Prasad Manjula ν. Μάριου Αλωνεύτη κ.α., Αρ. Αγωγής: 3135/03, 24 Σεπτεμβρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A179 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3135/03 Μεταξύ Prasad Manjula Ενάγοντος και
- Μάριου Αλωνεύτη
- Paris Motors Agency Ltd Εναγομένων Αίτηση της ATLANTIC INSURANCE CO. PUBLIC LTD ημερ. 6.6.2008 Ημερομηνία: 24 Σεπτεμβρίου 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια: κ. Γεωργίου Για Καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα: κ. Κνώφος (για Χ"Χριστοφή, Παπαλλή και Σωτηρίου) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση η αιτήτρια επιζητεί διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται το διάταγμα ημερομηνίας 8.5.2008 που επιτρέπει την υποκατάστατη επίδοση της αίτησης του ενάγοντα ημερομηνίας 18.12.2007 για προσθήκη συνεναγομένων στην αιτήτρια και/ή η επίδοση της εν λόγω αίτησης στην αιτήτρια, πλέον έξοδα. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.16 θ.9, Δ.2 θ.θ.1, 3, 6 και 12, Δ.5 θ.7 και Δ.48 θ.θ.1-4, 8
(4)και 9, το άρθρο 23 του Νόμου 96
(1)/2000 και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Κωστάκη Πουργούρα ίδιας ημερομηνίας, ο οποίος αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της αιτήτριας εταιρείας και εργάζεται στο Τμήμα Απαιτήσεων, γνωρίζει δε καλά τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα αγωγή προσωπικά ή από έγγραφα που έχει στη διάθεση του και/ή από συμβουλές των δικηγόρων της αιτήτριας και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Η αίτηση του ενάγοντα για προσθήκη συνεναγομένων ημερομηνίας 18.12.2007 επιδόθηκε στην αιτήτρια τις 23.5.2008, βάσει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.5.2008 με το οποίο επιτράπηκε η υποκατάστατη επίδοση της αίτησης στην αιτήτρια. Η αιτήτρια εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο παρείχε ασφαλιστική κάλυψη σε σχέση με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο προτιθέμενος να συνενωθεί ως εναγόμενος Gamage Kumara. Από νομικής συμβουλής που τυγχάνει πιστεύει ότι το εν λόγω διάταγμα είναι λανθασμένο καθότι εκδόθηκε με δικονομική βάση το άρθρο 23 του Νόμου 96
(1)/2000, το οποίο επιτρέπει την υποκατάσταση επίδοση στην ασφαλιστική εταιρεία μόνο του κλητηρίου εντάλματος και της ειδοποίησης τριτοδιαδίκου και όχι οποιουδήποτε άλλου δικογράφου και ειδικότερα αίτησης που υποβάλλεται στα πλαίσια εκδίκασης οποιασδήποτε αγωγής. Συνεπώς τόσο το διάταγμα με το οποίο επιτράπηκε η υποκατάστατη επίδοση της προαναφερθείσας αίτησης στην αιτήτρια όσο και η επίδοση της βάσει αυτού προς αυτήν θα πρέπει να παραμεριστούν. Με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης του καθ' ου η αίτηση- ενάγοντα που καταχωρήθηκε στις 7.7.2008, της οποίας νομική βάση είναι το άρθρο 23 του Νόμου 96
(1)/2000, οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ.1-4 και η συμφυής εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης. Ότι νόμιμα εκδόθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.5.2008 που επέτρεψε την επίδοση της αίτησης του ενάγοντα ημερομηνίας 18.12.2007 για προσθήκη συνεναγομένων στην αιτήτρια εταιρεία και ότι με την υπό κρίση αίτηση η αιτήτρια ζητά από το Δικαστήριο να ελέγξει ως Εφετείο την ορθότητα της απόφασης του να εκδώσει το επίδικο διάταγμα. Στην ένορκη δήλωση του Χρυσοβαλάντη Σωτηρίου, ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την ένσταση, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον ενάγοντα και γνωρίζοντας καλά όλα τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά και από πληροφορίες των συνηγόρων του ενάγοντα, είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Υποστηρίζει ότι νόμιμα το Δικαστήριο επέτρεψε την υποκατάστατη επίδοση της υπό αναφορά αίτησης για προσθήκη συνεναγομένων στην αιτήτρια εταιρεία καθότι ο προτιθέμενος να προστεθεί ως εναγόμενος 3 Gamage Kumara βρίσκεται στο εξωτερικό και δεν είναι δυνατόν να του γίνει προσωπική επίδοση της αίτησης. Η αιτήτρια εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στο όχημα που οδηγούσε ο Gamage Kumara και καλώς επιδόθηκε σ' αυτήν η αίτηση δυνάμει του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.5.2008, δεδομένου ότι το άρθρο 23 του Νόμου 96
(1)/2000 βάσει του οποίου εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα δεν είναι περιοριστικής φύσης και καλύπτει και την περίπτωση που ο προτιθέμενος να προστεθεί ως συνεναγόμενος βρίσκεται στο εξωτερικό. Επαναλαμβάνοντας το λόγο ένστασης ότι με την υπό κρίση αίτηση το Δικαστήριο καλείται να ελέγξει ως Εφετείο την ορθότητα του εκδοθέντος από αυτό διατάγματος, ο ενόρκως δηλών ζητά την απόρριψη της αίτησης. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν και οι συνήγοροι με τις γραπτές τους αγορεύσεις αναφέρθηκαν στα γεγονότα και στις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα που εξετάζεται υποστηρίζοντας τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα. Ο συνήγορος της αιτήτριας, τονίζοντας ότι η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στις πρόνοιες της Δ.48 θ.8
(4), υπέδειξε ότι σύμφωνα με το άρθρο 23 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (Ν.96(Ι)/2000)- στο εξής « ο Νόμος» - παρέχεται η δυνατότητα επίδοσης μόνο του κλητηρίου εντάλματος αγωγής καθώς και ειδοποίησης τριτοδιαδίκου στον ασφαλιστή σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η επίδοση στον εναγόμενο λόγω μη διαμονής του στη Δημοκρατία και λόγω του ότι η πρόνοια αυτή του Νόμου, όπως ερμηνεύτηκε στη νομολογία, περιέχει ουσιαστικό δίκαιο, δεν είναι επιτρεπτό βάσει του εν λόγω άρθρου να επιτραπεί η υποκατάστατη επίδοση αίτησης στα πλαίσια αγωγής. Αντίθετα ο συνήγορος του καθ΄ ου η αίτηση υποστήριξε ότι το επίδικο διάταγμα καλώς εκδόθηκε καθότι το προαναφερθέν άρθρο του Νόμου θα πρέπει να ερμηνευθεί ότι εφαρμόζεται και για την επίδοση αιτήσεων, στις ανάλογες περιπτώσεις, για την ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης. Στην υπό κρίση περίπτωση πέραν του ότι είναι δίκαιο το εκδοθέν διάταγμα να παραμείνει σε ισχύ εφόσον ο οδηγός του οχήματος, για το οποίο όπως είναι αποδεκτό η αιτήτρια εταιρεία παρείχε ασφαλιστική κάλυψη κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν βρέθηκε στη Δημοκρατία για να του επιδοθεί η αίτηση, το Δικαστήριο καλείται να κρίνει την ορθότητα της δικής του απόφασης ενεργώντας ως Εφετείο, κάτι που, κατά την εισήγηση του συνηγόρου, είναι ανεπίτρεπτο και συνεπώς η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Στην παρούσα υπόθεση ο καθ΄ ου η αίτηση - ενάγοντας με την δια κλήσεως, όπως προνοείται στους θεσμούς, αίτησή του ημερομηνίας 18.12.2007 επιζητεί διατάγματα του Δικαστηρίου τόσο για προσθήκη δύο εναγομένων όσο και για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, καθώς και της έκθεσης απαίτησης. Σύμφωνα με τη νομολογία, η Δ.25 και η Δ.9 παρέχουν την εξουσία στο Δικαστήριο να προβεί στις αναγκαίες τροποποιήσεις ή και προσθήκη ή αντικατάσταση οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου ώστε να βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου προς αποτελεσματική επίλυση των επιδίκων θεμάτων όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις (βλ. Οδυσσέως ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1372). Αναγνωρίζεται περαιτέρω η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κάνει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους και να επιφέρει όσες αλλαγές είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επιδίκων θεμάτων (βλ. Mepa Manag. Ltd κ.ά. ν. Αγροτικής Ετ. Γεν. Ασφαλ.
(1997)1 ΑΑΔ 772). Για να καταστεί δυνατή η επίδοση της εν λόγω δια κλήσεως αίτησης του καθ΄ ου η αίτηση - ενάγοντα στον προτιθέμενο εναγόμενο 3, ο καθ΄ ου η αίτηση - ενάγοντας με τη μονομερή αίτησή του ημερομηνίας 22.4.2008 επεδίωξε και εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.5.2008 με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση της αίτησης στην αιτήτρια, ασφαλιστική εταιρεία Atlantic Insurance Co. Ltd, που παρείχε ασφαλιστική κάλυψη κατά τον ουσιώδη για την υπόθεση χρόνο στο όχημα που οδηγούσε ο προτιθέμενος εναγόμενος 3. Εξετάζοντας τα δεδομένα της υπό κρίση αίτησης υπό το φως των θέσεων της κάθε πλευράς είναι πρόδηλο ότι το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.5.2008, με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση της αίτησης του ενάγοντα ημερομηνίας 18.12.2007 για προσθήκη συνεναγομένων και τροποποίηση του τίτλου και της έκθεσης απαίτησης στην αιτήτρια, εκδόθηκε κατόπιν αίτησης του ενάγοντα που βασίστηκε ουσιαστικά στο άρθρο 23 του Νόμου. Στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου 23 προβλέπεται ότι, όπου λόγω μη διαμονής του εναγόμενου στη Δημοκρατία δεν είναι δυνατή η επίδοση σ' αυτόν στη Δημοκρατία του κλητηρίου εντάλματος σε σχέση με οποιαδήποτε αγωγή, επίδοση στον ασφαλιστή που διατάσσεται από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης για τέτοια επίδοση λογίζεται ως επίδοση στον εναγόμενο. Σε τέτοια περίπτωση ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα καταχώρησης εμφάνισης και διορισμού δικηγόρου εκ μέρους και για λογαριασμό του εναγόμενου. Στη δεύτερη επιφύλαξη της παραγράφου 3 του άρθρου 23 του Νόμου προνοείται ότι για τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου ο όρος «κλητήριο ένταλμα» περιλαμβάνει και ειδοποίηση τριτοδιαδίκου, ο όρος «εναγόμενος» περιλαμβάνει και τον τριτοδιάδικο και ο όρος «ενάγων» περιλαμβάνει και τον εναγόμενο που υποβάλλει αίτηση τριτοδιαδίκου. Πρωταρχικά αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί, εφόσον το θέμα τέθηκε εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα, είναι κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε προγενέστερα μονομερώς, όπως ζητείται με την υπό κρίση αίτηση βάσει της Δ.48 θ.8
(4). Στη νομολογία επισημαίνεται ότι στόχος της Δ.48 Θ.8
(4)εμφανώς είναι η παροχή δυνατότητας επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε ex parte, όταν εκείνος που επηρεάζεται επιθυμεί να ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμα του να ακουστεί, με προοπτική την ακύρωση ή τη διαφοροποίηση του (βλ. Νικολαϊδου ν. Αττίπα κ.α.
(1999)1 ΑΑΔ 1620). Όπως ρητά αναφέρει η εν λόγω δικονομική διάταξη οποιαδήποτε ακύρωση ή τροποποίηση οποιουδήποτε διατάγματος εκδοθέντος μονομερώς μπορεί να γίνει από το επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο, κατόπιν αιτήσεως δια κλήσεως (βλ. In Re HjiSoteriou
(1986)1 CLR 429, Ξάνθος Λυσιώτης και Υιός Λτδ (Αρ.1)
(1996)1 ΑΑΔ 739, Ξάνθος Λυσιώτης και Υιός Λτδ (Αρ. 2)
(1996)1 ΑΑΔ 822). Στην υπόθεση Τάσου
(2000)1 ΑΑΔ 1372 λέχθηκε ότι η δυνατότητα που προσφέρει η υπό αναφορά δικονομική διάταξη για υποβολή αίτησης προς παραμερισμό ή τροποποίηση διαταγής που εκδίδεται ex parte καλύπτει τις περιπτώσεις που είναι δυνατή η έκδοση τέτοιας ex parte διαταγής. Στην υπόθεση Πεδίου
(2004)1 ΑΑΔ 1995, όπου εκφράστηκε η άποψη ότι η δυνατότητα που προσφέρει η Δ.48 θ.8
(4)καλύπτει και τις περιπτώσεις όπου απαιτείται εξ αρχής αίτηση δια κλήσεως, λέχθηκε ότι το αν ορθά ή λανθασμένα υποβλήθηκε αίτηση μονομερώς είναι ζήτημα που και αυτό μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο αίτησης δια κλήσεως βάσει της διαταγής αυτής. Έχω την άποψη ότι στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει την ορθότητα του διατάγματος που εξέδωσε στις 8.5.2008 κατόπιν μονομερούς αίτησης του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα και του οποίου ζητείται η ακύρωση, υπό το φως των ισχυρισμών που προβάλλει η αιτήτρια. Η νομολογία για την εφαρμογή της Δ.48 θ.8
(4), που αποτελεί τη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης, καταδεικνύει αυτή τη δυνατότητα και θεωρώ ότι ενυπάρχει η εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει την ορθότητα του επίδικου διατάγματος. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί που προβάλλονται εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση - ενάγοντα, δεν ευσταθούν. Στην υπόθεση Pambos Zenios Trad. Ltd κ.α. ν. Μ.Τ.Χατζηπαύλος & Υιός Λτδ κ.α.
(2005)1 (Α) ΑΑΔ 464, την οποία επικαλέστηκε ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα για να υποστηρίξει την εισήγηση του, λέχθηκε ότι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί ρυθμίζουν περιοριστικά τις περιπτώσεις στις οποίες ένα δικαστήριο έχει εξουσία παραμερισμού απόφασης ή διαταγής δικαστηρίου ίδιας δικαιοδοσίας και όπως ήδη λέχθηκε δυνάμει της Δ.48 θ.8
(4)παρέχεται αυτή η δυνατότητα, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης. Ως προς την αιτούμενη θεραπεία, κρίνεται βάσιμη η εκ μέρους της αιτήτριας προβαλλόμενη θέση ότι η ερμηνεία που θα πρέπει να δοθεί στο άρθρο 23 του Νόμου είναι ότι δυνάμει αυτού μπορεί να διαταχθεί επίδοση στον ασφαλιστή μόνο κλητηρίου εντάλματος και ειδοποίησης τριτοδιαδίκου. Αυτή η άποψη κρίνεται ορθή τόσο από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου αλλά και από τη νομολογία που αναφέρεται στις παρόμοιες πρόνοιες του άρθρου 15Β του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλεια υπέρ Τρίτου) Νόμου, Κεφ. 333, που εισήχθηκε με το Ν. 81(Ι)/95και τροποποιήθηκε με το Ν. 16(Ι)/2000, δεδομένου ότι το άρθρο 23 του Νόμου αντικατέστησε το όμοιο σε σκοπό άρθρο 15Β του καταργηθέντος Κεφ. 333 (βλ. Lion Insurance Agency Ltd ν. Νικηφόρου
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1610). Στην υπόθεση Padley v. Dobson κ.α.
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1583 λέχθηκε ότι το άρθρο 15Β, δεν διέπει στην πραγματικότητα το διαδικαστικό θέμα της υποκατάστατης επίδοσης παρά δημιουργεί ένα νέο και ουσιαστικό δικαίωμα απευθείας αγωγής του ενάγοντα κατά του ασφαλιστή ως αυτός να ήταν ο εναγόμενος. Το δικαίωμα αυτό είναι ευρέως γνωστό ως απ' ευθείας αγώγιμο δικαίωμα με ουσιαστική υφή (right of direct action) σε πολλές δικαιοδοσίες, ιδιαίτερα στις Η.Π.Α. από δεκαετίες, και εξυπηρετεί τις σύγχρονες πραγματικότητες, όπως προφανώς επιδιώκει και το άρθρο 15Β. Αποφασίστηκε δε ότι το άρθρο αυτό επιτρέποντας υποκατάστατη επίδοση στον ασφαλιστή εναγόμενου μη διαμένοντος στην Κύπρο δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί και στην περίπτωση εναγομένου-τριτοδιαδίκου, δημιουργώντας κατ' αυτό τον τρόπο απ' ευθείας αγώγιμο δικαίωμα στον εναγόμενο εναντίον του ασφαλιστή του τριτοδιαδίκου. Επισημαίνεται ότι η απόφαση εκδόθηκε πριν την θέσπιση του Ν. 16(Ι)/2000, που τροποποίησε το άρθρο 15Β με την διαγραφή του όρου «υποκατάστατη», που η χρήση της στο άρθρο είχε χαρακτηρισθεί ως ατυχής διατύπωση στην εν λόγω απόφαση και με την προσθήκη των επιφυλάξεων που αφορούν την δυνατότητα επίδοσης στον ασφαλιστή του τριτοδιαδίκου. Στην υπόθεση Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Χ''Σάββα
(2001)1(Α) ΑΑΔ 612, στην οποία απορρίφθηκε η εισήγηση για αντισυνταγματικότητα του άρθρου 15Β που είχε ως υπόβαθρο την αντίληψη ότι αυτό ήταν δικονομικής φύσης, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σαφώς, νομίζουμε, αποσκοπεί στη διαφοροποίηση της βασικής προϋπόθεσης για τη γέννηση της ευθύνης του ασφαλιστή. Εννοούμε την έκδοση απόφασης κατά του εναγομένου. Η έκδοση τέτοιας απόφασης προϋποθέτει, βέβαια, επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο. Χωρίς τέτοια επίδοση δεν θα ήταν δυνατό να διαγνωστεί εγκύρως η ευθύνη του. Η υποκατάστατη επίδοση, όπως την ρυθμίζουν οι διαδικαστικοί κανονισμοί, συνιστά τρόπο έγκυρης επίδοσης. Εγκρίνεται υπό το θεμελιακό δεδομένο πως ευλόγως διασφαλίζει γνωστοποίηση της διαδικασίας στον εναγόμενο ώστε να του παρέχεται η δυνατότητα να ακουστεί. Το άρθρο 15Β υπερβαίνει αυτήν την ανάγκη. Δεν στοχεύει στην εισαγωγή συστήματος υποκατάστατης επίδοσης στον εναγόμενο κατά διαφοροποίηση ή εμπλοκή στα ρυθμιζόμενα με διαδικαστικές πρόνοιες. Δεν ενδιαφέρεται για τη διασφάλιση της πράγματι επίδοσης στον εναγόμενο. Εισάγει στην ουσία τη δυνατότητα γέννησης της υποχρέωσης στον ασφαλιστή χωρίς επίδοση στον εναγόμενο.» Επομένως, πρόδηλα και σαφώς συνάγεται ότι το άρθρο 23 του Νόμου δεν είναι δικονομικής φύσης και ως εκ τούτου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση έκδοσης διαταγμάτων επίδοσης πέραν της επίδοσης κλητηρίου εντάλματος και ειδοποίησης τριτοδιαδίκου και ειδικότερα όσων προηγούνται της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στον ασφαλιστή, δεδομένου και του ότι η αγωγή αρχίζει με την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος εναντίον συγκεκριμένου εναγόμενου όπου διατυπώνεται το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα έναντι αυτού. Αντίθετη ερμηνεία θα αλλοίωνε τη φύση και το σκοπό του εν λόγω άρθρου, στο οποίο όπως ήδη αναφέρθηκε, καθορίζεται ρητά, αλλά και περιοριστικά όπως προκύπτει από τη νομολογία, η δυνατότητα επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και της ειδοποίησης τριτοδιαδίκου κατόπιν αίτησης και τέτοια επίδοση λογίζεται ως επίδοση στον εναγόμενο. Αυτή η θέση επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι στο άρθρο 23 του Νόμου που αντικατέστησε το άρθρο 15Β του καταργηθέντος Κεφ. 333 όπως τροποποιήθηκε, έχει επίσης παραληφθεί η λέξη «υποκατάστατη» και καθορίζεται ρητά τι αποτελεί κλητήριο ένταλμα. Η εισήγηση του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα ότι η χρήση του συνδέσμου «και» στην επιφύλαξη του άρθρου 23
(3)του Νόμου φανερώνει ότι δεν υπήρχε πρόθεση περιοριστικής απαρίθμησης των δικογράφων που είναι δυνατό να επιδοθούν στον ασφαλιστή δεν με βρίσκει σύμφωνη, ενόψει όσων αναφέρθηκαν και ιδιαίτερα λόγω της νομολογίας για το θέμα αυτό. Όσον αφορά την νομιμοποίηση της αιτήτριας να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση ενόψει της αντίθετης εισήγησης του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα κρίνεται ότι η αιτήτρια ως άμεσα επηρεαζόμενο πρόσωπο έχει το δικαίωμα καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης δυνάμει της Δ.48 θ.8
(4). Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Lion Insurance Agency Ltd ν. Κωνσταντίνου
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 265, η νομιμοποίηση ασφαλιστή να επιδιώξει δυνάμει της Δ.48 θ.8
(4)ακύρωση της επίδοσης που του έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 15Β του καταργηθέντος Κεφ. 333 πηγάζει από το άρθρο αυτό, που περιέχει μόνο ουσιαστικές διατάξεις δικαίου. Τα υποθετικά επιχειρήματα του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα ότι αν βρισκόταν ο προτιθέμενος να συνενωθεί ως εναγόμενος 3 στην Κύπρο, η αιτήτρια δεν θα μπορούσε να ενεργήσει αρνητικά στην κάλυψη του ή να προσβάλλει την επίδοση καθώς και αν γινόταν η εν λόγω προσθήκη μονομερώς η αιτήτρια δεν θα μπορούσε να αρνηθεί την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, δεν αλλάζουν τα δεδομένα και την ορθή νομική διάσταση του θέματος. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι η αίτηση πρέπει να επιτύχει. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ακυρώνεται το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.5.2008 που επιτρέπει την επίδοση της αίτησης του ενάγοντα ημερομηνίας 18.12.2007 για προσθήκη συνεναγομένων και τροποποίηση του τίτλου και της έκθεσης απαίτησης της αγωγής στην αιτήτρια καθώς και η επίδοση της εν λόγω αίτησης στην αιτήτρια. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση - ενάγοντα. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο