαν, χωρίς να προβούν σε δημόσιο πλειστηριασμό, με την έκδοση υπέρ τους και, εναντίον των Εναγομένων 5 και 6, όχι από παραδρομή ή λάθος, της απόφασης (Τεκμήριο 28).
  26. Αναφορικά με την εγγυητική LG No.5284/001/96 (Τεκμήριο 20) δεν συμφωνώ με τον κο Σακκά (Μάρτυρας 2), ότι δόθηκε από τους Ενάγοντες προς όφελος της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ μετά από αίτημα της Εναγομένης αρ.
  27. Η σχετική εγγυητική δόθηκε με πρωτοβουλία των Εναγόντων, για εξασφάλιση επισφαλών χρηματοδοτήσεων, μεταξύ των οποίων δυνατόν, ήσαν και εκείνες του κ. Πέτρου Γιαννάκη. Σε σχέση με την εγγυητική (Τεκμήριο 20) και το ενδεχόμενο να πληρωθεί με βάση αυτή από τους Ενάγοντες, όπως και επληρώθη (Τεκμήριο 21, 22 και 23), επανειλημμένα ζήτησα από τους Ενάγοντες, σαν Διευθυντής της Εναγομένης αρ. 1, να με πληροφορήσουν, αν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό, αν ναι το ύψος του και, ποιες επί μέρους περιπτώσεις αφορούσε, αλλά, ακόμη και μέχρι σήμερα, δεν πήρα απάντηση, ώστε να μπορέσει η Εναγομένη αρ. 1, να λάβει μέτρα εναντίον των χρεωστών.
  28. Περί ή κατά τα μέσα του έτους 1997 το ύψος του λογαριασμού της Εναγομένης αρ. 1 με αριθμό 001-11-011280, που είχε σχέση με τις από μέρους των Εναγόντων οικονομικών διευκολύνσεων (πραγματικό κεφάλαιο), τόκους και ανατοκισμούς, τον στάσιμο λογαριασμό του Πέτρου Γιαννάκη ή και άλλες επισφαλείς χρηματοδοτήσεις ανερχόταν στο ποσό των £65.000,00 περίπου. Στα πλαίσια αυτού του δεδομένου μου έγινε προτροπή, από υπεύθυνο εκπρόσωπο των Εναγόντων, η σύναψη από πλευράς της Εναγομένης αρ. 1 δανείου, με προοπτική αποπληρωμής του με τακτές μηνιαίες δόσεις, το οποίο να δοθεί έναντι και/ή για εξόφληση του λογαριασμού με αρ. 001-11-011280, με παράλληλη προσωπική ενέργειά μου, για πώληση οικίας μου, το προϊόν της οποίας να το δώσω για τον ίδιο σκοπό. Ακολουθώντας τη σχετική προτροπή του εκπροσώπου των Εναγόντων, προέβηκα σε πώληση της οικίας μου στο Καϊμακλί, το δε προϊόν πωλήσεως, εκ ποσού £26.000,00 το κατάθεσα έναντι του πιο πάνω λογαριασμού, περί ή κατά την25/06/1997 (Τεκμήριο 14). Μετά την από μέρους μου αυτή κατάθεση, παράμεινε οφειλόμενο το ποσό των £38.512,11 πλέον, ενδεχόμενα, τόκους, για την εξάλειψη του οποίου, η Εναγόμενη αρ. 1, εξασφάλισε από τους Ενάγοντες δάνειο ύψους £39.000,00 με τους όρους, όπως διαλαμβάνονται στο Τεκμήριο
  29. Λόγος και σκοπός, επαναλαμβάνω και τονίζω, της σύναψης από την Εναγόμενη αρ. 1, του δανείου των £39.000,00 (Τεκμήριο 2) δεν ήταν κανένας άλλος, παρά η κατάθεση του αυτούσιου, στον τρεχούμενο λογαριασμό 001-11-011280 και όχι για οποιοδήποτε άλλο σκοπό. Το αναφερόμενο ποσό ουδέποτε εκταμιεύτηκε από τους Ενάγοντες και να δοθεί στην Εναγομένη αρ.
  30. Δεν ήταν αυτός ο σκοπός της Εναγομένης αρ.
  31. Τελικά η Ενάγουσα αυθαίρετα ή και, κάμνοντας χρήση στα ακατανόητα σε μένα και, στον περισσότερο κόσμο που συναλλάττεται με τις Τράπεζες, νομικά σημεία και επιφυλάξεις, αντί να καταθέσει ολόκληρο το ποσό των £39.000,00 στον τρεχούμενο λογαριασμό της Εναγομένης αρ. 1, κατάθεσε μόνο την 03/09/1997 (Τεκμήριο 14), το ποσό των £9.363,01 άγνωστο δε, που και πως διατέθηκε το υπόλοιπο. Είναι η άποψή μου πως, αν οι Ενάγοντες, δεν είχαν σκοπό να με παραπλανήσουν και, ο λόγος που με συμβούλευσε εκπρόσωπος τους, για σύναψη από την Εναγόμενη αρ. 1 του δανείου των £39.000,00, ήταν μόνο και μόνο για να κατατεθεί στον τρεχούμενο, όπως ανάφερα προηγούμενα, η τέτοια κατάθεση του όλου ποσού του δανείου θα είχε σαν συνέπεια, όχι μόνο να μηδενισθεί ο λογαριασμός, την 03/09/1997, αλλά να είναι και πιστωτικός κατά £7.000,00 περίπου. Η Εναγόμενη αρ. 1, δεν είχε κανένα λόγο, εκτός απ΄ αυτόν που ανάφερα προηγούμενα, να συνάψει περαιτέρω δάνειο ύψους £39.000,00, ούτε εγώ, να πουλήσω το σπίτι μου στο Καϊμακλί και να καταθέσω το προϊόν πωλήσεως στο λογαριασμό. Αυτά έγιναν, μετά από συμβουλή και προτροπή εκπροσώπου των Εναγόντων, για να μειωθεί ή να μηδενισθεί ο χρεωστικός λογαριασμός του τρεχούμενο και για τίποτε άλλο.
  32. Όπως υπολόγιζα σαν διευθυντής της Εναγομένης αρ. 1 και προσωπικά, η όλη κίνηση των λογαριασμών της Εναγομένης αρ. 1, λαμβανομένων υπόψη όλων των όσων εξέθεσα προηγούμενα, στην ουσία έχουν εξοφληθεί, τόσο ο λογαριασμός με αρ. 001-11-011280 (Τεκμήριο 1), όσο και ο με αριθμό 001-12-
  33. Πριν ολοκληρώσω την παρούσα ένορκη μαρτυρία μου επιθυμώ να τονίσω ή μάλλον να επαναλάβω τα ακόλουθα: α) ότι η όλη διαχείριση και όλες οι πρωτοβουλίες που είχαν σχέση με τις συναλλαγές της Εναγομένης αρ.1 με την Ενάγουσα έγιναν από εμένα προσωπικά, χωρίς την οποιαδήποτε συμμετοχή ή ουσιαστική γνώση των Εναγομένων 3 και
  34. Σαφής απόδειξη τούτου είναι πως σε όλα τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν, δηλαδή τα Τεκμήρια 1, 2 , 3, 4, 6, 7, 8, 13, 18 και 24 φέρουν μόνο τη δική μου υπογραφή, είτε σαν διευθυντή της Εναγομένης αρ. 1, είτε προσωπικά και, β) ότι σε όλη τη διαχρονική συναλλαγή της Εναγομένης αρ.1 και, εμένα προσωπικά, με τους Ενάγοντες, οι Ενάγοντες δεν μας αντιμετώπισαν σαν συνεργάτες, αλλά σαν μια περίπτωση παραγωγής και αναπαραγωγής τόκων, αδιαφορούντες για τη διασφάλιση των νόμιμων συμφερόντων και δικαιωμάτων μας, που πήγαζαν π.χ. από την Υποθήκη αρ. 389/89 ή από την Εγγυητική που παραχώρησαν στις χρηματοδοτήσεις της Λαικής Κυπριακής Τράπεζας». Στην γραπτή κατάθεσή του Εναγομένου 3 (ΜΥ2) αναφέρονται τα ακόλουθα: «
  35. Είμαι ο Εναγόμενος αρ. 3 στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, και αμφιθαλής αδελφός των Εναγομένων αρ. 2 και
  36. Η Εναγόμενη 1 είναι Εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο, με έδρα την Λευκωσία, με βασικό κύκλο εργασιών την εισαγωγή και πώληση μοτοσυκλέττων διαφόρων τύπων και κυβισμών.
  37. Εκτός της τυπικής παρουσίας μου για μια περίοδο, στα αφορόντα την Εναγομένη αρ. 1, κατά τα άλλα καμιά απολύτως ανάμειξη, λόγο ή γνώση είχα, για τα πραττόμενα από την Εναγόμενη αρ. 1 ή από τον Εναγόμενο αρ. 2 σαν διευθυντή της και διευθύνοντα σύμβουλό της.
  38. Τόσον εγώ όσον και ο αδελφός μου Γεώργιος Χατζηκώστα, Εναγόμενος αρ. 2, είμαστε απόφοιτοι του Δημοτικού Σχολείου.
  39. Ήμουν μηχανικός αυτοκινήτων και μοτοσυκλεττών και εργοδοτούμουν στο μεταλλείο των Καμπιών.
  40. Κατά ή περί το 1983 ο αδελφός μου Γεώργιος Χατζηκώστας, ήρθε από την Αγγλία, όπου διέμενε και ενέγραψε την Εναγομένη 1 εταιρεία με σκοπό την εισαγωγή και πώληση μοτοσυκλεττών και εξαρτημάτων και με την συμφωνία ότι θα ήμουν ο μηχανικός της Εταιρείας γεγονός που αποδέχθηκα.
  41. Πέραν των πιο πάνω ο αδελφός μου Γεώργιος Χατζηκώστας μου ζήτησε όπως, πέραν της προσφοράς μου ως μηχανικού, να είμαι και μέτοχος στην Εναγόμενη αρ.1 γιατί δεν επιτρεπόταν εγγραφή Εταιρείας με λιγότερους των 2 μετόχων. Επιπλέον μου ζήτησε όπως είμαι ο γραμματέας της Εναγομένης αρ.
  42. Αποδέχθηκα την πιο πάνω παράκληση του αδελφού μου πιστεύοντας ότι με την εγγραφή της εταιρείας θα είχε την δυνατότητα να επαναπατρισθεί. Η παρουσία μου όμως στην εναγόμενη αρ. 1 δεν ήταν άλλη εκτός από αυτή του μηχανικού και μόνο χωρίς οποιαδήοτε άλλη ανάμιξη ή γνώση, όπως αναφέρω στην παράγραφο 3 πιο πάνω. Για όλα τα άλλα θέματα διοίκησης και διεύθυνσης τα χειριζόταν ο αδελφός μου Εναγόμενος
  43. Εξακολουθούσα δε να εργάζομαι στην Εναγομένη αρ. 1 μέχρι το 1985 περίπου που απεχώρησα και έκτοτε εργαζόμουν ως αυτοεργοδοτούμενος μέχρι το 2006 που συνταξιοδοτήθηκα.
  44. Κατά ή περί τις 14/2/1989 ο αδελφός μου Γεώργιος Χατζηκώστας, Εναγόμενος αρ. 2, μου ζήτησε να μεταβώ στα γραφεία της Ενάγουσας για να υπογράψω ως εγγυητής για δάνειο £50.000,00 που εγκρίθηκε από την Ενάγουσα να παραχωρηθεί προς την Εναγομένη αρ. 1, πράγμα που έπραξα, όπως έπραξα και αρχές 1983 που εγγυήθηκα την Εναγόμενη αρ. 1 για άλλο δάνειο.
  45. Δεν θυμούμαι να ήσαν παρόντες άλλοι όταν υπέγραψα την εγγύηση, όπου μου υπέδειχναν να υπογράψω, είμαι δε απόλυτα βέβαιος ότι ουδέποτε μου εξηγήθηκε το περιεχόμενο της εγγύησης. Η ίδια συμπεριφορά υπήρξε απέναντί μου και όταν είχα υπογράψει το δάνειο το
  46. Και στις δύο περιπτώσεις τέθηκε μπροστά μου ένα έγγραφο και μου υποδείχθηκε που να υπογράψω χωρίς οποιαδήποτε άλλη εξήγηση.
  47. Ο αδελφός μου Γιώργος Χατζηκώστας μου παρουσίασε πρόσφατα τα δύο αυτά έγγραφα εγγύησης που, όπως μου ανάφερε, έχουν καταθέσει στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια με αρ. 3 και 5 και ομολογώ ότι μου είναι αδύνατο να αντιληφθώ το περιεχόμενο, την ερμηνεία και τις πιθανές επιπτώσεις σε μένα. Εκείνο για το οποίο είμαι απόλυτα βέβαιος είναι ότι κλήθηκα για να υπογράψω ως εγγυητής σε δάνειο ύψους £50.000,00 που εγκρίθηκε να παραχωρηθεί από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη αρ. 1 όπως μου ανάφερε ο αδελφός μου Εναγόμενος αρ.
  48. Γύρω στο τέλος του 1990 ο αδελφός μου Γεώργιος Χατζηκώστας, Εναγόμενος αρ. 2, μου ζήτησε να περάσω από την Ενάγουσα και να υπογράψω ένα έγγραφο, που ήθελε η Ενάγουσα για σκοπούς εργασιών της Εναγομένης, πράγμα που έπραξα, χωρίς να γνωρίζω να είχε οποιαδήποτε συνέπεια το σχετικό έγγραφο που υπέγραψα ως γραμματέας.
  49. Επαναλαμβάνω ότι ο αποκλειστικά και μόνος υπεύθυνος για θέματα που είχαν σχέση με την διεύθυνση, τις συναλλαγές, την διοίκηση και γενικά την λειτουργία της Εναγομένης αρ. 1 ήταν ο αδελφός μου Γιώργος Χατζηκώστας, Εναγόμενος αρ. 2 και κανένας απολύτως άλλος εγώ δε ουδέποτε συμμετείχα ενεργά και/ή έλαβα μέρος και/ή είχα γνώση και/ή αντίληψη για όλα τα πιο πάνω πλην μόνο για όσα αφορούσαν την λειτουργία του μηχανουργείου της Ενάγουσας και για όσο χρόνο εργάστηκα εκεί.
  50. Λόγω των όσων ανάφερα προηγουμένως και του γεγονότος ότι από το 1985 περίπου έπαυσα να προσφέρω τις υπηρεσίες μου ως μηχανικός της Εναγομένης αρ. 1 και επειδή ευθύς εξ΄ αρχής, δεν είχα οποιοδήποτε ουσιαστικό λόγο ή συμμετοχή στις εργασίες και στη διοίκηση της εταιρείας, το 1990 περίπου αποχώρησα από την Εναγόμενη αρ. 1 και έπαυσα έκτοτε να είμαι και τυπικά γραμματέας και μέτοχος στην Εναγόμενη αρ.1». Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με μεγάλη προσοχή τόσο τους μάρτυρες των Εναγόντων όσο και των Εναγομένων ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Εξέτασα τη μαρτυρία τους με ιδιαίτερη προσοχή συγκρίνοντας, συσχετίζοντας, αντιπαραβάλλοντας και διερευνώντας τους ισχυρισμούς τους και με τις θέσεις των διαδίκων όπως αυτές προβάλλονται στα δικόγραφα που είναι και η βάση πάνω στην οποία πρέπει να εκδικάζεται μια υπόθεση και να εξετάζεται η μαρτυρία. Επίσης έχω λάβει υπόψη μου και τις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων. Το σύνολο της μαρτυρίας είναι καταγραμμένο στα πρακτικά. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αναφορά των μαρτύρων καθώς και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί έχουν αξιολογηθεί πλήρως και ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσης στην παρούσα απόφαση (βλ. Λιθογραφεία Κυριακίδη κ.α. ν. Tiba Publishing Co. Ltd
(1998)1 (Δ) ΑΑΔ 1998). Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας τους (βλ. C. & Α. Pelecanos Assoc. Ltd ν. Πελεκάνου
(1999)1 (Β) ΑΑΔ 1273). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση τις γνώσεις του μάρτυρα για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων σύμφωνα με τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές. Στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Όλοι οι μάρτυρες των Εναγόντων μου έδωσαν την εντύπωση προσώπων που έλεγαν την αλήθεια και δεν έχω κανένα ενδοιασμό να μην δεκτώ την εκδοχή τους. Η προφορική τους μαρτυρία συνοδεύεται από τα απαραίτητα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια σε βαθμό που οι ισχυρισμοί των Εναγόντων να μην επιδέχονται αμφισβήτηση. Αντίθετα δεν μπορώ να πω το ίδιο για τους μάρτυρες υπεράσπισης την μαρτυρία των οποίων δεν αποδέχομαι, αφού παρουσίαζε την εικόνα μια καταφανούς προσπάθειας αποφυγής των συμβατικών υποχρεώσεων και νομικών ευθυνών τους που πηγάζουν συντριπτικά από το σύνολο της προφορικής και έγγραφης μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί. Ο ΜΕ2 κατέθεσε τις καταστάσεις λογαριασμού στις οποίες φαίνονται τα σημερινά υπόλοιπα των λογαριασμών. Με ειλικρίνεια κατέθεσε ότι στον λογαριασμό με αριθμό 001-11-011280 (Τεκμήριο 13) υπήρχαν χρεώσεις όπως penalty fees, handling fees και άλλες τις οποίες και αφαίρεσε με την ετοιμασία νέων αναδομημένων καταστάσεων εξηγώντας με λεπτομέρεια τον τρόπο που κατέληξε στο ποσό το οποίο απαιτούν οι Ενάγοντες. Κατέθεσε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 17) με το ποσό που οι Ενάγοντες απαιτούν από τους Εναγομένους αρ. 1, 2, 3 και
  1. Ο μάρτυρας αυτός εξήγησε στο Δικαστήριο πως χρεώθηκαν οι τόκοι και πως κατέληξε στο οφειλόμενο ποσό τόσο του λογαριασμού με αριθμό 001-11-011280 όσο και του λογαριασμού με αριθμό 001-12-
  2. Στην συνέχεια ο ΜΕ2 εξήγησε με ειλικρίνεια τι έγινε με την υποθήκη με αριθμό 389/89 καταθέτοντας την εκτίμηση (Τεκμήριο 19). Να σημειωθεί ότι οι Εναγόμενοι ενώ είχαν την ευκαιρία με βάση το άρθρο 26(Ι) του Νόμου 32(Ι)/2004 να κλητεύσουν τον εκτιμητή που έχει ετοιμάσει το Τεκμήριο 19 και να τον αντεξετάσουν πάνω στα ευρήματα του δεν το έπραξαν. Συνεπώς δέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ
  3. Περαιτέρω, ο ΜΕ2 κατέθεσε το Τεκμήριο 24 το οποίο αφορά δικαίωμα επίσχεσης (Lien) το οποίο δόθηκε από την Εναγομένη 1 προς τους Ενάγοντες και αφορούσε τον λογαριασμό της Εναγομένης 1 με αριθμό 001-31-
  4. Σύμφωνα με το Τεκμήριο αυτό οι Ενάγοντες είχαν το αναφαίρετο δικαίωμα να συμψηφίζουν οποιεσδήποτε καταθέσεις της Εναγομένης 1 με τις υποχρεώσεις της χωρίς προηγουμένως να την ειδοποιήσουν σχετικά. Συνεπώς οι Ενάγοντες είχαν κάθε δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν τα χρήματα που υπήρχαν στον λογαριασμό με αριθμό 001-31-072412 και να τα συμψηφίσουν με άλλες υποχρεώσεις της Εναγομένης
  5. Το έγγραφο αυτό φέρει την υπογραφή του Εναγομένου
  6. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 23 το ποσό που πληρώθηκε στην Λαική Χρηματοδοτήσεις από τον λογαριασμό 001-31-072412 που ήταν το αντικείμενο της εγγυητικής με αριθμό LG5284/001/96 ήταν το ποσό των Λ.Κ.5.532,
  7. Οι ισχυρισμοί λοιπόν των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 ότι το ποσό πληρώθηκε για την εγγυητική με αριθμό LG5284/001/96 και η υποθήκη Υ389/89 καλύπτουν πλήρως την απαίτηση των Εναγόντων δεν ευσταθούν. Καμία μαρτυρία δεν δόθηκε από πλευράς των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 που να συνηγορεί στην θέση αυτή των Εναγομένων. Αντιθέτως, οι Ενάγοντες με την δοθείσα μαρτυρία τους απέδειξαν πλήρως την απαίτηση τους. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 2 κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι οι υπολογισμοί που έκανε για να καταλήξει στο υπόλοιπο έγιναν στο περίπου. Ο ίδιος μάρτυρας δήλωσε κατά την αντεξέταση του ότι δεν γνωρίζει πως χρεώνονται οι τόκοι και γενικά δεν έχει γνώσεις λογιστικής, ξέρει όμως να χρησιμοποιεί υπολογιστική μηχανή. Η μαρτυρία του Εναγομένου 2 η οποία δόθηκε με γραπτή κατάθεση είναι γεμάτη από ασάφειες, δεν συνάδει και είναι αντίθετη με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην υπεράσπιση των Εναγομένων 1, 2, 3 και
  8. Ενώ στην υπεράσπιση υπάρχουν οι ισχυρισμοί ότι το Τεκμήριο 3 υπογράφηκε για ένα δάνειο Λ.Κ. 50.000,00 που θα δινόταν από τους Ενάγοντες στην Εναγόμενη 1 το οποίο όμως ποτέ δεν δόθηκε, στην γραπτή του κατάθεση ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι αυτός δεν γνωρίζει τη διαφορά μεταξύ δανείου και των άλλων τραπεζικών διευκολύνσεων και τα αποκαλεί όλα δάνεια. Όπως φάνηκε και στην αντεξέταση η Εναγόμενη 1 ποτέ δεν έκανε αίτηση για δάνειο Λ.Κ.50.000,00 κατά εκείνο τον ουσιώδη χρόνο, αλλά αυτό που θα παραχωρείτο από τους Ενάγοντες προς την Εναγομένη 1 ήταν αύξηση στο όριο του τρεχούμενου λογαριασμού της όπως φαίνεται και στο Τεκμήριο 13 και αυτό το γνώριζαν καλά οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 όταν υπέγραφαν το Τεκμήριο 3 και ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 το παραδέχτηκε κατά την αντεξέτασή του. Περαιτέρω ο Εναγόμενος 2 στην γραπτή κατάθεσή του αναφέρει ότι αυτός παραπλάνησε τα αδέλφια του για το σκοπό της εγγύησης ενώ στην υπεράσπιση υπάρχει ισχυρισμός ότι οι Ενάγοντες ήταν αυτοί που παραπλάνησαν όλους τους Εναγομένους. Ο Εναγόμενος 2 προσπάθησε με την μαρτυρία του να προστατέψει τους Εναγομένους 3 και 4 από την έκδοση απόφασης εναντίον τους ισχυριζόμενος ότι τους παραπλάνησε. Κατά τη γνώμη μου τόσο ο Εναγόμενος 2 όσο και οι Εναγόμενοι 3 και 4 γνώριζαν για ποιο σκοπό υπέγραφαν το Τεκμήριο 3 και για τις συνέπειες της υπογραφής τους και καμία ουσιαστική μαρτυρία δεν είχε δοθεί από αυτούς για να αποδειχτεί το αντίθετο. Τα όσα αναφέρουν είναι εκ των υστέρων κατασκευάσματα για να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους προς τους Ενάγοντες. Ο Εναγόμενος 2 φάνηκε ότι προσπάθησε να ξεγελάσει το Δικαστήριο και η μαρτυρία του ήταν γεμάτη αντιφάσεις. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν ο μάρτυρας που έλεγε την αλήθεια στο Δικαστήριο, γι' αυτό κρίνεται αναξιόπιστος και η μαρτυρία του απορρίπτεται στην ολότητά της. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Εναγομένου 3 δεν γίνεται πιστευτή. Και αυτός προσπάθησε να απαλλάξει τον εαυτό του από τις υποχρεώσεις του προς τους Ενάγοντες προβάλλονται ως ισχυρισμούς την άγνοια του για πολλά πράγματα και την χαμηλού επιπέδου μόρφωσή του η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπεράσπιση. Σύμφωνα με το δικαιώμα που δίνεται από το Ν.160(Ι)/2001 στα τραπεζικά ιδρύματα όπως είναι οι Ενάγοντες, αυτά μπορούν να προβαίνουν σε ανατοκισμό μέχρι δύο φορές το χρόνο. Οι Ενάγοντες με βάση την πρόνοια αυτή του Νόμου προβαίνουν σε ανατοκισμό δύο φορές το χρόνο εκάστη 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον εν λόγω Νόμο οι Ενάγοντες ενημέρωσαν τους Εναγομένους όπως φαίνεται και στα Τεκμήρια 9, 10, 11 και 12 για το ύψος του επιτοκίου που θα χρεώνονταν οι λογαριασμοί της Εναγομένης 1 και για την κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο. Όσον αφορά την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων 5 και 6 για ποσό μεγαλύτερο από το ποσό που πραγματικά ήταν υπεύθυνες με βάση την υποθήκη προκύπτει ξεκάθαρα από την μαρτυρία του ΜΕ2 ότι επρόκειτο για λάθος. Οι Ενάγοντες δεν θα μπορούσαν ακόμη και αν από λάθος εκδίδανε απόφαση για ποσό μεγαλύτερο από το πραγματικό να προχωρήσουν και να εισπράξουν το ποσό αυτό. Στο αιτητικό της έκθεσης απαίτησης παράγραφος 21Β φαίνεται ότι οι Ενάγοντες απαιτούν εναντίον των Εναγομένων 5 και6 μόνο διάταγμα για την εκποίηση της υποθήκης και έξοδα. Στην παράγραφο 21Α η απαίτηση αφορά τους Εναγομένους 1, 2, 3 και
  9. Από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης δεν δικαιολογείται η έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων 5 και 6 για ολόκληρο το ποσό. Σε αντίθεση, φαίνεται καθαρά από τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης ότι οι Εναγόμενες 5 και 6 υποθήκευσαν μόνο τα ακίνητά τους και οι Ενάγοντες απαιτούν εναντίον τους μόνο σε ότι αφορά τα ακίνητα αυτά. Το λάθος στην έκδοση της απόφασης εναντίον των Εναγομένων 5 και 6 έγινε καθαρά από τους δικηγόρους των Εναγόντων όταν εκ παραδρομής στην ετοιμασία της Ένορκης Δήλωσης συμπεριέλαβαν ποσά που οι Ενάγοντες δεν δικαιούνταν. Ο ΜΕ2 όταν υπέγραψε την ένορκη δήλωση δεν πρόσεξε το λάθος αυτό. Ο μάρτυρας αυτός ήταν ένας μάρτυρας της αλήθειας και το μόνο που επιζητούσε ήταν να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει σύμφωνα και με την εκτίμηση Τεκμήριο 19 οι Ενάγοντες δεν μπορούσαν να εισπράξουν μεγαλύτερο ποσό για την εκποίηση της υποθήκης. Όσον αφορά τους τόκους της υποθήκης ο ΜΕ2 ανέφερε ότι αυτό που δεν έγινε ήταν η κατάσταση για σκοπούς κτηματολογίου. Ανέφερε ακόμη ότι και σε πληστειριασμό να επωλείτο το υποθηκευμένο ακίνητο το ποσό που θα δικαιούταν η Τράπεζα θα ήταν αυτό της αξίας των ενυπόθηκων και τόκων αν υπήρχε περιθώριο. Όπως προανέφερα η μαρτυρία για την αξία των ανυπόθηκων έχει μείνει αναντίλεκτη αφού οι δικηγόροι των Εναγομένων δεν κάλεσαν τον εκτιμητή να τον αντεξετάσουν. Με την είσπραξη του ποσού των Λ.Κ.20.000,00 όπως ανέφερε ο ΜΕ2, οι Ενάγοντες είσπραξαν περισσότερα από την εκτιμημένη αξία των υποθηκευμένων ακινήτων και αυτό είναι προς όφελος των Εναγομένων 1, 2, 3 και
  10. Περαιτέρω, ανέφερε ότι από την εξασφάλιση είναι αδύνατον να εισπράξουν κάτι που δεν έχει περισσότερη αξία. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί αυτοί των Εναγομένων δεν είναι δικογραφημένοι και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Όσον αφορά την εγγυητική Τεκμήριο 20, οι Ενάγοντες έπραξαν ότι έπρεπε να είχαν πράξει. Σε ερώτηση του δικηγόρου των Εναγομένων κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ2 απάντησε ότι η σκοπιμότητα της εγγυητικής ήταν να καλύψει υποχρεώσεις που υπήρχαν στις Χρηματοδοτήσεις σε περίπτωση που δεν πλήρωναν οι Εναγόμενοι κάτι το οποίο και συνέβηκε. Έγινε απαίτηση από τη Λαική Χρηματοδοτήσεις και οι Ενάγοντες ως είχαν υποχρέωση τους κατέβαλαν το ποσό της εγγυητικής. Οι Ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να ενημερώσουν τους Εναγομένους πριν την πληρωμή της εγγυητικής. Οι Ενάγοντες πέραν από τα δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις που είχαν με βάση το Τεκμήριο 20 είχαν το δικαίωμα με βάση το Τεκμήριο 24 να δεσμεύουν και να χρησιμοποιούν το προϊόν του πιστωτικού λογαριασμού που φαίνεται στο Τεκμήριο 24 προς εξόφληση χρεών της Εναγομένης
  11. Ο ΜΕ2 δεν θα μπορούσε να γνωρίζει σε ποιες επισφαλείς χρηματοδοτήσεις αναφέρετο το ποσό που πληρώθηκε με βάση την εγγυητική. Η Λαϊκή Χρηματοδοτήσεις μπορεί να ανήκει στον ίδιο Όμιλο με τους Ενάγοντες αλλά δεν είναι το ίδιο πρόσωπο. Η Λαϊκή Χρηματοδοτήσεις είναι θυγατρική εταιρεία των Εναγόντων. Ο ΜΕ2 σε ερωτήσεις του δικηγόρου των Εναγομένων επέμενε ότι όποιες πληροφορίες του είχαν ζητηθεί από τους Εναγομένους τις είχε δώσει κατά τις συναντήσεις των Εναγόντων με τους δικηγόρους των Εναγομένων κατ' επανάληψη. Οι Εναγόμενοι για πρώτη φορά κατά την ακροαματική διαδικασία, παρόλο ότι με την υπεράσπιση τους παραδέχονται την σύναψη δανείου Τεκμήριο 2 χωρίς καμία επιφύλαξη και χωρίς να ισχυριστούν στην υπεράσπισή τους ότι το δάνειο αυτό δόθηκε για εξόφληση του τρεχούμενου λογαριασμού, ισχυρίζονται ότι ο σκοπός παραχώρησης του δανείου ήταν η εξόφληση του τρεχούμενου λογαριασμού. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν ευσταθεί. Όπως ανέφερε ο ΜΕ2 στην αντεξέταση του το ποσό του δανείου το εκταμίευσε η Εναγόμενη
  12. Ένα μέρος του δανείου κατατέθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό της Εναγόμενης 1 αλλά σε καμία περίπτωση δεν εξοφλήθηκε με το ποσό αυτό ο τρεχούμενος λογαριασμός ο οποίος είναι ένας από τους επίδικους λογαριασμούς. Ο ίδιος μάρτυρας σε ερώτηση του δικηγόρου των Εναγομένων τι απέγινε το υπόλοιπο του δανείου απάντησε ότι εκταμιεύτηκε από την Εναγομένη 1 και για να μην εμφανίζεται στον τρεχούμενο λογαριασμό το πήρε η Εναγομένη 1 σε μετρητά ή άλλη μορφή. Λεπτομέρειες, συνέχισε, δεν μπορούν να φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού αλλά αυτές κρατούνται στις αποθήκες των Εναγόντων επί των ημερησίων πράξεων του καταστήματος. Στην συνέχεια ανέφερε ότι αναλόγως της περίπτωσης φαίνονται διαφορετικές ενδείξεις στις καταστάσεις λογαριασμού. Σε καμία περίπτωση δεν έχει διαφανεί από τη δοθείσα μαρτυρία ότι το δάνειο Τεκμήριο 2 δόθηκε για να πιστωθεί με το ποσό του δανείου ο τρεχούμενος λογαριασμός της Εναγομένης
  13. Οι Ενάγοντες χωρίς τις οδηγίες των Εναγομένων δεν μπορούσαν να πιστώσουν το ποσό του δανείου στον τρεχούμενο λογαριασμό και ποτέ δεν είχαν τέτοιες οδηγίες από την Εναγόμενη
  14. Αν οι Εναγόμενοι πίστευαν ότι οι Ενάγοντες βαρύνονται με την οποιαδήποτε αμέλεια για την μεταφορά των χρημάτων του δανείου στον τρεχούμενο λογαριασμό τότε θα έπρεπε αυτό να είχε δικογραφηθεί και αποδειχτεί με λεπτομέρεια από τους Εναγόμενους. Κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί. Αντιθέτως οι Εναγόμενοι δεν αποδεικνύουν με κανένα τρόπο τους ισχυρισμούς τους αυτούς. Σε σχέση με την υπεράσπιση του non est factum που προβάλλουν οι Εναγόμενοι 2, 3και 4 αναφέρω τα ακόλουθα: Ο γενικός κανόνας είναι ότι ο καθένας υποτίθεται ότι λαμβάνει γνώση του περιεχομένου ενός εγγράφου το οποίο υπογράφει και το βάρος της απόδειξης σε υποθέσεις που η υπεράσπιση στηρίζεται επί του δόγματος «non est factum», όπως η παρούσα, βρίσκεται πάνω στον Εναγόμενο (Χ'Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 1113, 1121). Στην Αγγλική υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 A11 E.R. 961, στη σελ. 963 αναφέρονται τα ακόλουθα: «There must be a heavy burden of proof on the person who seeks to invoke this remedy. He must prove all the circumstances necessary to justify its being granted to him, and that necessarily involves his proving that he took all reasonable precautions in the circumstances. I do not say that the remedy can never be available to a man of full capacity. But, that could only be in very exceptional circumstances. Certainly not where his reason for not scrutinising the document before signing it was that he was too busy or too lazy. In general I do not think that he can be heard to say that he signed in reliance on someone he trusted.» Σύμφωνα με τον Chitty on Contracts, 27η έκδοση, παραγρ. 5-032 στις περισσότερες περιπτώσεις που έγινε επιτυχής επίκληση του δόγματος «non est factum» το λάθος είχε προκληθεί με δόλο (Φακοντή ν. Βρυώνη
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1404). Επί του προκειμένου λέχθηκαν τα ακόλουθα στην Cyprus Devel. Bank v. Kyriacou
(1989)1 CLR 96 (στη σελ. 104): «As it appears from the authorities cited by counsel and the trial court, as well as from later authorities to the Saunders case,(see United Dominion Trust Ltd. v. Western a.o.
(1975)3 All E.R. 1017; Avon Finance Co. Ltd. V. Bridger a.o.
(1985)2 All E.R. 281; Kingsnorth Trust Ltd. V. Bell a.o.,
(1986)1 All E.R. 423, and Coldunell Ltd. V. Gallon a.o.,
(1986)1 All E.R. 429), for the defence of «non est factum» the defendant, in order to he successful, be must prove that: (
  1. a)there was undue influence by the plaintiff or a person acting as his agent; (
  2. b)the defendant had exercised reasonable care in the circumstances in connection with the transaction; and (
  3. c)where a creditor or intended lender desires the protection of a guarantee from a third party and the circumstances are such that the debtor could be expected to have influence over that third party, the creditor must, for his own protection, insist that the third party had independent advice (see, in this respect, the Kingsnorth case at p. 428).» Για μια λεπτομερή ανάλυση της αρχής non est factum και της εμβέλειάς της, παραπέμπω στην υπόθεση Αναστασίου ή Guy v. Μιχαηλούδη
(1998)1 (Α) ΑΑΔ
  1. Μεταφέρω τις σχετικές περικοπές από τις σελίδες 271 -
  2. «Επιβάλλεται στο σημείο αυτό η σύντομη αναφορά μας στο περιεχόμενο και την εμβέλεια της αρχής non est factum. Είναι η υπεράσπιση που αναγνώρισε το κοινό δίκαιο για την απάμβλυνση του αυστηρού κανόνα που ίσχυε για την εκτέλεση των συμβολαίων γνωστών ως deeds. Οι υποχρεώσεις, που τέτοιου είδους πράξεις διαλαμβάνουν, έπρεπε να εκτελεστούν ανεξάρτητα αν η εφαρμογή τους θα προκαλούσε αδικία. Κατά την νομική γλώσσα της εποχής το υποφέρον μέρος μπορούσε να αντικρούσει την απαίτηση ισχυριζόμενο ότι scriptum predictum non est factum suum. Βασική απόφαση στη διαμόρφωση της αρχή υπήρξε η υπόθεση Foster v. Mackinnon, ανωτέρω. Η απόφαση του δικαστή Byles το 1869 καταθέτει, τρόπον τινά, το θεμέλιο λίθο του δόγματος που επέζησε, επεκτεινόμενο, μέχρι σήμερα: «It seems plain, on principle and on authority, that, if a blind man, or a man who cannot read, or who for some reason (not implying negligence) forbears to read, has a written contract falsely read over to him, the reader misreading to such a degree that the written contract is of a nature altogether different from the contract pretended to be read from the paper which the blind or illiterate man afterwards signs: then, at least if there be no negligence, the signature so obtained is of no force. And it is invalid not merely on the ground of fraud, where fraud exists, but on the ground that the mind of the signer did not accompany the signature; in other words, that he never intended to sign, and therefore in contemplation of law never did sign, the contract to which his name is appended.» Στους νεότερους χρόνους η Saunders v. Anglia Building Society, ανωτέρω, που είναι απόφαση της Βουλής των Λόρδων αποτελεί σταθμό γιατί έδωσε και κάποιες νέες προεκτάσεις και διεύρυνε τους ορίζοντες της αρχής. Μεταφέρουμε το σχετικό σχόλιο των Cheshire, Fifoot and Furmston´s «Law of Contract», 13η έκδοση,
(1996), σελ. 268 -269: «It will be observed that the judgment of Byles J, which was approved by the House of Lords in Saunders v. Anglia Building Society (known in the lower courts as Gallie v. Lee), expanded the scope of the plea non est factum in two respects; it extended it to unsealed contracts and to the situation where an educated man, to whom no negligence is attributable, has failed to scrutinize what he has signed. Nevertheless, the judiciary is now agreed that, if the confidence of third parties who normally rely upon the authenticity of signatures is not to be eroded, the plea must be confined within narrow limits. A heavy burden of proof lies upon the party by whom it is invoked. The main difficulty is to define the degree of difference that must exist between the signed contract and that which the mistaken party intended to sign before it can be said that the consent of the signatory was totally lacking. A definitive formula of universal application is scarcely possible. Everything depends upon the circumstances of each case. It will be recalled that the court in Foster v. Mackinnon required the written contract to be «of a nature altogether different» from that which the mistaken party believed it to be. In Saunders v. Anglia Building Society the Law Lords suggested a variety of alternative expressions, such as «radically», «fundamentally», «basically», «totally» or «essentially» different in character or substance from the contract intended; but it is doubtful whether these add much to what was said by Byles J. In the comparatively few cases in which the plea has succeeded, the degree of difference between the intention and the act of the signatory has been wide enough to satisfy the most exacting of arbiters. The contract, for instance, has been held void where the signatory´s intention was directed to a power of attorney, not to a mortgage: to a guarantee, not to a bill of exchange; to a testification to the fraudulent person´s signature, not to a promissory note for £11,113; to a proposal for insurance, not to a guarantee of the fraudulent person´s overdraft.» Η Saunders v. Anglia, ανωτέρω, εφαρμόστηκε και στην Avon Finance Co. Ltd. v. Bridger and Another
(1985)2 All E.R.281, και αφορά την πτυχή της αμέλειας. Η σύνοψη στην σελ. 281 είναι άκρως κατατοπιστική: «The doctrine of non est factum had limited application and could only be relied on by a defendant if he had exercised reasonable care in the circumstances in connection with the transaction. On the facts, it was not possible to find that the defendants had exercised such reasonable care as was appropriate in the circumstances in entering into the transaction. Accordingly, the defendants could not rely on the defence of non est factum; Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All E.R. 961 applied.»» Σύμφωνα λοιπόν με τη σχετική νομολογία η αρχή έχει περιορισμένη εφαρμογή. Ο εναγόμενος ο οποίος είναι ένοχος αμέλειας κατά την εκτέλεση σύμβασης δεν μπορεί να την επικαλεσθεί. Για να επιτύχει η υπεράσπιση non est factum ο εναγόμενος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι: (α) υπήρξε αθέμιτος επηρεασμός από τον ενάγοντα ή από κάποιο πρόσωπο που ενεργούσε ως αντιπρόσωπός του. (β) ο ίδιος επέδειξε εύλογη φροντίδα και επιμέλεια κάτω από τις περιστάσεις σε σχέση με την πράξη, και (γ) στην περίπτωση που κάποιος πιστωτής ή προτιθέμενος δανειστής επιθυμεί την προστασία μιας εγγύησης από τρίτο πρόσωπο και οι περιστάσεις είναι τέτοιες που θα αναμένετο από τον πιστωτή να έχει επιρροή σε αυτό το τρίτο πρόσωπο, ο πιστωτής πρέπει, για δική του προστασία, να επιμένει όπως το τρίτο πρόσωπο λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να επιτύχει η υπεράσπιση του non est factum. Οι υπογραφές των Εναγομένων 2, 3 και 4 επί του εγγυητηρίου (Τεκμήριο 3) και γενική η κατάρτιση του εν λόγω εγγράφου είναι δεδομένη. Έχω εξετάσει με μεγάλη λεπτομέρεια και το θέμα της κατάρτισης της σύμβασης εγγύησης (Τεκμήριο 3) ως άρρηκτα συνυφασμένη με την εκδοχή των Εναγομένων 2, 3 και
  1. Η μαρτυρία της Δώρας Νικολαΐδου (ΜΕ1) ήταν, κατά τη δική μου αξιολόγηση, αληθής και δεν διατηρώ αμφιβολία ότι σύμφωνα με την πάγια τακτική που ακολουθείται από την Τράπεζα, εξήγησε στους Εναγομένους 2, 3 και 4 τις επιπτώσεις και τους κινδύνους από το ενδεχόμενο να μη ανταποκρινόταν η Εναγομένη 1 στις υποχρεώσεις της έναντι των Εναγομένων. Ενόψει της αποδοχής της μαρτυρίας της ΜΕ1 η εκδοχή των Εναγομένων 2, 3 και 4 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο Εναγόμενος 2 πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι όταν εγκρίθηκε η παραχώρηση τραπεζικής διευκόλυνσης από τους Ενάγοντες ο ίδιος νόμιζε ότι επρόκειτο για δάνειο και ως εκ τούτου ζήτησε από τα αδέλφια του - Εναγομένους 3 και 4 - να υπογράψουν την επίδικη εγγύηση, παραπλανώντας τους ότι θα υπέγραφαν για δάνειο. Παρόλο ότι η πιο πάνω θέση δεν είναι δικογραφημένη και δεν μπορώ να την εξετάσω, θα εκφέρω την άποψή μου επί τούτης. Κατ' αρχή θα πρέπει να πω ότι ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 ότι παραπλανήθηκε ο ίδιος ως προς τη φύση του εγγράφου που υπέγραψε δεν μπορεί να γίνει δεκτός και απορρίπτεται αφού διαψεύδεται από το περιεχόμενο της επιστολής των Εναγόντων προς την Εναγόμενη 1, ημερ. 17/12/88 (Τεκμήριο 13) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Σχετικά με την αίτησή σας με ημερ. 13/12/88 με ευχαρίστηση σας πληροφορούμε ότι η Τράπεζα έχει εγκρίνει τις πιο κάτω διευκολύνσεις: ......................... Αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού σας από £15,000 σε £30,
  2. Αύξηση του ορίου πιστώσεων (Όψεως ή Δι΄ Αποδοχής) από £15,000 σε £20,
  3. Σκοπός: Κεφάλαιο Κινήσεως. Εξασφάλιση: · Οι υπάρχουσες. · Προσωπικές εγγυήσεις των κ.κ. Γεώργιου Χατζηκώστα, Μιχαήλ Χατζηκώστα και Δήμου Χατζηκώστα για £50,000 σε αντικατάσταση των υφιστάμενων προσωπικών εγγυήσεων. · Επιπρόσθετη Κυμαινόμενη Επιβάρυνση. ..................................................................................» Στο αριστερό κάτω μέρος του Τεκμηρίου 13 υπάρχει η υπογραφή του Γεώργιου Χατζηκώστα - Εναγόμενου 2 - ότι αποδέχεται το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  4. Όσον αφορά την ισχυριζόμενη παραπλάνηση των Εναγομένων 3 και 4 αναφέρω τα ακόλουθα. Στην παρούσα περίπτωση ειδική σχέση απ' αυτές που προβλέπονται στο Νόμο ή στη νομολογία δεν έχει αποδειχθεί, από την οποία να εγειρόταν θέμα είτε εξαναγκασμού, είτε πίστης, είτε εμπιστοσύνης σε βαθμό εξάρτησης ή κυριαρχίας επί της θέλησης των Εναγομένων 3 και
  5. Δεν είχαν επομένως καν νομική υποχρέωση οι εκπρόσωποι των Εναγόντων να επεξηγήσουν περί των κινδύνων και/ή να επιμένουν όπως οι Εναγόμενοι 3 και4 λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή προτού υπογράψουν την εγγύηση (βλ. Σ.Π.Ε. Αγίας Φυλάξεως ν. Πούλλα κ.ά.
(2004)1 (Β) ΑΑΔ 961, 976 και Κούντουρου ν. Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ, Πολ. Έφεση 11699, ημερ. 24/3/08). Τα άρθρα 16 και 18 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, και η σχετική νομολογία μας διασφαλίζουν πλήρως την ελεύθερη βούληση του ατόμου κατά τη σύναψη οποιασδήποτε σύμβασης (βλ., μεταξύ άλλων, Coudounaris v. Coudounaris
(1980)1 CLR 581, Σιάτη ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 1602, Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδη
(1998)1 (Β) ΑΑΔ 555 και Μαρκίδου ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 2069). Για μια εκτενή αναφορά και λεπτομερή ανάλυση της υπεράσπισης της ψυχικής πίεσης παραπέμπω στην υπόθεση Σ.Π.Ε. Αγίας Φυλάξεως ν. Πούλλα κ.ά (ανωτέρω), σελ. 968-972. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση National Westminster Bank Plc v. Morgan
(1985)1 All E.R. 821 σύμβαση δεν μπορεί να ακυρωθεί λόγω ψυχικής πίεσης, εκτός αν αποδειχθεί ότι η σύμβαση ήταν καταφανώς επαχθής για το πρόσωπο που είχε υποστεί την επίδραση. Η βάση της αρχής αυτής δεν βρίσκεται στη δημόσια πολιτική, αλλά στην πρόληψη της θυματοποίησης του ενός συμβαλλόμενου από τον άλλο και συνεπώς δεν προκύπτει απαραίτητο τεκμήριο ψυχικής πίεσης, απλώς και μόνο από το γεγονός ότι υπήρχε εμπιστευτική σχέση μεταξύ των μερών. Η άσκηση ψυχικής πίεσης από τρίτο πρόσωπο σε ένα από τους συμβαλλόμενους σε σύμβαση εγγύησης ή άλλη σύμβαση αποδεικνύεται μόνο αν ικανοποιηθούν κάποιες βασικές προϋποθέσεις. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Σολωμού v. Vineyard View Tourist Ent. Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 300, για να επιτύχει η υπεράσπιση ψυχικής πίεσης από τρίτο πρόσωπο σε σύμβαση δύο άλλων προσώπων όπως και στην παρούσα υπόθεση, πρέπει, είτε να φαίνεται ότι το τρίτο πρόσωπο ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του άλλους μέρους ή ότι το άλλο μέρος είχε πραγματική ή εξυπακουόμενη γνώση («actual or constructive notice») της ψυχικής πίεσης. Ανεξάρτητα λοιπόν από την εμπλοκή του Εναγομένου 2, αδελφού των Εναγομένων 3 και 4, πρέπει να αποδειχθεί και η εμπλοκή των Εναγόντων στην υποτιθέμενη ψυχική πίεση που οι Εναγόμενοι 3 και 4 ισχυρίζονται ότι υπέστησαν. Στην αγγλική υπόθεση Barclays Bank Plc v. O´Brien [1993] 4 All E.R. 417, το Δικαστήριο αναφερόμενο στο θέμα της ψυχικής πίεσης από τρίτο πρόσωπο ως αντιπροσώπου του ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη σε σύμβαση, σχολίασε το εξής: ".... the reality of the relationship is that, the creditor having required of the principal debtor that there must be a surety, the principal debtor on his own account in order to rαise the necessary finance seeks to procure the support of the surety. In doing so he is acting of himself not for the creditor." Λέχθηκε δηλαδή ότι ο πιστωτής/δανειστής εφόσον απαιτεί από τον πρωτοφειλέτη ότι πρέπει να υπάρχει εγγυητής, ο πρωτοφειλέτης για δικό του λογαριασμό, προκειμένου να εξασφαλίσει τις αναγκαίες χρηματοδοτήσεις ζητά να εξασφαλίσει την υποστήριξη εγγυητή. Πράττοντας έτσι όμως, ο πρωτοφειλέτης ενεργεί για τον εαυτό του και όχι για τον πιστωτή.» Περαιτέρω στην υπόθεση Σιάτη v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1598 το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην υπόθεση του Αγγλικού Εφετείου Midland Bank Plc v. Shephard [1988] 3 All ER 17 τονίζοντας ότι ένας πιστωτής θα μπορούσε ενδεχόμενα να αποτύχει στην απαίτηση του εάν καταδειχθεί ότι αυτός είχε αναθέσει την εξασφάλιση της υπογραφής οφειλέτη σε κάποιον ο οποίος ήταν, εν γνώσει του πιστωτή, σε θέση να επηρεάσει τον οφειλέτη και πράγματι εξασφάλισε την υπογραφή του οφειλέτη ασκώντας αθέμιτη επιρροή ή ψευδείς παραστάσεις. Στην παρούσα υπόθεση δεν διαφάνηκε σε καμία περίπτωση να δόθηκαν οποιεσδήποτε οδηγίες από τους Ενάγοντες στον Εναγόμενο 2, υπό την έννοια ανάθεσης σε αυτόν του έργου της εξασφάλισης εγγύησης από τους αδελφούς του, για να εξασφαλίσει δηλαδή την υπογραφή των Εναγομένων 3 και 4 σε οποιαδήποτε συμφωνία εγγύησης. Ο Εναγόμενος 2 σε καμία περίπτωση δεν αντιπροσώπευε τους Ενάγοντες. Κατά πόσο δε ένας πιστωτής/δανειστής είχε πραγματική ή εξυπακουόμενη γνώση της ισχυριζόμενης ψυχικής πίεσης είναι θέμα το οποίο απασχόλησε τόσο την αγγλική όσο και την κυπριακή νομολογία. Στην αγγλική υπόθεση Barclays Bank v. Boulter [1997] 2 All ER 1002 το Δικαστήριο κατέληξε ότι σε περιπτώσεις που σχετίζονται με την ανεπισημότητα εμπορικών συναλλαγών μεταξύ συζύγων θα ήταν αρκετό να έχει γνώση ψυχικής πίεσης ο πιστωτής/δανειστής αν ο επικαλούμενος την ακύρωση αποδείξει ότι η προσβαλλόμενη συναλλαγή είναι έκδηλα μειονεκτική για αυτόν. (Βλ. επίσης National Westminster Bank Plc v. Morgan [1983] 3 All ER 85). Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης οι ισχυρισμοί των Εναγομένων 2, 3 και 4 δεν μπορούν να ευσταθήσουν αφού:
(1)Οι Ενάγοντες σε καμία ενέργεια προέβησαν που θα μπορούσε να θεωρηθεί αθέμιτη επιρροή.
(2)Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία δεν ήταν η πρώτη φορά που οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 υπέγραφαν εγγύηση για τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 προς την Τράπεζα, κάτι βεβαίως που δείχνει πως είχαν γνώση τέτοιων συναλλαγών.
(3)Η επίδικη εγγύηση υπογράφηκε το 1989 και έκτοτε οι Ενάγοντες παρείχαν τις οικονομικές διευκολύνσεις στην Εναγόμενη 1, της οποίας η επιχείρηση προφανώς δεν πήγε καλά στο τέλος. Αν η υποχρέωση της εγγύησης έγινε κάτω από τις συνθήκες που οι ίδιοι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 ισχυρίζονται, τότε προβάλλει εύλογα το ερώτημα γιατί δεν προέβησαν στα δέοντα μέτρα να την ακυρώσουν, αντί να περιμένουν να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους μετά την καταχώριση της αγωγής, που έγινε το 2002.
(4)Οι επίδικες συναλλαγές δεν έγιναν για κανένα άλλο λόγο παρά για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα της Εναγομένης 1 εταιρείας, στην οποία μέτοχοι ήσαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 και επομένως, όχι μόνο δεν ήσαν οι συναλλαγές εναντίον των συμφερόντων τους, αλλά τα εξυπηρετούσαν. Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω αποδεχτεί και τα ευρήματα μου καταλήγω ότι η σχέση των Εναγομένων 3 και 4 με τους Ενάγοντες δεν ήταν σχέση εμπιστοσύνης. Αν θεωρηθεί ότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 πιέστηκαν ή παραπλανήθησαν από τον Εναγόμενο 2 να υπογράψουν την επίδικη σύμβαση εγγύησης και πάλιν η ελεύθερη βούλησή τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάστηκε, γιατί ο Εναγόμενος 2 δεν ήταν αντιπρόσωπος των Εναγόντων και δεν αποδείκτηκε ότι οι Ενάγοντες είχαν γνώση της όποιας πίεσης που ίσως ασκήθηκε από τον Εναγόμενο 2 στους Εναγόμενους 3 και 4. Θα πρέπει ακόμα να πω πως δεν νομίζω ότι οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση να βεβαιωθούν ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 είχαν λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή ως προς τις συνέπειες της υπογραφής τους (βλ. Σ.Π.Ε Αγίας Φυλάξεως ν. Πούλλα κ.α. (ανωτέρω) και Κούντουρου ν. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ, Πολ. Έφεση 11699, ημερ. 24/3/08). Όπως δε ορθά τονίστηκε και στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Δημητρίου κ.ά. ν. Κωνσταντινίδη κ.ά.
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1503, στη σελ. 1511, οι πρόνοιες του άρθρου 16
(3)του Κεφ. 149 δεν εξυπονοούν ότι θα πρέπει πάντα σε περιπτώσεις όπου η σύμβαση είναι επαχθής, να αποδεικνύεται ότι η συναλλαγή δεν ήταν το αποτέλεσμα άσκησης ψυχικής πίεσης. Για να χρειάζεται καν απόδειξη του γεγονότος ότι ο συμβαλλόμενος «ενεργούσε ανεξάρτητα από οποιανδήποτε επίδραση που προερχόταν από το πρόσωπο που θα αποκόμιζε το όφελος, με πλήρη επίγνωση των πράξεών του, θα πρέπει πρώτα να έχει αποδειχθεί η άλλη προϋπόθεση του άρθρου 16, ότι δηλαδή ο συμβαλλόμενος είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του συμβαλλόμενου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντί του». Συνοψίζοντας τα πιο πάνω κρίνω ότι οι Ενάγοντες δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστούσε αθέμιτη επιρροή. Πέραν της αδελφικής σχέσης μεταξύ του Εναγομένου 2 και των Εναγομένων 3 και 4, σε καμία ενέργεια ή παράλειψη προέβη ο πρώτος έναντι των δευτέρων, η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν επιλήψιμη συμπεριφορά. Η επίδικη εγγύηση δεν δόθηκε για κανένα άλλο λόγο παρά για να εξυπηρετήσει και προωθήσει τα συμφέροντα της Εναγομένης 1, στην οποία μέτοχοι και διευθυντές ήσαν και οι Εναγόμενοι 2 και 3 - ο Εναγόμενος 3 ήταν και γραμματέας - και επομένως όχι μόνο δεν ήταν η επίδικη εγγύηση εναντίον των συμφερόντων τους, αλλά τα εξυπηρετούσαν. Οι Εναγόμενοι 3 και 4 γνώριζαν ότι υπέγραφαν έγγραφο εγγύησης διευκολύνσεων που θα δίδονταν στην εταιρεία τους - την Εναγόμενη 1 - και τι σημαίνει γενικά εγγύηση και κανένας δεν τους παραπλάνησε ή τους απέκρυψε οτιδήποτε. Να υπενθυμίσω ότι, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν ήταν η πρώτη φορά που οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 υπέγραφαν εγγύηση για τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 προς την Τράπεζα. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να τονίσω ότι ο Εναγόμενος 4 δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία και ως εκ τούτου δεν έχει προωθηθεί η δική του θέση επί του προκειμένου. Στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων 1 - 4 κάνοντας αναφορά στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. T.G. &Sons Importing Ltd κ.α.
(2004)1 (Α) ΑΑΔ 180 εισηγήθηκε ότι η παροχή του δανείου, το οποίο αναφέρεται στο Τεκμήριο 2, από τους Ενάγοντες προς την Εναγόμενη 1 αποτελεί ξεχωριστή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων η οποία δεν καλύπτεται από οποιαδήποτε προσωπική εγγύηση. Ο γενικός κανόνας, όπως καθορίζεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη σχετική νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Courtis v. Iasonides
(1970)1 CLR 170, Loucaides v. C.D. Hay & Sons Ltd
(1971)1 CLR 134, Παπακόκκινου & άλλες ν. Θεοδοσίου
(1991)1 ΑΑΔ 379, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24 και Χαραλάμπους κ.ά. ν. Κούτα
(1997)1 (Α) ΑΑΔ 23), είναι ότι τα δικόγραφα καθορίζουν τα επίδικα θέματα και δεν είναι επιτρεπτή η εξέταση θεμάτων που δεν εγείρονταν σε αυτά. Ισχυρισμοί οι οποίοι δεν αναφέρονται στα δικόγραφα δεν αποτελούν επίδικα θέματα, έστω και αν υποστηρίζονται από σχετική μαρτυρία. Μαρτυρία, που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα πρέπει να αγνοείται από το Δικαστήριο. Στην παρούσα υπόθεση είναι ορθό ότι οι Εναγόμενοι 1 - 4 δεν έχουν εγείρει το θέμα στην υπεράσπιση τους και κρίνω ότι, μέσα από τις κατευθυντήριες γραμμές της σχετικής νομολογίας δεν μπορώ να το εξετάσω. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω απόφαση μου θα προχωρήσω να εκφέρω την άποψή μου ως προς την θέση του Δικαστηρίου αν έκρινα ότι μπορούσα να εξετάσω το θέμα. Σύμφωνα με το άρθρο 84 του Κεφ. 149: «Σύμβαση εγγύησης είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο. Το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται εγγυητής. το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται πρωτοφειλέτης και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται πιστωτής.» Με την σύμβαση εγγύησης κάποιο τρίτο πρόσωπο, ο εγγυητής αναλαμβάνει έναντι του πιστωτή, την εκπλήρωση της υποχρέωσης ή υπόσχεσης του πρωτοφειλέτη. Παρόλο ότι η σύμβαση εγγύησης αποτελεί αυτόνομη σύμβαση είναι ταυτόχρονα και το παρεπόμενο αποτέλεσμα μιας άλλης σύμβασης, της κύριας σύμβασης μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη για την οποία συνάπτεται η σύμβαση εγγύησης. Το άρθρο 85 του Κεφ. 149 θεωρεί ως επαρκή αντιπαροχή την πράξη ή υπόσχεση που δίνεται στον πρωτοφειλέτη από τον πιστωτή. Στο σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS 27TH edition σελ. 1314,στην παράγραφο 42-011 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «General. A contract of suretyship, like any other contract must be supported by consideration if it is not contained in a deed. Where the surety guarantees some future debt of transaction, the consideration may be a promise on the part of the creditor to grant the credit or enter into the transaction or the actual act of doing so. Even if is commonly the case the surety derives no benefit from the transaction, the creditor suffers a detriment which is sufficient consideration. » Στο Τεκμήριο 3 παρέχεται τέτοιο αντάλλαγμα από πλευράς του πιστωτή δηλαδή να παρέχει και/ή να συνεχίσει να παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις οποιασδήποτε μορφής είτε σε μορφή δανείων οποιασδήποτε φύσεως, είτε σε μορφή τρεχούμενου ή άλλου είδους λογαριασμού προς τον πρωτοφειλέτη για οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους που από καιρό σε καιρό ο πιστωτής θα αποφασίζει. Συνεπώς στην παρούσα υπόθεση παρέχεται από την πλευρά των Εναγόντων επαρκής αντιπαροχή τόσο για παρελθούσες όσο και για μελλοντικές υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη απέναντι στον πιστωτή για τους σκοπούς της παροχής της εγγύησης από τον εγγυητή. Η υπόσχεση που δίδεται από τους Ενάγοντες στην Εναγόμενη 1 στο Τεκμήριο 13, δηλαδή η αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού της αποτελεί την αντιπαροχή. Το αντάλλαγμα της εγγύησης το επωφελήθηκε η Εναγόμενη 1. Σύμφωνα με την απόφαση Savvides v. Christofides
(1978)1 CLR 303 το δίκαιο της εγγύησης ρυθμίζεται από το Αγγλικό Δίκαιο των συμβάσεων και στο εν λόγω δίκαιο έχει αποφασιστεί ότι αν ο εγγυητής εγγυάται παρελθούσες δοσοληψίες σε αντάλλαγμα της υπόσχεσης του πιστωτή να συνεχίσει να του παραχωρεί περαιτέρω πίστωση τότε υπάρχει επαρκής αντιπαροχή. Σχετικό είναι και το σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS 27η έκδοση, σελ. 1314, παρ. 42-013. Συνεπώς για την εγγύηση Τεκμήριο 3 υπάρχει επαρκής αντιπαροχή και η εγγύηση αυτή είναι καθόλα νόμιμη και έγκυρη και δεσμεύει τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 αφού και με την υπογραφή της αποδέκτηκαν το περιεχόμενο της. Με βάση το άρθρο 87 του Κεφ. 149 η εγγύηση η οποία εκτείνεται σε σειρά συναλλαγών καλείται συνεχής εγγύηση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS 27TH edition σελ. 1332, στην παρ. 42-037: "Continuing guarantees. It is often a difficult question whether a guarantee for example, of the price of goods to be supplied or money to be lent up to a specified amount, is intended to extend to a single or definite number of transactions, or whether it is intended to be continuous. In the former event payment by the principal debtor for the goods sold, or repayment of the money lent brings the surety´s liability to an end; in the latter event, the surety remains liable if further goods are supplied or money lent up to the limit of the guarantee. Whether the guarantee in continuing in any given case in a question of construction;." To κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών όπως εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν, όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί και η πρόθεση αυτή διακριβώνεται με τον καλύτερο τρόπο με το να εξετάζεται η σχετική κατάσταση των μερών κατά το χρόνο συγγραφής του εγγράφου (βλ. Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκ., 1972, σελ. 619). Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι το θέμα δεν μπορεί να αποφασισθεί με βάση μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί ποιο ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νουν όταν δόθηκε η εγγύηση (Heffield v. Meadows
(1869)L.R. 4 C.P. 595, 599). Στο σύγγραμμα «Law of Guarantees» 3rd ed. των Geraldine Mary Andrews και Richard Millett σελ. 90 υποδεικνύεται ότι μια ειδική (specific) εγγύηση είναι εκείνη που καλύπτει μια συγκεκριμένη υποχρέωση, ή μια συγκεκριμένη πράξη ή σειρά πράξεων π.χ. τα ποσά που οφείλονται δυνάμει αναγνωρισθείσης σειράς τιμολογίων. Συνεχής εγγύηση είναι εκείνη που καλύπτει υποχρεώσεις ή πράξεις αποπληρωμής δόσεων οι οποίες συνεχίζουν να λαμβάνουν χώραν μεταξύ του πρωτοφειλέτη και του πιστωτή, όπως τα δάνεια τα οποία είναι πληρωτέα από καιρού εις καιρόν επί τρεχούμενου λογαριασμού μεταξύ προμηθευτή αγαθών και συνήθους αγοραστού ή μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη. Υποδεικνύεται, επίσης - στη σελ. 91 - ότι γενικώς όπου υπάρχει ασάφεια το Δικαστήριο κλίνει υπέρ της ερμηνείας της εγγύησης ως ειδικής παρά ως συνεχούς κατ΄ επίκληση του κανόνα contra proferentem. Αναφορικά με την ευχέρεια λήψης υπόψη των συνθηκών που περιβάλλουν την πράξη οι ευπαίδευτοι συγγραφείς παραπέμπουν (βλ. σελ. 91) στην Ιρλανδική υπόθεση Governor of the Bank of Ireland v. McCabe
(1995)4 J.I.B.L. 9-71 στην οποία κρίθηκε ότι η εγγύηση, σε σχέση με δάνειο, η οποία ανέφερε ότι ήταν δεσμευτική ως συνεχής ασφάλεια (continuing security) ήταν ειδική εγγύηση η οποία έπαυσε να ισχύει όταν το δάνειο αποπληρώθηκε στην Τράπεζα. Τέλος υποδεικνύουν (βλ. σελ. 91) ότι η πρόθεση για δημιουργία συνεχούς εγγύησης μπορεί να συναχθεί απλώς από την αναφορά σε «οποιοδήποτε χρέος» («any debt») η «οποιαδήποτε ποσά χρημάτων» («any sums of money») τα οποία παρέχονται στον πρωτοφειλέτη. Στην υπό εξέταση υπόθεση είναι σημαντική για τον προσδιορισμό του είδους της εγγύησης η 1η παράγραφος του Τεκμηρίου
  1. Από την διατύπωση και την έκταση της εγγύησης, προκύπτει ότι είναι συνεχής και όχι απλή εφόσον φαίνεται να επεκτείνεται σε σειρά συναλλαγών παρουσών και μελλοντικών. Η πιο πάνω υπόθεση στην οποία παρέπεμψε ο κ. Κάιζερ δεν βοηθά με οποιονδήποτε τρόπο την επί του προκειμένου θέση των Εναγομένων εφόσον εκεί είχε εξεταστεί κατά πόσο η εγγύηση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συνεχής ώστε να καλύψει μια νέα μεταγενέστερη συμφωνία δανείου του πρωτοφειλέτη, το προϊόν της οποίας είχε χρησιμοποιηθεί για εξόφληση της συμφωνίας για την οποία είχε αρχικά δοθεί η επίδικη εγγύηση. Κρίθηκε ότι η εγγύηση δεν καλύπτει την μεταγενέστερη συμφωνία υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης. Είναι φανερό ότι δεν είχε επέλθει απλώς μεταβολή κάποιου όρου της συμφωνίας μεταξύ πρωτοφειλέτη και δανειστή αλλά πλήρης διευθέτησή της. Στην υπό κρίση υπόθεση η συμφωνία - Τεκμήριο 1 - αποτελεί συμφωνία παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό, χωρίς προκαθορισμένο ποσό. Η συμφωνία εγγύησης - Τεκμήριο 3 - δόθηκε και αφορά το Τεκμήριο
  2. Η προσπάθεια των Εναγομένων 2, 3 και 4 να συνδέσουν το αρχικώς παραχωρηθέν ποσό με τη συμφωνία εγγύησης, προς το σκοπό περιορισμού της ευθύνης τους, είναι εκτός τους γράμματος και του πνεύματος αυτής, η οποία ρητά παραπέμπει στη συμφωνία - Τεκμήριο 1 - η οποία παρέχει τη δυνατότητα στην Τράπεζα, δηλαδή τους Ενάγοντες, κατά την απόλυτη κρίση της, να καθορίζει το ποσό και το είδος της διευκόλυνσης. Οι αυξήσεις χρεωστικού ορίου που παραχωρήθηκαν είναι στα πλαίσια εφαρμογής και λειτουργίας της συμφωνίας - Τεκμήριο 1 - και με κανένα τρόπο δεν επηρεάζουν την ευθύνη των Εναγομένων 2, 3 και 4, η οποία δόθηκε για απεριόριστο ποσό, στη βάση του Τεκμηρίου
  3. Ότι η ευθύνη των Εναγομένων 2, 3 και 4 είναι για απεριόριστο ποσό προκύπτει και από την παράγραφο 18 του Τεκμηρίου 3 (βλ. Archbold Invest. Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 (Β) ΑΑΔ 1084). Επομένως, υπό το φως του συνόλου των ευρημάτων που έχω διατυπώσει πιο πάνω καταλήγω περαιτέρω ότι οι Ενάγοντες έχουν επιτύχει να αποδείξουν την απαίτηση τους εναντίον των Εναγομένων 1 -
  1. Το ύψος του αποδειχθέντος ποσού είναι, βέβαια, διαφορετικό ενόψει των καταστάσεως λογαριασμού (Τεκμήρια 15 και 17), που ετοίμασε ο ΜΕ
  2. Πρόκειται για συνολικό ποσό €158.725,53 με τόκους προς 12,25% ανά εξαμηνία κεφαλαιοποιουμένων εκάστη 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους από 12/3/2008 μέχρι εξοφλήσεως. Ενόψει των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 αφού και/ή κεχωρισμένα για το πιο πάνω ποσό με τόκο ως ανωτέρω μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω, εκδίδεται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης 1 δηλωτική απόφαση ότι οι κυμαινόμενες επιβαρύνσεις που ενεγράφησαν στον Έφορο Εταιρειών την 13/1/83, 12/2/88 και 3/2/89 ως και τα ομόλογα επιβάρυνσης ημερ. 7/1/83, 6/2/88 και 30/1/89 παραμένουν έγκυρα και ισχυρά και δυνάμει τούτων οι Ενάγοντες δύνανται να διορίσουν Παραλήπτη και Διαχειριστή (Receiver and Manager) της περιουσίας της Εναγομένης
  3. Επίσης επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 - 4 ομού και/ή κεχωρισμένα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ........... Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ-νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.