Πόπης Σιέλη ν. Τράπεζας Κύπρου Λίμιτεδ, Αγωγή Αρ. 1246/04, 26.9.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A183 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 1246/04 Μεταξύ: Πόπης Σιέλη, από Γεροσκήπου Ενάγουσας - και - Τράπεζας Κύπρου Λίμιτεδ, από Λευκωσία Εναγόμενης Ημερομηνία: 26.9.08 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης Για εναγόμενη: κ. Π. Πολυβίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εργοδότηση της ενάγουσας στην Τράπεζα Κύπρου (στο εξής η Τράπεζα) τερματίσθηκε πρόωρα στις 29.1.04 με το αιτιολογικό ότι προέβηκε σε αντικανονικές ενέργειες. Προηγήθηκε έρευνα και κλήση της ενάγουσας να παρουσιασθεί ενώπιον της Εποπτικής Επιτροπής Τήρησης και Εφαρμογής των Αποφάσεων και Κανονισμών της Τράπεζας (στο εξής η Επιτροπή) για να δώσει τη δική της εκδοχή σε ό,τι της καταλογιζόταν, αλλά δεν παρουσιάσθηκε λόγω της άρνησης της Επιτροπής να της επιτρέψει να συνοδεύεται από δικηγόρο. Με την αγωγή προσβάλλεται τόσο η διαδικασία που οδήγησε στην απόφαση απόλυσης όσο και η ίδια η απόφαση και αξιώνονται διάφορες θεραπείες. Συγκεκριμένα:
- Σ' ότι αφορά τη διαδικασία, είναι θέση της ενάγουσας ότι η απόφαση απόλυσης λήφθηκε κατά παράβαση των Συνταγματικών της Δικαιωμάτων και των Κανόνων της Φυσικής Δικαιοσύνης και, επομένως, στερείται οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος και/ή ισχύος. Τη στηρίζει στο ότι η Τράπεζα δεν της επέτρεψε να εμφανιστεί ενώπιον της Επιτροπής με δικηγόρο και ούτε της γνωστοποίησε τα γεγονότα ή ισχυρισμούς για τα οποία κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις. Στη βάση αυτή ζητεί αντίστοιχες δηλωτικές αποφάσεις ως και διάταγμα ακύρωσης της απόφασης. Η Τράπεζα, με τη σειρά της, προβάλλει ότι η διαδικασία που ακολούθησε ήταν καθ΄ όλα νόμιμη και κανονική η δε απόφαση απόλυσης καθ΄ όλα έγκυρη. Ειδικότερα, αρνείται ότι η ενάγουσα είχε δικαίωμα να συνοδεύεται ενώπιον της Επιτροπής από δικηγόρο και όσον αφορά το δεύτερό της παράπονο, τα γεγονότα για τα οποία κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις περιέχονται στην επιστολή ημερ. 11.12.03 που της αποστάληκε από την Επιτροπή και
- Σ' ότι αφορά την απόφαση, είναι θέση της ενάγουσας ότι δεν προέβηκε σε καμιά αντικανονική ενέργεια και, επομένως, η απόλυσή της είναι παράνομη και αδικαιολόγητη. Στη βάση αυτή αξιώνει τους μισθούς που απώλεσε μέχρι τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας της - δηλαδή μισθούς 23 χρόνων - οπόταν θα αφυπηρετούσε κανονικά. Πέραν τούτων, διεκδικεί αποζημιώσεις για παράβαση των Συνταγματικών της Δικαιωμάτων και/ή των Κανόνων της Φυσικής Δικαιοσύνης καθώς και φιλοδώρημα. Σ' ότι αφορά το φιλοδώρημα, αξιώνει ποσό ίσο με τον τελευταίο της μισθό επί τα χρόνια που υπηρέτησε στην Τράπεζα και, διαζευκτικά, μέχρι το 60ον έτος της ηλικίας της. Η Τράπεζα αρνείται ότι η απόλυση της ενάγουσας ήταν παράνομη ή αδικαιολόγητη και, επομένως, ότι νομιμοποιείται στις αξιούμενες αποζημιώσεις ή ποσά. Η απόλυσής της, διατείνεται, ήταν καθ΄ όλα δικαιολογημένη για τους λόγους που περιέχονται στην επιστολή της Τράπεζας ημερ. 26.1.04 η οποία κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 29.1.
- Εν πάση περιπτώσει, η ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα να παραμείνει στην υπηρεσία της Τράπεζας μέχρι το 60ον έτος της ηλικίας της και σε καμιά περίπτωση το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για υπολογισμό αποζημιώσεων. Για την ενάγουσα κατέθεσαν πέντε μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας, ενώ για την Τράπεζα δύο. Προτού όμως γίνει αναφορά στην προσαχθείσα μαρτυρία, θα ΄ταν χρήσιμο να προηγηθεί καταγραφή των παραδεκτών ή αδιαμφισβήτητων γεγονότων, κάτι που θα δώσει και το πλαίσιο της υπόθεσης. Έχει ως ακολούθως: Η Τράπεζα λειτουργεί από το 1943 (τεκμ. 31) και είναι από τους μεγαλύτερους Χρηματοοικονομικούς Οργανισμούς της Κύπρου με χιλιάδες υπαλλήλους. Η εργοδότηση της ενάγουσας από την Τράπεζα χρονολογείται από τον Ιούνιο του 1988 όταν προσελήφθηκε σε προσωρινή βάση για περίοδο ενός έτους (τεκμ. 22α). Ένα χρόνο αργότερα, στις 1.6.89 (τεκμ. 22β), κατατάχθηκε στο τακτικό προσωπικό υπό τους όρους Συμβολαίου Υπηρεσίας (τεκμ. 22γ) και αφού δεσμεύτηκε να συμμορφώνεται στους Εσωτερικούς Κανονισμούς της Τράπεζας (τεκμ. 22δ). Έκτοτε υπηρέτησε σε διάφορα τμήματα και καταστήματα της Τράπεζας στην Πάφο και κατά τα τρία τελευταία, πριν την απόλυσή της, χρόνια ήταν υπεύθυνη τμήματος (του Personal Line) του Κεντρικού Καταστήματος Πάφου (στο εξής το Κατάστημα). Η υπόθεση, για την οποία καταλογίστηκαν αντικανονικές ενέργειες στην ενάγουσα, αφορούσε δάνειο ύψους £63.000 που παραχώρησε η Τράπεζα στις 29.8.02 σε κάποια Miteva Velitchka για αγορά διαμερίσματος στην Πάφο από την Ξυλουργική Εταιρεία Χριστάκης Μ. Πετεινός Λτδ (στο εξής η Εταιρεία). Το διαμέρισμα ήταν υποθηκευμένο στην Τράπεζα (Υ40/94) και πριν την υποβολή της αίτησης δανείου ενημερώθηκε η Υπηρεσία Recoveries για τη σκοπούμενη πράξη. Ποιος την ενημέρωσε και σε ποια ενημέρωση προέβη δεν ξεκαθαρίστηκε πλήρως. Το βέβαιο, όμως, είναι ότι στις 27.8.02 η εν λόγω υπηρεσία απέστειλε επιστολή στο Κατάστημα, σε προσοχή της ενάγουσας (τεκμ. 25), με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Σας αποστέλλουμε τα πιο κάτω έγγραφα και παρακαλούμε όπως την Πέμπτη 29/8/2002 αφού εισπράξετε το ποσό των £50.000= (Λίρες Κύπρου Πενήντα Χιλιάδες), προβείτε στην ακύρωση της Α΄ Υποθήκης Υ40/94: · Ν274 εις διπλούν. · Πρωτότυπο υποθηκευτήριο Υ40/94, ΝΤ13 & πρωτότυπο τίτλο αρ. εγγρ.
- Σημειώστε ότι με το εισπραχθέν ποσό να εξοφληθεί ο λογαριασμός αρ. 0110-22-093195 και παν υπόλοιπο να κατατεθεί στο λογαριασμό αρ. 0110-22-093209». Δυο ημέρες μετά, στις 29.8.02, η Velitchka ξαναεπισκέφθηκε το Κατάστημα προκειμένου να υποβάλει την αίτηση δανείου. Η αίτηση (τεκμ. 27) ετοιμάσθηκε από την ενάγουσα και εγκρίθηκε αυθημερόν από το διευθυντή του Καταστήματος. Την ίδια ημέρα η ενάγουσα πλήρωσε εκ μέρους της Εταιρείας διάφορες επιβαρύνσεις του διαμερίσματος (τεκμ. 26) και την επόμενη το διαμέρισμα μεταβιβάσθηκε στο όνομα της Velitchka, αφού ο Πετεινός κατάθεσε στο λογαριασμό της ενάγουσας £467 (τεκμ. 24) για ό,τι αυτή πλήρωσε την προηγούμενη ημέρα. Οι κτηματολογικές εργασίες του Καταστήματος διεκπεραιώνονταν συνήθως από τους υπαλλήλους Π. Ψύλλου και Γ. Πέτρου. Η επίδικη όμως πράξη διεκπεραιώθηκε από την ενάγουσα στη βάση ειδικού πληρεξουσίου ημερ. 27.8.02 (τεκμ. 1) που της παραχώρησαν οι διοικητικοί σύμβουλοι της Εταιρείας. Το διαμέρισμα, ταυτόχρονα με τη μεταβίβασή του στο όνομα της Velitchka, υποθηκεύθηκε προς όφελος της Τράπεζας για εξασφάλιση της πληρωμής του παραχωρηθέντος δανείου ύψους £63.
- Από το εν λόγω δάνειο, ποσό £50.000 κρατήθηκε για οφειλές της Εταιρείας προς την Τράπεζα, £3.000 για μεταβιβαστικά και για το υπόλοιπο των £10.000 εκδόθηκε επιταγή στο όνομα Χριστάκης Πετεινός (Τεκμ. 23), η οποία εξαργυρώθηκε την ίδια ημέρα από το κατάστημα της οδού Ευαγόρα Παλληκαρίδη της Τράπεζας. Η εν λόγω επιταγή, όπως θα δούμε στη συνέχεια, έγινε η κύρια αιτία για απόλυση της ενάγουσας με όλες τις δυσάρεστες συνέπειες. Ένα χρόνο μετά, το Σεπτέμβριο του 2003, καταγγέλθηκε στην Τράπεζα ότι η επιταγή των £10.000 (τεκμ. 23) δεν εξαργυρώθηκε από το Χρ. Πετεινό και σ΄ ότι αφορά την τύχη της προέκυψαν υποψίες σε βάρος της ενάγουσας. Η Τράπεζα έκρινε ότι θα έπρεπε να εξετάσει την καταγγελία, εξέταση που πληροφορήθηκε και η ενάγουσα γι΄ αυτό στις 11.9.03 επισκέφθηκε μαζί με το σύζυγό της τον περιφερειακό διευθυντή της Τράπεζας στην Πάφο κ. Χ'' Βασιλείου από τον οποίο ζήτησαν ενημέρωση. Τους πληροφόρησε ότι πράγματι η Τράπεζα εξέταζε την τύχη της επιταγής των £10.000 και επειδή η ενάγουσα του αρνήθηκε ότι είχε ανάμειξη στην εξαργύρωσή της, ο κ. Χ'' Βασιλείου ετοίμασε την επομένη μια υπεύθυνη δήλωση και της την παρέδωσε για υπογραφή από το Χριστάκη Πετεινό, την οποία ο τελευταίος υπόγραψε την ίδια μέρα (τεκμ. 2) στη Λευκωσία. Με αυτή βεβαίωνε ότι την επιταγή την εξαργύρωσε ο ίδιος προσωπικά στις 30.8.02 από κατάστημα της Τράπεζας στην Πάφο και εισέπραξε όλο το ποσό. Βεβαίωνε, επίσης, ότι το πληρεξούσιο (τεκμ. 1) «το έδωσαν» στην ενάγουσα λόγω του ότι στις 30.8.02 τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του δεν μπορούσαν να παραστούν στο Κτηματολόγιο Πάφου. Η Τράπεζα δεν ικανοποιήθηκε από το περιεχόμενο του Τεκμ. 2 και συνέχισε την εξέταση της καταγγελίας με αποτέλεσμα η ενάγουσα να απευθυνθεί στο δικηγόρο Χρ. Τριανταφυλλίδη. Η πρώτη ενέργεια του δικηγόρου ήταν να στείλει στις 18.9.02 τηλεομοιότυπο στο Χ'' Βασιλείου (τεκμ. 3), διαμαρτυρόμενος εκ μέρους της πελάτισσας του τόσο για το γεγονός ότι διεξαγόταν έρευνα όσο και για τη διαδικασία της έρευνας, τη στιγμή που με βάση το περιεχόμενο της δήλωσης του Πετεινού (τεκμ. 2) αποδεικνυόταν το αβάσιμο των οποιωνδήποτε ισχυρισμών σε βάρος της πελάτισσας του. Στη βάση αυτή ζητούσε άμεση ενημέρωση και επεφύλασσε τα δικαιώματα της πελάτισσάς του για τις ζημιογόνες επιπτώσεις της έρευνας σε βάρος της. Η απάντηση ήλθε από την Εσωτερική Νομική Υπηρεσία της Τράπεζας στις 6.10.03 (τεκμ. 6), αφού προηγήθηκαν άλλα δύο τηλεομοιότυπα του δικηγόρου της ενάγουσας ημερ. 25.9 και 6.10.03 (τεκμ. 4 και 5). Με την επιστολή τεκμ. 6 η Νομική Υπηρεσία της Τράπεζας τον πληροφορούσε ότι θα επανερχόταν στο θέμα αφού πρώτα ετύγχανε ενημέρωσης, κάτι που έκαμε στις 22.10.03 (τεκμ. 7). Η Τράπεζα, τον πληροφορούσαν, εξέταζε παράπονα πελάτισσάς της για την τύχη της επιταγής των £10.000, κάτι για το οποίο ρωτήθηκε και η ενάγουσα. Για ολοκλήρωση όμως της έρευνας, οι υπηρεσίες ελέγχου της Τράπεζας, ανέμεναν την επάνοδο της από το εξωτερικό προκειμένου να της ζητήσουν κάποιες αναγκαίες διευκρινίσεις. Οι διευκρινήσεις δόθηκαν από την ενάγουσα στις 7.11.03 με τη μορφή θεληματικής, όπως αποκαλείται, κατάθεσης (τεκμ. 8 και 8α), αφού προηγουμένως η Γενική Επιθεώρηση της Τράπεζας πήρε από δύο υπαλλήλους της αντίστοιχες καταθέσεις. Η πρώτη δόθηκε από τον ταμία του καταστήματος της οδού Ευαγόρα Παλληκαρίδη Α. Φιλaρέτου (ΜΥ1), στις 30.10.03 (τεκμ. 29) και η δεύτερη από την υφιστάμενη της ενάγουσας Στ. Χρυσοστόμου (ΜΥ2) στις 3.11.03 (τεκμ. 30). Με την κατάθεσή της η Χρυσοστόμου ισχυριζόταν ότι η επιταγή των £10.000 στο όνομα Χριστάκη Πετεινού εκτυπώθηκε από την ίδια και παραδόθηκε στην ενάγουσα μετά από υπόδειξη της τελευταίας, ενώ ο Φιλοθέου ισχυριζόταν ότι στις 30.8.03 παρουσιάσθηκε στο ταμείο του η ενάγουσα και αφού του παρουσίασε την εν λόγω επιταγή την εξαργύρωσε, πληρώνοντάς την σε μετρητά £10.
- Η ενάγουσα, στην κατάθεσή της, παραδέχεται ότι ναι μεν αυτή έδωσε εντολή να εκδοθεί επιταγή £10.000 στο όνομα του Χριστάκη Πετεινού, αλλά το έκανε καθ΄υπόδειξη της Velitchka, γιατί, όπως της ανέφερε, είχε συμφωνήσει με τους πωλητές να δηλώσουν ότι αγόρασε το διαμέρισμα £50.000 και όχι £60.000 για να μην πληρώσουν πολύ φόρο. Αρνείται, όμως, ότι παρέλαβε την επιταγή, προβάλλοντας ότι η επιταγή παρελήφθηκε από τον υπάλληλο που εκπροσώπησε την Τράπεζα στο Κτηματολόγιο. Ένα μήνα μετά την κατάθεση της ενάγουσας, στις 7.12.03, η Επιτροπή της απέστειλε επιστολή (τεκμ. 9), με την οποία την καλούσε να παρουσιασθεί ενώπιόν της στις 16.12.03 για να δώσει τη δική της εκδοχή σε σχέση με ενέργειές της για το δάνειο που παραχωρήθηκε στη Velitchka, με έμφαση την τύχη της επιταγής των £10.
- Σχετικά, της γνωστοποιούσαν ότι σύμφωνα με σχετικές μαρτυρίες η εν λόγω επιταγή δεν περιήλθε στην κατοχή του Πετεινού αλλά εξαργυρώθηκε από την ίδια, ενέργεια ιδιαίτερης σοβαρότητας. Η ενάγουσα, μέσω του δικηγόρου της (τεκμ. 10 ημερ. 12.12.03), δήλωσε έτοιμη να εμφανισθεί ενώπιον της Επιτροπής εφόσο ικανοποιούνταν δύο όροι: Να συνοδεύεται από δικηγόρο και να της κοινοποιηθούν προηγουμένως όλα τα στοιχεία που σχετίζονταν με την υπόθεση έτσι ώστε να είναι σε θέση να τοποθετηθεί. Η Επιτροπή όμως δεν συγκατένευσε, με το αιτιολογικό ότι η πρόσκληση ήταν προσωπική (τεκ. 11 ημερ. 12.12.03), με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να μην εμφανισθεί ενώπιον της και η συνεδρίαση να αναβληθεί για τις 16.1.04 (τεκμ. 12 και 13). Ακολούθησε η αποστολή νέας πρόσκλησης στις 12.1.04 (τεκμ. 14), αλλά η ενάγουσα επέμενε στην τήρηση των προαναφερθέντων όρων (τεκμ. 15). Κατ΄ακολουθία τούτου η Επιτροπή συνεδρίασε στην απουσία της και αποφάσισε ομόφωνα να εισηγηθεί στο Διοικητή της Τράπεζας τερματισμό της απασχόλησης της, εισήγηση που έγινε αποδεκτή (τεκμ. 32 και 33). Οι λόγοι της απόλυσης κοινοποιήθηκαν στην ενάγουσα στις 29.1.04 με επιστολή ημερ. 26.1.04 (τεκμ. 16) της Τράπεζας, με την οποία την πληροφορούσαν ότι οι υπηρεσίες της τερματίζονταν αυθημερόν. Πρόκειται για λόγους που αφορούσαν, όπως ήδη έχει σημειωθεί, ενέργειές της για το δάνειο προς τη Velitchka με ιδιαίτερη αναφορά στο ότι η επιταγή των £10.000 δεν περιήλθε στην κατοχή του Πετεινού, αλλά εξαργυρώθηκε από την ίδια. Η αντίδραση της Ενάγουσας εκδηλώθηκε την ίδια ημέρα με τηλεμήνυμα του δικηγόρου της (τεκμ. 17) με το οποίο απέρριπτε το περιεχόμενο της επιστολής απόλυσης και μερικές ημέρες αργότερα, στις 5.2.04, προχώρησε στην έγερση αγωγής. Για ολοκλήρωση του παραδεκτού ή αδιαμφισβήτητου πλαισίου της υπόθεσης θα ΄ταν χρήσιμο να καταγραφούν και τα ακόλουθα: Στις 3.2.04 η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση για επίδομα ανεργίας (τεκμ. 18) δηλώνοντας το παραδεκτό γεγονός ότι ο μισθός της ήταν £1.822,51 και σ΄ αυτήν η Τράπεζα κατέγραψε ότι απελύθη λόγω παράβασης των κανονισμών της. Την επομένη η Τράπεζα απέστειλε στην ενάγουσα επιταγή £42.180,49 ως φιλοδώρημα αφυπηρέτησης και άλλη επιταγή £1.625,09 που αφορούσε το ταμείο προνοίας (τεκμ. 20 και 21), ενώ μερικές ημέρες αργότερα τοπική εφημερίδα της Πάφου προέβη σε δημοσίευμα που αφορούσε την υπόθεση (τεκμ. 19). Η κυρίως εξέταση της ενάγουσας περιέχεται σε γραπτή της κατάθεση (έγγρ. Α) και με αυτή, ουσιαστικά, επαναλαμβάνει τις θέσεις που διατυπώνει στην έκθεση απαίτησης της. Πιο συγκεκριμένα: Αρνείται ως αβάσιμους τους λόγους που της καταλόγισε η Τράπεζα στο τεκμ. 27 για απόλυση της, ισχυρίζεται ότι η απόφαση απόλυσης είναι άκυρη ως αποτέλεσμα επιλήψιμης διαδικασίας - για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν - και, τέλος, ότι δικαιούται στις αξιούμενες με την αγωγή της θεραπείες. Ειδικά, σε ότι αφορά τις εν λόγω θεραπείες, προβάλλει ότι κανονικά θα αφυπηρετούσε στο 60ον έτος της ηλικίας της και ως αποτέλεσμα της παράνομης απόλυσης δικαιούται απωλεσθέντες μισθούς 23 χρόνων, το εφ΄άπαξ φιλοδώρημα το οποίο θα έπαιρνε σύμφωνα με τους συμφωνηθέντες όρους υπηρεσίας και, περαιτέρω, αποζημιώσεις για την ψυχική ταλαιπωρία που υπέστη και για απώλεια προοπτικής επανεργοδότησής της από άλλο εργοδότη. Η εν γένει εμπλοκή της ενάγουσας στο δάνειο που παραχωρήθηκε στη Velitchka αποτέλεσε αντικείμενο διεξοδικής αντεξέτασης. Ιδιαίτερη έμφαση, όμως, δόθηκε στην επιταγή ύψους £10.000 που εκδόθηκε στο όνομα του Χριστάκη Πετεινού και όχι της Εταιρείας. Επί του προκειμένου η ενάγουσα συμφώνησε ότι η εν λόγω επιταγή εκδόθηκε κατόπιν οδηγιών της από τη ΜΥ.2 και ότι εξαργυρώθηκε στις 11:47 π.μ. (τεκμ.23) της 30.8.02 από το κατάστημα της οδού Ευαγόρα Παλλικαρίδη, το οποίο (σχετικά) είναι κοντά στο Κτηματολόγιο Πάφου. Συμφώνησε, επίσης, ότι την ίδια ημέρα και ώρα 12:32 μ.μ. (τεκμ. 24) κατατέθηκε σε κατάστημα της Τράπεζας στη Λευκωσία ποσό £467 προς όφελος της κατ΄ εντολή Χριστάκη Πετεινού. Αρνήθηκε, όμως, ότι σ΄ αυτή ο ΜΥ.1 εξαργύρωσε την επιταγή, καταβάλλοντας της δύο δεσμίδες των £5.000 έκαστη. Προς τούτο επικαλέσθηκε και την υπεύθυνη δήλωση του Πετεινού (τεκμ.2) και αρνήθηκε ότι η οπισθογράφηση της επιταγής έγινε από την ίδια για να οικειοποιηθεί το ποσό της. Kάτω, όμως, από το βάρος της αντεξέτασης διαφοροποίησε τη θέση της, προβάλλοντας ότι δεν νομίζει να είναι αυτή που εξαργύρωσε την επιταγή και δεν θυμάται να έκαμε κάτι τέτοιο. Συγκεκριμένα, στις επίμονες σχετικές ερωτήσεις ή υποβολές έδωσε τις ακόλουθες απαντήσεις:- «Εγώ δεν θυμάμαι να έπραξα κάτι τέτοιο», «εξ΄ όσων θυμάμαι δεν το έπραξα», «δεν θυμάμαι και ούτε νομίζω να έκαμα κάτι τέτοιο», «δεν θυμάμαι». Της υποβλήθηκε ότι ο Χριστάκης Πετεινός ήταν με την εντύπωση ότι το διαμέρισμα πωλήθηκε για £50.000 - και όχι για £60.000 που ήταν η πραγματική τιμή πώλησής του - και αγνοούσε πλήρως ότι για το επιπλέον ποσό εκδόθηκε επιταγή των £10.000, υποβολή με την οποία διαφώνησε. Συμφώνησε, όμως, ότι την αίτηση για το δάνειο της Velitchka αυτή την ετοίμασε, αλλά δεν θυμάται να ήταν αυτή που ενημέρωσε το τμήμα Recoveries της Τράπεζας για την τιμή πώλησης. Ο λόγος, κατέληξε, που δηλώθηκε στο Κτηματολόγιο ότι το διαμέρισμα πωλήθηκε για £50.000 και όχι για £60.000 ήταν γιατί έτσι συμφώνησαν οι Velitchka και Πετεινός, κι΄ αυτό για να πληρώσουν λιγότερο φόρο. Της υποβλήθηκε, τέλος, ότι δεν ήταν αυτός ο λόγος αλλά παρουσιάσθηκε στο Κτηματολόγιο Πάφου στις 30.8.02 ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Εταιρείας και δήλωσε ως τίμημα πώλησης £50.000 για να καρπωθεί τις υπόλοιπες £10.000, υποβολή που απέρριψε. Η απόλυση της ενάγουσας, υποστήριξε ο σύζυγος της (ΜΕ.5), επιβάρυνε την υγεία της - έγινε ψυχικό ράκος και παρουσίασε διαβήτη - και εξάλειψε κάθε προοπτική για εξεύρεση άλλης εργασίας, γιατί, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε, την κατατρέχει το συμβάν με την Τράπεζα. Αρνητικές, όμως, επιπτώσεις επέφερε και στην αρμονία που υπήρχε στην εξαμελή τους οικογένεια, η οποία βυθίστηκε στα χρέη γιατί απώλεσε το μισθό της ενάγουσας, με διασάλευση και του γάμου τους. Αναφερόμενος στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Χριστάκης Πετεινός υπόγραψε την υπεύθυνη δήλωση τεκμ.2 ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα:- Ο ίδιος δεν γνώριζε τότε τον Πετεινό. Του τηλεφώνησε, όμως, και αφού του εξήγησε τι τον ήθελε διευθέτησαν να συναντηθούν το ίδιο βράδυ στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου Hilton, στη Λευκωσία, όπως και έγινε. Όταν έφτασε εκεί ο Πετεινός χαιρέτησε την ενάγουσα, η οποία παρέμεινε στο αυτοκίνητο, διάβασε το τεκμ.2, το υπόγραψε και αποχώρησε δηλώνοντας τους «ελπίζω να μη σας δημιούργησα πρόβλημα». Ολ΄ αυτά τα επιβεβαίωσε με τη μαρτυρία του και ο Θ. Ιωάννου (ΜΕ.4), ο οποίος παρεβρέθη στη συνάντηση και υπόγραψε στο τεκμ.2 σαν μάρτυρας. Μαρτυρία για την ενάγουσα έδωσαν και δύο υπάλληλοι της Τράπεζας, οι Χρ. Χαραλάμπους (ΜΕ.2) και Γ. Χαραλάμπους (ΜΕ.3). Ο πρώτος είναι αποσπασμένος στην Ένωση Τραπεζικών Υπαλλήλων Κύπρου (ΕΤΥΚ) - μέλος της οποίας ήταν και η ενάγουσα - και η μαρτυρία του εξαντλήθηκε στην παρουσίαση της Συλλογικής Σύμβασης που υπογράφηκε στις 10.9.02 μεταξύ ΕΤΥΚ και του Κυπριακού Εργοδοτικού Συνδέσμου Τραπεζών (ΚΕΣΤ) ενώπιον του Υπουργού Εργασίας. Η εν λόγω Σύμβαση (τεκμ.28) ήταν διάρκειας τριών χρόνων, από 1.1.02-31.12.04 και με αυτή ρυθμίζονταν διάφορα θέματα που αφορούσαν τους όρους εργοδότησης των μελών της ΕΤΥΚ με τα μέλη του ΚΕΣΤ, ένα από τα οποία είναι και η Τράπεζα, όπως μισθολογικές αυξήσεις, επέκταση κλιμάκων, ωράρια εξυπηρέτησης του κοινού, συντελεστές φιλοδωρήματος αφυπηρέτησης, ετήσιες άδειες κ.λ.π. Πέραν από τη Συλλογική Σύμβαση, διευκρίνισε ο μάρτυρας, για τον κάθε τραπεζικό υπάλληλο ισχύει και το ατομικό συμβόλαιο που προνοεί τους όρους ή κανονισμούς πρόσληψης και απασχόλησής του. Η μαρτυρία του άλλου τραπεζικού, του ΜΕ.3, απέβλεπε στον υπολογισμό των ωφελημάτων που θα λάμβανε η ενάγουσα στην περίπτωση που θα παρέμενε στην εργασία της μέχρι τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας της. Αφού απαρίθμησε τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη επεσήμανε ότι είναι πολύ δύσκολο να υπολογισθούν τα εν λόγω ωφελήματα. Όμως, με βάση το τελευταίο της μισθό αν παρέμενε στην εργασία της μέχρι το 60ο έτος της ηλικίας της θα έπαιρνε συνολικά μισθούς ύψους £540.000 και £126.000 ως φιλοδώρημα. Το ποσό των £540.000, διευκρίνισε, αντιστοιχεί με τα σημερινά δεδομένα στις £340.000 νοουμένου ότι τα χρήματα θα καταβληθούν τώρα. Οι ΜΥ.1 και 2 υιοθέτησαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα όσα κατάθεσαν στις 30/10 και 3.11.03 προς τη Γενική Επιθεώρηση της Τράπεζας (τεκμ.29 και 30, αντίστοιχα). Η επιταγή των £10.000 (τεκμ.23), επανέλαβε η ΜΥ.2, εκτυπώθηκε από την ίδια στο όνομα Χριστάκη Πετεινού μετά από υπόδειξη της ενάγουσας και ακολούθως την παρέδωσε στην ενάγουσα. Ένα χρόνο μετά, συνέχισε, την επισκέφθηκε στο κατάστημα η Velitchka και της ανέφερε ότι στις 12.9.03 συνάντησε τον Πετεινό από τον οποίο πληροφορήθηκε ότι το διαμέρισμα το πώλησε για £50.000 και όχι για £60.000 που το αγόρασε αυτή. Της ανάφερε, επίσης, ότι μόλις ο Πετεινός έμαθε για την τιμή πώλησης του διαμερίσματος τηλεφώνησε και ενημέρωσε σχετικά τον περιφερειακό διευθυντή της Τράπεζας, στην Πάφο. Της υποβλήθηκε ότι η Velitchka δεν της ανάφερε αυτά που ισχυρίσθηκε και ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στις 3.11.03 ήταν καθ΄ υπόδειξη, υποβολές που απόρριψε. Παρόμοια, ο ΜΥ.1 υιοθετώντας την κατάθεση του τεκμ.29 επανέλαβε τα ακόλουθα:- Στις 30.8.02 παρουσιάστηκε στο ταμείο του η ενάγουσα - την οποία τότε δεν γνώριζε αλλά την είχε ακουστά - και του ζήτησε να της εξαργυρώσει την επιταγή τεκμ.23, η οποία ήδη ήταν οπισθογραφημένη. Της την εξαργύρωσε, δίδοντας της £10.000 σε δύο δεσμίδες των £5.000 έκαστη, αφού κάποιος συνάδελφος από το κατάστημα του σύστησε την ενάγουσα ως συνάδελφο τους και για το λόγο αυτό έδειξε εμπιστοσύνη. Για την ενέργεια αυτή, συμπλήρωσε, καταγγέλθηκε στην Επιτροπή η οποία τον επέπληξε. Του υποβλήθηκε ότι η ενάγουσα ουδέποτε εμφανίσθηκε ενώπιον του για εξαργύρωση της εν λόγω επιταγής και ό,τι κατέθεσε ήταν καθ΄ υπόδειξη της Τράπεζας, υποβολές που απέρριψε. Από τη θεώρηση της προσαχθείσας μαρτυρίας είναι φανερό ότι τα γεγονότα στη βάση των οποίων θα κριθεί το πρώτο επίδικο ζήτημα, που αφορά τη διαδικασία την οποία ακολούθησε η Τράπεζα με κατάληξη την απόφαση για απόλυση της ενάγουσας, είναι αδιαμφισβήτητα. Τα συνοψίζω:- H υπόθεση εξετάσθηκε από τη Γενική Επιθεώρηση της Τράπεζας, η οποία πήρε καταθέσεις από τους ΜΥ.1 και 2, καθώς επίσης και από την ενάγουσα. Οι εν λόγω καταθέσεις τέθηκαν υπόψιν της Επιτροπής, η οποία κάλεσε την ενάγουσα να εμφανισθεί ενώπιον της στις 16.12.03 για να δώσει τη δική της εκδοχή. Η ενάγουσα δεν εμφανίσθηκε επειδή η Επιτροπή δεν της επέτρεψε να συνοδεύεται από δικηγόρο και δεν της κοινοποίησε, όπως ζήτησε, όλα τα στοιχεία που σχετίζονταν με την υπόθεση. Λόγω τούτου, η Επιτροπή ανάβαλε τη συνεδρία της για τις 16.1.04, αλλά και πάλιν η ενάγουσα δεν εμφανίσθηκε ενώπιον της εμμένοντας στην τήρηση των όρων που έθεσε. Κατ΄ ακολουθία τούτων η Επιτροπή συνεδρίασε στην απουσία της και αποφάσισε ομόφωνα να εισηγηθεί στο Διοικητή της Τράπεζας τον τερματισμό της απασχόλησης της, εισήγηση που έγινε αποδεκτή. Η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής, εισηγήθηκε ο κ. Τριανταφυλλίδης, ήταν πειθαρχικής φύσεως και θα έπρεπε να τύχουν εφαρμογής οι κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης και οι αρχές που ισχύουν σε ποινικές διαδικασίες. Η Επιτροπή, επομένως, όφειλε να ικανοποιήσει τους δύο όρους που έθεσε η ενάγουσα για να εμφανισθεί ενώπιον της, όπως όφειλε να την ακούσει πριν της επιβάλει ποινή (απόλυση). Οι τρεις αυτές παραβιάσεις, κατέληξε, καθιστούν την όλη διαδικασία παράνομη και η απόφαση απόλυσης της ενάγουσας στερείται εννόμου αποτελέσματος. Παρέπεμψε, σχετικά, σε σωρεία αποφάσεων (Φιλίππου ν. Πειθαρχικού Συμβουλίου
(2000)1 ΑΑΔ 1839, Mustafa v. Neophitou and Others
(1963)2 CLR 503, Patikkis v. The Municipal Committee of Nicosia
(1988)1 CLR 103 και άλλες), καθώς και στα συγγράμματα «Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας», του Α. Λοίζου και των Jacobs and White, «The European Convention on Human Rights», 4η έκδοση. Η υπόθεση, αντέτεινε ο κ. Πολυβίου, θα πρέπει να κριθεί με βάση το δίκαιο που ρυθμίζει τη σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου και όχι με βάση το δημόσιο/πειθαρχικό δίκαιο, όπως εισηγήθηκε η άλλη πλευρά. Μεταξύ ενάγουσας και Τράπεζας, συνέχισε, υπήρχε σύμβαση εργοδότησης και το μόνο θέμα με το οποίο θα πρέπει να ασχοληθεί το δικαστήριο είναι αν η Τράπεζα, τερματίζοντας την απασχόληση της ενάγουσας, παραβίασε ή όχι την εν λόγω σύμβαση. Η μόνη υποχρέωση, κατέληξε, που είχε η Τράπεζα έναντι της ενάγουσας, ήταν να διερευνήσει δεόντως τα παραπτώματα που της καταλογίστηκαν και να της δώσει την ευκαιρία να τα ανασκευάσει. Την υποχρέωση αυτή την τήρησε πλήρως και, επομένως, η διαδικασία είναι καθόλα νόμιμη, δίκαιη και επαρκής. Παρέπεμψε, σχετικά, στις υποθέσεις Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ, Πολ. Έφ. 11887 ημερ. 16.12.05 και Στυλιανίδη ν. British American Insurance Co Ltd
(1990)1 AAΔ
- Είναι φανερό ότι οι θέσεις του κ. Τριανταφυλλίδη βασίζονται στην αντίληψη ότι η κλήση της ενάγουσας ενώπιον της Επιτροπής ισοδυναμούσε, ουσιαστικά, με κλήτευση της σε πειθαρχική δίκη στην οποία θα έπρεπε να εφαρμοσθούν αρχές που ισχύουν στο δημόσιο δίκαιο. Επί του προκειμένου, όλες οι αυθεντίες που επικαλέσθηκε αφορούν διαδικασίες ενώπιον δημοσίων αρχών ή, όπως στην υπόθεση Φιλίππου (ανωτέρω), ενώπιον Πειθαρχικού Συμβουλίου που συστάθηκε και ασκεί τις εξουσίες του σύμφωνα με τον Περί Δικηγόρων Νόμο, Κεφ.
- Η κρινόμενη, όμως, περίπτωση δεν εμπίπτει στον τομέα του δημοσίου αλλά του ιδιωτικού δικαίου. Περαιτέρω, η κλήση της ενάγουσας ενώπιον της Επιτροπής δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να εξισωθεί με κλήτευση σε πειθαρχική δίκη. Το ζητούμενο της κλήσης (τεκμ.9) δεν ήταν να παρεβρεθεί σε δίκη για τεκμηρίωση ή όχι πειθαρχικού παραπτώματος, το οποίο ενδεχομένως θα αποτελούσε το υπόβαθρο και προϋπόθεση για απόλυση της, αλλά αποκλειστικά και μόνο για να δώσει τη δική της εκδοχή στο τι προέκυψε εναντίον της ως αποτέλεσμα της προηγηθείσας έρευνας, με ειδική έμφαση την τύχη της επιταγής των £10.
- Επομένως, τα παράπονα της ενάγουσας ότι δεν της επέτρεψαν να εμφανισθεί ενώπιον της Επιτροπής με δικηγόρο ή ότι δεν της κοινοποίησαν το υλικό που συνελλέγη ως αποτέλεσμα της προηγηθείσας έρευνας δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Η μόνη υποχρέωση που είχε η Τράπεζα έναντι της ενάγουσας, όπως προκύπτει από την υπόθεση Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), ήταν να διερευνήσει την καταγγελία μέσα σε εύλογο χρόνο ακολουθώντας μια λογική διαδικασία και, πριν καταλήξει σε απόφαση απόλυσης της, να της δώσει την ευκαιρία να προβάλει τη δική της θέση. Την υποχρέωση αυτή η Τράπεζα την εκπλήρωσε στο ακέραιο και η προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να στραφεί στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή αν ήταν ή όχι εύλογη η απόφαση για απόλυση της ενάγουσας και στο συνυφασμένο με αυτή θέμα των αποζημιώσεων. Όπως έχει επισημανθεί, η απόφαση για απόλυση της ενάγουσας έχει στο επίκεντρο της την τύχη της επιταγής των £10.000 που εκδόθηκε στο όνομα του Χριστάκη Πετεινού και σ΄ αυτή θα πρέπει να στρέψει την προσοχή του το Δικαστήριο, όπως έπραξαν και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στο στάδιο των αγορεύσεων. Επί του θέματος έδωσαν μαρτυρία η ενάγουσα και οι ΜΥ.1 και 2, ενώ προσκομίσθηκε και υπεύθυνη δήλωση του Πετεινού (τεκμ.2) ότι αυτός προσωπικά εξαργύρωσε την εν λόγω επιταγή και αυτός πήρε τα χρήματα. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τόσο την ενάγουσα όσο και τους ΜΥ.1 και 2 να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου επί του θέματος και με την ίδια προσοχή εξέτασα και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις εγγράφους προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, καθώς επίσης και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Δεν έχω ίχνος αμφιβολίας ότι τα όσα με σταθερότητα, απλότητα και σαφήνεια κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι ΜΥ.1 και 2 ανταποκρίνονται πλήρως προς την αλήθεια, σε αντίθεση με αυτά που κατάθεσε η ενάγουσα. Η κατηγορηματική αυτή θέση δεν είναι απόρροια υποκειμενικής και μόνο εικόνας που σχημάτισα για την αξιοπιστία των τριών αυτών προσώπων αλλά, και γιατί ως αποτέλεσμα της προσαχθείσας μαρτυρίας:-
- Δεν διεφάνη - έστω απομακρυσμένα - ότι οι ΜΥ.1 και 2 είχαν οποιονδήποτε λόγο να πουν ψέματα για ένα θέμα που ενδεχομένως θα στοίχιζε, όπως στοίχισε, τη δουλειά σε ένα συνάδελφό τους. Τους υποβλήθηκε ότι τα όσα κατέθεσαν στο τεκμ.29 και 30, και επανέλαβαν στο δικαστήριο, ήταν καθ΄ υπόδειξη της Τράπεζας. Αδυνατώ να αντιληφθώ το όφελος που θα είχε η Τράπεζα να προβεί σε τέτοιες υποδείξεις. Το αντίθετο, είχε κάθε ενδιαφέρον να αποδειχθεί ότι η καταγγελία που έγινε εναντίον της ενάγουσας ήταν αβάσιμη, γιατί η φύση της καταγγελίας ήταν τέτοια που κλόνιζε την εμπιστοσύνη των πελατών της προς τους υπαλλήλους της με ανάλογο αντίκτυπο στην ίδια.
- Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα, κάτω από το βάρος της αντεξέτασης, πρόβαλε ότι «δεν θυμάται» ή «δεν νομίζει» να εξαργύρωσε αυτή την επιταγή. Οι απαντήσεις που έδωσε στις σχετικές ερωτήσεις ή υποβολές δεν είναι φυσιολογικές, τη στιγμή που η ανάμειξη του ονόματος της στην εξαργύρωση της επιταγής της στοίχισε τη δουλειά της. Επομένως, λαμβανομένου υπόψη και του ποσού της επιταγής, δεν είναι δυνατό να μη θυμάται αν αυτή την εξαργύρωσε ή όχι.
- Δεν προέκυψε ότι η επίδικη επιταγή περιήλθε κατά τον ουσιώδη χρόνο στην κατοχή του Πετεινού. Η ΜΥ.2 ισχυρίσθηκε ότι την παράδωσε στην ενάγουσα, ενώ η ενάγουσα στην κατάθεση της τεκμ.8 πρόβαλε ότι η επιταγή παρελήφθη από τον υπάλληλο που εκπροσώπησε την Τράπεζα στο Κτηματολόγιο. Τη θέση αυτή δεν την προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου. Προφανώς γιατί αντιλήφθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν θα γινόταν αποδεκτό, τη στιγμή που ο εν λόγω υπάλληλος - τον οποίο σε κανένα στάδιο δεν κατονόμασε - δεν είχε τίποτε να κάνει με την επιταγή, ενόψει του ότι αυτή εκδόθηκε στο όνομα προσώπου που αντιπροσωπευόταν από την ίδια. Επομένως, εφόσον η επιταγή παρελήφθη από την ίδια, αυτή θα έπρεπε να την είχε παραδώσει στον Πετεινό. Όμως, πουθενά στη μαρτυρία της δεν ισχυρίσθηκε ότι εκείνη την ημέρα συνάντησε τον Πετεινό στον οποίο παρέδωσε την επιταγή. Πώς, τότε, ο Πετεινός εξαργύρωσε την επιταγή τη στιγμή που αυτή βρισκόταν στην κατοχή της ενάγουσας; Είναι φανερό, κατά την άποψή μου, ότι ποτέ η εν λόγω επιταγή δεν περιήλθε στην κατοχή του Πετεινού και ποτέ αυτός δεν την εξαργύρωσε, αλλά την εξαργύρωσε η ενάγουσα, όπως είναι η αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΥ.
- Και κάτι άλλο. Αν την επιταγή την είχε εξαργυρώσει ο Πετεινός, ποια η ανάγκη μια ώρα μετά την εξαργύρωση της να δώσει εντολή να κατατεθεί στη Λευκωσία το ποσό των £467 προς όφελος της ενάγουσας και να μην το κάνει εκεί, στο κατάστημα δηλαδή απ΄ όπου εξαργύρωσε την επιταγή; Εν κατακλείδι, η ώρα εξαργύρωσης της επιταγής, η ώρα κατάθεσης του ποσού των £467 προς όφελος της ενάγουσας στη Λευκωσία και οι εν γένει συνθήκες που περιβάλλουν την υπόθεση δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της δήλωσης τεκμ.2 του Πετεινού, ούτε με την προηγηθείσα καταγγελία που έγινε σ΄ ότι αφορά την πραγματική τιμή πώλησης του διαμερίσματος και τη συνυφασμένη με αυτή τύχη της επιταγής. Καταλήγω, επομένως, ότι η δήλωση του Πετεινού δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αλλά προέβη στην υπογραφή της για λόγους που δεν αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο.
- Έχουν διαφωτισθεί οι διάφορες πτυχές της εμπλοκής της ενάγουσας στην πώληση του διαμερίσματος προς την Velitchka, με 100% χρηματοδότηση της Τράπεζας. Συγκεκριμένα, η εν γένει εμπλοκή της χαρακτηρίζεται από το ζωηρό προσωπικό ενδιαφέρον που επέδειξε για δανειοδότηση της Velitchka προκειμένου να αγοράσει το συγκεκριμένο διαμέρισμα. Στο πλαίσιο αυτού του ενδιαφέροντος:- (α) Προθυμοποιήθηκε να διορισθεί πληρεξούσιος της Εταιρείας κι αυτό δύο ημέρες πριν ακόμη η Velitchka υποβάλει επίσημα αίτηση για δάνειο, παρόλο που ποτέ προηγουμένως, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, δεν εμφανίσθηκε το Κτηματολόγιο για υποθέσεις της Τράπεζας. (β) Δεν έκρινε ότι θα έπρεπε να ανασκευάσει την εντύπωση της υπηρεσίας Recoveries της Τράπεζας, η οποία απορρέει από το τεκμ.25, ότι η πραγματική τιμή πώλησης του διαμερίσματος δεν ήταν £50.000 αλλά £60.
- Εκτός κι αν αυτή δημιούργησε την εν λόγω εντύπωση. (γ) Προθυμοποιήθηκε να πληρώσει η ίδια, κάτι που έπραξε με δικά της χρήματα, τους διάφορους φόρους και τέλη του διαμερίσματος ώστε την επομένη όλα να είναι έτοιμα για τη μεταβίβαση του διαμερίσματος στη Velitchka. Η ασυνήθιστη αυτή ενέργεια - τη στιγμή που το μόνο που τη σύνδεε με τον Πετεινό, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ήταν ότι ήταν πελάτης της Τράπεζας . είναι άκρως αποκαλυπτική για το ζωηρό προσωπικό ενδιαφέρον που επέδειξε για την υπόθεση κι αυτό, ασφαλώς, δεν θα το έκαμνε αν δεν απέβλεπε σε κάτι άλλο. (δ) Έδωσε εντολή στη ΜΥ.2 να εκδώσει επιταγή στο όνομα Χριστάκη Πετεινού τη στιγμή που ο πωλητής του διαμερίσματος ήταν η Εταιρεία και όχι ο ίδιος. Η εξήγηση που έδωσε ότι το έκαμε γιατί έτσι της ζήτησε η Velitchka στερείται, κατά την άποψή μου κάθε πειστικότητας. Αυτό για ένα απλό λόγο:- Η Velitcka δεν είχε οποιονδήποτε ενδιαφέρον στο όνομα ποιου θα εκδιδόταν η επιταγή. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν η λήψη του δανείου για αγορά του διαμερίσματος και τίποτε άλλο. Τέλος, (ε) Συμφώνησε, όπως ανάφερε η ίδια, να δηλώσει στο Κτηματολόγιο ότι η τιμή πώλησης του διαμερίσματος ήταν £50.000 τη στιγμή που γνώριζε ότι η πραγματική τιμή πώλησης του ήταν £60.
- Επρόκειτο για δήλωση με ενδεχόμενες ποινικές επιπτώσεις και σε βάρος της και αδυνατώ να δεχθώ ότι ανάλαβε τέτοιο κίνδυνο χωρίς να έχει κάποιο προσωπικό όφελος. Για όλα τα πιο πάνω η μαρτυρία της ενάγουσας κρίνεται αναξιόπιστη, ενώ η μαρτυρία των ΜΥ.1 και 2 καθ΄ όλα αξιόπιστη. Αποδέχομαι, επομένως, ότι η μαρτυρία των ΜΥ.1 και 2 αποδίδει πλήρως την αλήθεια και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τη μαρτυρία του συζύγου της ενάγουσας και του ΜΕ.4, κρίνω ότι στερείται σημασίας ενόψει του ότι στη δήλωση του Πετεινού δεν θα δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Έχοντας καταλήξει όπως πιο πάνω προχωρώ στην εξέταση του ερωτήματος που έχει ήδη τεθεί. Aν, δηλαδή, η απόφαση απόλυσης της ενάγουσας ήταν ή όχι εύλογη. Υποστηρίχθηκε από τον κ. Τριανταφυλλίδη ότι ακόμη κι αν η επίδικη επιταγή εξαργυρώθηκε προσωπικά στην ενάγουσα - όπως είναι και το εύρημα του Δικαστηρίου - αυτό δεν δικαιολογούσε την απόλυση της. Υπέδειξε, σχετικά, ότι η ενάγουσα ως εκπρόσωπος του πωλητή είχε δικαίωμα να εξαργυρώσει την επιταγή και, το σημαντικότερο, δεν προσκομίσθηκε μαρτυρία ότι τα χρήματα δεν κατέληξαν στον Πετεινό. Έχω την άποψη ότι η εισήγηση δεν ευσταθεί γιατί παραβλέπει τη θέση που τήρησε η ενάγουσα επί του θέματος, τόσο στο πλαίσιο της έρευνας της Γενικής Επιθεώρησης της Τράπεζας όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. Επισημαίνεται, συναφώς, ότι η καταγγελία εναντίον της έγινε ένα και πλέον χρόνο μετά την εξαργύρωση της επιταγής και όταν κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις όχι μόνο αρνήθηκε ότι αυτή εξαργύρωσε την επιταγή αλλά πρόβαλε και τον ισχυρισμό ότι η επιταγή παρελήφθη από άλλο υπάλληλο της Τράπεζας και εξαργυρώθηκε από τον Πετεινό. Επομένως, όπως ήταν η θέση της, αν δεν εξαργύρωσε η ίδια την επιταγή πώς προβάλλει ότι αν την εξαργύρωσε είχε δικαίωμα να το πράξει και ότι δεν προσκομίσθηκε μαρτυρία ότι τα χρήματα δεν κατέληξαν στον Πετεινό; Έχω την άποψη ότι αν η εξαργύρωση της επιταγής έγινε κατ΄ εξουσιοδότηση του Πετεινού και αν στη συνέχεια του κατέβαλε τα χρήματα θα το έλεγε από τότε, και όχι να αρνείται κάθε ανάμειξη στην εξαργύρωση της. Περαιτέρω, αν τελικά κατέβαλε τα χρήματα στον Πετεινό και πότε μόνο αυτή και ο Πετεινός το ξέρουν και για το θέμα αυτό δεν έκαμε καν νύξη στη μαρτυρία της. Για όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η εισήγηση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Κρίνω, περαιτέρω, ότι με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο η απόφαση της Τράπεζας να τερματίσει την απασχόληση της ενάγουσας για τους λόγους που περιέχονται στην επιστολή τεκμ.16, με έμφαση στις ενέργειες της σ΄ ότι αφορά την επιταγή των £10.000, ήταν όχι μόνο εύλογη αλλά αναπόφευκτη γιατί κλόνισε ανεπανόρθωτα τη μεταξύ τους αναγκαία σχέση εμπιστοσύνης. Η πιο πάνω κατάληξη προδιαγράφει και την τύχη της αγωγής που δεν είναι άλλη από την απόρριψή της. Παρ΄ όλα αυτά κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ σε συντομία και με το ζήτημα των αποζημιώσεων. Ποιες, δηλαδή, αποζημιώσεις θα δικαιούταν η ενάγουσα στην περίπτωση που η κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν διαφορετική. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου (τεκμ.22(α)-22(δ) και 28) αλλά και από τη μαρτυρία τόσο της ενάγουσας όσο και των ΜΥ.3 και 4, η εργοδότησή της ήταν ακαθόριστης χρονικής διάρκειας που δημιουργούσε εύλογη προσδοκία - όπως επισημάνθηκε και στην υπόθεση Στυλιανίδη (ανωτέρω) - ότι θα συνεχιζόταν μέχρι τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας της. Δεν προκύπτει όμως και υποχρέωση της Τράπεζας ότι θα την εργοδοτούσε μέχρι τότε. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως κρίθηκε στην υπόθεση Στυλιανίδη, ο εργοδότης διατηρεί το δικαίωμα απόλυσης εφόσον δώσει στον υπάλληλο λογική προειδοποίηση για τερματισμό των υπηρεσιών του. Το Συμβόλαιο Υπηρεσίας (τεκμ.22(γ)) προνοεί στο άρθρο 6 ότι, το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας έχει το απόλυτο δικαίωμα να τερματίσει σε οποιονδήποτε χρόνο τις υπηρεσίες οποιουδήποτε υπαλλήλου της - επομένως και της ενάγουσας - δίδοντας σ΄ αυτό προειδοποίηση ή καταβάλλοντας του μισθό ή μισθούς αντί προειδοποίησης. Η ενάγουσα ήταν στην υπηρεσία της Τράπεζας για 16 περίπου χρόνια και σύμφωνα με το άρθρο 6 οι υπηρεσίες της θα μπορούσαν να τερματισθούν αφού της διδόταν προειδοποίηση 9 μηνών, που δεν της δόθηκε. Επανερχόμενος στην υπόθεση Στυλιανίδη, επισημάνθηκε ότι η αγγλική νομολογία τείνει να καταδείξει ότι η προειδοποίηση κυμαίνεται μεταξύ ενός και δώδεκα μήνες. Δηλαδή, οι εννέα μήνες προειδοποίηση, που δικαιούταν η ενάγουσα σύμφωνα με το Συμβόλαιο της, είναι κοντά στο μάξιμουμ μιας λογικής προειδοποίησης και υπό τα περιστατικά της υπόθεσης θα επεδίκαζα στην ενάγουσα - αν η απόλυση της κρινόταν άδικη - αποζημίωση ίση με 9 μισθούς. Θα της επεδίκαζα, επίσης, ένα ποσό της τάξεως των €100.000 για απώλεια προοπτικής επανεργοδότησης ενόψει του λόγου απόλυσης της, ο οποίος εξαλείφει σε μεγάλο βαθμό την προοπτική επανεργοδότησης της σε παρομοίας φύσεως εργασία. Για όλα τα πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, προς όφελος της εναγόμενης. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξέτασα και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς υπόψη τις εγγράφους προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης, καθώς επίσης και τις θέσεις και επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων στο στάδιο των αγορεύσεων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο