Telepassport Telecommunications (Cyprus) Ltd ν. Κωνσταντίας Θεοδοσίου, Αρ. Αγωγής: 7485/05, 30 Σεπτεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A190 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7485/05 Μεταξύ: Telepassport Telecommunications (Cyprus) Ltd Εναγόντων και Κωνσταντίας Θεοδοσίου Εναγόμενης _ _ _ _ _ _ 30 Σεπτεμβρίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Α. Χάσικος. Η Εναγόμενη παρούσα αυτοπροσώπως. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αποτελούν παροχέα τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών στο κοινό σύμφωνα με τις πρόνοιες της κειμένης νομοθεσίας. Με την αγωγή τους απαιτούν από την εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.364,77 που αποτελεί την παραχωρηθείσα τηλεφωνική υπηρεσία για χρεώσεις διενεργηθεισών κλήσεων της περιόδου Φεβρουαρίου - Αυγούστου
- Η εναγόμενη, παρόλο που εκπροσωπείτο από δικηγόρο κατά την ακρόαση δήλωσε ότι ο δικηγόρος της παραιτήθηκε και θα χειριζόταν η ίδια την υπόθεση της. Μια είναι η προβαλλόμενη υπεράσπιση που καταχωρήθηκε από τον τότε δικηγόρο της που προωθήθηκε και από την ίδια κατά την ακρόαση, ότι η ισχυριζόμενη συμφωνία για την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών από τους ενάγοντες αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας. Ο διευθυντής της ενάγουσας Γιάννης Κοκολογιάννης (ΜΕ1) κατέθεσε την σχετική αίτηση και τη συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης για την σύνδεση της εναγόμενης με τις υπηρεσίες των εναγόντων. Σύμφωνα με τον μάρτυρα αλλά και όσα προκύπτουν από τα σχετικά τεκμήρια 1 και 8 η εναγόμενη την 24.1.04 αιτήθηκε προς την ΑΤΗΚ ενεργοποίηση υπηρεσίας προεπιλογής φορέα για τον αριθμό τηλεφώνου 25723649 και με αριθμό ταυτότητας
- Την ίδια ημερομηνία η εναγόμενη υπέγραψε συμφωνία σύνδεσης της με το δίκτυο των εναγόντων. Σύμφωνα με τον μάρτυρα η εναγόμενη προέβη στη σχετική αίτηση και υπογραφή της συμφωνίας σε εμπορικό συνεργάτη των εναγόντων, τον Χρίστο Τσαγκάρη. Για πληρέστερη εικόνα ως προς την ακριβή φύση των εργασιών των εναγόντων και από όσα προέκυψαν από την μαρτυρία του ΜΕ1 συνάγεται ότι υποβάλλεται αίτηση προς τους ενάγοντες και αυτοί, ακολούθως, προς τον Δημόσιο Παροχέα, την ΑΤΗΚ, όπως οι κλήσεις μέσω του δικτύου της ΑΤΗΚ να δρομολογούνται μέσω των εναγόντων. Ο αριθμός τηλεφώνου του συνδρομητή παραμένει ο ίδιος, απλώς εκείνο που αλλάζει είναι ο παροχέας του δικτύου. Κατέθεσε ακόμα τους λογαριασμούς για την περίοδο Φεβρουαρίου - Αυγούστου 2004 (τεκμήρια 2-7). Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τον ΜΕ1 σε κάθε νέο λογαριασμό προστίθεται ο προηγούμενος και έτσι ο λογαριασμός Αυγούστου 2004 είναι για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.364,
- Οι λογαριασμοί αποστέλλονταν στη διεύθυνση της εναγόμενης. Εδώ να παρεμβάλω πως η εναγόμενη δέκτηκε ότι λάμβανε τους λογαριασμούς και ότι ο πιο πάνω αριθμός τηλεφώνου είναι δικός της όπως και ο αριθμός ταυτότητας της. Παραδέκτηκε ακόμα αντεξεταζόμενη ότι ελάμβανε τις υπηρεσίες παροχής δικτύου από τους ενάγοντες πλην όμως ήταν η επίμονη θέση της ότι δεν υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα, εκδοχή που επανειλημμένα έθεσε τόσο στον ΜΕ1 όσο και επανέλαβε στην κατάθεση της. Ήταν ακόμη η θέση της ότι τηλεφώνησε αρκετές φορές στους ενάγοντες για να τους πει ότι δεν θέλει τις υπηρεσίες τους και ότι ποτέ δεν υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα. Δεν της έδιναν όμως σημασία είτε της έλεγαν ότι θα επικοινωνήσουν να την ενημερώσουν, χωρίς κάποιο αποτέλεσμα. Ήταν ακόμη η θέση της ότι δεν είχε υποχρέωση να πάει στα γραφεία των εναγόντων για να ξεκαθαρίσει το όλο ζήτημα ούτε και γνώριζε πού ήταν τα γραφεία τους. Επίσης οι υπάλληλοι της εταιρείας δεν την ενημέρωσαν ότι μπορούσε να πάει στα γραφεία τους. Από τον πρώτο μήνα που πήρε τον λογαριασμό τους τηλεφωνούσε και τους έλεγε ότι δεν υπέγραψε. Τελικά τον Αύγουστο πήγε στην ΑΤΗΚ και ζήτησε να επιστρέψει η τηλεφωνική γραμμή πίσω στην ΑΤΗΚ. Η εκδοχή της στην ένορκη μαρτυρία της ήταν ότι κάποιος φαίνεται πως έκλεψε τα προσωπικά της δεδομένα αφού ποτέ δεν υπέγραψε ούτε και ήλθε σε επαφή με τον Τσαγκάρη. Δήλωσε έτοιμη να αποδείξει ότι δεν υπέγραψε και απόρησε σε σχετική ερώτηση πού βρήκαν τα δεδομένα της, τα οποία να σημειωθεί ότι είναι απολύτως ακριβή, και όπως εξήγησε ο ΜΕ1 εξακριβώνονται προηγουμένως και από την ΑΤΗΚ. Αρνήθη ότι έλαβε αντίγραφο της σύμβασης από της εγκρίσεως της αίτησης της, αλλά την πήρε τον Αύγουστο όταν την ζήτησε από τους ενάγοντες. Σε ερώτηση γιατί δεν διέκοψε την σύνδεση από τον πρώτο μήνα, αφού όπως ισχυρίζεται δεν υπέγραψε, απάντησε ότι οι υπάλληλοι των εναγόντων δεν ήταν βοηθητικοί και ήθελε να τους δώσει χρόνο για να διερευνούσαν το παράπονο του υποτιθέμενου πελάτη τους. Δέκτηκε ότι όλη την επίδικη περίοδο ελάμβανε τις υπηρεσίες των εναγόντων αλλά δεν πλήρωσε τους λογαριασμούς γιατί δεν ήθελε να συνεργάζεται μαζί τους, αφού δεν υπέγραψε ποτέ. Δέκτηκε ακόμη ότι έκανε τα τηλεφωνήματα που αναφέρονται στους λογαριασμούς, αλλά διερωτήθηκε γιατί να πληρώσει αφού δεν έκανε συμφωνία και δεν υπέγραψε. Από αυτή την άποψη και έχοντας υπόψη μου τα σχετικά έγγραφα αλλά και την μαρτυρία του ΜΕ1 που άφησε άριστες εντυπώσεις στο δικαστήριο και ως εκ τούτου γίνεται ανεπιφύλακτα αποδεκτή, εξάγεται ως εύρημα ότι το συνολικό κόστος ή η αξία των τηλεφωνικών υπηρεσιών που παρείχαν οι ενάγοντες προς την εναγόμενη κατά την επίδικη περίοδο ανήλθε στο ποσό των Λ.Κ.364,76 ή 623,23 ευρώ. Ήταν ακόμη η θέση της ότι το τηλέφωνο στο σπίτι της είναι χρήσιμο, παρεμβάλλω πως τα αναφερόμενα στοιχεία στα τεκμήρια 1 και 8 είναι ακριβή, και πρόκειται για τον αριθμό τηλεφώνου της και την τηλεφωνική της γραμμή και συνεπώς έχει κάθε δικαίωμα να χρησιμοποιεί την γραμμή. Οι ενάγοντες δεν είχαν κανένα δικαίωμα να την εξαναγκάσουν σε μια συνεργασία που δεν επιθυμούσε. Στην ερώτηση ότι εν τοιαύτη περιπτώσει ήθελε να χρησιμοποιεί το τηλέφωνο δωρεάν, ήταν η θέση της ότι δεν απαγορεύεται να χρησιμοποιεί το τηλέφωνο της επειδή μια εταιρεία αποφάσισε να την εξαναγκάσει να συνεργαστεί μαζί της. Δεν αποτάθηκε ποτέ γραπτώς στην εταιρεία και δέκτηκε ότι μπορούσε να διακόψει αν ήθελε από προηγουμένως την σύνδεση της με τους ενάγοντες, αλλά δεν το έκανε και ζητούσε από την εταιρεία να το κάμει. Αυτή σε συντομία ήταν η μαρτυρία που προσκομίστηκε. Έχω την γνώμη πως από όσα έχουν ήδη παρατεθεί δεν υπάρχουν πολλά που μπορούν να λεχθούν. Ειδικά ως προς το ζήτημα της υπογραφής της αίτησης όσο και της συμφωνίας με τους ενάγοντες που αποτέλεσε και την βάση της υπεράσπισης της εναγόμενης, είναι γνωστό ότι οι πολιτικές υποθέσεις κρίνονται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το ζήτημα της υπογραφής τέθηκε από την εναγόμενη και κατέστη επίδικο. Ως τέτοιο έφερε και το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού της. Σε αστική δίκη το βάρος απόδειξης της γνησιότητας ενός εγγράφου στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το φέρει εκείνος που επικαλείται την εγκυρότητα του. (Cypromix Concentrates Co. Ltd v. Vitafor N.V.
(2001)1 ΑΑΔ 676 και Το Δίκαιο της Απόδειξης Τ. Ηλιάδη σελ. 63-68). Τα σχετικά έγγραφα κατατέθηκαν χωρίς ένσταση ή κάποια επιφύλαξη εκ μέρους της εναγόμενης. Ο ισχυρισμός της παρέμεινε εντελώς αναπόδεικτος και ως εκ τούτου κρίνεται απορριπτέος. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, εντύπωση προκαλεί και το γεγονός ότι ενώ από τον πρώτο μήνα που έλαβε το λογαριασμό τηλεφώνου επί του οποίου όλα τα στοιχεία της ενάγουσας εταιρείας αναγράφονται με πλήρη επάρκεια, η εναγόμενη κατέθεσε ότι δεν γνώριζε πού ήταν τα γραφεία των εναγόντων ούτε και απέστειλε κάποια επιστολή για να διαμαρτυρηθεί για την σύνδεση της με τις τηλεφωνικές υπηρεσίες των εναγόντων και να ζητήσει άμεση διακοπή της συνεργασίας. Από την άλλη όμως 7 μήνες μετά την σύνδεση της, τον Αύγουστο, γνώριζε πολύ καλά και όπως το έπραξε, αποτάθηκε στην ΑΤΗΚ για την αποσύνδεση της τηλεφωνικής της γραμμής με τους ενάγοντες. Μπορούσε δηλαδή από την πρώτη στιγμή που έλαβε γνώση της σύνδεσης της με τους ενάγοντες, και μια και ο ισχυρισμός της ήταν πως δεν υπέγραψε ούτε γνώριζε οτιδήποτε να αποταθεί στην ΑΤΗΚ για να αποκαταστήσει και να επαναφέρει τον παροχέα δικτύου που η ίδια ήθελε. Δεν το έπραξε όμως προβάλλοντας σειρά ανυπόστατων δικαιολογιών οι οποίες κρίνονται στο σύνολο τους απορριπτέες και στερούμενες απλής και στοιχειώδους λογικής. Ούτε και αποδέχομαι ότι τηλεφώνησε στους ενάγοντες και δεν της έδωσαν σημασία. Άλλωστε μπορούσε να αποστείλει μια επιστολή, και αυτό ήταν κατά την κρίση μου το ορθό, και να καταγράψει τους ισχυρισμούς της και κυρίως να ζητά άμεση αποσύνδεση από το δίκτυο των εναγόντων και να αποταθεί αμέσως στην ΑΤΗΚ για την παράνομη αλλαγή παροχέα. Μπορούσε ακόμη, για να μην πω ότι όφειλε, αφού είχε ένα τέτοιο σοβαρότατο ισχυρισμό, να αποταθεί αμέσως στην αστυνομία και να καταγγείλει το θέμα από την πρώτη στιγμή που έλαβε γνώση των γεγονότων. Και τίποτε από αυτά δεν έπραξε. Αποδέκτηκε, εν πλήρη γνώση της και επί επτάμηνον τις υπηρεσίες των εναγόντων θεωρώντας ότι η τηλεφωνική γραμμή είναι δική της και δεν είχε καμιά υποχρέωση να καταβάλλει τον λογαριασμό του τηλεφώνου επειδή κατά τον ισχυρισμό της δεν υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα. Η εκδοχή της εναγόμενης, για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτεται όπως και το σύνολο των ισχυρισμών που πρόβαλε. Αλλά και βάση να είχε ο ισχυρισμός της ότι δεν υπέγραψε και πως πρόκειται περί πλαστογραφίας, ο οποίος βεβαίως ανεπιφύλακτα απορρίπτεται ως εντελώς αναπόδεικτος, και πάλι, με την επί επτάμηνον εκ μέρους της αδιαμαρτύρητη αποδοχή των υπηρεσιών των εναγόντων, δια της συμπεριφοράς της εμποδίζεται να προβάλλει και να εγείρει άρνηση πληρωμής του λογαριασμού. (Δίκαιο Της Απόδειξης ανωτέρω σελ. 90 επ.). Ούτε και θα μπορούσε να της επιτραπεί, στη βάση των όσων έχουν ήδη εκτεθεί, να πλουτίσει αδικαιολόγητα σε βάρος των εναγόντων. Γνώριζε από τον πρώτο μήνα που έλαβε το λογαριασμό για την αλλαγή του παροχέα του δικτύου τηλεπικοινωνιών και δεχόταν αδιαμαρτύρητα τις υπηρεσίες των εναγόντων. Η βάση της αγωγής των εναγόντων είναι για προσφερθείσες υπηρεσίες, και με βάση την ενώπιον μου αποδεχτή μαρτυρία του ΜΕ1 οι υπηρεσίες προσφέρθηκαν στην εναγομένη, τις οποίες και αποδέχτηκε χωρίς κάποια διαμαρτυρία. Αποσυνδεμένη η απαίτηση των εναγόντων από τα σχετικά έγγραφα και ανεξάρτητα από την ύπαρξη της συμφωνίας, η εναγομένη, εν γνώσει της, αποδέχτηκε τις υπηρεσίες των εναγόντων η αξία των οποίων ανήλθε στο ποσό των Λ.Κ.364.76. Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους εναντίον της εναγόμενης. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των ευρώ 623,23 (Λ.Κ.364,76) πλέον νόμιμο τόκο. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται σε βάρος της εναγόμενης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο