← Κύπρος

EUROINVESTMENT FINANCE LIMITED ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΖΕΡΒΟΥ, Αρ. Αγωγής 8893/02, 30 Σεπτεμβρίου, 2008

EUROINVESTMENT FINANCE LIMITED ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΖΕΡΒΟΥ, Αρ. Αγωγής 8893/02, 30 Σεπτεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A191 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 8893/02 Μεταξύ: EUROINVESTMENT & FINANCE LIMITED, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας -και- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΖΕΡΒΟΥ, εκ Λευκωσίας Εναγομένου Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 15/11/2006 Μεταξύ: EUROINVESTMENT & FINANCE PUBLIC LIMITED, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας -και- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΖΕΡΒΟΥ, εκ Λευκωσίας Εναγομένου _______________ 30 Σεπτεμβρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Φ. Πελίδης για Γεωργιάδης & Πελίδης. Για τον Εναγόμενο: κ. Α. Παπαντωνίου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 21/8/02 η Ενάγουσα απαιτεί εναντίον του Εναγομένου τα ακόλουθα:- Α. Λ.Κ.46.228,75 όπως περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης. Β. Τόκο προς 10,5% ετησίως από 22/5/02 μέχρι 10/6/02 και προς 9,5% και 11/6/02 μέχρι εξοφλήσεως επί του ποσού των Λ.Κ.46.228,
  2. Γ. Έξοδα και τέλη της παρούσας αγωγής, έξοδα ιδιωτικής επίδοσης και Φ.Π.Α. Κατόπιν σχετικής αίτησης επιτράπηκε στις 15/11/06 η αντικατάσταση του ονόματος της Ενάγουσας με τη νέα της ονομασία, Euroinvestment & Finance Public Limited. Ο Εναγόμενος καταχώρησε αρχικά Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση την 10/6/04 και Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση την 29/1/07 και ήγειρε Ανταπαίτηση ως ακολούθως: Α

(1)Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται (rescission) η Συμφωνία/Επενδυτικός Λογαριασμός ημερομηνίας 23/8/99 ως συνομολογηθείσα συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή χωρίς καλή πίστη (not in good faith) και/ή κατά παράβαση των νομίμων και/ή από κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων της Ενάγουσας. Α
(2)Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται η ακύρωση και/ή διαγραφή του ισχυριζόμενου από την Ενάγουσα χρέους το οποίο προέκυψε από τη σύναψη της Συμφωνίας/Επενδυτικό Λογαριασμό ημερομηνίας 23/8/99. Α
(3)Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται η Ενάγουσα να επιστρέψει στoν Εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.16.783,00 το οποίο ο Εναγόμενος είχε στην διάθεση της Ενάγουσας και αντιπροσώπευε την αξία των υπό παρακαταθήκη με την ευρεία έννοια/ενέχυρο μετοχών, όπως απαιτούσε η Ενάγουσα και το οποίο ο Εναγόμενος απώλεσε. Α
(4)Τόκους προς 9% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από 23/8/99 μέχρι εξοφλήσεως. Α
(5)Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο θεωρήσει δίκαιη και/ή πρέπουσα υπό τις περιστάσεις. Α
(6)Έξοδα πλέον 15% Φ.Π.Α. πλέον έξοδα. Διαζευκτικά, ο Εναγόμενος απαιτεί από την Ενάγουσα:- Β
(1)Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσεται η Συμφωνία/Επενδυτικό Σχέδιο ημερομηνίας 23/8/99 ως άκυρη (void) εξαιτίας παρανομίας και/ή παράβασης των σχετικών νομοθεσιών. Β
(2)Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται η ακύρωση και/ή διαγραφή του ισχυριζόμενου από την Ενάγουσα χρέους το οποίο προέκυψε από τη σύναψη της Συμφωνίας/Επενδυτικού Σχεδίου ημερομηνίας 23/8/99. Β
(3)Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται η Ενάγουσα να επιστρέψει στον Εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.52.463,06 το οποίο ο Εναγόμενος είχε στη διάθεση της Ενάγουσας, αντιπροσώπευε την αξία των υπό παρακαταθήκη με την ευρεία έννοια/ενέχυρο μετοχών αξιών όπως απαιτούσε η Ενάγουσα και το οποίο ο Εναγόμενος απώλεσε. Β
(4)Τόκους προς 9% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από 23/8/99 μέχρι εξοφλήσεως. Β
(5)Οποιαδήποτε περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο θεωρήσει δίκαιη και/ή πρέπουσα υπό τις περιστάσεις. Β
(6)Έξοδα πλέον 15% Φ.Π.Α. πλέον έξοδα. Διαζευκτικά, ο Εναγόμενος απαιτεί από την Ενάγουσα:- Γ
(1)Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται η ακύρωση και/ή διαγραφή του ισχυριζόμενου από την Ενάγουσα χρέους το οποίο προέκυψε από τη σύναψη της Συμφωνίας/Επενδυτικό Σχέδιο ημερομηνίας 23/8/99. Γ
(2)Αποζημιώσεις ύψους Λ.Κ.52.463,06 για παράβαση συμφωνίας και/ή εξ' αιτίας αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων και/ή από κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων της Ενάγουσας, ποσό το οποίο ο Εναγόμενος είχε στη διάθεση της Ενάγουσας, αντιπροσώπευε την αξία των υπό παρακαταθήκη με την ευρεία έννοια/ενέχυρο μετοχών, όπως απαιτούσε η Ενάγουσα, και το οποίο ο Εναγόμενος απώλεσε. Γ
(3)Τόκους προς 9% ετησίως επί του πάνω ποσού από 10/4/00. Γ
(4)Οποιαδήποτε περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο θεωρήσει δίκαιη και/ή πρέπουσα υπό τις περιστάσεις. Γ
(5)Έξοδα πλέον 15% Φ.Π.Α., πλέον έξοδα. Η παρούσα αγωγή αφορά απαίτηση της Ενάγουσας για οφειλόμενο υπόλοιπο λογαριασμού το οποίο προέκυψε ως αποτέλεσμα παροχής στον Εναγόμενο από την Ενάγουσα πιστωτικών διευκολύνσεων για σκοπούς επενδύσεων σε αξίες με βάση επενδυτικό σχέδιο στο οποίο συμμετείχε ο Εναγόμενος κατόπιν αίτησης του προς την Ενάγουσα. Στην Υπεράσπιση του Εναγομένου που αποτελείται από 65 σελίδες εγείρονται παρά πολλά θέματα. Ένας μεγάλος αριθμός από αυτά έχουν προωθηθεί κατά την ακροαματική διαδικασία και ένας αριθμός όχι. Σε γενικές γραμμές ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα παραβίασε ρητές και/ή εξυπακουόμενες υποχρεώσεις που ανέλαβε έναντι του και διαβεβαιώσεις όσον αφορά τη λειτουργία και επιτυχία του συγκεκριμένου επενδυτικού σχεδίου, με αποτέλεσμα η επένδυση του να αποτύχει και να υποστεί ζημιές. Επίσης, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν διαχειρίστηκε σωστά τον λογαριασμό του Εναγομένου, μέσω του χρηματιστή αντιπροσώπου της. Επίσης ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν είχε κατά τον χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας, άδεια της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου σύμφωνα με τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο με αποτέλεσμα το επενδυτικό σχέδιο να είναι παράνομο. Ακόμη ότι η Ενάγουσα παραβίασε κατ' επανάληψη οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας απευθυνόμενες προς αυτή, όσον αφορά τα μέτρα που όφειλε να λάβει για προστασία των επενδυτών τις οποίες και του απέκρυψε. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του Εναγομένου ότι η επίδικη συμφωνία, δεν λειτούργησε με τους όρους που συμφωνήθηκαν, ότι η Ενάγουσα αποδεχόμενη τη συμμετοχή του Εναγομένου στο επενδυτικό σχέδιο, ανέλαβε έναντι του τη ρητή και/ή εξυπακουόμενη ευθύνη και υποχρέωση να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του Εναγομένου και να λαμβάνει κάθε μέτρο αναγκαίο για να διασφαλίζει ότι ο Εναγόμενος δεν θα υποστεί ζημιές πέραν της αρχικής του εξασφάλισης. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα διενεργούσε χρεώσεις στο λογαριασμό του οι οποίες αποτελούν δείγματα διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του από την Ενάγουσα. Ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι ο ίδιος έδινε εντολές για την εκτέλεση των διάφορων συναλλαγών με εξαίρεση εκείνων μετά τις 14/3/
  1. Τέλος, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ένεκα των παραβάσεων της Ενάγουσας υπέστη ζημιές ανερχόμενες στην μεν παράγραφο Α3 Λ.Κ.16.783,00 στις δε παραγράφους Β3 και Γ2 Λ.Κ.52.463,06 που αντιπροσωπεύει το ποσό που κατάθεσε στην Ενάγουσα σαν εξασφάλιση το οποίο ποσό αξιώνει ανταπαιτητικώς. Προτού αναφερθώ στη μαρτυρία και στην ανάλυση της θεωρώ σκόπιμο να σχολιάσω τους ισχυρισμούς του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης περί της δήθεν ισχυριζόμενης παρανομίας της επίδικης συμφωνίας και της συνέχισης της λειτουργίας της. Με τους εν λόγω ισχυρισμούς θα ασχοληθώ και πιο κάτω κατά την ανάπτυξη των Νομικών Ζητημάτων της παρούσας υπόθεσης. Είναι η θέση του Εναγομένου ότι στους ουσιώδεις χρόνους η Ενάγουσα δεν ήταν τράπεζα με άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών και παράνομα αποδεχόταν καταθέσεις από το κοινό. Για να τεκμηριώσει ο Εναγόμενος την πιο πάνω θέση εκλαμβάνει, εσφαλμένα κατά τη γνώμη μου, ως δεδομένο ότι το επίδικο επενδυτικό σχέδιο αποτελούσε άσκηση τραπεζικών εργασιών. Διαφεύγει της προσοχής του Εναγομένου ότι το κατά πόσο το επίδικο επενδυτικό σχέδιο αποτελούσε άσκηση τραπεζικών εργασιών, και άρα χρειαζόταν άδεια από την Κεντρική Τράπεζα για την παροχή του, θα έπρεπε να αποδειχθεί από τον Εναγόμενο, πράγμα που δεν έγινε. Τουναντίον κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι "δεν γνωρίζω τα λεφτά αν προήλθαν από ίδια κεφάλαια της Ενάγουσας ή καταθέσεις πελατών". Ούτε και πρόσφερε ο ίδιος κάποια μαρτυρία από πού προήλθε ο δανεισμός του από την Ενάγουσα. Το κατά πόσο η Ενάγουσα ασκούσε τραπεζικές εργασίες πριν τις 27/8/99 και το κατά πόσο το επίδικο επενδυτικό σχέδιο αποτελεί τραπεζική εργασία, είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία κρίνω ότι η Ενάγουσα ασκούσε τραπεζικές εργασίες και πριν τις 27/8/99, νόμιμα με την γνώση και έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας. Στις 18/7/97 θεσπίστηκε ο περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμος του 1997 (ο "Νόμος"), σύμφωνα με τον οποίο η άσκηση τραπεζικών εργασιών χωρίς άδεια από την Κεντρική Τράπεζα απαγορεύεται. Σύμφωνα με τη δοθείσα μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε η Ενάγουσα ασκούσε τραπεζικές εργασίες και πριν τις 27/8/99, αλλά και πριν τη θέσπιση του Νόμου. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του ΜΕ2, κ. Κώστα Πουλλή. Περαιτέρω, όπως φαίνεται από το εσωτερικό σημείωμα της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 18/11/97 (Τεκμήριο 18) η Κεντρική Τράπεζα γνώριζε από, τουλάχιστον τις 18/11/97 ότι η Ενάγουσα ασκούσε τραπεζικές εργασίες και αποφάσισε από τις 18/11/97 ότι θα της επιτρέψει να συνεχίσει να της ασκεί. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και από την επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 18/11/97 (Τεκμήριο 18) στην οποία αναγράφονται τα ακόλουθα: "As both companies appear to be adequately organized and managed it is our opinion that they should be allowed to continue their operations through the issue of restrictive banking licences". Εφόσον επομένως η Κεντρική Τράπεζα τουλάχιστον από τις 18/11/97 γνώριζε ότι η Ενάγουσα ασκούσε τραπεζικές εργασίες και εφόσον από τότε αποφάσισε ότι θα της επιτρέψει να συνεχίσει να τις ασκεί, είμαι της άποψης ότι η Ενάγουσα νόμιμα συνέχισε να τις ασκεί, εφόσον ήταν υπό τη γνώση και έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας που είναι το μόνο αρμόδιο πρόσωπο με βάση το Νόμο να επιτρέψει ή όχι την άσκηση τραπεζικών εργασιών. Εάν τα πράγματα δεν ήταν έτσι τότε η Κεντρική Τράπεζα, όπως αναφέρει στην εν λόγω επιστολή της, θα λάμβανε μέτρα για να σταματήσει τις δραστηριότητες της Ενάγουσας, κάτι που ποτέ δεν έπραξε. Το ότι μέχρι και τις 27/8/99 που προέβηκε σε ρύθμιση των εργασιών της Ενάγουσας, η Κεντρική Τράπεζα δεν είχε δώσει στην Ενάγουσα τίποτα γραπτώς, είναι χωρίς σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η Κεντρική Τράπεζα θεωρούσε ότι η Ενάγουσα μετά τη θέσπιση του Νόμου ασκούσε τραπεζικές εργασίες και ότι αποφάσισε με την επιστολή της ημερομηνίας 18/11/97 ότι θα της επιτρέψει να συνεχίσει να τις ασκεί. Το ότι η Κεντρική Τράπεζα δεν έδωσε στην Ενάγουσα οποιοδήποτε έγγραφο στο οποίο να αναγράφει ότι αυτό είναι η άδεια της Ενάγουσας για τραπεζικές εργασίες, αυτό αφορά την Κεντρική Τράπεζα. Εφόσον η Κεντρική Τράπεζα θεώρησε ότι επιτρέπει στην Ενάγουσα την συνέχιση των τραπεζικών της δραστηριοτήτων, δεν εναπόκειται στον Εναγόμενο ούτε σε κανένα άλλο να το αμφισβητήσει. Άλλωστε το ότι η Κεντρική δεν "εκδίδει άδειες" υπό την μορφή εντύπου στο οπoίο να αναγράφεται τουλάχιστον η λέξη "άδεια", είναι φανερό και από την επιστολή ημερομηνίας 27/8/99 με την οποία η Κεντρική Τράπεζα ρύθμιζε τις εργασίες της Ενάγουσας. Η επιστολή αυτή δεν έχει καθόλου την μορφή άδειας ή την μορφή ειδικού εντύπου το οποίο να δεικνύει ότι είναι άδεια. Αντίθετα από την επιστολή αυτή συνάγεται ότι η Κεντρική Τράπεζα θεωρούσε ότι η Ενάγουσα είχε άδεια για άσκηση τραπεζικών εργασιών και με την επιστολή ημερ. 27/8/99 απλά προέβαινε σε ρύθμιση της. Καμιά μαρτυρία δεν δόθηκε από πλευράς του Εναγομένου που να δεικνύει έστω, ότι η Ενάγουσα πριν τις 18/7/97 (ημερομηνία θέσπισης του Νόμου) ή πριν τις 27/8/99, ασκούσε τραπεζικές εργασίες παράνομα. Αντίθετα, από την μαρτυρία του ΜΕ2 κ. Πουλλή, συνάγεται ότι η Ενάγουσα ασκούσε τραπεζικές εργασίες νόμιμα και πριν την επιστολή ημερομηνίας 27/8/99 και πριν τη θέσπιση του Νόμου, συνεπώς συνάγεται ότι στις 27/8/99 δεν παρασχέθηκε άδεια στην Ενάγουσα από την Κεντρική Τράπεζα για άσκηση τραπεζικών εργασιών, αλλά (σύμφωνα και με τις απαιτήσεις της νέας νομοθεσίας) ρυθμίστηκαν οι όροι άσκησης των εργασιών της Ενάγουσας. Είναι φανερό δηλαδή ότι η άδεια της Ενάγουσας για άσκηση τραπεζικών εργασιών υπήρχε και αυτό που έγινε στις 27/8/99 με την επιστολή ημερομηνίας 27/8/99 (Τεκμήριο 2(Β)), ήταν ρύθμιση των όρων άσκησης της άδειας. Το λεκτικό άλλωστε του Τεκμηρίου 2(Β), υποστηρίζει απόλυτα την πιο πάνω κατάληξη μου. Πουθενά στο Τεκμήριο 2(Β) δεν αναφέρεται ότι η Κεντρική Τράπεζα με την εν λόγω επιστολή της, παρέχει στην Ενάγουσα άδεια. Αντίθετα οι φράσεις "ρύθμιση εργασιών", "θα συνεχίσει τις τρέχουσες δραστηριότητες της υπό το φως των ρυθμίσεων που έχουν εισαχθεί με τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο του 1997", "η λειτουργία και δραστηριότητες της Εταιρείας Euroinvestment & Finance Ltd (η "Εταιρεία") ρυθμίζονται όπως πιο κάτω", δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα ασκούσε τραπεζικές εργασίες και πριν τις 27/8/99 με την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας και ότι με την επιστολή ημερ. 27/8/99 (Τεκμήριο 2(Β)), ρυθμίζονται οι δραστηριότητες και εργασίες της Ενάγουσας οι οποίες ήδη διεξήγοντο, άλλωστε η φράση "θα συνεχίσει τις τρέχουσες δραστηριότητες της" τι άλλο θα μπορούσε να σημαίνει παρά ότι τις ασκούσε και πριν τις 27/8/99 και ότι μάλιστα η Κεντρική Τράπεζα το γνώριζε και το ενέκρινε. Συνάγεται και από το λεκτικό της επιστολής ημερ. 27/8/99, αλλά και από τη δοθείσα μαρτυρία ότι, η άσκηση τραπεζικών εργασιών από την Ενάγουσα πριν τις 27/8/99 γινόταν νόμιμα. Σίγουρα η Κεντρική Τράπεζα, σε περίπτωση που η Ενάγουσα ασκούσε οποιαδήποτε παράνομη δραστηριότητα πριν τις 27/8/99, θα το λάμβανε υπόψη της, θα το απέτρεπε και σίγουρα θα το έθιγε στην επιστολή της ημερομηνίας 27/8/
  2. Το ότι η Ενάγουσα στην Ετήσια Έκθεση της (Τεκμήριο 31) και στο Ενημερωτικό της Δελτίο (Τεκμήριο 19), αναφέρεται στην επιστολή ημερομηνίας 27/8/99, (Τεκμήριο 2(Β)), ως "άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών" είναι άσχετο και δεν αποδεικνύει τον εν λόγω ισχυρισμό. Το πώς αντιλαμβάνεται κάποιος τη φύση κάποιου εγγράφου, ακόμα και εάν αυτός είναι ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεν μεταβάλλει την πραγματική φύση του υπό εξέταση εγγράφου. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η Κεντρική Τράπεζα που είναι το μόνο αρμόδιο πρόσωπο, να αποφασίσει περί της παροχής άδειας τραπεζικών εργασιών ή περί της συνέχισης της άδειας τραπεζικών εργασιών ή περί της ρύθμισης, τροποποίησης και ανάκλησης της άδειας τραπεζικών εργασιών, θεωρεί ότι η Ενάγουσα πριν τις 27/8/99 παρείχε νόμιμα τραπεζικές εργασίες και μετά τις 27/8/99 ρύθμισε την παροχή των εργασιών αυτών, εν όψει της νέας νομοθεσίας. Το ότι η Κεντρική Τράπεζα θεωρεί ότι η Ενάγουσα ασκούσε τραπεζικές εργασίες και πριν τις 27/8/99, και ότι με την επιστολή της ημερομηνίας 27/8/99 απλά ρύθμιζε τις εργασίες αυτές, είναι ξεκάθαρο και από την επιστολή της ημερομηνίας 12/10/04 (Τεκμήριο 2(Β) τρίτη επιστολή), όπου αναφέρει τα εξής: "Κατά την έναρξη της ισχύος του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997 η εταιρεία Euroinvestment and Finance Ltd ασκούσε τραπεζικές εργασίες. Η Κεντρική Τράπεζα επέτρεψε τη συνέχιση των δραστηριοτήτων της εταιρείας όπως τότε ασκούνταν και στις 27 Αυγούστου, 1999 προέβη σε ρύθμιση των όρων συνέχισης των περιορισμένης φύσης τραπεζικών δραστηριοτήτων της." Ο κ. Πουλλής στην μαρτυρία του είπε ότι (α) γνωρίζει ότι η Ενάγουσα ασκούσε τραπεζικές εργασίες από το φάκελο της και το εσωτερικό σημείωμα ημερομηνίας 18/11/07 (Τεκμήριο 18), (β) η Κεντρική Τράπεζα επέτρεψε την συνέχιση των εργασιών της Ενάγουσας μετά την έναρξη ισχύος του Νόμου περί Τραπεζικών Εργασιών. Η Κεντρική Τράπεζα, είπε, είχε δύο επιλογές και επέλεξε να παραχωρήσει στην Ενάγουσα άδεια και από τον Ιούλιο του 1997 και μετά συζητούσε με την Ενάγουσα τους όρους που θα επέβαλλε. Τον Αύγουστο του 1999 ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας απέστειλε επιστολή στην Ενάγουσα με την οποία ρυθμίζονταν οι εργασίες της (Τεκμήριο 2Β). Από το σύνολο της μαρτυρίας του κ. Πουλλή, ο οποίος έχει αναφέρει ότι η Ενάγουσα ασκούσε τραπεζικές εργασίες και πριν τον Ιούλιο του 1997 και ότι η Κεντρική Τράπεζα στα πλαίσια της νέας νομοθεσίας επέτρεψε την συνέχιση των εργασιών της Ενάγουσας και ρύθμισε τις εργασίες αυτές γιατί έπρεπε πλέον να ενταχθούν υπό το φως της νέας νομοθεσίας, αλλά και από τις επιστολές ημερομηνίας 18/11/97, 27/8/99 και 12/10/04, συνάγεται ότι η Ενάγουσα ασκούσε νόμιμα τραπεζικές εργασίες και πριν τις 27/8/
  3. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω, θα ήθελα να αναφέρω τα εξής λεχθέντα από τον κ. Πουλλή: "Σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου, όταν ψηφίστηκε ο Νόμος περί τραπεζικών εργασιών τον Ιούλιο του 1997, η Euroinvestment ασκούσε εργασίες. Η Κεντρική Τράπεζα μόλις πέρασε ο Νόμος που όριζε τι είναι τραπεζικές εργασίες, ήρθε σε επαφή με τη διεύθυνση της Euroinvestment για να εξακριβώσει τις είδους εργασίες έκανε. Η Κεντρική Τράπεζα απεφάνθη ότι σύμφωνα με το Νόμο, η Euroinvestment ασκούσε τραπεζικές εργασίες και είχε δύο επιλογές: ή να κλείσει ή να της επιτρέψει να συνεχίσεις της εργασίες της, δηλαδή να νομιμοποιήσει τις εργασίες της. Η Κεντρική Τράπεζα σύμφωνα με εσωτερικό σημείωμα, στις 18/11/97 (Τεκμήριο 22) αποφάσισε να νομιμοποιήσει τις εργασίες της ως τράπεζας και να τους παραχωρήσει άδεια. Πρώτα αποφάσισε να κάνει αυτό η Κεντρική Τράπεζα και μετά ήρθε σε συνεννόηση και συζητήσεις με τη διεύθυνση της Euroinvestment για να συζητήσουν τους όρους από τους οποίους η τράπεζα θα συνέχιζε τις δραστηριότητες της. Στις 27/8/99 με επιστολή της η Κεντρική Τράπεζα προς την Euroinvestment με τίτλο "ρύθμιση εργασιών", τους επέτρεπε να συνεχίσει τις τρέχουσες δραστηριότητες τους και είχε βάλει τους όρους κάτω από τους οποίους η Euroinvestment θα συνέχιζε τις δραστηριότητες της." Συνάγεται επομένως από τα πιο πάνω, ότι η Κεντρική Τράπεζα από τις 18/11/97 αποφάσισε να παραχωρήσει άδεια στην Ενάγουσα για συνέχιση των τραπεζικών εργασιών της και ότι με την επιστολή ημερομηνίας 27/8/99 απλά ρυθμίστηκαν οι όροι των εργασιών της, ειδικότερα μετά και από τις συνεννοήσεις και συζητήσεις που είχε η Κεντρική Τράπεζα με την Ενάγουσα. Οι συζητήσεις της Κεντρικής Τράπεζας και της Ενάγουσας είναι φανερό ότι δεν είχαν ως θέμα κατά πόσο θα δινόταν στην Ενάγουσα άδεια για άσκηση τραπεζικών εργασιών, γιατί αυτή ήδη υπήρχε, οι συζητήσεις και συνεννοήσεις αφορούσαν απλά τους όρους υπό τους οποίους η Ενάγουσα θα συνέχιζε τις δραστηριότητες της. Εν όψει επομένως του λεκτικού των επιστολών ημερ. 18/11/97, 27/8/99 και 12/10/04, της μαρτυρίας του ΜΕ1 και της μαρτυρίας του ΜΕ2 κ. Πουλλή, συνάγεται ότι η Ενάγουσα και πριν της 27/8/99 ασκούσε νόμιμα τραπεζικές εργασίες οι οποίες με την εν λόγω επιστολή ρυθμίστηκαν υπό το φως των ρυθμίσεων που εισήχθηκαν με τον Νόμο. Επιπρόσθετα όμως και/ή ανεξάρτητα με τα πιο πάνω έχω την άποψη ότι το επίδικο επενδυτικό σχέδιο δεν αποτελούσε άσκηση τραπεζικών εργασιών ή εν πάση περιπτώσει δεν έχει αποδειχθεί από τον Εναγόμενο ότι αποτελούσε άσκηση τραπεζικών εργασιών. Ο ίδιος ο Εναγόμενος αντεξεταζόμενος στις 11/6/08 ανέφερε ότι "δεν γνωρίζω αν τα λεφτά προήλθαν από ίδια κεφάλαια ή καταθέσεις πελατών". Το ότι στο Τεκμήριο 2(Β) αναφέρεται ότι η Ενάγουσα δικαιούταν να προβαίνει σε χρηματοδοτήσεις επενδυτών υπό τη μορφή "λογαριασμών επενδυτών" (margin account) αυτό δεν σημαίνει ότι η εν λόγω δραστηριότητα, αποτελεί τραπεζική εργασία. Για να αποτελεί μια δραστηριότητα τραπεζική εργασία για την οποία απαιτείται άδεια με βάση τον Νόμο θα πρέπει το θέμα αυτό να εξεταστεί στα πλαίσια του Νόμου. Όπως αναφέρεται και στην επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 12/10/04: "Η λειτουργία επενδυτικών λογαριασμών από μόνη της δεν συνιστά τραπεζική εργασία. Για την παροχή επενδυτικών λογαριασμών χρειάζεται η άδεια της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου μόνο εάν η πιστωτική διευκόλυνση προέρχεται από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό μορφή καταθέσεων, αξιογράφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικών οφειλής". Επίσης σύμφωνα με τον ορισμό των τραπεζικών εργασιών στον Νόμο: "τραπεζικές εργασίες σημαίνει εργασίες οι οποίες διεξάγονται στη Δημοκρατία ή στο εξωτερικό από τη Δημοκρατία και συνίσταται στο δανεισμό χρημάτων που προέρχονται από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό μορφή καταθέσεων, αξιογράφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικών οφειλής." Στην παρούσα υπόθεση η Ενάγουσα παρείχε μεν επενδυτικούς λογαριασμούς, αλλά δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία που έστω να δεικνύει, πόσο μάλλον να αποδεικνύει, ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που δόθηκαν στον Εναγόμενο ή και γενικότερα οι πιστωτικές διευκολύνσεις που δόθηκαν στα επενδυτικά δάνεια, προέρχονταν από "ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό μορφή καταθέσεως αξιογράφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικών οφειλής". Αντίθετα ο ΜΕ1, κ. Χριστάκης Χαραλάμπους, ανάφερε ότι η Ενάγουσα προέβαινε σε δανεισμό (δανεισμός ήταν και οι πιστωτικές διευκολύνσεις που δίνονταν από την Ενάγουσα αναφορικά με τα επενδυτικά δάνεια), από ίδια κεφάλαια, επενδύσεις και από τραπεζικές διευκολύνσεις (δανεισμό που έκανε η ίδια). Τονίζω όμως ότι το Δικαστήριο αυτό που καλείται να αποφασίσει, είναι αν η επίδικη συμφωνία είναι παράνομη και όχι εάν γενικά η Ενάγουσα ασκεί παράνομα τραπεζικές εργασίες. Για να αποφασίσει το Δικαστήριο εάν η επίδικη συμφωνία είναι παράνομη θα έπρεπε, ανάμεσα σε άλλα που θα αναφέρω στη συνέχεια, να υπάρχει ισχυρισμός και ο εν λόγω ισχυρισμός να έχει αποδειχθεί, ότι η πιστωτική διευκόλυνση που παρασχέθηκε δυνάμει της επίδικης συμφωνίας προερχόταν από ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε. Δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός και καμιά μαρτυρία από την οποία να μπορούσε να συναχθεί ότι οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις που εξασφάλισε ο Εναγόμενος προέρχονταν από καταθέσεις του κοινού ή γενικότερα από ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού. Επιπρόσθετα ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη, διότι δεν προβλέπεται στο Καταστατικό της Ενάγουσας η άσκηση τραπεζικών εργασιών. Είμαι της γνώμης ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι παντελώς αβάσιμος. Το Καταστατικό επιτρέπει τον δανεισμό, οι πιστωτικές διευκολύνσεις για επενδύσεις στο ΧΑΚ είναι μορφή δανεισμού, συνεπώς, ο εν λόγω ισχυρισμός του Εναγομένου στερείται ερείσματος. Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό του Εναγομένου περί δήθεν παράνομης συνέχισης της λειτουργίας του Επενδυτικού Σχεδίου παρά τις ρητές οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας προς όλες τις Τράπεζες και τους Χρηματοδοτικούς Οργανισμούς, κρίνω ότι στερείται παντελώς βασιμότητας, για τους λόγους που αναφέρονται αναλυτικά πιο κάτω, στην ανάπτυξη των Νομικών Ζητημάτων. Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό του Εναγομένου ότι ο τερματισμός ήταν αντισυμβατικός και παράνομος, επιπρόσθετα των όσων θα αναφέρω πιο κάτω κατά την ανάπτυξη των Νομικών Ζητημάτων, είμαι της άποψης ότι ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας ήταν καθόλα νόμιμος για τους εξής λόγους. Στην επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 21/5/02 (Τεκμήριο 10 δεύτερη επιστολή) αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος παρέλειψε να ανταποκριθεί στην επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 16/1/02 (Τεκμήριο 10 πρώτη επιστολή) στην οποία αναγράφετο, ανάμεσα σε άλλα, ότι ο Λογαριασμός του παρουσίαζε σοβαρό έλλειμα καθότι η αξία χαρτοφυλακίου του δεν διατηρείτο στο επίπεδο που προβλέπετο από τους όρους της συμφωνίας ημερ. 23/8/99 (Τεκμήριο 4Α) (η "Συμφωνία") και ότι το υπόλοιπο του Λογαριασμού παρουσίαζε υπέρβαση. Υπάρχουν δηλαδή δύο λόγοι τερματισμού της Συμφωνίας. Πρώτος λόγος ήταν η υπέρβαση του ορίου και δεύτερος η μη παροχή της εξασφάλισης που απαιτούσε η Συμφωνία. Το γεγονός αυτό όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο, αλλά και ο ίδιος στην μαρτυρία του παραδέχεται ότι κατά τον τερματισμό οι εξασφαλίσεις δεν ήταν σύμφωνες με τη Συμφωνία. Εν πάση όμως περιπτώσει η Ενάγουσα, σύμφωνα με τον όρο 5 της Συμφωνίας, είχε δικαίωμα να τερματίσει οποτεδήποτε ήθελε και άνευ προειδοποιήσεως προς τον επενδυτή με απλή ειδοποίηση, επομένως οι ισχυρισμοί του Εναγομένου περί αντισυμβατικού τερματισμού είναι ανεδαφικοί. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Εναγομένου ότι η Ενάγουσα δεν απέδειξε τις εγγραφές στο Λογαριασμό του επειδή δεν παρουσίασε καμία εντολή του Εναγομένου, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι αυτές έπρεπε να ήταν γραπτές ή ηχογραφημένες, είμαι της άποψης ότι, ο Εναγόμενος συγχύζει την Ενάγουσα η οποία το μόνο που έκανε ήταν να παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις, με τον Χρηματιστή του, ο οποίος με βάση την Συμφωνία λάμβανε τις εντολές, αν χρειαζόταν με βάση την μεταξύ τους συμφωνία, για αγορά ή πώληση μετοχών από τον ίδιο τον Εναγόμενο. Εάν υπήρχε υποχρέωση ηχογράφησης ή λήψης γραπτών εντολών που κρίνω ότι δεν υπήρχε, αφού αυτή νομοθετικά ρυθμίστηκε με την ΚΔΠ 268/2000 ημερομηνίας 27/10/00, αυτή αφορούσε τον Χρηματιστή ο οποίος ήταν αντιπρόσωπος του Εναγομένου, και όχι την Ενάγουσα. Η Ενάγουσα προέβαινε στις διάφορες καταχωρήσεις στον επίδικο λογαριασμό μετά που της έδινε τα πινακίδια συναλλαγών (contract notes ή transaction note) ο Χρηματιστής του Εναγομένου με βάση τους όρους του πληρεξουσίου που ο Εναγόμενος έδωσε σε αυτόν. Οι καταχωρήσεις δηλαδή στον λογαριασμό ήταν βάσει των συναλλαγών που ο αντιπρόσωπος του Εναγομένου έλεγε στην Ενάγουσα ότι έγιναν. Επομένως, εφόσον οι συναλλαγές γίνονταν από τον αντιπρόσωπο του Εναγομένου (του Χρηματιστή του), ο αντιπρόσωπος του Εναγομένου έδινε στην Ενάγουσα τα Contract Notes στα οποία αναγράφονταν οι συναλλαγές που έκανε ο Εναγόμενος και ο Εναγόμενος ουδέποτε αμφισβήτησε ότι τα Contract Notes που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήριο 2(Β), ήταν τα Contract Notes που ο Χρηματιστής του έδωσε στην Ενάγουσα, ο Εναγόμενος δεν μπορεί να αμφισβητεί τις καταχωρήσεις που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό, γιατί ουσιαστικά είναι καταχωρήσεις που έγιναν από την Ενάγουσα κατόπιν δικών του ενεργειών, εφόσον ο Χρηματιστής ήταν αντιπρόσωπος δικός του. Το πληρεξούσιο έγγραφο που υπόγραψε ο Εναγόμενος προς τον Χρηματιστή στις 23/8/99 προνοεί στην παράγραφο (α) τα εξής: "Αγοράζει και/ή πωλεί και/ή απαλλάσσει οιασδήποτε μετοχές και/ή χρεόγραφα που είναι εγγεγραμμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου κτλ." Συνεπώς το πιο πάνω πληρεξούσιο δεν ζητά καν από τον Χρηματιστή την εντολή του Εναγομένου για την εκτέλεση οποιασδήποτε συναλλαγής, δηλαδή είτε αγοράς είτε πώλησης αξιών. Επιπρόσθετα όμως αναφέρω και τα εξής: Ο ΜΕ1 κ. Χ. Χαραλάμπους στην παράγραφο 24 της γραπτής του κατάθεσης αναφέρει τα ακόλουθα: "(α) ........... "(β) Tα λογιστικά και άλλα βιβλία και αρχεία αναφορικά με τις συνήθεις εργασίες της Ενάγουσας τηρούνται και φυλάσσονται σε ηλεκτρονική μορφή, σε σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών της Ενάγουσας που διαθέτει το κατάλληλο λογισμικό πρόγραμμα. Οι καταστάσεις λογαριασμών όλων των πελατών της Ενάγουσας, καθώς και δείγματα των επιστολών - εγκυκλίων που στέλλονται σε όλους τους πελάτες της Ενάγουσας, τηρούνται στη μορφή αυτή και εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι της Ενάγουσας (περιλαμβανομένου του καταθέτοντος) μπορούν ανά πάσα στιγμή να εκτυπώσουν αντίγραφο τους. (γ) Τον Αύγουστο 2001, η Ενάγουσα άλλαξε το λογισμικό πρόγραμμα τήρησης των λογιστικών της βιβλίων, περιλαμβανομένων των λογαριασμών των πελατών της. Περί την 1/8/01 μεταφέρθηκαν στο καινούριο πρόγραμμα της Ενάγουσας οι καταχωρήσεις στους λογαριασμούς πελατών από την 30/6/01 μέχρι την 1/8/01 και έκτοτε οι λογαριασμοί τηρούνται στο νέο πρόγραμμα. (δ) Τα στοιχεία που τηρούνται στα λογισμικά συστήματα της Ενάγουσας αναφορικά με τους λογαριασμούς πελατών της Ενάγουσας αποτελούν τα βιβλία της αναφορικά με τους λογαριασμούς αυτούς. Καταχωρήσεις στα συστήματα αυτά γίνονταν σε καθημερινή βάση κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Ενάγουσας. Το σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών όπου βρίσκονται τα προγράμματα τήρησης των βιβλίων αυτών βρίσκεται στα γραφεία της Ενάγουσας υπό τη φύλαξη και έλεγχο της. (ε) Έχω εκτυπώσει κατάσταση του λογαριασμού του Εναγόμενου με αριθμό Α0462 από το σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών της Ενάγουσας. Η κατάσταση του λογαριασμού του Εναγομένου, όπως όλων των πελατών που είχαν λογαριασμό πριν την αλλαγή του λογισμικού προγράμματος της Ενάγουσας, αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο μέρος, με βάση το παλιό πρόγραμμα της Ενάγουσας, παρουσιάζει καταχωρήσεις από την έναρξη λειτουργίας του λογαριασμού μέχρι την μεταφορά του υπολοίπου στο νέο πρόγραμμα. Το δεύτερο μέρος, με βάση το νέο πρόγραμμα της Ενάγουσας, έχει ως πρώτη καταχώρηση την μεταφορά του υπολοίπου του λογαριασμού του Εναγομένου από το παλιό πρόγραμμα και ακολουθούν όλες οι καταχωρήσεις στο λογαριασμό από τότε μέχρι σήμερα. (στ) Έχω συγκρίνει και τα δύο μέρη της κατάστασης του λογαριασμού του Εναγόμενου που έχω εκτυπώσει με τις καταχωρήσεις αναφορικά με τον λογαριασμό του Εναγόμενου στο σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών της Ενάγουσας και έχω διαπιστώσει ότι η κατάσταση που έχω εκτυπώσει είναι ορθή". Το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου προνοεί, ανάμεσα σε άλλα, και τα ακόλουθα: "22.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρισης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σ' αυτό.
(2)Αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο δε γίνεται δεκτό ως απόδειξη δυνάμει του παρόντος άρθρου, εκτός αν αποδειχθεί ότι κατά το χρόνο της καταχώρισης το βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών και ότι το βιβλίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της τράπεζας. Μαρτυρία για το πιο πάνω δύναται να δοθεί από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας είτε προφορικά είτε με ένορκη δήλωση.
(3)Αντίγραφο της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο δε γίνεται δεκτό ως απόδειξη δυνάμει του παρόντος άρθρου, εκτός αν αποδειχθεί περαιτέρω ότι το αντίγραφο έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Μαρτυρία για το πιο πάνω δύναται να δοθεί είτε προφορικά είτε με ένορκη δήλωση, από πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση.
(2)Στο παρόν άρθρο- 'τράπεζα' ή 'τραπεζίτης' σημαίνει τράπεζα η οποία έχει άδεια να διεξάγει τραπεζική εργασία δυνάμει του περί Τραπεζικών Εργασιών (Προσωρινοί Περιορισμοί) Νόμου. 'τραπεζικά βιβλία', οπουδήποτε απαντάται, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια, περιλαμβάνει καθολικά, ημερολόγια, ταμεία, λογιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμοποιούμενα κατά τη συνήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είναι σε γραπτή μορφή είτε φυλάσσονται σε μικροταινίες, μαγνητοταινίες ή σε οποιαδήποτε άλλη μορφή μηχανικού ή ηλεκτρονικού μηχανισμού ανάκτησης πληροφοριών." Αναφέρεται επίσης στον περί Αποδείξεως Νόμο:- "34.-
(1)Δήλωση που περιέχεται σε έγγραφο και είναι αποδεκτή μαρτυρία, είναι δυνατό να αποδειχθεί ως προς το περιεχόμενο της-
(5)Έγγραφο αποδεκτό ως μαρτυρία δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται να κατατεθεί από οποιοδήποτε που το έχει στην κατοχή του" Ενόψει του πιο πάνω άρθρου 22 και εν όψει των όσων έχει καταθέσει ο κ. Χαραλάμπους, η κατάσταση λογαριασμού που έχει κατατεθεί ως τεκμήριο συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων, θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σ' αυτήν. Το άρθρο 22 δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του τεκμηρίου είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου τούτο εγείρεται (η Ενάγουσα στην προκειμένη περίπτωση) και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος (ο Εναγόμενος) θα αμφισβητήσει το τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του τεκμηρίου. Το βάρος απόδειξης επομένως για αντίκρουση των καταχωρήσεων στο επίδικο λογαριασμό είχε ο Εναγόμενος ο οποίος ουδόλως το έπραξε. Τουναντίον παραδέχθηκε ότι τουλάχιστον μέχρι 14/3/00 ο ίδιος έδινε οδηγίες για τις συναλλαγές που έγιναν. Όπως επεξηγείται στο Αγγλικό Σύγγραμμα A Practical Approach to Evidence, Peter Murphy, στη σελίδα 456:- "As we have seen, a presumption requires two things: (a) that a certain primary fact shall be proved; and (b) that on proof of the primary fact, a presumed fact shall thereupon be taken to have been proved, in the absence of evidence to the contrary..." Διατηρώ την άποψη ότι το μαχητό τεκμήριο το οποίο δημιουργήθηκε δεν έχει αντικρουστεί από τον Εναγόμενο με την προσκόμιση μαρτυρίας που να το ανατρέπει ή να το διαφοροποιεί καθ' οιονδήποτε τρόπο και σε οποιοδήποτε βαθμό. Επιπρόσθετα όμως και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω αναφέρω τα εξής άρθρα του περί Αποδείξεως Νόμου τα οποία αντικρούουν και αυτά τον ισχυρισμό του δικηγόρου του Εναγόμενου:- "24.-
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ' ακοής. 27.-
(1)Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας." Ενόψει των πιο πάνω, η μαρτυρία του κ. Χαραλάμπους γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο στην ολότητα της. Περαιτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει παρακάτω. Γεγονότα που είναι παραδεκτά ή δεν αμφισβητήθηκαν Από τα δικόγραφα, από μαρτυρία της Ενάγουσας που δεν αμφισβητήθηκε και από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και δεν αμφισβητήθηκαν προκύπτουν τα ακόλουθα παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα:
  1. Η Ενάγουσα είναι δημόσια εταιρεία που την 21/7/05 άλλαξε την ονομασία της από Euroinvestment & Finance Limited σε Euroinvestment & Finance Public Limited.
  2. Η Ενάγουσα είναι χρηματοδοτικός οργανισμός και παρέχει σε πελάτες της πιστωτικές διευκολύνσεις για διάφορους σκοπούς, περιλαμβανομένων των επενδύσεων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (το "ΧΑΚ") μέσω προσωπικού λογαριασμού (παράγραφος 4 της γραπτής κατάθεσης του κ. Χριστάκη Χαραλάμπους).
  3. Ο Εναγόμενος υπέβαλε στην Ενάγουσα αίτηση (Τεκμήριο 3 και 3(Α)) για χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου, ζητώντας να του παραχωρήσει η Ενάγουσα πιστωτικές διευκολύνσεις με ανώτατο ύψος (το "Όριο") Λ.Κ.30.000,00 για επένδυση στο ΧΑΚ.
  4. Η Ενάγουσα ενέκρινε την αίτηση του Εναγομένου και όριο Λ.Κ.30.000,00 και ακολούθως υπογράφτηκε η Συμφωνία ημερομηνίας 23/8/99 (Τεκμήριο 4Α). Κατόπιν αίτησης του Εναγομένου ημερομηνίας 7/9/99 το όριο αυξήθηκε σε Λ.Κ.50.000,
  5. Ο Εναγόμενος την 23/8/99 υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 4(Β)) με το οποίο διόριζε την Suphire Stockbrokers Limited (ο "Χρηματιστής") ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του, για να προβαίνει σε συγκεκριμένες ενέργειες, ίνα εξ' ονόματος και για λογαριασμό του Εναγομένου εκτελεί τις πιο κάτω πράξεις: "(α) Αγοράζει και/ή πωλεί και/ή ανταλλάσσει οιασδήποτε μετοχές και/ή χρεόγραφα που είναι εγγεγραμμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και τις μεταβιβάζει στη ρηθείσα εταιρεία ίνα κρατούνται απ' αυτήν σαν εξασφάλιση των υποχρεώσεων του προς την Εταιρεία. (β) Εξασκεί και/ή φροντίζει όπως εξασκούνται οποιαδήποτε δικαιώματα τα οποία έχω ή δυνατόν να έχω σχετικά με τις μετοχές και/ή χρεόγραφα που σχετίζονται με το επενδυτικό σχέδιο. (γ) Γενικά με εκπροσωπεί σε όλες μου τις σχέσεις με την Euroinvestment & Finance Ltd που απορρέουν από την Συμφωνίαν Χρηματοδοτήσεως μου δια το Επενδυτικό Σχέδιο της Euroinvestment εγώ δε αναλαμβάνω να αποδεχθώ και επικυρώσω οτιδήποτε ο ρηθείς εκπρόσωπος μου ήθελε πράξει δυνάμει των προνοιών του παρόντος".
  6. Η Συμφωνία (Τεκμήριο 4(A)) προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι: "
  7. Η Εταιρεία θα παρέχει από καιρού εις καιρόν εις τον Επενδυτή δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις μέχρι συνολικού ύψους το οποίον θα καθορίζεται εκάστοτε από την Εταιρεία υπό τους όρους της παρούσης συμφωνίας και τους όρους λειτουργίας του Επενδυτικού Σχεδίου και νοουμένου ότι τα δάνεια και/ή διευκολύνσεις θα χρησιμοποιούνται για αγορά μετοχών και/ή χρεογράφων και/ή άλλων αξιών μέσω του χρηματιστή. Ο όρος μετοχές και/ή χρεόγραφα σημαίνει αξίες Εταιρειών που είναι εγγεγραμμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και περιλαμβάνουν δημόσια χρεόγραφα και warrants Τραπεζικών Οργανισμών. Οποιαδήποτε άλλα warrants (δηλαδή μη τραπεζικά) ή παρόμοιου τύπου χρηματιστηριακές αξίες δεν συμπεριλαμβάνονται στο σχέδιο. Οι ούτω αποκτηθείσες μετοχές θα εγγράφονται για σκοπούς εγγύησης επ' ονόματι της Εταιρείας ή της θυγατρικής της εταιρείας EMF Investors Ltd (EMF) που θα ενεργεί σαν trustee της Εταιρείας, και ο επενδυτής θα πιστώνεται με τα οφέλη που προκύπτουν και τα έσοδα από την πώληση των μετοχών ή χρεογράφων ή άλλων αξιών. Οι εν λόγω αξίες και ωφελήματα θα παραμένουν επ' ονόματι της Εταιρείας ή της EMF ενόσω υπάρχει υπόλοιπον οφειλόμενον από τον επενδυτή και η Εταιρεία έχει το δικαίωμα να πωλεί τις εν λόγω αξίες και να εισπράττει το εκ της πωλήσεως εισόδημα ή να εισπράττει οποιαδήποτε εισόδημα από μερίσματα ή άλλο ποσό προς εξόφληση οποιουδήποτε ποσού οφείλεται στην Εταιρεία από τον επενδυτή άνευ επηρεασμού του δικαιώματος της Εταιρείας να απαιτήσει από τον επενδυτή οποιοδήποτε οφειλόμενο προς αυτήν ποσό.
  8. Διά τας παρεχόμενας διευκολύνσεις και/ή δάνεια θα ανοιχτεί από την Εταιρεία λογαριασμός επ' ονόματι του επενδυτού ο οποίος: (α) Θα χρεώνεται με ποσοστό από 0,5% μέχρι 2,0% επί του ορίου του ετησίως ως έξοδο διαχείρισης, ποσό που εξαρτάται από τη χρήση του λογαριασμού. Θα χρεώνεται με τα ποσά τα οποία θα χορηγούνται εκάστοτε στον επενδυτή. Τα ποσά αυτά θα επιβαρύνονται με τόκον προ 8,5% ετησίως. Ο τόκος θα υπολογίζεται επί των ημερήσιων υπολοίπων και θα καταβάλλεται και/ή κεφαλαιοποιείται την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Προς υπολογισμό του τόκου θα λογίζονται προς όσες μέρες έχει ο κάθε μήνας αλλά σαν διαιρέτης θα λαμβάνεται το εμπορικό έτος των 360 ημερών. Νοείται ότι σε περίπτωση που το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο αυξηθεί με βάση οποιαδήποτε νομοθετική ή άλλη ρύθμιση το ανωτέρω καθοριζόμενο επιτόκιο του 8,5% θα αυξάνεται στο ούτω καθοριζόμενο νέο ανώτατο επιτόκιο. (β) θα χρεώνεται με 0,50% δικαίωμα πάνω στη συνολική κίνηση του λογαριασμού που θα δημιουργείται για τη Χρηματοδότηση του σχεδίου. (γ) Θα χρεώνεται με οποιαδήποτε άλλα ποσά περιλαμβανομένων αρχικών ή άλλων δικαιωμάτων, εξόδων, δαπανών και χαρτοσήμων τα οποία ο επενδυτής υποχρεούται να πληρώσει με βάση τους όρους της παρούσης συμφωνίας. (δ) θα πιστώνεται με οποιαδήποτε ποσά ήθελε καταθέσει ο επενδυτής και/ή οποιοσδήποτε εκπρόσωπος του περιλαμβανομένου του χρηματιστού καθώς και με οποιαδήποτε ποσά καθίστανται πληρωτέα εις τον επενδυτή δυνάμει των όρων της παρούσης συμφωνίας επί οιωνδήποτε μετοχών και/ή χρεογράφων τας οποίας κρατεί η Εταιρεία όπως αναφέρεται πιο κάτω.
  9. Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του επενδυτή δυνάμει της παρούσης συμφωνίας (πέραν της εξασφάλισης των αγοραζομένων αξιών που αναφέρονται στη παράγραφο 1), ο επενδυτής υποχρεούται να καταθέσει εις την Εταιρεία μετρητά και/ή μεταβιβάσει επ' ονόματι της Εταιρείας ή στη θυγατρική της εταιρεία EMF Investors Ltd (EMF), μετοχές και/ή χρεόγραφα της απολύτου εγκρίσεως της Εταιρείας ίσον σε αξία προς το 30% του ύψους του εγκεκριμένου ορίου. Η τοιαύτη αξία υπολογίζεται με βάση τη μέση τιμή κλεισίματος της τελευταίας χρηματιστηριακής συνάντησης του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου.
  10. Η Εταιρεία θα δικαιούται από καιρού εις καιρόν να απαιτεί από τον επενδυτή όπως οι εκάστοτε κρατούμενες από αυτήν ή την EMF μετοχές και/ή χρεόγραφα αυξάνονται και/ή μετατρέπονται και/ή απαιτεί την κατάθεση μετρητών ούτως ώστε η αγοραία αξία των εξασφαλίσεων είναι τέτοια που υπερκαλύπτει το χρεωστικό υπόλοιπο των διευκολύνσεων κατά τουλάχιστον 30% του εγκεκριμένου ορίου που έχει παραχωρηθεί, για να διατηρείται η ως άνω καθοριζόμενη αναλογία μεταξύ των υποχρεώσεων και εξασφαλίσεων του επενδυτού προς την Εταιρείαν.
  11. Η Εταιρεία δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ προειδοποιήσεως προς τον επενδυτή με απλή ειδοποίηση προς τον επενδυτή να τερματίσει την παρούσα συμφωνία και να καταστήσει οποιαδήποτε δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις απαιτητές και πληρωτέες αμέσως. Σε τέτοια περίπτωση η Εταιρεία έχει το δικαίωμα να εκποιεί όλες και/ή οιεσδήποτε μετοχές και/ή χρεόγραφα που κρατούνται σαν εξασφάλιση της Εταιρείας. Η τοιαύτη εκποίηση θα γίνεται μέσω του χρηματιστή ή μέσω άλλου προσώπου το οποίο θα επιλέγει η εταιρεία και σαν ποσόν που ήθελε εισπραχθεί θα κατατίθεται στον ως άνω λογαριασμόν. Εάν παραμείνει χρεωστικό υπόλοιπο ο Επενδυτής θα υποχρεούται να το πληρώσει αμέσως και με τόκον ως ανωτέρω. Νοείται ότι ο επενδυτής δικαιούται να εξοφλήσει τον ως άνω λογαριασμό και να ζητήσει την επ' ονόματι του μεταβίβασιν των αξιών που κρατεί η Εταιρεία.
  12. Ειδοποίηση δυνάμει της παρούσης συμφωνίας δύναται να δοθεί διά συνήθους ταχυδρομείου ή τηλετύπου ή/και με το χέρι στην διεύθυνση που δηλώνεται στη παρούσα συμφωνία. Νοείται ότι ειδοποίηση από την Εταιρεία προς τον επενδυτή θα θεωρείται ότι εδόθη κανονικά αν δοθεί στο χρηματιστή ο οποίος τον εκπροσωπεί".
  13. Μετά τη σύναψη της Συμφωνίας και σύμφωνα με τις πρόνοιες της, η Ενάγουσα άνοιξε λογαριασμό στο όνομα του Εναγομένου με κωδικό Α0462 (ο "Λογαριασμός") και έθεσε στη διάθεση του Εναγομένου όριο Λ.Κ.30.000,
  14. Ο Εναγόμενος ταυτόχρονα με τη σύναψη της Συμφωνίας έφερε στην Ενάγουσα κατά/ή περί την 23/8/99 1253 μετοχές Louis Crouis Lines Ltd και 1190 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Λτδ οι οποίες μεταβιβάστηκαν στο όνομα της EMF Investors Ltd. Σε μερίδα του Εναγομένου, δηλαδή στο όνομα EMF Investors Limited-A
  15. O Εναγόμενος μπορούσε να πωλήσει τις μετοχές αυτές μέσω του χρηματιστή και τα χρήματα να κατατεθούν στον Λογαριασμό .
  16. Η Ενάγουσα λάμβανε από τον Χρηματιστή τα πινακίδια συναλλαγών (contract notes) (δέσμη Τεκμήριο 13) και μαρτυρία του κ. Χριστάκη Χαραλάμπους) που εκδίδονταν από τον Χρηματιστή αναφορικά με κάθε συναλλαγή που εκτελείτο στο ΧΑΚ για λογαριασμό του Εναγομένου (παράγραφοι 12 και 13 της γραπτής κατάθεσης του κ. Χριστάκη Χαραλάμπους) και, βασιζόμενη σε αυτά, προέβαινε σε σχετική πληρωμή και χρέωση του Λογαριασμού του Εναγομένου, σε περίπτωση αγοράς αξιών και σε σχετική είσπραξη και πίστωση του Λογαριασμού του Εναγομένου, σε περίπτωση πώλησης αξιών.
  17. Η Ενάγουσα εκτός των χρεώσεων και πιστώσεων για αγορές και πωλήσεις αξιών, προέβη και στις ακόλουθες χρεώσεις και πιστώσεις στον λογαριασμό του Εναγομένου: (α) πιστώσεις για μερίσματα (dividends) που πληρώνονταν από εκδότριες εταιρείες προς όφελος του Εναγομένου (Τεκμήριο 14). (β) χρέωση τόκου προς 8,5% ετησίως, στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους (Τεκμήριο 4(Α)). Με επιστολή της Ενάγουσας προς όλους τους πελάτες της, περιλαμβανομένου του Εναγομένου, ημερομηνίας 15/11/99 (Τεκμήριο 7), δεύτερη επιστολή), το ποσοστό αυτό, με ισχύ από 1/12/99, μειώθηκε σε 8,0% ετησίως. Με δεύτερη επιστολή της Ενάγουσας προς όλους τους πελάτες της, περιλαμβανομένου του Εναγομένου, ημερομηνίας 18/7/01 (Τεκμήριο 7), έκτη επιστολή), το ποσοστό του τόκου, με ισχύ από 1/8/01, δηλαδή με την ελευθεροποίηση των επιτοκίων, αυξήθηκε σε:- (ι) 8,5% ετησίως σε περίπτωση που ο λογαριασμός του πελάτη δεν παρουσίαζε ούτε έλλειμμα ως προς τις εξασφαλίσεις που παρείχε ο πελάτης ούτε υπέρβαση ορίου, (ιι) 9,5% ετησίως σε περίπτωση που ο λογαριασμός του πελάτη παρουσίαζε είτε έλλειμμα ως προς τις εξασφαλίσεις που παρείχε ο πελάτης είτε υπέρβαση ορίου, και (ιιι) 10,5% ετησίως σε περίπτωση που υπήρχε και έλλειμμα ως προς τις εξασφαλίσεις και υπέρβαση ορίου. (γ) χρεώσεις στις 13/10/99, 21/4/00, 24/8/01, 24/8/01, 28/2/02 και 4/6/02 συνολικής αξίας Λ.Κ.24,23 που αφορούν τέλη ΧΑΚ και χαρτόσημα σε σχέση με τον λογαριασμό του Εναγομένου (παράγραφος 27(ζ)) γραπτής κατάθεσης κ. Χριστάκη Χαραλάμπους και Τεκμήριο Α).
  18. Τουλάχιστον μέχρι 14/3/00 τις εντολές για συναλλαγές στον Χρηματιστή τις έδωσε ο ίδιος ο Εναγόμενος.
  19. Ο Εναγόμενος δεν έχει καταβάλει στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό έναντι της απαίτησης της Ενάγουσας. Μαρτυρία από πλευράς Ενάγουσας ΜΕ1 Χριστάκης Χαραλάμπους Ο κ. Χριστάκης Χαραλάμπους είναι ο Γενικός Διευθυντής της Ενάγουσας από το 1996 και ανάμεσα στα καθήκοντα του ήταν και είναι η επίβλεψη των δανειοδοτήσεων, έλεγχος και έγκριση ή απόρριψη αιτήσεων από πελάτες για δάνεια, παρακολούθηση των λογαριασμών πελατών και ειδικά αυτών που είναι προβληματικοί. Έχει επίσης γενικά διοικητικά καθήκοντα και καθήκοντα διοίκησης προσωπικού. Ο κ. Χαραλάμπους ανέφερε ότι με το επίδικο επενδυτικό σχέδιο, η Ενάγουσα παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις με μορφή ειδικού τρεχούμενου λογαριασμού, που παρακολουθείται και ελέγχεται σύμφωνα με τη διαδικασία τήρησης του εν λόγω σχεδίου, για αγορά αξιών στο ΧΑΚ. Ο πελάτης υπέγραφε σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο προς χρηματιστηριακό γραφείο το οποίο ο ίδιος διάλεγε και το οποίο διεκπεραίωνε τις εντολές του πελάτη. Το χρηματιστηριακό γραφείο, με βάση το πληρεξούσιο που είχε, απέστελλε στην Ενάγουσα τα σχετικά πινακίδια συναλλαγών. Το χρηματιστηριακό γραφείο ήταν υπεύθυνο για την εκτέλεση των εντολών του πελάτη για αγοραπωλησία αξιών και ενημέρωνε την Ενάγουσα μετά την εκτέλεση τους με τα σχετικά πινακίδια συναλλαγών για να προβεί η Ενάγουσα, είτε σε χρέωση, είτε σε πίστωση του λογαριασμού, αναλόγως της περίπτωσης. Η Ενάγουσα είχε καθαρά τραπεζικό ρόλο και δεν είχε τη δικαιοδοσία να προβεί στην εκτέλεση εντολών προς το ΧΑΚ. Δεν υπήρχε κανένας έλεγχος από την Ενάγουσα σε ότι αφορά τη διενέργεια συναλλαγών μέσω του χρηματιστηριακού γραφείου. Ήταν θέμα του πελάτη και του Χρηματιστή του τι μετοχές θα αγόραζε ή θα πωλούσε σε μια δεδομένη στιγμή. Ο πελάτης έδινε εντολές στον Χρηματιστή και μετά την εκτέλεση των εντολών ο Χρηματιστής, εκδίδοντας το σχετικό πινακίδιο συναλλαγής, έδινε εντολή για να προβεί η Ενάγουσα σε χρέωση ή πίστωση ανάλογα με τις συναλλαγές που γίνονταν. Οι συναλλαγές καταχωρούνταν στο Λογαριασμό του πελάτη. Ο κ. Χαραλάμπους κατέθεσε ως Τεκμήρια 13 και 14 δέσμη που περιείχαν αιτιολογικά καταχωρήσεων που έγιναν στον λογαριασμό του Εναγομένου κατά τη διάρκεια λειτουργίας του. Ο κ. Χαραλάμπους εξήγησε ότι η Ενάγουσα προέβαινε σε: (δ) Χρέωση 0,5% μέχρι 2% επί του ορίου, σύμφωνα με τον όρο 2(α) της Συμφωνίας. Με την επιστολή ημερομηνίας 18/7/01 (μέρος του Τεκμηρίου 7 έκτη επιστολή) τα ποσοστά μειώθηκαν σε 0,4% και 1,6% αντίστοιχα, με ισχύ από 1/8/
  20. Η χρέωση αυτή αφορούσε τη διάθεση των χρημάτων που παραχωρήθηκαν στον Εναγόμενο ως διευκολύνσεις. Στα πλαίσια της Συμφωνίας, η Ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη να έχει ανά πάσα στιγμή στη διάθεση του Εναγομένου το ποσό των £30.000 (€51.258,04) και επωμιζόταν το κόστος της εξασφάλισης και διάθεσης αυτού του ποσού στον Εναγόμενο, παρόλο που εκείνος δεν ήταν υποχρεωμένος να χρησιμοποιήσει όλο ή μέρος του ποσού αυτού. Η Ενάγουσα χρέωνε τους πελάτες με δικαίωμα υπό τη μορφή ποσοστού επί του ορίου που τους είχε παραχωρήσει, και όσο πιο συχνή ήταν η κίνηση του Λογαριασμού, τόσο μικρότερο ήταν το ποσοστό του δικαιώματος που χρέωνε η Ενάγουσα. Χρέωση γινόταν μία αφορά τον χρόνο και στο λογαριασμό του Εναγομένου έγιναν 6 χρεώσεις, στις 23/8/99, 30/1/99, 1/10/00, 4/9/01, 31/12/01 και 21/5/02, ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας και λειτουργίας του Λογαριασμού. (ε) Χρέωση 0,5% πάνω στην συνολική κίνηση του Λογαριασμού, δηλαδή επί των χρεώσεων και πιστώσεων που αφορούσαν αγορές και πωλήσεις αξιών, σύμφωνα με τον όρο 2(β) της Συμφωνίας. Με την επιστολή ημερομηνίας 18/7/01 το ποσοστό μειώθηκε σε 0,4% με ισχύ από 1/8/
  21. Η χρέωση αυτή σκοπό είχε να καλύπτει τα έξοδα της Ενάγουσας που προέκυπταν από την τήρηση και έλεγχο των λογαριασμών των πελατών της. Η Ενάγουσα λάμβανε τα πινακίδια συναλλαγών (contract notes) από τον χρηματιστή και προέβαινε σε πληρωμές και εισπράξεις χρημάτων και καταχωρήσεις των συναλλαγών στο Λογαριασμό, φρόντιζε για την εγγραφή των αξιών στο όνομα της Ενάγουσας, προέβαινε σε έλεγχο με τα μετοχολόγια των εκδοτριών εταιρειών αναφορικά με τον αριθμό αξιών που ήταν εγγεγραμμένες στη μερίδα του πελάτη, σε διεκπεραίωση της αλληλογραφίας και έλεγχο αναφορικά με εταιρικά γεγονότα που επηρέαζαν τις αξίες πελατών (όπως παραχώρηση δωρεάν μετοχών και δικαιωμάτων, υποδιαίρεση της ονομαστικής αξίας μετοχών, εξάσκηση δικαιωμάτων, επανεπένδυση μερίσματος κ.λ.π.), εισέπραττε μερίσματα για λογαριασμό των πελατών και τηρούσε τους πελάτες ενήμερους του υπολοίπου του λογαριασμού τους με την αποστολή επί τακτικής βάσης καταστάσεων λογαριασμού και αποτιμήσεων χαρτοφυλακίου. Η χρέωση αυτή γινόταν στο Λογαριασμό κάθε φορά που γινόταν αγορά ή πώληση μετοχών, με δικαιολογία "commission". Η Ενάγουσα τηρούσε τον Εναγόμενο ενήμερο για την κατάσταση του Λογαριασμού με την αποστολή καταστάσεων λογαριασμού, ενώ από τον Αύγουστο του 2001 απέστελλε στον Εναγόμενο και αποτιμήσεις του χαρτοφυλακίου του. Επίσης ο Εναγόμενος μπορούσε ανά πάσα στιγμή να επικοινωνήσει με την Ενάγουσα για να ζητήσει οποιεσδήποτε πληροφορίες ήθελε. Ο Εναγόμενος ουδέποτε επικοινώνησε με την Ενάγουσα για να διαφωνήσει με οποιαδήποτε συναλλαγή που αναφέρονταν στις καταστάσεις λογαριασμού που του απέστελλε ή με το υπόλοιπο του Λογαριασμού. Επειδή ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στις διάφορες επικοινωνίες της Ενάγουσας και των δικηγόρων της με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 21/5/02 (Τεκμήριο 10 δεύτερη επιστολή)) τον ενημέρωσε ότι τερμάτιζε την Συμφωνία και λειτουργία του Λογαριασμού με άμεση ισχύ και τον κάλεσε να καταβάλει το χρεωστικό υπόλοιπο του Λογαριασμού. Οι επιστολές των δικηγόρων της Ενάγουσας (Τεκμήριο 10 δέσμη) στάληκαν στην διεύθυνση του Εναγομένου που αναφέρεται στην Συμφωνία και αντίγραφα στάληκαν με τηλεμήνυμα στον Χρηματιστή (Τεκμήριο 11 δέσμη). Τις επιστολές ο Εναγόμενος τις παράλαβε. Το υπόλοιπο του λογαριασμού του Εναγομένου τις 21/5/02 ήταν Λ.Κ.46.228,75 πλέον τόκος προς 10,5% ετησίως από 22/5/02 μέχρι 10/6/02 και 9,5% από 11/6/02 μέχρι εξοφλήσεως. Η Ενάγουσα παρείχε στον Εναγόμενο έναν ειδικό λογαριασμό τον οποίο ο ίδιος, με αποκλειστικά δική του ευθύνη, χρησιμοποιούσε για επενδύσεις στο ΧΑΚ. Σε καμιά περίπτωση η Ενάγουσα δεν παρότρυνε τον Εναγόμενο να αγοράσει συγκεκριμένες μετοχές και ουδέποτε η Ενάγουσα συμβούλευσε τον Εναγόμενο σε σχέση με το θέμα αυτό. Στη συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κ. Χριστάκη Χαραλάμπους όπως προέκυψαν κατά την αντεξέταση. Για σκοπούς καλύτερης παρουσίασης της θα την χωρίσω σε διάφορα κεφάλαια. Άδεια Κεντρικής Τράπεζας Η Ενάγουσα είχε άδεια τραπεζικών εργασιών από την έναρξη ισχύος του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου. Η θέση αυτή όπως την κατάθεσε υποστηρίζεται τόσο από την μαρτυρία του κ. Κώστα Πουλλή όπως και από τις επιστολές 27/8/99 και 12/10/04 αντίστοιχα (Τεκμήριο 2Β και 2Γ) που στάληκαν στην Ενάγουσα από την Κεντρική Τράπεζα. Η Ενάγουσα έδινε δάνεια και πριν τις 27/8/
  22. Η Ενάγουσα έδινε δάνεια από δανεισμό που έκανε η ίδια, από ίδια κεφάλαια και άλλες επενδύσεις. Εγκύκλιοι Κεντρικής Τράπεζας Στην επιστολή ημερομηνίας 12/10/04 (Τεκμήριο 2Β) τελευταία παράγραφος η Κεντρική Τράπεζα αναφέρει ότι δεν έχει αποστείλει τις εγκυκλίους στην Ενάγουσα και εξηγά τον λόγο. Επειδή η Κεντρική Τράπεζα ασκούσε περιορισμούς στο ύψος των καταθέσεων που μπορούσε να πάρει η Ενάγουσα άρα δεν μπορούσε να μεγαλώσει. Ο όγκος των εργασιών της Ενάγουσας όσον αφορά χρηματοδοτήσεις επενδυτικών σχεδίων ήταν μικρός σε σχέση με την αγορά. Η επιστολή 26/1/00 (Τεκμήριο 7 τρίτη επιστολή) που στάληκε στους πελάτες της Ενάγουσας δεν λέει ότι η Ενάγουσα έλαβε οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας. Μιλά για τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας προς τους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς γενικά. Η Ενάγουσα αύξησε την εξασφάλιση που ζητούσε από τους πελάτες της και έβαλε στο κείμενο της επιστολής την πρόταση ότι αυτές ήταν και οι οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας προς τους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς. Ιδρυτικό Έγγραφο και Καταστατικό Το Ιδρυτικό Έγγραφο (Τεκμήριο 20) της Ενάγουσας της δίνει την δυνατότητα να παρέχει δάνεια, βλέπε σελίδα 7 άρθρα 21 και
  23. Δεν χρειάζεται να γίνει λεπτομερής ανάλυση τους είδους του δανείου. Το δάνειο δεν σημαίνει ότι πρέπει να είναι τακτής λήξης. Επίσης το άρθρο 23 της δίνει τη δυνατότητα να αποδέχεται καταθέσεις χρημάτων. Δεν χρειάζεται ειδική πρόνοια που να αναφέρει ότι η Ενάγουσα μπορούσε να κάμνει τραπεζικές εργασίες. Είδη λογαριασμών που παρέχει η Ενάγουσα Η Ενάγουσα είχε δικαίωμα να παρέχει ανάμεσα σε άλλες χρηματοδοτήσεις και χρηματοδοτήσεις επενδυτών (margin account) όπως ακριβώς ήταν ο επίδικος λογαριασμός επενδυτικού σχεδίου (margin account). Ο εν λόγω λογαριασμός έχει όριο αλλά δεν είναι τακτής λήξης. Παρακολούθηση των λογαριασμών Έλεγχαν τα πινακίδια και τα καταχωρούσαν στο Λογαριασμό. Παρακολουθούσαν σε τακτική βάση μέσω καταστάσεων όλους τους λογαριασμούς. Η Ενάγουσα έστελλε καταστάσεις εβδομαδιαία στον χρηματιστή και περιοδικά στον πελάτη. Μετά τα μέσα του Ιουνίου 2001, έστελλε σε μηνιαία βάση στον πελάτη λόγω προβλημάτων κάποιων χρηματιστηριακών γραφείων. Προειδοποιητικές επιστολές Αναφορικά με την επιστολή 14/3/00 (Τεκμήριο 8) επειδή αύξησαν το ποσοστό εξασφάλισης στο 100% του ορίου ζήτησαν από τον Εναγόμενο να επικοινωνήσει μαζί τους για να συζητήσουν. Ο πελάτης πρέπει να επικοινώνησε με την Ενάγουσα γιατί στις 24/4/00 έβαλε επιπρόσθετη εξασφάλιση στον Λογαριασμό. Ο Εναγόμενος δεν εξέφρασε ποτέ παράπονο στις ενέργειες της Ενάγουσας. Αν αγόραζε μετοχές που είχαν σαν συνέπεια την υπέρβαση του εγκεκριμένου ορίου ή έπρεπε να γίνει πληρωμή του ποσού της υπέρβασης στον Λογαριασμό ή να γίνει πώληση μετοχών και πίστωση του προϊόντος στον Λογαριασμό για μείωση του υπολοίπου. Χρεώσεις Δικαιωμάτων Η Ενάγουσα με τον Εναγόμενο συμφώνησαν σε κάποιες χρεώσεις. Η χρέωση επί του Ορίου του Λογαριασμού αφορούσε τον έλεγχο που έκαμνε η Ενάγουσα αναφορικά με τις αγορές και πωλήσεις αξιών, την καταχώρηση των εν λόγω αγορών και πωλήσεων στον Λογαριασμό, τον έλεγχο με τον Χρηματιστή, τις εισπράξεις και πληρωμές που γίνονταν, την ενημέρωση του πελάτη για διάφορα εταιρικά γεγονότα που αφορούσαν τις μετοχές του, είσπραξη μερισμάτων και συμφιλίωση των τίτλων με τα μετοχολόγια των εταιρειών. Η χρέωση των δικαιωμάτων αφορούσε την διαχείριση του λογαριασμού (administration of the account) και όχι τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του πελάτη που εξυπακούει άλλη συμφωνία. Συναλλαγές Δεν έχουν εντοπισθεί λανθασμένες καταχωρήσεις στον Λογαριασμό. Ο Εναγόμενος δεν είχε παράπονο ούτε από τον Χρηματιστή ούτε από την Ενάγουσα ότι καταχωρήθηκαν πράξεις για τις οποίες δεν συμφωνούσε. Αναφορικά με τις συναλλαγές 18/5/00 και 27/9/00 ισχυρίστηκε ότι δεν έδωσε ο ίδιος εντολές αλλά δεν έφερε κάποια μαρτυρία για να αποδείξει ότι ούτε ο Χρηματιστής, πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του, έδωσε εντολές για λογαριασμό του. Οι μόνες επιστολές που στάληκαν από τον πελάτη στην Ενάγουσα ήταν για να ζητήσει την αύξηση του ορίου. Ο Εναγόμενος μπορούσε όποτε επιθυμούσε να πωλήσει τις μετοχές του να εξοφλήσει τον λογαριασμό και να πάρει το υπόλοιπο ποσό που θα έμενε. Αν ήταν χρεωστικό θα εξοφλούσε το υπόλοιπο. Δεν καταλαβαίνει την προφορική οδηγία που δήθεν έδωσε στον Βασίλη Κκάϊλο στις 10/4/00 ότι δεν είχε καμιά άλλη εξασφάλιση να βάλει και έπρεπε η Ενάγουσα να πωλήσει τις μετοχές του για να μην δημιουργηθεί ζημιά στον Λογαριασμό. Γιατί δεν έδωσε οδηγίες στον χρηματιστή όπως έκαμνε από τότε που άρχισε η Συμφωνία; Ούτε ζήτησε της Ενάγουσας βοήθεια αν είχε πρόβλημα με τον χρηματιστή. Πληρεξούσιο Εναγομένου προς Χρηματιστή Οι εντολές του Χρηματιστή με βάση το πληρεξούσιο είναι σαν να έδινε εντολές ο ίδιος ο Εναγόμενος. Το πληρεξούσιο έγινε για να μπορεί ο Εναγόμενος να δίνει εντολές στον Χρηματιστή και βάση των εντολών αυτών να γίνονται καταχωρήσεις στον Λογαριασμό. Τα πινακίδια συναλλαγών που έστελλε ο Χρηματιστής στην Ενάγουσα ήταν με βάση το πληρεξούσιο. Πώληση χαρτοφυλακίου Εναγομένου Οι αξίες πωλήθηκαν στο ΧΑΚ στην τρέχουσα αξία. Χρεωστικό υπόλοιπο του Λογαριασμού Η μείωση της αξίας της εξασφάλισης δεν έχει σχέση με την οφειλή του Εναγομένου προς την Ενάγουσα. Εποπτεία από την Κεντρική Τράπεζα Η Ενάγουσα δεν πήρε καμιά επιστολή είτε από την Κεντρική Τράπεζα ή το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για παρατυπίες. ΜΕ2 Κώστας Πουλλής Κλητεύθηκε στο Δικαστήριο από τον Εναγόμενο για να αντεξετασθεί πάνω στα Τεκμήρια 2Α και 2Β που κατάθεσε ο ΜΕ1 Χριστάκης Χαραλάμπους. Αντεξέταση Ανέφερε πως γνωρίζει ότι η Ενάγουσα ασκούσε τραπεζικές εργασίες από τον φάκελο του και από το εσωτερικό σημείωμα της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 18/11/97 (Τεκμήριο 18). Η Κεντρική Τράπεζα με το σημείωμα επέτρεψε στην Ενάγουσα την συνέχιση των εργασιών της. Είχε δύο επιλογές ή να την σταματήσει ή να της επιτρέψει να συνεχίσει τις δραστηριότητες της. Επέλεξε να της παραχωρήσει άδεια και συζητούσε με την Ενάγουσα τους όρους που θα τις επέβαλλε. Τον Αύγουστο του 1999 ο Διοικητής απέστειλε επιστολή με την οποία ρυθμίζονταν οι εργασίες της Ενάγουσας (Τεκμήριο 2Β). Την πληροφορία ότι οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας προς τις τράπεζες δεν στάληκαν στην Ενάγουσα την πήρε από την ομάδα των συναδέλφων του που χειρίστηκαν το θέμα. Μέσα στους φακέλους της Κεντρικής Τράπεζας δεν υπήρχε καμιά αναφορά για αποστολή των εγκυκλίων στην Ενάγουσα. Ο λόγος που δεν στάληκαν οι εγκύκλιοι στην Ενάγουσα εξηγείται στις τελευταίες τρεις γραμμές της επιστολής 12/10/04 (Τεκμήριο 2Γ). Επανεξέταση Η Κεντρική Τράπεζα αφού διαπίστωσε ότι η Ενάγουσα διεξάγει τραπεζικές εργασίες επέτρεψε στην Ενάγουσα την συνέχιση τους και με την επιστολή 27/8/99 ρύθμισε τους όρους της άδειας. Μαρτυρία από πλευράς Εναγομένου ΜΥ1 Παναγιώτης Ζερβός Ο Εναγόμενος παραδέχτηκε ότι η Συμφωνία υπογράφτηκε από τον ίδιο όπως και τα άλλα έγγραφα που την αφορούσαν. Ανέφερε ότι πράγματι υπέβαλε αίτηση για όριο £100.000 στις 10/8/99 του εγκρίθηκε όριο αρχικά £30.000 και αργότερα αυξήθηκε σε £50.000 με τους όρους του σχεδίου που αναφέροντο στην πίσω σελίδα της αίτησης, (μεταξύ άλλων η μόνη εξασφάλιση του ορίου θα ήταν οι δεσμευμένες μετοχές). Κατά την συνάντησή του οι υπεύθυνοι της Ενάγουσας δεν του αποκάλυψαν οτιδήποτε σχετικά με την άδεια της να ασκεί τραπεζικές εργασίες. Του ζήτησαν όμως να φέρει ως κατάθεση μετρητά ή μετοχές για εξασφάλιση του λογαριασμού όπως προνοούσε το Σχέδιο τους πράγμα που έπραξε. Να σημειωθεί ότι υπογραφείσα συμφωνία περιέχει και άλλους όρους πέραν του σχεδίου τους οποίους δεν μου αποκάλυψαν. Περί την 23/8/1999 υπέγραψε τη σχετική συμφωνία για λογαριασμό Investor Account με όριο £30.000 με βάση τους όρους της αίτησης του στην πίσω πλευρά της (αναγράφοντο οι "ΟΡΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ" του εν λόγω "Επενδυτικού Σχεδίου" τους οποίους διάβασε συμφώνησε με αυτούς και θεώρησε ότι η συμφωνία θα λειτουργούσε με βάση τους όρους αυτούς, όπως βεβαίως τον διαβεβαίωσε η Ενάγουσα και σε συνεργασία με τον αντιπρόσωπο-χρηματιστή της SUPHIRE STOCKBROKERS LTD, κατά την υπογραφή του για συμμετοχή στο επενδυτικό της Σχέδιο). Η Ενάγουσα του απέκρυψε την ύπαρξη των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας με βάση τις οποίες απαγορεύετο η σύναψη τέτοιων συμφωνιών και στη συνέχεια η λειτουργία τέτοιων επενδυτικών Σχεδίων, γεγονός που έμαθε πολύ αργότερα. Οι εγκύκλιοι αυτοί είναι ήδη Τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. Διευκρίνισε ότι θεώρησε από την αρχή και αυτό άφησε και η Ενάγουσα να νοηθεί ότι το Σχέδιο της ήταν εγγυημένο και ότι ουδεμία ζημιά θα είχε αφού υπήρχαν ρητοί όροι στην συμφωνία (όρος 5, όρων λειτουργίας, και όροι 1, 3, 4 της Συμφωνίας Χρηματοδότησης) ότι πάντοτε οι εξασφαλίσεις θα διατηρούντο στα συμφωνηθέντα ποσοστά κάλυψης. Σε αντίθετη περίπτωση θα πωλούσε τις υπό δέσμευση μετοχές ώστε να μην δημιουργηθεί οποιαδήποτε ζημιά στον λογαριασμό. Έτσι από την μια πλευρά είχε τους όρους της Συμφωνίας και από την άλλη τις διαβεβαιώσεις των εκπροσώπων της Ενάγουσας καθώς επίσης και ότι κατάθεσε μετοχές που εξασφάλιζαν πλήρως το όριο που του παραχωρήθηκε. Η Ενάγουσα είχε δικαίωμα να πωλεί τις μετοχές του χαρτοφυλακίου. Ο εμπιστευματοδόχος (δηλαδή η EMF INVESTORS) θα μπορούσε να προβεί στην πώληση των μετοχών μόνο κατόπιν οδηγιών της μητρικής της, δηλαδή της Ενάγουσας. Οπότε η Ενάγουσα ενεργούσε ως εμπιστευματοδόχος για την περιουσία του, διαχειριζόμενη αυτήν. Για αυτό τον λόγο εξ' άλλου πείσθηκε να συμμετάσχει στο επενδυτικό της Σχέδιο. Τον 5ο Όρο Λειτουργίας του "Επενδυτικού Σχεδίου" σύμφωνα με τον οποίο η Ενάγουσα κατά την διάρκεια συμμετοχής του στο Σχέδιο, θα δέχεται τις οδηγίες του χρηματιστή της νοουμένου ότι η εξασφάλιση την οποία είχε στα χέρια της η Ενάγουσα θα παραμένει στα συμφωνηθέντα όρια. Με βάση αυτά έλαβε την διαβεβαίωση από την Ενάγουσα, ότι θα τηρούσε τους όρους λειτουργίας του επενδυτικού της Σχεδίου. Ήταν φανερό από τους όρους λειτουργίας ότι στη χειρότερη περίπτωση αυτό που είχε να ζημιωθεί ήταν η αξία των μετοχών που κατέθεσε και τίποτε άλλο. Επίσης ανάφερε ότι, εκτός από τη Γραπτή Συμφωνία ουδέποτε συμφώνησε οτιδήποτε άλλο προφορικά με την Ενάγουσα. Συνεπώς στην περίπτωση που η εξασφάλιση της Ενάγουσας ήταν ουσιωδώς εκτός του συμφωνηθέντος ορίου εξασφάλισης (75%) και στη συνέχεια μέχρι και 100%, πράγμα που η Ενάγουσα όφειλε να γνωρίζει αφού η παρακολούθηση του Λογαριασμού αυτού ήταν δική της ευθύνη ώστε να τηρούνται οι όροι λειτουργίας του Σχεδίου, δεν είχε δικαίωμα πώλησης των ενεχυριασμένων μετοχών. (Όρος 5 Όρων Λειτουργίας Σχεδίου). Μόνο η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα πώλησης των μετοχών. Θεώρησε δεδομένο ότι με βάση την συμφωνία τους, η Ενάγουσα ανέλαβε τη χρήση, χειρισμό και διαχείριση των υπό εγγύηση μετοχών, επειδή είχε εξουσίες τις οποίες ο ίδιος δεν είχε. Όσες μετοχές θα αγόραζε με τα δικά της Ενάγουσας χρήματα, δεν εγίνοντο δικές του. Ήταν εγγεγραμμένες στην δική της θυγατρική εταιρεία EMF INVESTORS LTD. Γι' αυτό και δεν υπήρχε περίπτωση να χάσει η ίδια τα χρήματα της, σε αντίθεση με τον ίδιο. Αυτός δεν είχε δικαίωμα να αλλάξει ή να διαπραγματευτεί οποιοδήποτε όρο της συμφωνίας του με την Ενάγουσα. Η ίδια του επέβαλλε τους όρους και είχε η ίδια πρώτιστη ευθύνη για την εφαρμογή τους. Όταν έλαβε την επιστολή αυτή ημερ. 14/3/2000 (Τεκμήριο 8), συμμορφώθηκε αμέσως με το περιεχόμενο της και κατάθεσε επιπρόσθετες εξασφαλίσεις στις 10/4/
  24. Να σημειωθεί ότι δήλωσε στην Ενάγουσα ότι δεν είχε άλλες ελεύθερες μετοχές διαθέσιμες. Δεν ήταν ένα γενικό πληρεξούσιο αλλά ειδικό πληρεξούσιο για εκτέλεση εντολών του για αγορά και πώληση μετοχών. Χωρίς εντολή του δεν μπορούσε να διενεργηθεί καμία απολύτως πράξη. Δεν έδωσε καμία εντολή στον χρηματιστή για αγοραπωλησία μετοχών στον λογαριασμό του μετά την ανατροπή του περιθωρίου ασφαλείας που η ίδια η Ενάγουσα του καθόρισε με την επιστολή της ημερομηνίας 26/1/2000 (Τεκμήριο 7). Ήξερε ότι οι εντολές που θα αποφάσιζε να δώσει έπρεπε να ήταν γραπτές ή ότι ο χρηματιστής θα τις μαγνητοφωνούσε. Επίσης ανάφερε ότι ουδέποτε του απεστάλη οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού είτε από τον χρηματιστή είτε από την ίδια την Ενάγουσα. Με βάση τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στον επενδυτικό λογαριασμό του με εντολές του μόνο μέχρι τον Μάρτιο 2000 που έλαβε την επιστολή (Τεκμήριο 8) και έσπευσε να καλύψει πλήρως τον λογαριασμό του, οι μετοχές ήταν πάντοτε δεσμευμένες σε όφελος της Ενάγουσας μέσω της θυγατρικής της EMF INVESTORS LTD για μόνη εξασφάλιση και πλήρη κάλυψη του λογαριασμού. Ακόμα διερωτάται τι έπραξε αυτός για να δημιουργήσει ζημιά στον λογαριασμό; Είναι φανερό ότι η Ενάγουσα με τις δικές της παραλείψεις που ήδη έχει αναφέρει και την επίδειξη πλήρους επαγγελματικής αμέλειας εκ μέρους της δημιούργησε ζημιά στον ίδιο όσο και σε εκείνη. Εκείνη την ημέρα ανάφερε ρητά στην Ενάγουσα ότι ΔΕΝ είχε καμιά άλλη εξασφάλιση για τον λογαριασμό αυτό και κατάστησε σαφές σε αυτήν ότι έπρεπε να λειτουργήσουν την συμφωνία σύμφωνα με τους όρους της και να πωλήσουν οι ίδιοι αφού τους έδωσε αυτό το δικαίωμα ώστε να μην πάθει οποιαδήποτε ζημιά στον λογαριασμό του. Επανάλαβε ότι δεν είχε δώσει οποιαδήποτε εντολή στον χρηματιστή για αγορά ή πώληση μετοχών του μετά την ανατροπή του περιθωρίου ασφάλειας. Η Ενάγουσα το γνώριζε αυτό ή τουλάχιστον όφειλε να το γνωρίζει μέσα στα πλαίσια του Σχεδίου της. Εάν δηλαδή ο χρηματιστής της προσκόμιζε οποιοδήποτε contract note θα έπρεπε να το ελέγχει προηγουμένως ή να ζητά την εντολή που το αφορούσε. Πως αλλιώς θα έλεγχε την γνησιότητα της συναλλαγής; Ουδέποτε η Ενάγουσα επικοινώνησε μαζί του για την γνησιότητα των συναλλαγών που περιέχονται στα contract notes που κατάθεσε στο Δικαστήριο και τα οποία ούτε γνωρίζει ούτε αποδέχεται. Η Ενάγουσα επέδειξε επαγγελματική αμέλεια ενώ είχε στη διάθεσή της όλα τα απαραίτητα έγγραφα και εξουσίες: (i) να ενεργήσει έγκαιρα για την αποκατάσταση της ως άνω αναλογίας, (ii) να ενεργήσει και να λάβει οποιαδήποτε μέτρα προς αποκατάσταση της, (iii) να τον ενημερώσει και να τον πληροφορήσει κατάλληλα και έγκαιρα περί της ανατροπής της, (iv) να πωλήσει μέρος ή όλες από τις υπό εγγύηση μετοχές προς αποκατάσταση της ανατροπής της, ώστε να μη δημιουργηθεί καμία απολύτως ζημιά στον επίδικο επενδυτικό Λογαριασμό. Ήταν ανώτερος τραπεζικός υπάλληλος και γνωρίζει πολύ καλά πως λειτουργούν τέτοιοι επενδυτικοί λογαριασμοί. Εξήγησε τον τρόπο που λειτουργεί η κλήση περιθωρίου (margin call) και όπως ακριβώς συμφωνήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας και του ιδίου και που είχε καθοριστική σημασία και ουσιώδη σημασία ώστε να συναφθεί το επίδικο Επενδυτικό Σχέδιο. Αν δεν προσκόμιζε άμεσα νέες μετοχές για δέσμευση ή μετρητά, τότε η Ενάγουσα όχι μόνο έπρεπε αλλά επιβάλλετο να εξασκήσει το δικαίωμα της με πώληση μέρους ή όλων των υπό εγγύηση μετοχών για να αποκατασταθεί η αναλογία εξασφάλισης. Αυτό συμφώνησαν και αυτό είχε υπόψη του όταν η Ενάγουσα παρουσιαζόταν ως ειδική σε τέτοια σχέδια και ανάλαβε ουσιαστικά την διαχείριση του λογαριασμού και των μετοχών του με όλα τα έγγραφα που τον υποχρέωσε να υπογράψει για την λειτουργία τέτοιου λογαριασμού. Ο επενδυτικός λογαριασμός (investor account) θα είχε οικονομική επιτυχία, με κέρδη για τον ίδιο ενώ στην χειρότερη περίπτωση, θα είχε ζημιά στη χειρότερη περίπτωση ίση με την απώλεια των εκάστοτε υπό εγγύηση μετοχών, που θα παρέδιδε στην Ενάγουσα ως περιθώριο εξασφάλισης (margin of security) και τίποτε άλλο. Η Συμφωνία του ήταν ότι ο λογαριασμός θα εξοφλούταν πλήρως με την πώληση των δεσμευμένων μετοχών και για το λόγο αυτό παρέδωσε στη Ενάγουσα το απαιτούμενο περιθώριο εξασφάλισης (margin of security), όπως ήταν η απαίτηση της. Είναι ολοφάνερο ότι δεν παραβίασε καθ' οιανδήποτε τρόπο την επίδικη συμφωνία. Εξ' άλλου όπως ήδη ανάφερε ουδέποτε είχα οποιαδήποτε επαφή με την Ενάγουσα μετά το άνοιγμα του λογαριασμού ούτε προέβηκε σε οποιαδήποτε πράξη σε αυτόν από τον Μάρτιο του
  25. Δεν θα τον άφηνε να κάνει οποιαδήποτε πράξη εκτός αν ήταν πλήρως καλυμμένος ο λογαριασμός, αύξανε το περιθώριο εξασφάλισης μέχρι και 100% για να προστατεύσει το λογαριασμό όπως είπε, τον χρέωνε με έξοδα διαχείρισης και το αποδέχθηκε αφού θεώρησε ότι του έκανε διαχείριση του λογαριασμού του παρακολουθώντας τον ώστε να μην δημιουργηθεί ζημιά. Αν τον ενημέρωνε για τις εγκυκλίους, θα έδιδε ο ίδιος οδηγίες να κλείσει ο λογαριασμός του. Ουδέποτε έδωσε οποιαδήποτε εντολή για αγορά ή πώληση μετοχών μετά την ανατροπή του περιθωρίου Ασφαλείας όπως ειδοποιήθηκε από την Ενάγουσα με την επιστολή της ημερομηνίας 14/3/
  26. Αντίθετα έσπευσε αμέσως και στις 10/4/2000 κατάθεσε επιπλέον εξασφαλίσεις όπως του ζήτησε η Ενάγουσα πλην όμως της δήλωσε ρητά ότι δεν είχε άλλες εξασφαλίσεις και ότι έπρεπε η ίδια να πωλήσει για να μην δημιουργηθεί οποιαδήποτε ζημιά στον επίδικο λογαριασμό. Ουδέποτε του απέστελλε η Ενάγουσα κατάσταση λογαριασμού. Δεν έλαβε καμιά κατάσταση επισυναπτόμενη σε επιστολή. Όταν επισκέφθηκε τα γραφεία της Ενάγουσας πολύ αργότερα στις 4/12/2001, η ίδια η υπάλληλος της Σοφίας Μιλτιάδου, του αποκάλυψε ότι η διοίκηση της προέβλεψε ή Ενάγουσα ότι θα εκμηδενίζοντο τα χαρτοφυλάκια των πελατών της και αρκετοί υπάλληλοι της Ενάγουσας πώλησαν οι ίδιοι τα χαρτοφυλάκια τους. Όταν την ρώτησε γιατί δεν έκανε το ίδιο η Ενάγουσα και για τους πελάτες της του απάντησε ότι θα προκαλείτο αναστάτωση και πλήρης κατάρρευση του ΧΑΚ. Εκείνη την ημέρα επανέλαβε στην Σοφία Μιλτιάδους ότι αυτός δεν είχε οποιεσδήποτε άλλες εξασφαλίσεις και ότι η Ενάγουσα έπρεπε να λάβει τα μέτρα της για αυτό, ιδιαίτερα μετά την επιστολή της 12/7/2000 (Τεκμήριο 21). Κύρια Σημεία Αντεξέτασης Στη συνέχεια θα αναφερθώ συνοπτικά στα κύρια σημεία της αντεξέτασης του Εναγομένου κατά την διάρκεια της οποίας ανέφερε τα ακόλουθα: Αφυπηρέτησε σαν Ανώτερος Διευθυντής της Τράπεζας Κύπρου και διαμένει στην οδό Κονίτσης 2 από το
  27. Ασχολείται με το Χρηματιστήριο από το 1998 αρχές του 1999 και διατηρούσε επενδυτικά σχέδια με Λαϊκή Επενδυτική, Ελληνική Επενδυτική, Εθνική Επενδυτική και είχε δάνειο με την Εμπορική Τράπεζα για αγορά μετοχών. Χρηματιστές του ήταν η εταιρεία Suphire η οποία ήταν και χρηματιστής του πριν την υπογραφή της συμφωνίας με την Ενάγουσα. Ήταν αρκετά έμπειρος με το Χρηματιστήριο όταν υπέγραψε την συμφωνία με την Ενάγουσα στις 23/8/
  28. Δεν διάβασε τους όρους των συμφωνιών που υπέγραψε. Τους όρους της αίτησης τους διάβασε γιατί ήταν το φυλλάδιο που διαφήμιζαν το σχέδιο τους. Μοναδική του εξασφάλιση ήταν οι μετοχές. Με την εξασφάλιση θα εξοφλείτο το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού. Δεν γνωρίζει αν τα λεφτά που του δάνεισε η Ενάγουσα προήλθαν από ίδια κεφάλαια της ενάγουσας ή καταθέσεις πελατών. Η Suphire θεωρεί ότι ήταν αντιπρόσωπος της Ενάγουσας γιατί αυτή του έδωσε την αίτηση (Τεκμήριο 3 και 3Α). Όταν πήρε την επιστολή 14/3/00 που του έστειλε η Ενάγουσας πήγε στις 10/4/00 στα γραφεία της Ενάγουσας και είδε τον κ. Κκάϊλο και κατάθεσε επιπλέον εξασφάλιση για το 100%. Μετά όταν πήρε την επιστολή 12/7/00 επικοινώνησε με την Ενάγουσα και τους ανέφερε ότι δεν είχε άλλες εξασφαλίσεις. Επίσης συναντήθηκε 2-3 φορές με την κα Σοφία Μιλτιάδους της Ενάγουσας. Δεν επιβεβαίωσε τίποτε γραπτώς. Όλα έγιναν προφορικά. Δεν θυμάται να έκανε πράξεις μετά τις 10/4/
  29. Το Τεκμήριο 15 τρίτη επιστολή, εντολή ημερομηνίας 4/5/01, ο ίδιος ζήτησε να επανεπενδυθεί το μέρισμα των μετοχών της Ελληνικής Τράπεζας σε μετοχές αλλά ισχυρίστηκε ότι η εντολή αυτή ήταν για άλλο πράγμα όχι για αγορά μετοχών. Παραδέχθηκε ότι σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 12, στις 17/5/01 ο λογαριασμός είχε υπέρβαση του εγκριμένου ορίου. Παραδέχτηκε ότι από 12/7/00 και μετά έπαιρνε καταστάσεις λογαριασμού από την Ενάγουσα. Δεν ήταν βέβαιος εάν υπήρχαν καταστάσεις λογαριασμού ή όχι στις επιστολές που έπαιρνε από την Ενάγουσα. Δεν θυμόταν αν αυτός έδωσε εντολή για πώληση των μετοχών της Ελληνικής στις 27/9/00, αλλά συμφώνησε ότι ο Χρηματιστής του με βάση το πληρεξούσιο, είχε από μόνος του δικαίωμα αγοράς και πώλησης μετοχών στο Χρηματιστήριο. Όμως όταν ο λογαριασμός είχε υπέρβαση η Ενάγουσα είχε δικαίωμα να δίνει η ίδια εντολή για πώληση. Στις 28/1/00 που έδωσε εντολή για εξάσκηση δικαιωμάτων της Ελληνικής Τράπεζας, πίστευε ότι ήταν εντός του ορίου εξασφάλισης που προνοούσε η Συμφωνία. Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες της παραγράφου 5 της συμφωνίας 23/8/99 (Τεκμήριο 4Α), η Ενάγουσα έπρεπε μετά την 10/4/00 και 12/7/00, να πωλήσει. Αυτό ήταν υποχρέωση και όχι δικαίωμα να πωλήσουν τις δεσμευμένες μετοχές. Δεν βλέπει στο πληρεξούσιο (Τεκμήριο 4Β) οτιδήποτε που να λέει ότι χρειάζεται η δική του επιβεβαίωση για εκτέλεση χρηματιστηριακών πράξεων. Την κλήση περιθωρίου που αναφέρει στην παράγραφο 14 της γραπτής του κατάθεσης, ισχυρίστηκε ότι την αναφέρει η παράγραφος 3 της συμφωνίας. Ισχυρίστηκε ότι με την εκποίηση μετοχών μπορούσε να αποκατασταθεί η προβλεπόμενη εξασφάλιση παρά την υποβολή ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό λόγω του ότι η εξασφάλιση είναι συνδεδεμένη με το ύψος του ορίου. ΜΥ2 Ιωάννης Ζερβός Ο μάρτυρας αυτός κλητεύθηκε από την Ενάγουσα για αντεξέταση αναφορικά με τα Τεκμήρια 34 και 35 που κατάθεσε ο Εναγόμενος στο Δικαστήριο σαν τεκμήρια. Αντεξέταση Τα Τεκμήρια 34 και 35, τα ετοίμασε με βάση την κατάσταση 10/4/00 (Τεκμήριο 32) που του έδωσε ο Εναγόμενος. Η κάλυψη 171% που φαίνεται στην πρώτη στήλη του Τεκμηρίου 34 στην ημερομηνία 10/4/00, είναι η σχέση μεταξύ της αξίας του χαρτοφυλακίου του Εναγομένου και του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού. Τις τιμές για τις αξίες των μετοχών τις πήρε από την ιστοσελίδα του Χρηματιστηρίου. Οι τιμές που πήρε θα είχαν διαφορά ασήμαντη από εκείνες που προνοεί η συμφωνία στην παράγραφο 3 (Τεκμήριο 4Α). Αξιολόγηση της μαρτυρίας - Ευρήματα Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με μεγάλη προσοχή τους μάρτυρες της Ενάγουσας όσο και του Εναγομένου ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Εξέτασα τη μαρτυρία τους με ιδιαίτερη προσοχή συγκρίνοντας, συσχετίζοντας, αντιπαραβάλλοντας και διερευνώντας τους ισχυρισμούς τους και με τις θέσεις των διαδίκων όπως αυτές προβάλλονται στα δικόγραφα, που είναι και η βάση πάνω στην οποία πρέπει να επιδικάζεται μια υπόθεση και να εξετάζεται η μαρτυρία. Επίσης έχω λάβει υπόψη μου και τις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων. Το σύνολο της μαρτυρίας είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να αναλυθεί με λεπτομέρεια. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αναφορά των μαρτύρων καθώς και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχουν αξιολογηθεί πλήρως και ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσης στην παρούσα απόφαση (βλ. Λιθογραφεία Κυριακίδης κ.α. v. Tiba Publishing Co. Ltd
(1998)1 (Δ) ΑΑΔ 1894). Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (βλ. C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 (Β) ΑΑΔ 1273). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση τις γνώσεις του μάρτυρα για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων σύμφωνα με τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές. Στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Όλοι οι μάρτυρες της Ενάγουσας μου έδωσαν την εντύπωση προσώπων που έλεγαν την αλήθεια και δέχομαι, χωρίς κανένα ενδοιασμό, την εκδοχή τους. Η προφορική τους μαρτυρία συνοδεύεται από τα απαραίτητα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια σε βαθμό που οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας να μην επιδέχονται αμφισβήτηση. Αντίθετα δεν μπορώ να πω το ίδιο για τον Εναγόμενο τη μαρτυρία του οποίου δεν αποδέχομαι, αφού παρουσίαζε την εικόνα μια καταφανούς προσπάθειας αποφυγής των συμβατικών υποχρεώσεων και νομικών ευθυνών του που πηγάζουν συντριπτικά από το σύνολο της προφορικής και έγγραφης μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί. Η Ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο την μαρτυρία που χρειαζόταν για να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της και να αποδείξει την υπόθεση της και κατέθεσε στο Δικαστήριο όλα τα έγγραφα που βρίσκονταν στην κατοχή της αναφορικά με την υπόθεση αυτή. Ακόμα κατάθεσε στο Δικαστήριο και έγγραφα που της ζητήθηκαν από τον δικηγόρο του Εναγομένου όπως το Τεκμήριο 25 που δείχνει την αξία του χαρτοφυλακίου του Εναγομένου κατά μήνα για το έτος 2000 και κατά τριμηνία για την περίοδο Ιανουαρίου 2001 μέχρι Ιουνίου 2002. Επίσης το Τεκμήριο 26 που είναι μια κατάσταση στις 30/7/00 σαν αυτές που στέλλονταν κατά διαστήματα στους Χρηματιστές με τους οποίους συνεργαζόταν η Ενάγουσα και έδειχνε το όριο του κάθε πελάτη, το υπόλοιπο την συγκεκριμένη περίοδο και κατά πόσο υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο ή υπέρβαση. Το Τεκμήριο 27 που δείχνει τα δικαιώματα που χρεώθηκαν πελάτες της Ενάγουσας τους οποίους ο Χρηματιστής ήταν η Suphire Stockbrokers Ltd. Επίσης το Τεκμήριο 18 που είναι αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού του Εναγομένου από τον Χρηματιστή του. Σε αντίθεση ο Εναγόμενος, παρά το γεγονός ότι έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο τι, κατά τους ισχυρισμούς του, ανέφερε στην Ενάγουσα στις 10/4/00 στον Άλκη Κκάϊλο και τον Ιούλιο 2000 μετά που του στάληκε η επιστολή 12/7/00 δεν παρουσίασε στην ακρόαση τον κ. Άλκη Κκάϊλο που δεν εργάζεται από χρόνια στην Ενάγουσα για να επιβεβαιώσει τις, τόσο κατά τον ίδιο, σημαντικές οδηγίες. Ούτε φυσικά παρουσίασε κάποιο από τον Χρηματιστή για να εξηγήσει την σχέση του Εναγομένου μαζί τους ποιος έδωσε τις δύο οδηγίες που αρνείται ότι αυτός έδωσε, δηλαδή στις 18/5/00, για την εξάσκηση των δικαιωμάτων της εταιρείας Louis Cruise Lines και στις 27/9/00 που ήταν για την πώληση 3.000 μετοχών της Ελληνικής Τράπεζας. Όλες τις προηγούμενες διαταγές τις παραδέχεται αλλά για κάποιο πολύ περίεργο λόγο δεν παραδέχεται τα πινακίδια συναλλαγών (contract notes) που είναι η βεβαίωση εκτέλεσης αυτών των εντολών. Ούτε και δόθηκε φυσικά κάποια εξήγηση γιατί δεν κλήθηκαν τα πρόσωπα αυτά σαν μάρτυρες για να υποστηρίξουν τους ισχυρισμούς του Εναγομένου και να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του κ. Χριστάκη Χαραλάμπους, μάρτυρα της Ενάγουσας. Αναφορικά με την μαρτυρία του υιού του Εναγομένου Ιωάννη Ζερβού, ο οποίος ετοίμασε τα Τεκμήρια 34 και 35, έχω να κάμω δύο παρατηρήσεις:-
(1)ότι η ετοιμασία αυτών των τεκμηρίων δεν έγινε σύμφωνα με τον όρο 3 της συμφωνίας (Τεκμήριο 4Α) που προβλέπει ότι ".ο επενδυτής υποχρεούται να καταθέσει εις την εταιρεία μετρητά και/ή μεταβιβάσει επ' ονόματι της εταιρείας ή στη θυγατρική εταιρεία EMF Investors Ltd (EMF), μετοχές και/ή χρεόγραφα της απολύτου εγκρίσεως της εταιρείας ίσον σε αξία προς 30% (αρχικά και με την επιστολή 26/1/00 100%) του εκάστοτε εγκριμένου ορίου.". Οι σημειώσεις στην παρένθεση είναι δικές μου. Εκείνο που έκαμε ο κ. Ιωάννης Ζερβός ήταν να βρει την σχέση μεταξύ του χρεωστικού υπολοίπου του Λογαριασμού και της αξίας του χαρτοφυλακίου σε κάποιες συγκεκριμένες ημερομηνίες. Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από την πιο πάνω πρόνοια της συμφωνίας, και
(2)ο όρος 3 της συμφωνίας (Τεκμήριο 3) προβλέπει ότι ".Η τοιαύτη αξία υπολογίζεται με βάση την μέση τιμή κλεισίματος της τελευταίας χρηματιστηριακής συνάντησης του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου". Ο ίδιος χρησιμοποίησε όπως ανέφερε την μέση τιμή στην συγκεκριμένη ημερομηνία που όπως παραδέχτηκε έχει διαφορά από την τιμή που προνοεί η συμφωνία. Ισχυρίστηκε ότι αυτή είναι ασήμαντη αλλά καμιά μαρτυρία δεν παρουσίασε για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του. Αναφορικά με την μαρτυρία του Εναγομένου, θα την χαρακτήριζα φτιαχτή, γενική και αόριστη, βασισμένη σε θεωρείς και όχι στους όρους των εγγράφων που υπογράφτηκαν αναφορικά με την σχέση μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους της Ενάγουσας ήταν από το ΜΕ1 Χριστάκη Χαραλάμπους, Γενικό Διευθυντή της Ενάγουσας από το
  1. Η μαρτυρία του βασίστηκε στις γνώσεις του σαν Γενικός Διευθυντής της Ενάγουσας και στα έγγραφα που υπάρχουν στον φάκελο αναφορικά με τον Εναγόμενο όπως επίσης και στα αρχεία της Ενάγουσας. Η μαρτυρία του τόσο στο στάδιο της κύριας εξέτασης όσο και στο στάδιο της αντεξέτασης ήταν επεξηγηματική και πλήρως διαφωτιστική σε σχέση με την Συμφωνία και το είδος των διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στον Εναγόμενο μέσω ειδικού λογαριασμού με αποκλειστικό σκοπό την αγοραπωλησία μετοχών στο ΧΑΚ. Ο κ. Χαραλάμπους εξήγησε το ρόλο της Ενάγουσας σε σχέση με την Συμφωνία, τον ρόλο του Χρηματιστή που ο Εναγόμενος διόρισε με σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο για να διεκπεραιώνει τις εντολές που ο ίδιος έδινε για τις σχετικές συναλλαγές, εξήγησε στο Δικαστήριο τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Ενάγουσας διευκρινίζοντας ότι ήταν ο Χρηματιστής υπεύθυνος τόσο για την λήψη όσο και την διεκπεραίωση των εντολών του Εναγομένου. Η Ενάγουσα ενημερωνόταν για τις συναλλαγές του Εναγομένου εκ των υστέρων όταν έπαιρνε στα χέρια της από τον Χρηματιστή τα πινακίδια συναλλαγών (contract notes) για να προβεί με την σειρά της είτε σε χρέωση είτε σε πίστωση του λογαριασμού του Εναγομένου. Τόσο στο στάδιο της κύριας εξέτασης όσο και στο στάδιο της αντεξέτασης ο κ. Χαραλάμπους ήταν ξεκάθαρος αναφορικά με τον ρόλο της Ενάγουσας τον οποίο περιέγραψε σαν καθαρά τραπεζικό, επισημαίνοντας ότι δεν υπήρχε κανένας έλεγχος από την Ενάγουσα σε ότι αφορά την διενέργεια των συναλλαγών του πελάτη μέσω του Χρηματιστή. Η Ενάγουσα με βάση την Συμφωνία δεν είχε (και ούτε θα μπορούσε να έχει εφόσον δεν ήταν και ούτε είναι Χρηματιστής) καμία εξουσία ή υποχρέωση για αγοραπωλησίες αξιών για λογαριασμό του πελάτη. Ο ρόλος της περιοριζόταν καθαρά στην παροχή των πιστωτικών διευκολύνσεων. Η Ενάγουσα είχε δικαίωμα μόνο στις περιπτώσεις που συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των όρων 1 και 5 της Συμφωνίας, να προβεί σε πώληση των δεσμευμένων αξίων μέσω του Χρηματιστή. Ευθύνη όμως για την εκτέλεση των εντολών του πελάτη, όπως ορίζει ο όρος 1 της Συμφωνίας, έχει μόνο το χρηματιστηριακό γραφείο. Είναι ισχυρισμός του Εναγομένου ότι μετά τις 10/4/00 δεν εκτέλεσε καμιά αγοραπωλησία μετοχών γιατί δεν είχε δικαίωμα λόγω μείωσης της εξασφάλισης που είχε ο Λογαριασμός του. Αυτό είναι αδιάφορο στην Ενάγουσα αφού με το πληρεξούσιο ο Εναγόμενος έδινε δικαίωμα στον Χρηματιστή να εκτελεί αγοραπωλησίες μετοχών εκ μέρους του κτλ και να τον εκπροσωπεί σε όλες του τις σχέσεις με την Ενάγουσα ανεξάρτητα αν ο ίδιος έδωσε εντολή ή ενέκρινε τη σχετική αγοραπωλησία. Οποιαδήποτε μαρτυρία έχει δοθεί η οποία έρχεται σε αντίθεση με την Συμφωνία και το πληρεξούσιο, θα πρέπει να αγνοηθεί καθότι συνιστά εξωγενή μαρτυρία και δεν έχει τηρηθεί καμία προϋπόθεση για λήψη υπόψη τέτοιας μαρτυρίας. Ο Εναγόμενος αφού ανάγνωσε τους όρους λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου, το υπόγραψε με τη θέληση του, χωρίς η Ενάγουσα να τον έχει με οποιοδήποτε τρόπο επηρεάσει ή εξαναγκάσει να υπογράψει. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, ο κ. Χαραλάμπους εξήγησε μεταξύ άλλων, και τις δύο καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 12, μαζί με τα δικαιολογητικά που αφορούν τον λογαριασμό αυτό, Τεκμήρια 13, 14 και 15, όπως επίσης και όλα τα άλλα θέματα που προβλήθηκαν από τον δικηγόρο του Εναγομένου, όπως τις υποχρεώσεις της Ενάγουσας και του Χρηματιστή, ποιος έδινε εντολές για αγοραπωλησίες αξιών ή εξάσκηση δικαιωμάτων, τους όρους της Συμφωνίας, το κατά πόσο ή όχι η μείωση του χαρτοφυλακίου του Εναγομένου αποτελούσε ζημιά και τις προειδοποιήσεις που έγιναν στον Εναγόμενο από την Ενάγουσα. Στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι παρά το γεγονός ότι αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του κ. Χαραλάμπους για την αποστολή μηνιαίων καταστάσεων λογαριασμού (και από τον Αύγουστο του 2001 και αποτιμήσεις χαρτοφυλακίου), ο Εναγόμενος δεν τόλμησε να παρουσιάσει εκείνα που κατά τον ισχυρισμό του απέστελλε η Ενάγουσα προφανώς για να μην επαληθευτούν όσα ανέφερε ο κ. Χαραλάμπους. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του κ. Χαραλάμπους γίνεται αποδεκτή σαν απόλυτα αξιόπιστη και ταυτόχρονα τεκμηριωμένη. Ο Εναγόμενος από την μια μεριά παραδέχεται την υπογραφή όλων των εγγράφων και τη λειτουργία της Συμφωνίας και του Λογαριασμού, αλλά από την άλλη κάνει προσπάθεια να δώσει μια εξήγηση του τι έγινε και του πως αυτός αντιλαμβάνονταν την ερμηνεία των όρων της Συμφωνίας η οποία έρχεται σε αντίθεση με την ενώπιον μου έγγραφη μαρτυρία. Επιπρόσθετα, δίνοντας αόριστες απαντήσεις και ερμηνεύοντας όρους της Συμφωνίας και άλλων εγγράφων με τον τρόπο που τον βόλευε προσπάθησε να δικαιολογήσει στο Δικαστήριο τη θεωρία που κατασκεύασε για να εξηγήσει το πώς τελικά οι ίδιος θεωρούσε ότι λειτουργούσε, κατά τον ισχυρισμό του, η Συμφωνία αυτή δικαιολογώντας με αυτό τον τρόπο την άρνηση του να πληρώσει το ποσό που αξιώνει η Ενάγουσα. Πολλές φορές η μαρτυρία του ερχόταν σε αντίθεση προηγούμενων απαντήσεων που ο ίδιος έδωσε ενώπιον μου. Από την μαρτυρία του Εναγομένου τόσο στην γραπτή του κατάθεση, αλλά και στην αντεξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν εμφανής η προσπάθεια του να υποστηρίξει την θεωρία που κατασκεύασε ερμηνεύοντας τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν όπως τον βόλευε για να υποστηρίξει την θέση του ότι του πρόσφεραν αυτό το σχέδιο με απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων και με παραστάσεις για οικονομική επιτυχία και ότι αυτός υπέστη ζημιά, λόγω δήθεν έλλειψης ορθής διαχείρισης, την οποία όφειλε να κάνει η Ενάγουσα. Επιπρόσθετα, αφού η θέση του ήταν ότι η Ενάγουσα έκανε διαχείριση γιατί έδωσε ο ίδιος όλες τις εντολές με εξαίρεση δύο εντολών για αγορές που παραδέχθηκε ότι έκανε, γιατί του έστελλαν επιστολές για έγκριση εξάσκησης rights (δικαιωμάτων). Ο Εναγόμενος είναι πρώην Ανώτερος Διευθυντής της Τράπεζας Κύπρου, μορφωμένος με υπεύθυνη θέση και θα ήταν αναμενόμενο, εάν πράγματι έδωσε μια τόσο σημαντική εντολή που ισχυρίζεται ότι έδωσε στις 10/4/00 και επανέλαβε στις 12/7/00 για πώληση των αξιών του στην Ενάγουσα, ότι θα τα έκανε γραπτώς όπως άλλωστε έκαμε και όταν ζητούσε αύξηση του ορίου του Λογαριασμού. Με βάση τα προαναφερθέντα, ο Εναγόμενος εισηγείται ότι δεν πρέπει να πληρώσει το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του, αντίθετα πρέπει να διαγραφεί το ποσό που οφείλει στην Ενάγουσα και να του επιστραφεί το ποσό των Λ.Κ.52.463,06 που είναι κατά τους ισχυρισμούς του η αξία των μετοχών που κατάθεσε στην Ενάγουσα σαν εξασφάλιση. Η θέση αυτή διαψεύδεται τόσο από τα έγγραφα που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και από την προφορική μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως κατωτέρω αναφέρεται:
  2. Ο Εναγόμενος ανέφερε ότι η Ενάγουσα με σκοπό την επέκταση των δραστηριοτήτων και την δημιουργία κερδών και με απόκρυψη ουσιωδών πληροφοριών τον έπεισε να υπογράψει την σχετική αίτηση και μετά την συμφωνία. Ο ίδιος στην μαρτυρία του ανέφερε ότι το σχέδιο της Ενάγουσας του το σύστησε η Suphire η οποία ήταν ήδη ο Χρηματιστής του και από αυτήν προμηθεύτηκε και την αίτηση. Επιπρόσθετα ανάφερε ότι είχε και άλλα επενδυτικά σχέδια με Λαϊκή Επενδυτική, Ελληνική Επενδυτική και Εθνική Επενδυτική και δάνειο για μετοχές από την Εμπορική Τράπεζα. Καμία μαρτυρία δεν δόθηκε που να συνδέει την Suphire με την Ενάγουσα, όπως ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας.
  3. Ο Εναγόμενος ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση ότι κατά την διάρκεια λειτουργίας της Συμφωνίας για όλες τις συναλλαγές ο ίδιος έδωσε εντολή με εξαίρεση αυτή στις 18/5/00 και 27/9/00, αφού είναι οι μόνες συναλλαγές που έγιναν μετά τις 14/3/
  4. Όλες τις προηγούμενες συναλλαγές τις αποδέχεται. Να σημειωθεί όμως πως ο Εναγόμενος ουδένα εκπρόσωπο της Suphire Stockbrokers κάλεσε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει την θέση του, για να δώσει μαρτυρία με ποιου τις εντολές έγιναν οι συγκεκριμένες συναλλαγές. Γιατί δεν τόλμησε να φέρει κάποιον από την Suphire για να βεβαιώσει τους ανυπόστατους ισχυρισμούς του ειδικά για τα όσα ισχυρίζεται ότι έγιναν μετά τις 10/4/00; Είναι φανερό ότι η μαρτυρία του Εναγομένου είναι ψεύτικη και κατασκευασμένη, αυτό συνάγεται, μεταξύ άλλων και από το γεγονός ότι ο Εναγόμενος από την μια παραδέχεται ότι έδιδε εντολές για συναλλαγές και εξάσκηση δικαιωμάτων, αρνείται όμως τα πινακίδια συναλλαγών (contract notes) που είναι η επιβεβαίωση εκτέλεσης αυτών των εντολών ενώ από την άλλη ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα διαχειριζόταν το χαρτοφυλάκιο του.
  5. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ο Εναγόμενος υποστήριξε ότι ο όρος 5 του Τεκμηρίου 3 και 3A σημαίνει ότι όταν η εξασφάλιση που προνοείτο ήταν λιγότερη της συμφωνηθείσας δεν μπορούσε να δώσει εντολές για πώληση αξιών και μόνο η Ενάγουσα μπορούσε να το πράξει. Αν αυτό ήταν αλήθεια πώς έκανε πράξεις μέχρι τον Απρίλιο του 2000 όταν η εξασφάλιση ήταν κάτω από την συμφωνηθείσα (βλέπε Τεκμήριο 25) και επίσης πώς έδωσε εντολή για εξάσκηση δικαιωμάτων όπως π.χ. στις 4/5/01 (Τεκμήριο 15 Τρίτη επιστολή) για επανεπένδυση του μερίσματος της Ελληνικής Τράπεζας σε επιπρόσθετες μετοχές.
  6. Οι ισχυρισμοί του Εναγομένου για την ευθύνη της Ενάγουσας αναφορικά με την μη τήρηση του ποσοστού εξασφάλισης και την ευθύνη της αναφορικά με την μη πώληση του χαρτοφυλακίου του Εναγομένου, στερούνται σοβαρότητας. Φαίνεται ότι διαφεύγει του Εναγομένου ότι με την Συμφωνία η Ενάγουσα δάνειζε χρήματα στον Εναγόμενο για να "επενδύσει στο ΧΑΚ" και ότι αυτά τα χρήματα εφόσον τα δανείστηκε θα πρέπει να τα επιστρέψει στο πρόσωπο από το οποίο τα δανείστηκε. Διαφεύγει, επίσης, του Εναγομένου ότι οι μετοχές που αγοράζονταν από τον Εναγόμενο με τα χρήματα των διευκολύνσεων εγγράφονταν στο όνομα της EMF για σκοπούς εξασφάλισης των υποχρεώσεων του Εναγομένου, δηλαδή για σκοπούς εξασφάλισης της πληρωμής χρημάτων που δανείστηκε και ότι οι μετοχές αυτές δεν ήταν περιουσία της Ενάγουσας όπως ισχυρίστηκε στην μαρτυρία του ο Εναγόμενος. Η Ενάγουσα με βάση τον όρο 5 της Συμφωνίας είχε, σε περίπτωση τερματισμού της Συμφωνίας, και εφόσον υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο, δικαίωμα να πωλήσει τις μετοχές που αγοράζονταν με χρήση των διευκολύνσεων προς εξόφληση του εν λόγω υπολοίπου. Η Ενάγουσα είχε δικαίωμα τερματισμού και δικαίωμα πώλησης των μετοχών, δεν είχε υποχρέωση τερματισμού και υποχρέωση πώλησης των μετοχών. Επομένως εφόσον είχε δικαίωμα και όχι υποχρέωση, είχε δικαίωμα να επιλέξει εάν και πότε θα το ασκήσει. Εν πάση περιπτώσει ο Εναγόμενος όπως έχει διαφανεί από την δοθείσα μαρτυρία, μπορούσε οποτεδήποτε να πωλήσει τις μετοχές του ακόμα και όταν δεν τηρείτο το συμφωνηθέν ποσοστό εξασφάλισης γιατί ούτως ή άλλως τα χρήματα από την πώληση θα κατατίθεντο στον Λογαριασμό και το χρεωστικό υπόλοιπο του θα μειωνόταν ή μπορούσε να ξοφλήσει τον Λογαριασμό (βλέπε όρο 5 της Συμφωνίας) και να ζητήσει την επ' ονόματι του μεταβίβαση των μετοχών. Η θέση του συνηγόρου του Εναγομένου στην γραπτή του αγόρευση ότι σύμφωνα με τον όρο 5 της αίτησης για συμμετοχή του στο επενδυτικό σχέδιο της Ενάγουσας, (Τεκμήριο 3 και 3Α), δεν μπορούσε να πωλήσει όταν η εξασφάλιση της Ενάγουσας δεν παρέμενε στα συμφωνηθέντα όρια έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία που έδωσε καταρχήν ο ίδιος, αλλά και με τις συναλλαγές που έκαμε μέσω του Χρηματιστή του ενώ το ποσοστό εξασφάλισης δεν ήταν στα συμφωνηθέντα όρια. Εν πάση περιπτώσει ο εν λόγω όρος αναφέρεται σε υποχρέωση της Ενάγουσας να δέχεται τις οδηγίες του Χρηματιστή του Εναγομένου για αγορά ή πώληση των αξιών που κρατά η Ενάγουσα σαν εξασφάλιση η οποία υποχρέωση δεν υπάρχει όταν η εξασφάλιση της Ενάγουσας δεν παραμένει στα συμφωνηθέντα όρια. Είμαι της γνώμης ότι το δικαίωμα της Ενάγουσας να επιλέξει να μην δεχτεί εντολή του Εναγομένου στην περίπτωση μη τήρησης των συμφωνηθέντων ορίων εξασφάλισης, αναφέρεται μόνο σε εντολή αγοράς και όχι πώλησης. Εν πάση περιπτώσει είτε το δικαίωμα της αυτό αναφέρεται σε αγορά είτε και σε πώληση, είναι επιλογή της Ενάγουσας εάν θα εξασκήσει ή όχι το δικαίωμα της να μην δέχεται εντολές στην περίπτωση αυτή. Η Ενάγουσα, όπως φάνηκε από την δοθείσα μαρτυρία, ουδέποτε εξάσκησε το δικαίωμα της να μην δέχεται εντολές για πώληση όταν υπήρχε μείωση του ποσοστού εξασφάλισης ή ακόμα και όταν υπήρχε υπέρβαση του ορίου.
  7. "Εξήγησε" επίσης ο Εναγόμενος την κλήση περιθωρίου (margin call) που όπως ισχυρίστηκε συμφωνήθηκε μεταξύ Ενάγουσας και του ιδίου. Ο Εναγόμενος στην μαρτυρία του είπε ότι το ποσοστό εξασφάλισης έπρεπε να διατηρείται στο 100% τουλάχιστον του εγκεκριμένου ορίου και ότι η Ενάγουσα αν εξασκούσε το δικαίωμα της, που δεν ήταν δικαίωμα αλλά υποχρέωση της κατά την άποψη του, πουλώντας αξίες, θα αποκαθιστούσε αυτή την σχέση. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την Συμφωνία, όρος 3, η αξία των εξασφαλίσεων έπρεπε να είναι αρχικά, τουλάχιστον 30% και μεταγενέστερα έγινε, τουλάχιστον 100%, του ύψους του Ορίου. Δηλαδή αφού το όριο ήταν £50.000,00 όλες οι αξίες έπρεπε να έχουν αξία τουλάχιστον £100.000,
  8. Άρα δηλαδή αν η αξία του χαρτοφυλακίου του Εναγόμενου μειωνόταν κάτω από τις £100.000,00 με πώληση αξιών το μόνο που θα γινόταν ήταν να μειωθεί και άλλο η συνολική αξία των αξιών εξασφάλισης. Επομένως με την πώληση αξιών δεν αποκαθίστατο το ποσοστό εξασφάλισης, απλά μειωνόταν το χρεωστικό υπόλοιπο. Το ποσοστό εξασφάλισης μόνο ο Εναγόμενος μπορούσε να το αποκαταστήσει καταθέτοντας μετρητά ή προσκομίζοντας επιπρόσθετη εξασφάλιση ή άλλες αξίες. Η μαρτυρία του ιδίου πάνω στο θέμα αυτό είναι τουλάχιστον αστεία αφού απλή μαθηματική πράξη αποδεικνύει ότι αυτά που υποστήριξε ο Εναγόμενος δεν μπορούν να είναι ορθά. Ένα παράδειγμα αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Ο Εναγόμενος είχε π.χ. στις 10/4/00 αξίες εξασφάλισης ύψους Λ.Κ.20.000 και χρεωστικό υπόλοιπο ύψους Λ.Κ.30.
  9. Στις 10/4/00 πωλούνταν όλες οι αξίες εξασφάλισης για Λ.Κ.20.
  10. Το ποσοστό εξασφάλισης του Εναγομένου, στις 10/4/00 είναι μηδενικό ενώ εξακολουθεί να οφείλει στην Ενάγουσα Λ.Κ.10.
  11. Ήταν η θέση του Εναγομένου ότι με βάση τη Συμφωνία, στην χειρότερη περίπτωση αυτός θα είχε ζημιά ίση με το ποσό που κατάθεσε σαν αρχική εξασφάλιση και τίποτε άλλο. Η ερμηνεία που δίνει ο Εναγόμενος στη Συμφωνία και στον τρόπο λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου δεν έχει καμία σχέση με την ερμηνεία που θα μπορούσε να δώσει στην Συμφωνία και στα υπόλοιπα έγγραφα που υπέγραψε ο Εναγόμενος, ένας μέσος λογικός άνθρωπος. Σίγουρα όμως το πώς κάποιος αντιλαμβάνεται ή ισχυρίζεται ότι αντιλαμβάνεται τις υποχρεώσεις του δυνάμει έγγραφης συμφωνίας, αυτό δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να τις μεταβάλει.
  12. Επίσης ήταν θέση του Εναγομένου, ότι η Ενάγουσα του δημιούργησε την εντύπωση ότι από τον τρόπο λειτουργίας του Λογαριασμού δεν θα δημιουργείτο οποιοδήποτε χρέος και ότι οποιοδήποτε χρέος θα εξοφλείτο από τις δεσμευμένες μετοχές. Το μόνο που έχω να πω είναι ότι οι όροι 1, 3, 4 και 5 της Συμφωνίας, (Τεκμήριο 4Α), είναι ξεκάθαροι αναφορικά με τα δικαιώματα της Ενάγουσας σε σχέση με τις διευκολύνσεις που παραχώρησε και αναφορικά με τις υποχρεώσεις του Εναγομένου και δεν μπορώ να αντιληφθώ, (ούτε και εξηγήθηκε) πώς δημιουργήθηκε αυτή η εντύπωση στον Εναγόμενο.
  13. Υποστήριξε επίσης ότι ο ίδιος δεν είχε κανένα δικαίωμα να ζητήσει τροποποίηση των όρων της Συμφωνίας. Δεν έδωσε όμως καμιά μαρτυρία πως κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα.
  14. Είπε επίσης ο Εναγόμενος ότι προκύπτει οικονομική επιτυχία του σχεδίου από το περιεχόμενο της Συμφωνίας αφού δεν ζήτησαν άλλη εξασφάλιση. Όμως δεν ανέφερε πώς κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα.
  15. Ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος ότι η Ενάγουσα είχε υποχρέωση να τον ενημερώνει για τη δημόσια πολιτική όπως εκφραζόταν μέσω της άδειας της και τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας. Κατ' αρχή τέτοια υποχρέωση με βάση την Συμφωνία δεν υπήρχε. Ο ΜΕ2 Κώστας Πουλλής εξήγησε γιατί οι εγκύκλιοι της περιόδου 1999/2000 της Κεντρικής Τράπεζας δεν αποστέλλονταν στην Ενάγουσα (βλ. επίσης την επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερομηνίας 12/10/04 (Τεκμήριο 2Γ). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Εναγόμενος, πρώην Ανώτερος Διευθυντής της Τράπεζας Κύπρου με τα καθήκοντα που ανέφερε στο Δικαστήριο, περιμένει να γίνει πιστευτός ότι είχε ανάγκη για ενημέρωση από την Ενάγουσα για τη Δημόσια Πολιτική.
  16. Ο ισχυρισμός του Εναγομένου στην γραπτή του αγόρευση, ότι κακώς εγγράφονταν οι μετοχές που αγοράζονταν στην θυγατρική της Ενάγουσας, EMF και όχι στην Ενάγουσα, γιατί το πληρεξούσιο (Τεκμήριο 4(Β)) αναφέρει ότι οι μετοχές που θα αγοράζονται θα μεταβιβάζονται και θα κρατούνται από την Ενάγουσα ως εξασφάλιση, αποτελεί προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Στον όρο 1 της Συμφωνίας (Τεκμήριο 4(Α)) προβλέπεται ρητά ότι οι αποκτηθείσες μετοχές θα εγγράφονται για σκοπούς εγγύησης στο όνομα της Ενάγουσας ή της θυγατρικής της εταιρείας EMF που θα ενεργεί ως trustee της Ενάγουσας. Επομένως γιατί διερωτάται ο Εναγόμενος πως βρέθηκαν γραμμένες οι μετοχές στο όνομα της EMF. Ο Χρηματιστής του γνώριζε για την Συμφωνία γι' αυτό και ενέγραψε τις μετοχές στο όνομα της EMF, ο ίδιος όμως ο Εναγόμενος, ο οποίος παρουσιάστηκε ως γνώστης όλων των θεμάτων και νομικών και οικονομικών δεν γνώριζε τι έγγραφε η Συμφωνία. Εν πάση περιπτώσει αν ο Χρηματιστής του Εναγομένου, ενέγραφε τις μετοχές που αγοράζονταν με χρήματα που δάνειζε η Ενάγουσα, σε πρόσωπο που δεν πρόβλεπε η Συμφωνία αυτό θα συνιστούσε παράβαση της Συμφωνίας από τον Εναγόμενο και σίγουρα όχι από την Ενάγουσα, καθότι ο Χρηματιστής είναι εκπρόσωπος του Εναγομένου.
  17. Στην γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο Β) ο Εναγόμενος αναφέρει στην σελίδα 16, παράγραφος 20, τελευταίες τρεις γραμμές "εξ' άλλου όπως ήδη ανέφερα ουδέποτε είχα οποιαδήποτε επαφή με την Ενάγουσα μετά το άνοιγμα του λογαριασμού ούτε προέβηκα σε οποιαδήποτε πράξη σε αυτόν από τον Μάρτιο του 2000". Αν αυτό είναι αλήθεια έρχεται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς τους Εναγομένου ότι έδωσε οδηγίες στην Ενάγουσα: (α) στις 10/4/00 επισκέφθηκε στα γραφεία της Ενάγουσας τον κ. Άλκη Κκάϊλο (βλέπε παράγραφος 12 της γραπτής κατάθεσης του Εναγομένου (Τεκμήριο Β) και παράγραφοι 14(β) και (δ), (β) ότι αμέσως μετά την λήψη της επιστολής της Ενάγουσας ημερομηνίας 12/7/00 (Τεκμήριο 21) τηλεφωνικά επιβεβαίωσε μέσω τηλεφώνου να ενεργήσουν ανάλογα και να πωλήσουν (βλέπε παράγραφος 14 της γραπτής κατάθεσης του Εναγομένου (Τεκμήριο Β), (γ) ότι στις 4/12/01 επισκέφθηκε τα γραφεία της Ενάγουσας (βλέπε παράγραφος 28(ιβ) της γραπτής κατάθεσης του Εναγομένου (Τεκμήριο Β).
  18. Στην γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο Β) ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι "Χωρίς εντολή του δεν εμπορούσε να διενεργηθεί καμιά απολύτως πράξη". (Βλέπε παράγραφος 12(γ)). Στην αντεξέταση του όμως ο Εναγόμενος παραδέχτηκε ότι ο Χρηματιστής είχε από μόνος του δικαίωμα αγοράς και πώλησης μετοχών στο Χρηματιστήριο χωρίς την εντολή του. Το Δικαστήριο έχει πλήρως αντιληφθεί τι έγινε στην υπόθεση αυτή. Ο Εναγόμενος, πρώην Ανώτερος Διευθυντής της Τράπεζας Κύπρου, δανείστηκε σημαντικά ποσά για να επενδύσει στο ΧΑΚ. Όταν τα πράγματα δεν πήγαν καλά, λόγω μείωσης των τιμών των μετοχών στο ΧΑΚ και η Ενάγουσα τερμάτισε την Συμφωνία και καταχώρησε την αγωγή αυτή, σε μια προσπάθεια να αποφύγει τις υποχρεώσεις του προς την Ενάγουσα, ο Εναγόμενος κατασκεύασε την ιστορία που παρουσίασε για το πώς έμαθε για το σχέδιο θεωρώντας ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί πότε κάποιος λέει την αλήθεια και πότε όχι και πότε κάποιος προσπαθεί να αποφύγει τις υποχρεώσεις του. Την μαρτυρία του Ιωάννη Ζερβού θα την χαρακτήριζα τουλάχιστον αστεία. Ο μάρτυρας αυτός ετοίμασε δύο καταστάσεις τα Τεκμήρια 34 και 35 χωρίς να διαβάσει την συμφωνία Τεκμήριο 4Α, με αποτέλεσμα να μην έχουν καμιά σχέση με την συμφωνία. Στην μαρτυρία του ο κ. Κώστας Πουλλής της Κεντρικής Τράπεζας βασικά επιβεβαίωσε εκείνα που είπε στην μαρτυρία του ο κ. Χριστάκης Χαραλάμπους δηλαδή ότι:
  19. με την έναρξη ισχύος του Νόμου τον Ιούλιο του 1997 και τον έλεγχο που έγινε από την Κεντρική Τράπεζα διαπιστώθηκαν οι εργασίες που διεξήγαγε η Ενάγουσα. Σίγουρα μια από αυτές ήταν και οι επενδυτικοί λογαριασμοί,
  20. οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας της περιόδου 1999/2000 δεν στάληκαν στην Ενάγουσα για τους λόγους που εξήγησε. Τέλος, το πιο σημαντικό στοιχείο της μαρτυρίας του κ. Πουλλή είναι ότι η Κεντρική Τράπεζα επέτρεψε στην Ενάγουσα να συνεχίσει τις δραστηριότητες που ασκούσε με την έναρξη του Νόμου και προέβηκε σε ρύθμιση των εργασιών αυτών με την επιστολή της 27/8/99, (Τεκμήριο 2(Α)). Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, διατυπώνω ανάλογα ευρήματα. Νομικά Ζητήματα Θα εξετάσω τώρα τα διάφορα νομικά θέματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας αγωγής.
  21. Παρανομία της Συμφωνίας Είναι η θέση του Εναγομένου ότι η συμφωνία είναι παράνομη και κατά συνέπεια άκυρη καθ' ότι:- (α) η Ενάγουσα δεν είχε άδεια από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για το συγκεκριμένο είδος χρηματοδότησης, (β) η Ενάγουσα δεν είχε άδεια από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου την ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας, (γ) η Συμφωνία ήταν ενάντια στην δημόσια πολιτική όπως εκφράζεται μέσα από τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου της περιόδου 1999-
  22. Το άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 προνοεί τα εξής:- "
  23. Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός αν- (α) είναι απαγορευμένος από νόμο· ή (β) είναι τέτοιας φύσης ώστε, αν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου· ή (γ) συνιστά απάτη· ή (δ) επιφέρει ή ενέχει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου· ή (ε) το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική. Σε καθεμιά από τις περιπτώσεις αυτές η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος, είναι άκυρη." Στην υπόθεση Σολωμού v. Vineyard View Tourist Ent. Ltd
(1998)1(Α) ΑΑΔ 300, τονίστηκε ότι κατά την εξέταση του θέματος για ισχυριζόμενη παρανομία αυτό που πρέπει να εξετάζεται είναι οι σκοποί της σύμβασης. Επίσης αναφέρθηκε στη σελίδα 319 ότι:- "Το άρθρο 23 δεν ασχολείται με τα κίνητρα. Περιορίζεται στους σκοπούς της πράξης και όχι στους λόγους ή στα κίνητρα που την υπαγόρευσαν. Υπάρχουν δύο γενικές αρχές. Σύμφωνα με την πρώτη μια σύμβαση που συνάπτεται με σκοπό την διάπραξη παράνομης πράξης είναι ανεφάρμοστη. Σύμφωνα με τη δεύτερη το δικαστήριο δεν εφαρμόζει μια σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορεύεται από το Νόμο (βλ. Pollock & Mulla, 10η έκδ. σελ. 227-228)". Περαιτέρω, στην St John Shipping Corp v Joseph Rank Ltd
(1956)3 All ER 683 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (δικές μας υπογραμμίσεις):- "A court should not hold that any contract or class of contracts is prohibited by statute unless there is a clear implication, or "necessary inference", as PARKE Β., put in (in Cope v Rowlands
(1836)2 M & W 149 at 159, 150 ER 707 at 711), that the statute so intended. If a contract has as its whole object the doing of the very act which the statute prohibits, it can be argued that you can hardly make sense of a statue which forbids an act and yet permits to be made a contract to do it; that is a clear implication. But unless you get a clear implication of that sort, I think that a court ought to be very slow to hold that a statute intents to interfere with the rights and remedies given by the ordinary law of contact. Caution in this respect is, I think, especially necessary in these times when so much of commercial life is governed by regulations of one sort or another which may easily be broken without wicked intent. Persons who deliberately set out to break the law cannot expect to be aided in a court of justice, but it is a different matter when the law in unwillingly broken. To nullify a bargain in such circumstances frequently means that in a case - perhaps of such triviality that no authority would have felt it worth while to prosecute - a lesser, because he cannot enforce his civil rights, may forfeit a sum vastly in excess of any penalty that a criminal court would impose; and the sum forfeited will not go into the public purse but into the pockets of someone who is lucky enough to pick up the windfall or astute enough to have contrived to get it. It is questionable how far this contributes to public morality. In Vita Food Products Inc. v Unus Shipping Co Ltd
(1939)1 All ER 513 at 523,
(1939)AC 277 at 293), WRIGHT said: "Nor must it be forgotten that the rule by which contracts not expressly forbidden by statute or declared to be void are in proper cases nullified for disobedience to a statute is a rule of public policy only, and public policy understood in a wider sense may at times be better served by refusing to nullify a bargain save on serious and sufficient grounds." Δηλαδή η σύναψη μιας συμφωνίας δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι απαγορεύεται από νόμο, εκτός εκεί που υπάρχει ρητή πρόνοια για απαγόρευση της σύναψης της ή εκεί που ολόκληρος ο σκοπός της σύμβασης είναι η εκτέλεση της πράξης που ο νόμος απαγορεύει. Εκτός και αν ισχύει μία από τις δύο αυτές περιπτώσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να εφαρμόσει τη συμφωνία και να μην επέμβει στα συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών. Στην προκειμένη περίπτωση, σκοπός της συμφωνίας ήταν η δανειοδότηση του Εναγομένου για αγορά μετοχών έναντι της υποχρέωσης του προς την Ενάγουσα για καταβολή τόκου και δικαιωμάτων. Η Συμφωνία δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε παράνομο σκοπό εντός της έννοιας του άρθρου 23 του Κεφ.149, αφού η δανειοδότηση δεν απαγορεύεται από κανένα νόμο, περιλαμβανομένου του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997 (Νόμος 66(Ι)/97). (Κάποιες αναφορές που γίνονται από τoν Εναγόμενo στο άρθρο 38 του περί Κεντρικής Τράπεζας Νόμου και στο άρθρο 42 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου είναι εντελώς άσχετες, αφού αναφέρονται σε υποχρεώσεις της Κεντρικής Τράπεζας κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της.) Να σημειωθεί ότι η φύση των συγκεκριμένων διευκολύνσεων που παρείχε η Ενάγουσα προς τoν Εναγόμενο δεν ήταν τραπεζική εν τη εννοία του ερμηνευτικού άρθρου 2 του Ν.66(Ι)/
  1. Σύμφωνα πάντα με το άρθρο 2 του Ν.66(Ι)/97, τραπεζικές εργασίες συνίσταται "στο δανεισμό χρημάτων που προέρχονται από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό τη μορφή καταθέσεων, αξιογράφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικών οφειλής". Και κατάθεση σημαίνει "ποσό χρημάτων που καταβάλλεται ή εισπράττεται με όρους (α) βάση των οποίων θα αποπληρωθεί με τόκο ή χωρίς τόκο ή υπέρ το άρτιο, είτε σε πρώτη ζήτηση ή τακτή προθεσμία ή υπό όρους που συμφωνούνται από ή εκ μέρους του προσώπου που καταβάλλει και του προσώπου που εισπράττει το ποσό, αλλά (β) οι οποίοι δε σχετίζονται με την πώληση ή τη διάθεση αγαθών ή περιουσιακών στοιχείων, την παροχή υπηρεσιών ή την έκδοση χρεωστικών ομολόγων ή μετοχών". Επομένως ο δανεισμός χρημάτων δεν αποτελεί αφ' εαυτού τραπεζική εργασία, εκτός αν τα χρήματα που δανείζονται προέρχονται από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό τη μορφή καταθέσεων, αξιογράφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικών οφειλής (βλέπε Paget's Law of Banking 11th edition σελίδες 104-105 και United Dominions Trust Ltd v. Kirkwood [1966] 1 ALL E.R.968). Είναι η θέση του συνηγόρου του Εναγόμενου ότι οι μετοχές είναι παράδειγμα αξιογράφων αποδεικτικής οφειλής από το κοινό. Αυτό είναι φυσικά λανθασμένη ερμηνεία του όρου αξιόγραφο αφού οι μετοχές όταν πληρωθούν γίνονται ίδιο κεφάλαιο της εταιρείας χωρίς ανάληψη υποχρέωσης επιστροφής. Σε αντίθεση με τα αξιόγραφα που είναι είδος δανεισμού προς την εταιρεία με υποχρέωση αποπληρωμής. Ο Εναγόμενος δεν προσκόμισε μαρτυρία ότι η χρηματοδότηση του δεν έγινε από κεφάλαια της Ενάγουσας αλλά από χρήματα που εισπράχθηκαν από καταθέσεις που λήφθηκαν από το κοινό. Μόνο στην περίπτωση που χρηματοδότηση έγινε από καταθέσεις είναι σχετικές οι πρόνοιες του Νόμου και οι όροι της άδειας της Ενάγουσας από την Κεντρική Τράπεζα. Επομένως ο Εναγόμενος δεν έχει δείξει ότι η νομιμότητα της σύναψης της Συμφωνίας διέπεται από τις πρόνοιες του Νόμου ή της άδειας της Ενάγουσας για άσκηση τραπεζικών εργασιών περιορισμένης φύσεως. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η σύναψη της Συμφωνίας μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου εμπίπτει στα πλαίσια της άσκησης τραπεζικών εργασιών, η Ενάγουσα κατέχει άδεια περιορισμένης φύσης τραπεζικών εργασιών από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Ο Εναγόμενος δεν αμφισβητεί ότι η Ενάγουσα κατέχει άδεια περιορισμένης φύσεως τραπεζικών εργασιών, αμφισβητεί την ημερομηνία απόκτησης της. Η θέση του Εναγομένου είναι ότι η άδεια της Ενάγουσας εκδόθηκε στις 27/8/99 ημερομηνία μεταγενέστερη της Συμφωνίας και ότι δεν καλύπτει το συγκεκριμένο είδος χρηματοδότησης και ότι για το λόγο αυτό η Συμφωνία είναι παράνομη και άκυρη. Έχω την άποψη ότι, όπως προκύπτει από τους όρους ρύθμισης της άδειας της Ενάγουσας και τη μαρτυρία του ΜΕ2, Κώστα Πουλλή, Ανώτερου Διευθυντή στην διεύθυνση ρύθμισης και εποπτείας τραπεζικών ιδρυμάτων της Κεντρικής Τράπεζας, το επενδυτικό σχέδιο της Ενάγουσας δεν αποτελεί παράβαση των όρων ρύθμισης της άδειας (μέρος του Τεκμηρίου 2). Ο όρος που ενδιαφέρει είναι ο όρος
  2. Σημαντική είναι επίσης η επιστολή του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 27/8/99 που αναφέρει τα εξής: "Αναφέρομαι στις πρόσφατες διαβουλεύσεις μεταξύ Κεντρικής Τράπεζας και της Euroinvestment & Finance Ltd και εσωκλείω έγγραφο στο οποίο αναφέρονται οι όροι που καθορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο η Εταιρεία θα συνεχίσει τις τρέχουσες δραστηριότητες της υπό το φως των ρυθμίσεων που έχουν εισαχθεί με τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο του
  3. Αναμένω ότι η Εταιρεία θα τηρήσει πιστά τους όρους αυτούς καθώς και τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας". Επίσης σημαντικός είναι ο όρος 7 των όρων ρύθμισης που αναφέρει ότι: "
  4. Οι χρηματοδοτήσεις της εταιρείας θα περιορισθούν σε χρηματοδοτήσεις ενοικιαγοράς, χρηματοδοτικής μίσθωσης (Leasing), προσωπικά δάνεια, χρηματοδοτήσεις επιχειρήσεων (corporate finance), χρηματοδοτήσεις επενδυτών και στεγαστικά δάνεια. Οι χρηματοδοτήσεις θα έχουν τη μορφή δανείων τακτής λήξης, με εξαίρεση χρηματοδοτήσεις επενδυτών υπό τη μορφή "λογαριασμών επενδυτών" (margin account). Η εταιρεία δε θα λειτουργεί λογαριασμούς παρατραβήγματος. Οι τομείς των χρηματοδοτήσεων δύναται να αναθεωρούνται από την Κεντρική Τράπεζα υπό το φως των εξελίξεων που θα επικρατούν κατά καιρούς. Η εταιρεία δύναται επίσης να παρέχει εγγυήσεις και να εξασφαλίζει έκδοση μετοχών". Είναι φανερό, όπως εξήγησε και ο κος Πουλλής, ότι η Κεντρική Τράπεζα επέτρεπε την λειτουργία λογαριασμών επενδυτών (margin accounts) από την έναρξη ισχύος του Νόμου, δηλαδή την 18/7/97, αφού από την επιστολή 27/8/99 συνάγεται ότι η Κεντρική Τράπεζα επέτρεψε την συνέχιση των τρεχουσών δραστηριοτήτων της Ενάγουσας για τις οποίες ήταν ενήμερη όπως φαίνεται και στο εσωτερικό σημείωμα ημερομηνίας 18/11/97 (Τεκμήριο 18). Επιπρόσθετα η Κεντρική Τράπεζα δεν παρατήρησε παρεκκλίσεις σε σχέση με τον όρο 7 των Όρων Ρύθμισης της άδειας της Ενάγουσας στους ελέγχους που διενήργησε σε αυτή. Επομένως δεν υπάρχει οποιαδήποτε παράβαση των όρων ρύθμισης της άδειας της Ενάγουσας. Επιπρόσθετα, να τονίσω ότι αφού η ίδια η Κεντρική Τράπεζα δήλωσε, ακόμη και ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω του αρμόδιου λειτουργού της ότι επέτρεπε στην Ενάγουσα την παροχή επενδυτικών λογαριασμών δεν μπορεί αυτό να αμφισβητηθεί από οποιονδήποτε άλλο. Εν πάση περιπτώσει, είμαι της γνώμης ότι έστω και αν υπήρξε παράβαση των όρων της άδειας της Ενάγουσας, αυτό δεν σημαίνει ότι υπήρξε παράβαση του Ν.66(Ι)/
  5. Ο Ν.66(Ι)/97απαγορεύει την άσκηση τραπεζικών εργασιών χωρίς άδεια, δεν απαγορεύει την σύναψη συγκεκριμένου είδους συμφωνίας κατά παράβαση όρων της άδειας. Η τήρηση των όρων της άδειας και οι συνέπειες μη τήρησης τους εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Κεντρικής Τράπεζας, η οποία θα λάβει τα κατάλληλα διοικητικά μέτρα. Μη τήρηση των όρων άδειας δεν θα ήταν ορθό να θεωρηθεί ότι αποτελεί καταστρατήγηση των προνοιών του Ν.66(Ι)/97 ή παρανομία που να επιφέρει ακύρωση της Συμφωνίας δυνάμει του άρθρου 23 του Κεφ.
  6. Στο πιο πάνω απόσπασμα από την St John Shipping Corp v. Joseph Rank Ltd (ανωτέρω) τονίζεται ότι εκεί που σύμβαση δεν απαγορεύεται ρητά από πρόνοια νόμου, είναι μάλλον προς το συμφέρον της δημόσιας πολιτικής να εφαρμοστούν από το Δικαστήριο οι συμβατικές υποχρεώσεις και δικαιώματα των συμβαλλομένων μερών αντί να ακυρωθεί η συμφωνία. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Ν.66(Ι)/97δεν απαγορεύει τη σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας. Αντίθετα, σκοπός του νόμου είναι να ρυθμίζει την άσκηση τραπεζικών εργασιών για να καθίσταται δυνατή η σύναψη συμφωνιών στα πλαίσια άσκησης τραπεζικών εργασιών. Ο Εναγόμενος δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε βλάβη από το γεγονός ότι η άδεια της Ενάγουσας κατά τον ισχυρισμό του έχει ημερομηνία 27/8/99 ενώ η Συμφωνία υπογράφτηκε 23/8/99 και/ή δεν επιτρέπει το σχετικό είδος χρηματοδότησης που παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο. Επομένως, κατά τη γνώμη μου δεν θα ήταν ορθό, και μάλιστα θα ήταν προς βλάβη της δημόσιας πολιτικής, να επιτραπεί στον Εναγόμενο να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με τη σύναψη της Συμφωνίας, επικαλούμενος παρέκκλιση από τους όρους της άδειας της Ενάγουσας. Επιπρόσθετα κρίνω ότι, η Συμφωνία δεν προσκρούει ούτε στο άρθρο 23(ε) του Κεφ.149 που αναφέρει ότι ο σκοπός συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός εάν κριθεί ότι αντίκειται στη δημόσια πολιτική. Είναι η θέση του Εναγομένου ότι η Ενάγουσα όφειλε να συμμορφώνεται με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας και ότι οι εγκύκλιοι αυτοί απαγόρευαν την σύναψη της συμφωνίας μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου, η οποία είναι επομένως παράνομη και άκυρη. Νομίζω ότι η θέση του Εναγομένου δεν ευσταθεί. Ο ΜΕ2 Κώστας Πουλλής, Ανώτερος Διευθυντής της Κεντρικής Τράπεζας, ανέφερε ότι οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας, δεν στάληκαν στην Ενάγουσα γιατί αυτή ήταν ήδη κάτω από περιορισμό αναφορικά με το ανώτατο όριο καταθέσεων (βλέπε επίσης Τεκμήριο 2Γ δεύτερη επιστολή). Επομένως οι εγκύκλιοι αυτές δεν αφορούσαν την Ενάγουσα και η Ενάγουσα δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση συμμόρφωσης με αυτές. Σημασία έχει η ξεκάθαρη θέση της Κεντρικής Τράπεζας, που είναι η αρμόδια ρυθμιστική αρχή και η αρχή που εξέδωσε τις εγκυκλίους, η οποία ανέφερε ότι οι εγκύκλιοι αυτές δεν αφορούσαν την Ενάγουσα. Επομένως η σύναψη της συμφωνίας μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου δεν προσκρούει τις πρόνοιες των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας. Εν πάση περιπτώσει, να σημειωθεί ότι οι εγκύκλιοι πριν τις 24/11/99 δεν ήταν απαγορευτικές για τη σύναψη επενδυτικών σχεδίων. Θα πρέπει δε να τονισθεί ότι οι εγκύκλιοι δεν απαγόρευαν την συνέχιση των ήδη υπαρχόντων επενδυτικών λογαριασμών (κάτι που εν πάση περιπτώσει θα ήταν παράνομο και αντισυνταγματικό, εφόσον η Κεντρική Τράπεζα θα επενέβαινε σε ήδη υπάρχουσες νόμιμες συμφωνίες ιδιωτών) η μόνη οδηγία προς τις τράπεζες αναφορικά με τους ήδη υπάρχοντες επενδυτικούς λογαριασμούς ήταν να λάβουν μέτρα για σταδιακή μείωση τους. Επειδή κάποια τράπεζα έπρεπε να λάβει τα μέτρα που πρότεινε η Κεντρική Τράπεζα για σταδιακή μείωση των επενδυτικών λογαριασμών, σίγουρα αυτό δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να σημαίνει ότι οι ήδη υπάρχοντες επενδυτικοί λογαριασμοί καθίστανται παράνομοι. Το κατά πόσο η τράπεζα που υποχρεώνεται να ακολουθεί τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, τις έχει ακολουθήσει ή όχι δεν είναι θέμα του Εναγομένου να το αποφασίσει, αλλά της Κεντρικής Τράπεζας και σίγουρα δεν υπάρχει καμία μαρτυρία που να δεικνύει ότι η Ενάγουσα έχει παραβιάσει εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας. Εννοείται ότι τέτοια μαρτυρία θα έπρεπε να προέρχεται από την Κεντρική Τράπεζα είτε με προφορική μαρτυρία αρμοδίου λειτουργού της (αρμόδιος λειτουργός της έδωσε μαρτυρία εκ μέρους μάλιστα του Εναγομένου και κάτι τέτοιο δεν είπε), είτε με έγγραφη μαρτυρία π.χ. απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας ότι η Ενάγουσα έχει παραβιάσει κάποια εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας. Επιπρόσθετα, οι εγκύκλιοι περιείχαν υποδείξεις προς τις τράπεζες αναφορικά με τους επενδυτικούς λογαριασμούς πελατών τους και δεν θα ήταν ορθό να θεωρηθεί ότι με τις εγκυκλίους αυτές χαράχθηκε μια γενικότερη δημόσια πολιτική, παράβαση της οποίας επιφέρει τις συνέπειες του άρθρου 23(ε) του Κεφ.
  7. Η αναφορά σε μία από τις εγκυκλίους σε τήρηση των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας «για την επίτευξη των στόχων της νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής» δεν σημαίνει ότι οι πρόνοιες όλων των εγκυκλίων και ιδιαίτερα αυτών που είχαν εκδοθεί πριν την σύναψη της επίδικης συμφωνίας καθόριζαν δημόσια πολιτική. (Τα αποσπάσματα από την απόφαση Τουμαζίδη
(1998)1(Β) ΑΑΔ 968 που επικαλείται ο δικηγόρος του Εναγομένου δεν αφορούν την παράβαση δημόσιας πολιτικής, αλλά την καταστρατήγηση προνοιών συγκεκριμένου νόμου.) Έχω την άποψη ότι η παράβαση των εγκυκλίων είναι θέμα που αφορά την Ενάγουσα και την Κεντρική Τράπεζα και δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την εγκυρότητα συμφωνιών που συνάφθηκαν μεταξύ της Ενάγουσας και πελατών της. Η υπόθεση Τρύφωνος κ.ά ν. Μινέρβα Ασφαλ. Εταιρεία
(2006)1(Α) ΑΑΔ 200 στην οποία αποφασίστηκε ότι, ως θέμα δημοσίου συμφέροντος, κανένας δεν δικαιούται βοήθεια του δικαστηρίου για να αποκομίσει όφελος από δική του άδικη ή εγκληματική πράξη, καμία σχέση έχει με τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Η απόφαση εκείνη αφορούσε απαίτηση της οικογένειας αποβιώσαντα κατά ασφαλιστικής εταιρείας δυνάμει ασφαλιστηρίου εγγράφου. Η ασφαλιστική εταιρεία πρόβαλε επιτυχώς ως υπεράσπιση ότι το δικαστήριο δεν θα βοηθούσε στην εξασφάλιση οικονομικού οφέλους εξαιτίας της εγκληματικής δράσης του αποβιώσαντα και του κινδύνου που ο ίδιος ηθελημένα είχε αναλάβει. Οι αρχές που εφαρμόστηκαν στην απόφαση αυτή καμία σχέση έχουν με την παρανομία συμφωνίας λόγω του ότι ο σκοπός της συμφωνίας αντίκειται στη δημόσια πολιτική. Και τα περιστατικά της εν λόγω απόφασης καμία σχέση έχουν με την περίπτωση που βρίσκεται σήμερα ενώπιον μου, αφού εδώ δεν έχει διαπραχθεί οποιαδήποτε εγκληματική ενέργεια και η απαίτηση της Ενάγουσας δεν αποτελεί όφελος από τέτοια πράξη. Επομένως κατά την κρίση μου η Συμφωνία δεν είναι ούτε παράνομη, ούτε άκυρη. 2. Υποχρέωση της Ενάγουσας να επεξηγήσει στον Εναγόμενο τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας Επικαλούμενος την Premier Chem. Co Ltd v Τράπεζα Κύπρου Λτδ κ.ά.
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 1951, ο Εναγόμενος εγείρει θέμα υποχρέωσης της Ενάγουσας για επεξήγηση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας στον Εναγόμενο. Η προαναφερθείσα απόφαση αφορούσε απαίτηση για αποζημίωση στην βάση της Hedley Byrne & Co v. Heller & Partners
(1963)2All ER 575, δηλαδή για αμέλεια κατά την παροχή πληροφοριών ή συμβουλών, στην απουσία συμβατικής ή άλλης ευθύνης. Αναφέρθηκε από το δικαστήριο ότι τράπεζα, κατά την σύναψη σύμβασης προπώλησης συναλλάγματος, δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση παροχής πληροφοριών ή συμβουλών προς τον πελάτη. Αν όμως, ο πελάτης ζητήσει από την τράπεζα πληροφορίες ή συμβουλές, υπό περιστάσεις που δείχνουν ότι ο πελάτης δίδει εμπιστοσύνη στην τράπεζα και βασίζεται στην εξειδικευμένη κατάρτιση και κρίση της τράπεζας, και η τράπεζα προχωρήσει να δώσει τις εν λόγω πληροφορίες ή συμβουλές, τότε η τράπεζα έχει καθήκον επιμέλειας προς τον πελάτη κατά την παροχή των πληροφοριών ή συμβουλών. Κατά τη γνώμη μου η εν λόγω απόφαση δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, αφού δεν τύγχανε εφαρμογής οποιαδήποτε εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας. Έχει ήδη εξηγηθεί ότι η Ενάγουσα δεν δεσμευόταν από οποιαδήποτε σχετική εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας. Αλλά ακόμα και αν δεχθούμε ότι οι εγκύκλιοι αυτοί αφορούσαν την Ενάγουσα, η Ενάγουσα δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να παρέχει συμβουλές στον Εναγόμενο ή να τον προειδοποιήσει για οτιδήποτε. Η Ενάγουσα ούτε προσφέρθηκε να δώσει οποιεσδήποτε πληροφορίες ή συμβουλές στον Εναγόμενο, ούτε της ζητήθηκε από τον Εναγόμενο να πράξει κάτι τέτοιο. Επομένως δεν μπορεί να έχει ευθύνη στη βάση της Hedley Byrne & Co v. Heller & Partners. Να σημειωθεί ότι στην Premier Chem. (ανωτέρω) το Δικαστήριο ανέφερε επίσης, χωρίς να το εξετάσει σε βάθος και χωρίς να το αποφασίσει, ότι αν υπήρχε κάποια υποχρέωση της τράπεζας, αυτή θα ήταν για επεξήγηση της σχετικής εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας στην οποία βασίστηκε η συναλλαγή. Κατά τη γνώμη μου, ακόμη και αν ήταν ορθό να επιβληθεί τέτοια υποχρέωση στην τράπεζα υπό τις περιστάσεις της Premier Chem., δεν θα ήταν ορθό να επιβληθεί τέτοια υποχρέωση στην Ενάγουσα. Οι περιστάσεις της Premier Chem. ήταν διαφορετικές, αφού εκεί, πριν τη σύναψη της συμφωνίας προπώλησης, χρειάστηκε να γίνει από τα μέρη ρητή αναφορά στις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας για να καθοριστεί ποια από τις τρεις σχετικές εγκυκλίους και διαδικασίες θα εφαρμοζόταν. Στα πλαίσια αυτά, ενδεχομένως να ήταν εύλογο να δώσει η τράπεζα κάποιες εξηγήσεις για το περιεχόμενο της εγκυκλίου και τη διαδικασία που ο πελάτης επρόκειτο να εφαρμόσει. Στην περίπτωση μας οι εγκύκλιοι δεν αφορούσαν κάποια διαδικασία, ούτε τίθετο θέμα επιλογής από τον πελάτη. Δεν υπήρχε επομένως κανένας λόγος για κάποια τράπεζα (την οποία οι εγκύκλιοι αφορούσαν) να δίδει από μόνη της εξηγήσεις σε πελάτες για το περιεχόμενο τους. Τονίζω ότι ακόμη και στην Premier Chem., όπου η σχετική εγκύκλιος απασχόλησε την τράπεζα και τον πελάτη πριν τη σύναψη της συμφωνίας, το δικαστήριο δεν αποφάσισε τελεσίδικα ότι η τράπεζα είχε υποχρέωση παροχής επεξηγήσεων. 3. Σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου, Ψυχική πίεση και Σύγκρουση συμφερόντων Εγείρεται επίσης από τον Εναγόμενο θέμα παραβίασης σχέσης εμπιστοσύνης, στα πλαίσια ισχυρισμού ότι η Ενάγουσα άσκησε ψυχική πίεση κατά του Εναγομένου για να τον πείσει να συνάψει την επίδικη συμφωνία. Η συνέπεια κατά τον Εναγόμενο είναι ότι η επίδικη συμφωνία είναι ακυρώσιμη κατ' επιλογή του Εναγομένου. Κατά γενικό κανόνα, δεν υφίσταται σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τράπεζας και πελάτη, εκτός αν ανακύπτει από τις εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Το ζήτημα αναλύεται στο Chitty on Contracts, Volume II, Specific Contacts, 26η έκδοση, παρ. 2892, επόμ. Η ανάλυσ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.