Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν. Μαρίας Ηλιάδου κ.α., Αρ. Αγωγής: 11050/07, 26 Σεπτεμβρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A182 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11050/07 Μεταξύ Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Eνάγουσας και
- Μαρίας Ηλιάδου
- Νικόλα Συλλούρη Εναγομένων Αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερ. 17.3.2008 Ημερομηνία: 26 Σεπτεμβρίου 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια-ενάγουσα: κα Μακρή Για Καθ' ου η αίτηση-εναγόμενο 2 : κ. Γιωργαλλής Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση η αιτήτρια-ενάγουσα ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης όπως η απαίτηση της στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εναντίον του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου 2, πλέον έξοδα. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θ.1 και Δ.48 θ.2 και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου, υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού ίδιας ημερομηνίας. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι όντας υπάλληλος της ενάγουσας και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και με βάση τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του, την προσωπική επαφή, την πείρα του και την ακολουθούμενη πρακτική γνωρίζει ότι καταρτίστηκε η επίδικη σύμβαση ενοικιαγοράς ημερομηνίας 2.8.2004 (Τεκμήριο 1), ότι αποστάληκαν οι επιστολές ημερομηνίας 16.1.2007 και 1.11.2007 (Τεκμήριο 2) και ετοιμάστηκε κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 3). Ο εναγόμενος 2 δίκαια και ορθά οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των €3.418,11 ισάξιο των £2.000,53 πλέον τόκους, όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης της παρούσας αγωγής, δυνάμει της προαναφερθείσας σύμβασης ενοικιαγοράς, την οποία υπέγραψε ως εγγυητής. Ο ενόρκως δηλών αληθώς πιστεύει και τυγχάνει νομικής συμβουλής ότι ο εναγόμενος 2 δεν έχει υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή και καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως με σκοπό να εμποδίσει και/ή καθυστερήσει την ενάγουσα να λάβει απόφαση εναντίον του. Με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, που καταχωρήθηκε στις 14.5.2008 και βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θ.θ.3(α), 5, 8(α) και 9(β) και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος 2 δεν προβάλλει λόγους ένστασης. Στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την ένσταση ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος 2, έχοντας διαβάσει την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, όπως αναφέρει, διαφωνεί με το περιεχόμενο τους εφόσον αρκετοί ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος της αιτήτριας-ενάγουσας δεν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πιστεύει και έχει νομική συμβουλή ότι έχει πολύ καλή υπεράσπιση ως εγγυητής στην παρούσα αγωγή και η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Όπως φαίνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση η ενάγουσα παρέλειψε να τον ενημερώσει έγκαιρα και/ή τον ενημέρωσε για πρώτη φορά ως εγγυητή για την καθυστέρηση της πληρωμής των ενοικίων από την πρωτοφειλέτιδα προς αυτούς με καθυστέρηση 81/2 μηνών, παραβιάζοντας τις πρόνοιες του Νόμου 197
(1)/03 και συγκεκριμένα τα άρθρα 5(β) και 12 αυτού με αποτέλεσμα η σύμβαση εγγύησης να είναι άκυρη και ο ίδιος να απαλλάσσεται ως εγγυητής. Δεν είχε ενημερωθεί για την υπερημερία της πρωτοφειλέτιδας από τις 2.5.2006 παρά μόνο με μία επιστολή της ενάγουσας ημερομηνίας 16.1.2007, με συνέπεια να έχει παραβλαφθεί η τελική ικανοποίηση του από την πρωτοφειλέτιδα. Θεωρώντας ότι υπάρχει παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από την ενάγουσα-αιτήτρια, πιστεύει ότι έχει πολύ καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής ενόσω το σημείωμα εμφάνισης που καταχωρήθηκε από τον δικηγόρο του δεν αποσκοπεί να εμποδίσει ή να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν και οι συνήγοροι των δύο πλευρών καταχωρώντας γραπτές αγορεύσεις υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα με αναφορά στα γεγονότα και τις νομολογιακές αρχές. Εκ μέρους της αιτήτριας-ενάγουσας η συνήγορος της εισηγήθηκε ότι η αιτήτρια-ενάγουσα έχει ικανοποιήσει τις ελάχιστες προϋποθέσεις που τίθενται από τη Δ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών ενώ ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος 2 προβάλλοντας γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς δεν έχει αποσείσει το βάρος του να αποδείξει ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 2 για παράβαση του Νόμου 197
(1)/03 είναι αυθαίρετοι και τεχνητοί καθότι η ενάγουσα έστειλε τις αναγκαίες επιστολές και ενημέρωσε νομίμως και δεόντως τον εγγυητή για τις καθυστερήσεις στην πληρωμή των δόσεων από την πρωτοφειλέτιδα και δεν φανερώνεται πώς παραβλάπτεται ο εναγόμενος 2 σε σχέση με την ικανοποίηση του από την πρωτοφειλέτιδα από την ισχυριζόμενη μη ενημέρωση για τις καθυστερήσεις. Ωστόσο ακόμα και αν όντως ο εναγόμενος 2 δεν ενημερώθηκε έγκαιρα για τις καθυστερήσεις στις πληρωμές των δόσεων, εμποδίζεται να προβάλει τέτοιους ισχυρισμούς εφόσον σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας εγγύησης έχει παραχωρήσει το δικαίωμα στην ενάγουσα να χορηγήσει στην πρωτοφειλέτιδα οποιαδήποτε παράταση ή διευκόλυνση στην εφαρμογή των όρων της συμφωνίας ενοικιαγοράς χωρίς να ειδοποιηθεί ο ίδιος. Αντίθετα εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου 2 προβάλλει η εισήγηση ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση στην υπόθεση. Με αναφορά στον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003 (Ν. 197
(1)/03, στο εξής ο «Νόμος»), επισημαίνοντας ότι στην κατηγορία των εγγυητών που ο Νόμος προστατεύει εμπίπτει και ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος 2, και συγκεκριμένα στο άρθρο 12 αυτού όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 7
(1)/06, ο συνήγορος του υπέδειξε ότι ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή για καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσης του δυνάμει της συμφωνίας δανείου. Συνεπεία της παράβασης του Νόμου από την ενάγουσα, κατ' εφαρμογή των άρθρων 12
(3)(α) και (β) αυτού ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος 2 θα πρέπει να απαλλαγεί των συμβατικών του υποχρεώσεων ως εγγυητής δεδομένου ότι λόγω της συμπεριφοράς της ενάγουσας δεν είναι σε θέση να διεκδικήσει τα δικαιώματα του έναντι της πρωτοφειλέτιδας, η οποία δεν μπορεί να εντοπιστεί για να της επιδοθεί και να προχωρήσει η υπόθεση εναντίον της. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 18.12.2007 και επιδόθηκε στον καθ' ου η αίτηση-εναγόμενο 2 στις 15.1.
- Σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους του καταχωρήθηκε στις 25.1.
- Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα, με αναφορά στους όρους της συμφωνίας ενοικιαγοράς και στην παράβαση της λόγω μη πληρωμής των μηνιαίων δόσεων από 2.4.2006, απαιτεί από τους δύο εναγόμενους το προαναφερθέν ποσό ως υπόλοιπο ενοικίου και/ή δυνάμει δόσεων και/ή ως αποζημιώσεις για διάρρηξη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς, πλέον τόκων και εξόδων, καθώς και διατάγματα επιστροφής και πώλησης του αντικειμένου της ενοικιαγοράς. Οι νομολογιακές αρχές που αφορούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης έχουν θεμελιωθεί σε πάγια νομολογία, όπου τονίζεται ότι η δικαιοδοσία δυνάμει της Δ.18, ως εξαιρετικό μέτρο, θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή ώστε να μην αποκλείεται διάδικος να εγείρει οποιαδήποτε υπεράσπιση, την οποία μπορεί πράγματι να έχει. Στην απόφαση Μεττή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΑΔ 417, έχουν λεχθεί χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.» Σύμφωνα με το κείμενο της Δ.18 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών αλλά και τη νομολογία ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει ότι συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το κλητήριο να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, (β) να έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφανίσεως από τον εναγόμενο και (γ) η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντος ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Με την ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνεται η αιτία της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και να δηλώνεται η πίστη του ενόρκως δηλούντος ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η μη ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση καθόσον η τήρηση τους σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130). Όπως έχει υποδειχθεί στη νομολογία, αν κριθεί ότι ο ενάγων με αυστηρή τήρηση και προσήλωση στις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 θ.1 έχει ικανοποιήσει τις πιο πάνω προϋποθέσεις (βλ. N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1912), το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγομένου, ο οποίος για να εξασφαλίσει δικαίωμα υπεράσπισης θα πρέπει να παρουσιάσει λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση ή εγείρονται θέματα που πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται αρκετά ώστε να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει υπεράσπιση (βλ. Μεττή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, (πιο πάνω)). Το Δικαστήριο στη διαδικασία αυτή δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών ή σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγομένου, ως να εκδίκαζε την ουσία της υπόθεσης. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (βλ. Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Αν οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, όσον απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, δικαιολογούν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης, η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν μπορεί να επιτύχει (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(2001)1 ΑΑΔ 418). Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, από το φάκελο της διαδικασίας προκύπτει ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει η ενάγουσα πληρούνται εφόσον αφενός το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 18.12.2007 είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2 θ.6 και αφετέρου ο εναγόμενος 2 έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στις 25.1.2008. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θα πρέπει να ικανοποιήσει η ενάγουσα προκύπτει, από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση της, ότι ο ενόρκως δηλών, ενόψει των όσων αναφέρει στην παράγραφο 1 της ένορκης του δήλωσης, όντας υπάλληλος της ενάγουσας και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτήν να προβεί στην ένορκη του δήλωση, είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, γνωρίζοντας αυτά προσωπικά. Έχει ετοιμάσει την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 3), την οποία προσυπογράφει, έχοντας επίσης στην κατοχή του και φυλάττοντας όλα τα σχετικά έγγραφα (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1 ΑΑΔ 782, Παύλου ν. Ο.Χ.Τ.Κ. Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1051, Σπηταλιώτης κ.α. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1113, Νεάρχου κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Έλλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) ΑΑΔ 818, Γεωργίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΑΔ 274 και Θεοδώρου κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2006)1(Β) ΑΑΔ 915). Είναι εντέλει φυσικό πρόσωπο που ορκίζεται στη θέση της ενάγουσας εταιρείας. Εξάλλου ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντος της αιτήτριας-ενάγουσας εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου 2 καθότι δεν ζητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία η αντεξέταση του. Συνεπώς θεωρείται ότι έχει ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση δεδομένου ότι επιβεβαιώνεται από τον ενόρκως δηλούντα τόσο η αιτία της αγωγής όσο και το αξιούμενο ποσό αλλά και δηλώνεται η πίστη του ότι ο εναγόμενος 2 δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Έχοντας η ενάγουσα ικανοποιήσει τις τρεις απαιτούμενες προϋποθέσεις θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο ο εναγόμενος 2 παρουσιάζει τέτοια στοιχεία και γεγονότα ώστε αποσείεται το βάρος που έχει μετατεθεί στους ώμους του, με αποτέλεσμα να του δοθεί το δικαίωμα από το Δικαστήριο να υπερασπιστεί στην παρούσα αγωγή. Εξετάζοντας την ένσταση του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου 2 αρχικά πρέπει να παρατηρηθεί ότι παρόλο που δεν αναφέρονται στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης, το θέμα δεν σχολιάστηκε εκ μέρους της συνηγόρου της αιτήτριας-ενάγουσας. Σύμφωνα με τη νομολογία επιβάλλεται συμμόρφωση προς τις διατάξεις της νέας Δ.48 θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών αναφορικά με τον καθορισμό στο σώμα της γραπτής ένστασης των λόγων που την υποστηρίζουν και επισημαίνεται το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Αυτό απαιτεί το καθήκον πληροφόρησης του αντιδίκου για τους ακριβείς λόγους της ένστασης καθώς και η ανάλογη υποχρέωση του ενιστάμενου προς το Δικαστήριο (βλ. Σοφοκλέους v. Ταβελούδη κ.α.
(2002)1(Α) ΑΑΔ 92). Έχοντας ωστόσο κατά νου την φύση της υπό κρίση αίτησης και την διαδικασία εκδίκασης της σύμφωνα με την Δ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών καθώς και τους ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση- εναγόμενου 2 που περιέχονται στην ένορκη του δήλωση, στην οποία παραπέμπει η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, είναι επιτρεπτό στο Δικαστήριο να εξετάσει όσα αυτός προβάλλει ως στοιχειοθετούντα την υπεράσπιση του. Εξετάζοντας κατ' επέκταση τους εν λόγω ισχυρισμούς δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να μην έχει ειδοποιηθεί ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος 2 εκ μέρους της αιτήτριας-ενάγουσας για την καθυστέρηση της πρωτοφειλέτιδας να καταβάλει τρεις τουλάχιστον δόσεις της σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 12
(1)του Νόμου και ως εκ τούτου να πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον συντρέχουν οι συνέπειες που προνοούνται στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού, όπως το θέμα τέθηκε από τον συνήγορο του. Η θέση της συνηγόρου της αιτήτριας-ενάγουσας ότι προηγήθηκαν άλλες επιστολές με τις οποίες ειδοποιήθηκε ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος 2 παρέμεινε στο επίπεδο του ισχυρισμού, δεδομένου μάλιστα ότι αυτός δεν αντεξετάστηκε, ενώ η εισήγηση της ότι δεν απαιτείτο να ειδοποιηθεί ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος 2 σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα στην συμφωνία ενοικιαγοράς δεν μπορεί να γίνει άνευ ετέρου αποδεκτή ενόψει των προνοιών του άρθρου 12 του Νόμου. Η εφαρμογή των προβλεπομένων στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 12 του Νόμου στην προκείμενη υπόθεση και οι νομικές συνέπειες των ενδεχομένων παραλείψεων της αιτήτριας-ενάγουσας σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου σε σχέση με τον εγγυητή, καθ' ου η αίτηση-εναγόμενο 2, είναι θέματα που θα πρέπει να κριθούν από το Δικαστήριο αφού ακουσθούν τα γεγονότα στα πλαίσια της κανονικής δίκης και μετά από εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η αγωγή δεν φαίνεται να έχει επιδοθεί την εναγόμενη 1 που φέρεται ως πρωτοφειλέτιδα. Κρίνεται συνεπώς ότι όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου 2 αναφορικά με την υπεράσπιση που προβάλλει φανερώνουν ότι αναφύεται προς εξέταση νομικό ζήτημα στη βάση των πραγματικών δεδομένων, τα οποία σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας αμφισβητούνται και σαφώς δεν είναι ξεκάθαρα. Όπως η πρόσφατη δε νομολογία υποδεικνύει στο στάδιο της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης δεν πρέπει να εξετάζονται νομικά ζητήματα που εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση, καθότι αυτά πρέπει να εξετάζονται κατά την κανονική δίκη όπου οι διάδικοι θα έχουν την ευκαιρία να παρουσιάσουν τις θέσεις τους με κάθε λεπτομέρεια, κάτι που δεν είναι επιτρεπτό να γίνεται στη συνοπτική δίκη (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. αρ. 309/05, ημερομηνίας 20.7.2007). Εξάλλου σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία, η ορθή αντίληψη σε σχέση με τα δικαιώματα του διάδικου βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος μας και των σχετικών διατάξεων της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιβάλλει όπως η έκδοση απόφασης βάσει της συνοπτικής διαδικασίας που προβλέπει η Δ.18 θ.1 περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή (βλ. Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Σχίζας ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1866). Προστίθεται σ' αυτό το σημείο ότι μετά την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Στέλιος Σιαμμάς ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, Πολ. Έφ. Αρ. 127/06, ημερομηνίας 10 Δεκεμβρίου 2007, στην οποία παραμερίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε εκδοθεί συνοπτική απόφαση εναντίον του εγγυητή με το σκεπτικό ότι η πρωτοφειλέτιδα, στην οποία όπως κρίθηκε δεν είχε γίνει νομότυπα επίδοση της αγωγής, δεν θα μπορούσε να προβάλλει υπεράσπιση μετά την διαπίστωση του Δικαστηρίου για την ύπαρξη και την οφειλή του χρέους με την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εφεσείοντα-εγγυητή, προκύπτει ότι η έκδοση συνοπτικής απόφασης συναρτάται με το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης λαμβανομένου υπόψη του ενδεχομένου επηρεασμού των δικαιωμάτων των διαδίκων στους οποίους δεν επιδόθηκε η αγωγή. Εν όψει όλων των προαναφερθέντων κρίνεται ότι ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος 2 ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι γνήσια προβάλλει, και όχι για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας, μία καλόπιστη υπεράσπιση υποστηρίζοντας γεγονότα και εγείροντας σοβαρά νομικά επιχειρήματα, που δεν είναι επιτρεπτό να κριθούν στην παρούσα διαδικασία και για τα οποία σαφώς δεν αποφαίνομαι και που θα πρέπει να εξεταστούν κατά την κανονική δίκη, με αποτέλεσμα να του δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου 2 και εναντίον της αιτήτριας-ενάγουσας και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .......... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο