← Κύπρος

Κώστα Κάλβαρη ν. Giovanis Kalvaris Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1553/2007, 6 Οκτωβρίου, 2008

Κώστα Κάλβαρη ν. Giovanis Kalvaris Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1553/2007, 6 Οκτωβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A192 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1553/2007 Μεταξύ: Κώστα Κάλβαρη Ενάγοντος και

  1. Giovanis & Kalvaris Ltd
  2. Χριστάκη Τζιοβάνη
  3. Χριστάκη Τζιοβάνη & Σία Λτδ Εναγομένων _ _ _ _ _ _ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 8.5.2008 6 Οκτωβρίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κ. Κνώφος Για τους Εναγόμενους: κα Σ. Νικολάου για Γ. Πιττάτζη. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Για να γίνει καλύτερα κατανοητή η ουσία της υπό κρίση αίτησης κρίνω σκόπιμο να διαγράψω σε αδρές γραμμές την απαίτηση όπως σκιαγραφείται στο οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Ο ενάγων είναι κατά 50% μέτοχος στην εναγόμενη 1 εταιρεία. Το άλλο 50% κατέχεται από τον εναγόμενο
  4. Η εταιρεία Giovanis & Kalvaris Ltd, εναγόμενη 1 της οποίας το κεφάλαιο κατέχεται εξ ημισείας από τους διάδικους, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ενάγοντα έχει να λαμβάνει το ποσό των Λ.Κ.39.347,56 από την εταιρεία Χριστάκη Τζιοβάνη & Σία Λτδ, εναγόμενη 3, στην οποία ο εναγόμενος 2 είναι μέτοχος και διευθυντής. Η απαίτηση εδράζεται σε μεταξύ τους συμφωνία ηλεκτρολογικών και άλλων εργασιών στις Βρετανικές Βάσεις. Λεπτομέρειες της συμφωνίας, στο στάδιο αυτό κρίνω πως δεν απαιτούνται. Η ουσία είναι πως ο ισχυρισμός του ενάγοντα είναι ότι η εναγόμενη 3 οφείλει στην εναγόμενη 1 το πιο πάνω ποσό. Σε σχετική αλληλογραφία των δικηγόρων της εναγόμενης 1 ο εναγόμενος 2, ως διευθυντής της εναγόμενης 3, απάντησε ότι δεν αναγνώριζε ότι οι δικηγόροι ενεργούσαν εκ μέρους της εναγόμενης 1 και δεν συμφωνούσε με το περιεχόμενο της επιστολής. Η θέση του ενάγοντα είναι ότι άρνηση του εναγόμενου 2 να συμπράξει και να συναινέσει στη λήψη μέτρων για την είσπραξη του πιο πάνω ποσού που οφείλει η εναγόμενη 3 προς την εναγόμενη 1 συνιστά παρανομία και παρατυπία σε σχέση με την εναγόμενη 1, προκαλώντας ζημιά στην εταιρεία αξίας ισόποσης με το οφειλόμενο ποσό. Είναι η θέση του ότι δεν μπορούν να ληφθούν δικαστικά μέτρα από την εναγόμενη 1 εναντίον της εναγόμενης 3 επειδή ο εναγόμενος 2 αρνείται να συναινέσει προς τούτο. Περαιτέρω αναφέρει ότι ενώ ήταν εγγυητές της εναγόμενης 1, ο εναγόμενος 2 έκανε διευθετήσεις με την τράπεζα και κατέβαλε το ½ και η τράπεζα τον απάλλαξε πριν την έγερση αγωγής εναντίον τους. Στην αγωγή που ήγειρε η τράπεζα εναντίον του εκδόθηκε απόφαση για το ποσό των Λ.Κ.14.960,15 πλέον τόκους και έξοδα. Αξιώνει δήλωση του δικαστηρίου ότι το πιο πάνω ποσό είναι οφειλόμενο από τους εναγόμενους 2 και 3 προς την εναγόμενη 1 και διάταγμα που να διατάσσει τους εναγόμενους 2 και 3 να καταβάλουν το πιο πάνω ποσό στην εναγόμενη
  5. Επιπρόσθετα αξιώνει διάταγμα που να διατάσσει την εναγόμενη 1 να του καταβάλει το ½ του ποσού που θα επιδικαστεί καθώς και συνεισφορά και κάλυψη οποιουδήποτε ποσού καταβάλει στην τράπεζα. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση δια δικηγόρου και στη συνέχεια υπεράσπιση. Επί της ουσίας του χρέους προβάλλουν τη θέση ότι η εναγόμενη 3 κατέβαλε προς πλήρη εξόφληση προς την εναγόμενη 1 το ποσό των Λ.Κ.41.000, παρά το γεγονός ότι οι εργασίες ήταν ελλιπείς και ελαττωματικές, με αποτέλεσμα, η εναγόμενη 3 να υποστεί ζημιές. Αποδέχονται ακόμα ότι υπήρξε διαφορά μεταξύ των μετόχων της εναγόμενης 1 χωρίς όμως αυτό να επιφέρει ζημιά στην εταιρεία, αφού η εναγόμενη 3 δεν οφείλει κανένα ποσό στην εναγόμενη
  6. Τέλος είναι η θέση τους ότι πρόκειται για εταιρική διαφορά που θα πρέπει να επιλυθεί στα πλαίσια του Περί Εταιρειών Νόμου και όχι δια αγωγής. Στη συνέχεια ο ενάγων καταχώρησε την κρινόμενη αίτηση. Βασική θεραπεία που επιζητείται είναι ο παραμερισμός της εμφάνισης που καταχωρήθηκε από τον δικηγόρο εκ μέρους της εναγόμενης 1 εταιρείας, ως άκυρης και παράτυπης. Δεν θα επεκταθώ σε λεπτομέρειες στην υποστηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση, η ουσία είναι ότι η εταιρεία ευρισκόμενη σε αδιέξοδο λόγω της διαφωνίας των μετόχων δεν μπορούσε να συγκαλέσει γενική συνέλευση και να πάρει απόφαση να διορίσει δικηγόρο για να την υπερασπιστεί. Στον αντίποδα της αίτησης, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση προβάλλεται η θέση ότι ο εναγόμενος 2 ως ένας εκ των διευθυντών και κατά 50% μέτοχος έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα της εταιρείας είτε δικαστικά είτε εξώδικα και να διορίζει δικηγόρο. Σε αντίθετη περίπτωση ο ενάγων θα μπορεί να επιτύχει ερήμην απόφαση εναντίον της εναγόμενης 1 εταιρείας χωρίς να το δικαιούται. Η αγωγή επιδόθηκε στον ίδιο για λογαριασμό της εταιρείας και δεν είναι δυνατόν να μην μπορεί να διορίσει δικηγόρο. Οι δύο πλευρές κατά την ακρόαση καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις. Επιγραμματικά ο κ. Κνώφος εκ μέρους του αιτητή με αναφορά στην εταιρική σύνθεση της εναγόμενης 1 ότι δηλαδή ο ενάγων και ο εναγόμενος 2 είναι οι μόνοι διευθυντές και ισότιμοι μέτοχοι προβάλλει τη θέση ότι για να μπορούσε να ληφθεί απόφαση για διορισμό δικηγόρου, είτε η συνέλευση των διευθυντών, είτε των μετόχων, θα έπρεπε να λάβουν τέτοια απόφαση η οποία και δεν συγκλήθηκε για τον σκοπό αυτό. Κατά συνέπεια η ανυπαρξία τέτοιας νομότυπης απόφασης καθιστά τον διορισμό δικηγόρου εκ μέρους της εναγόμενης 1 παράτυπο. Γίνεται επίσης αναφορά στο εταιρικό δίκαιο και ότι η ευθύνη για την διοίκηση μιας εταιρείας ανήκει στους διευθυντές και μεταξύ άλλων περιλαμβάνεται και απόφαση να εγερθεί μια αγωγή ή η υπεράσπισή της σε αγωγή που ηγέρθη εναντίον της. Έτσι για να διοριστεί δικηγόρος απαιτείται απόφαση των διευθυντών ή των μετόχων και τέτοια απόφαση στην κρινόμενη υπόθεση δεν υπάρχει. Αντίθετα ο κ. Πιττάτζης αναφέρει ότι ο έτερος διευθυντής έχει δικαίωμα να προστατεύσει τα συμφέροντα της εταιρείας με βάση το αξίωμα ότι όπου υπάρχει αδιέξοδο ο διευθυντής μπορεί να πάρει δραστικά μέτρα χωρίς απόφαση του διοικητικού συμβουλίου. Στην ουσία σύμφωνα με την εισήγηση, εκείνο που επιζητεί ο ενάγων είναι η εταιρεία να παραμείνει χωρίς εκπροσώπηση και έτσι να εκδώσει απόφαση εναντίον της. Από όσα έχουν σκιαγραφηθεί και όπως καταγράφονται στο κλητήριο ένταλμα και στις αξιώσεις του ενάγοντα ευθέως συνάγεται ότι πρόκειται για παράγωγη αγωγή, παρόλο που στην έκθεση απαιτήσεως δεν αναφέρεται ο όρος αυτός, ως ήταν για παράδειγμα στην υπόθεση Πιριλλής κ. ά. ν. Κουή

(2004)1 Α.Α.Δ. 136 που παρέπεμψε ο κ. Πιττάτζης. Πρόσφατα, στην υπόθεση Demil Co. Ltd. v. A. Panayides Contracting Ltd., Πολιτική Έφεση 374/05 ημερ. 23.5.08, υπεδείχθη ότι το δικαστήριο οφείλει να χαρακτηρίσει νομικά μια βάση αγωγής με βάση τα δικογραφήματα και τα γεγονότα που δικογραφούνται σε αυτά, και παρουσιάζονται τελικά στο δικαστήριο με μαρτυρία και όχι, όπως χαρακτηρίζει τη βάση της αγωγής ένα διάδικο μέρος. Κατά συνέπεια η παράλειψη χαρακτηρισμού της αγωγής ως παράγωγης στην έκθεση απαιτήσεως, το ορθότερο πάντως ήταν να καταγραφεί λόγω ακριβώς και της ιδιάζουσας φύσης της, δεν έχει καθοριστική σημασία αφού στο τέλος είναι στο δικαστήριο να καθορίσει τη νομική βάση της αγωγής. Παρόλα αυτά από το δικόγραφο της αγωγής και τις παραγράφους (Α) και (Β) της απαίτησης που επιζητείται δήλωση του δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 οφείλουν στην εναγόμενη 1 το ποσό των Λ.Κ.39.347,56 και διάταγμα να το καταβάλουν σε αυτή, το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι πρόκειται για παράγωγη αγωγή. Για να μπορεί να εξεταστεί η ουσία της αίτησης θα πρέπει έστω και σε συντομία να λεχθούν ορισμένα βασικά ζητήματα που σχετίζονται με την παράγωγη αγωγή (derivative action). Φως επί του θέματος ρίχνει η πιο πάνω υπόθεση Πυριλλής και κυρίως για ότι αφορά την κρινόμενη υπόθεση, η παράγωγη αγωγή συνιστά το ορθό δικονομικό μέτρο όταν το μετοχικό συμφέρον και η διεύθυνση της εταιρείας κατέχεται κατά 50% από δύο μετόχους, με αποτέλεσμα ο ένας μέτοχος να μπορεί να ματαιώσει απόφαση για έγερση αγωγής εκ μέρους της εταιρείας. Η απόφαση στην υπόθεση Glass v. Atkin
(1967)65 D.R.L. 501 είναι σχετική καθώς και η υπόθεση Barrett v. Duckett, The Times, July 27, 1994 (C.A.), σύμφωνα με την οποία το 50% μιας εταιρείας περιλαμβάνεται στη μειοψηφία. ( Charlsworth & Morse Company Law 15η έκδοση σελ.401). Και με βάση το οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, δικονομικώς, η αξίωση κρίνεται ότι εντάσσεται στις πιο πάνω αρχές. Στο σύγγραμμα Pennington´s Company Law 7η έκδοση σελ. 867 επ., εξηγείται ότι το είδος αυτό της αγωγής είναι ιδιαίτερο (peculiar) και για ότι αφορά την αντιπροσωπευτική αγωγή ο ενάγων δεν την εγείρει μόνο για τον ίδιο αλλά και για άλλους μέτοχους εναντίον εκείνων των μετόχων από τους οποίους απαιτεί θεραπεία. Αγωγή τέτοιας μορφής περιγράφεται ως αντιπροσωπευτική αγωγή (representative action) αφού εγείρεται εκ μέρους του ενάγοντα και άλλων προσώπων. Αν δε, επιθυμεί να αξιώσει εταιρική απαίτηση εναντίον τρίτων προσώπων, η εταιρεία σε τέτοια περίπτωση καθίσταται συνεναγόμενος για να μπορεί να δεσμεύεται από την απόφαση και να μπορεί να επιβάλει (enforce) οποιαδήποτε διαταγή εναντίον των ουσιαστικών εναγόμενων (substantive defendants). Όταν επιζητείται θεραπεία εναντίον τρίτου προσώπου για λογαριασμό και προς όφελος της εταιρείας η αγωγή περιγράφεται ως παράγωγη (derivative action) γιατί ο ενάγων αξιώνει επιβολή απαιτήσεως η οποία ανήκει στην εταιρεία και το δικαίωμα του να εγείρει την αγωγή παράγεται και αντλείται από την εταιρεία. Εξηγείται ακόμη (σελ. 868) ότι στην παράγωγη αγωγή η εταιρεία συνενώνεται ως μέρος της διαδικασίας για διαδικαστικούς λόγους (is joined as a party for procedural reasons). Εξηγείται ακόμα ( Charlsworth άνωτέρω σελ.401), λόγω της φύσης της αγωγής ότι αν η εταιρεία δεν έχει δικαίωμα να εγείρει αγωγή, τότε δεν μπορεί να επιτραπεί παράγωγη αγωγή. Στην υπόθεση Nurcombe v. Nurcombe
(1985)1 W.L.R. 370, 376, έχει χαρακτηριστεί ως προς τον τύπο ως τίποτε περισσότερο από ένα διαδικαστικό μηχανισμό (procedural device) που επιτρέπει στο δικαστήριο να αποδώσει δικαιοσύνη προς όφελος μιας εταιρείας που ελέγχεται από κακοδιαχείριση των διευθυντών ή των μετόχων. Και οποιοσδήποτε αρχίζει τέτοια διαδικασία θα πρέπει να το κάμει προς όφελος της εταιρείας και όχι για κάποιο άλλο σκοπό. Καθόσον αφορά το είδος αυτό της αγωγής στην υπόθεση Θωμά κ.ά. ν. Ηλιάδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1263, εξηγήθηκε ότι οι δικονομικοί μας θεσμοί δεν προβλέπουν διαδικασία για μια τέτοια περίπτωση, σε αντίθεση με την Αγγλία που το ζήτημα της διαδικασίας εδράζεται και ρυθμίζεται από την O.15, r.12 (βλ. Palmer´s Company Law 1982 Vol.1 σελ. 775). Στην υπόθεση Θωμά ανωτέρω η αγωγή έγινε από την μειοψηφία και εξηγήθη ότι δεν θα μπορούσε να εξασφαλιστεί πληρεξούσιο από την εταιρεία, αφού στην παράγωγη αγωγή ο ενάγων μέτοχος ενεργεί ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Μια παραστατική επεξήγηση αυτού του είδους της αγωγής γίνεται στην υπόθεση Fargro Ltd. v. Godfroy and others
(1986)1 W.L.R. 1134. Εξηγείται ότι ο κατάλληλος ενάγων σε τέτοιου είδους απαιτήσεις είναι η ίδια η εταιρεία, αφού αυτή έχει υποστεί τη ζημιά. Επειδή όμως είναι αδύνατο η εταιρεία να εγείρει αγωγή εναντίον άλλου μετόχου, τότε η αγωγή εγείρεται από τον μέτοχο. Και τούτο γιατί αν το θέμα ετίθετο στο συμβούλιο της εταιρείας το αποτέλεσμα θα ήταν ισοψηφία και δεν θα υπήρχε απόφαση της εταιρείας να εγείρει αγωγή. Το ίδιο θα συνέβαινε αν το ζήτημα παραπεμπόταν σε γενική συνέλευση των μετόχων. Να σημειωθεί ότι στην υπόθεση αυτή, όπως και στην παρούσα οι διάδικοι ήταν ισότιμοι έτεροι. Και είναι ακριβώς για τους πιο πάνω λόγους που στη Ο.16, r.9 του Annual Practice 1956 σελ.339, υποδεικνύεται ότι εκεί που η εταιρεία δεν μπορεί να είναι ενάγων, τότε είναι εναγόμενη. Παρεμβάλλω εδώ ότι στην υπόθεση Γεωργιάδης (Αρ.2)
(2002)1 Α.Α.Δ. 1428, υπεδείχθη η θέση της νομολογίας, πως στην απουσία διαδικαστικού κανονισμού μπορεί να ακολουθείται η Αγγλική Πρακτική. Στην παρούσα υπόθεση ο ενάγων και ο εναγόμενος 2 είναι κατά 50% μέτοχοι στην εναγόμενη
  1. Ακριβώς για το λόγο αυτό ηγέρθη η παράγωγη αγωγή από τον ενάγοντα ως αντιπρόσωπος της εταιρείας και προς όφελος της, εδραζόμενη στα γεγονότα που έχουν ήδη εκτεθεί. Αν η εταιρεία δεν μπορεί λόγω ακριβώς της διαφωνίας των μετόχων και του κατ΄επέκταση αδιεξόδου που παρουσιάζεται να λάβει απόφαση για να εγείρει αγωγή εναντίον της εναγόμενης 3 και προέκυψε ως ανάγκη η έγερση του μηχανισμού της παράγωγης αγωγής, εντός της έννοιας που έχει ήδη αναλυθεί, κατ΄αναλογία, οι ίδιες αρχές εφαρμόζονται και στην νομική εκπροσώπηση της εταιρείας. Είναι γνωστές στο εταιρικό δίκαιο οι εξουσίες ενός διοικητικού συμβουλίου και της γενικής συνέλευσης των μελών (βλ. Pennington´s ανωτέρω σελ. 765 επ.). Ο Περί Εταιρειών Νόμος, Κεφ. 113, στον Πίνακα Α ρυθμίζει τις εξουσίες και τα καθήκοντα των διοικητικών συμβούλων. Ο Καν. 80 ορίζει ότι οι εργασίες της εταιρείας τυγχάνουν διαχείρισης από τους διευθυντές, νοούμενου ότι οι εξουσίες αυτές δεν ασκούνται είτε με βάση το Νόμο, είτε με βάση άλλους κανονισμούς από την εταιρεία σε γενική συνέλευση. Το ιδρυτικό και καταστατικό της εταιρείας έχει επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Σύμφωνα με το καταστατικό οι Κανονισμοί του Πίνακα Α του Κεφ. 113 ισχύουν για την εταιρεία εκτός αν άμεσα ή έμμεσα αποκλείονται ή αποποιούνται ή προνοείται διαφορετικά από τους κανονισμούς του καταστατικού. Έχω μελετήσει το καταστατικό και δεν υπάρχει κάποια πρόνοια ή κανονισμός που να εξαιρεί ή να αποκλείει τον Καν. 80 ο οποίος συνεπώς βρίσκεται σε απόλυτη ισχύ. Ούτε να σημειώσω έρχεται σε αντίθεση με τους υπόλοιπους κανονισμούς του καταστατικού. Δεν έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση ότι οι διάδικοι είναι ισότιμοι έτεροι στην εταιρεία και οι μόνοι διευθυντές. Και είναι προφανές εκ της μετοχικής δομής της εταιρείας και της σύνθεσης του διοικητικού συμβουλίου πως είτε σε συνέλευση του διοικητικού συμβουλίου είτε των μετόχων, σε περίπτωση ύπαρξης διαφωνίας δεν μπορεί να ληφθεί απόφαση. Αυτός εξάλλου είναι και ο λόγος που η εταιρεία δεν μπορεί να είναι ενάγων και να εγείρει αγωγή και η απαίτηση της προς τρίτους παίρνει τη μορφή της παράγωγης αγωγής από τον μέτοχο. Ως προς την νομική εκπροσώπηση της εταιρείας ως εναγόμενης, που είναι και το επίδικο θέμα, είναι αποδεκτό από την πλευρά του καθ΄ου η αίτηση ότι δεν υπήρξε προηγουμένως απόφαση των διευθυντών ή και έστω των μετόχων της εταιρείας για διορισμό οποιουδήποτε δικηγόρου. Στον Pennington ανωτέρω σελ. 770 επ. εξηγείται ότι αν για κάποιο λόγο το συμβούλιο των διευθυντών δεν μπορεί να πάρει απόφαση, τότε οι μέτοχοι σε γενική συνέλευση μπορεί να λάβουν τέτοια απόφαση. Η συνέλευση των μετόχων επεμβαίνει όταν υπάρχει αδιέξοδο (deadlock) μεταξύ των διευθυντών και σε τέτοια περίπτωση η γενική συνέλευση ασκεί τις εξουσίες των διευθυντών. Έτσι στην περίπτωση που ένας μέτοχος εγείρει αγωγή στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας χωρίς εξουσιοδότηση από το συμβούλιο των διευθυντών ή των μετόχων η αγωγή μπορεί να διαγραφεί. Η μόνη θεραπεία που μπορεί να υπάρξει είναι η εκ των υστέρων έγκριση της έγερσης και η συνέχιση της αγωγής από τους διευθυντές ή τους μετόχους. Εξηγείται ακόμη ότι το δικαίωμα έγερσης αγωγής εκ μέρους της εταιρείας δίνεται συνήθως από τους κανονισμούς της εταιρείας στους διευθυντές, παρόλο που πρόκειται και για δικαίωμα που το έχουν και εκ του Νόμου. Στο Annual Practice 1956 σελ. 183 εξηγείται ότι ο δικηγόρος που καταχωρεί εμφάνιση για ένα εναγόμενο εξυπακούεται, (impliedly warrants or contracts), ότι έχει την εξουσιοδότηση και την εξουσία να το πράξει, ενώ στο Annual Practice 1970, σελ. 840, απαριθμούνται περιπτώσεις που ο δικηγόρος προβαίνει σε διαδικασία που δεν είχε την απαραίτητη εξουσιοδότηση, είτε να εγείρει αγωγή είτε να καταχωρήσει εμφάνιση ή να υπερασπίζει μια υπόθεση χωρίς εξουσιοδότηση. Σαν ένα τέτοιο παράδειγμα αναφέρεται η περίπτωση μιας εταιρείας που δεν έχει διοικητικό συμβούλιο νομότυπα διορισμένο ή άλλους αξιωματούχους που να μπορούν να δώσουν οδηγίες στον δικηγόρο. Επίσης στην περίπτωση που ο δικηγόρος παίρνει οδηγίες από την μειοψηφία των μετόχων μιας εταιρείας ή από τους διαφωνούντες μετόχους. Εφόσον διαφανεί ότι ο δικηγόρος ενεργούσε χωρίς εξουσιοδότηση τότε το δικαστήριο έχει εξουσία να αναστείλει τη διαδικασία, ώστε αν αφορά για παράδειγμα εταιρεία μέχρι να διαφανούν οι επιθυμίες των μετόχων, δηλαδή να εγκρίνουν εκ των υστέρων τον διορισμό του δικηγόρου. Τέλος εξηγείται πως αν η περίπτωση αφορά καταχώριση εμφάνισης χωρίς εξουσιοδότηση η εμφάνιση ακυρώνεται (vacated). Παρεμβάλλω πως σύμφωνα με το Annual Practice, ανωτέρω, η συνήθης πρακτική όταν εγείρεται θέμα νόμιμης εξουσιοδότησης του δικηγόρου, είναι να υποβάλλεται αίτηση δια κλήσεως και να επιδίδεται στον δικηγόρο και ότι δεν μπορεί να εγερθεί υπό μορφή υπεράσπισης, αν το θέμα αφορά τον δικηγόρο του ενάγοντα. Στην απουσία συνεπώς απόφασης των διευθυντών ή των μετόχων της εναγόμενης 1 εταιρείας να διορίσει δικηγόρο, ο διορισμός δικηγόρου και η κατ΄επέκταση καταχώριση σημειώματος εμφάνισης έγινε χωρίς εξουσιοδότηση και ως εκ τούτου είναι παράτυπη. Ούτε και θα μπορούσε εκ των υστέρων, εν όψει του υφιστάμενου αδιεξόδου, τόσο το διοικητικό συμβούλιο όσο και η συνέλευση των μετόχων, με απόφαση τους να επικυρώσουν εκ των υστέρων και να εγκρίνουν τον διορισμό του δικηγόρου. Ούτε και να σημειώσω προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός. Αυτή τούτη η κρινόμενη διαφορά και η παράγωγη αγωγή επιβεβαιώνουν του λόγου το ασφαλές. Το ζήτημα της εκπροσώπησης της εταιρείας είτε με τον ένα, είτε με τον άλλο τρόπο δεν θεραπεύεται. Η μόνη θεραπεία είναι η ακύρωση του διορισμού και της εμφάνισης του δικηγόρου για την εναγόμενη
  2. Ως λέχθηκε, σύμφωνα με τις πιο πάνω αυθεντίες, η εταιρεία συνενώνεται ως εναγόμενη για διαδικαστικούς λόγους, αφού είναι για λογαριασμό και προς όφελος της που εγείρεται η αγωγή. Υπάρχει το επιχείρημα του κ. Πιττάτζη, ανάλογος ισχυρισμός αναφέρεται στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση, ότι αν δεν εκπροσωπηθεί η εταιρεία τότε υπάρχει ο κίνδυνος να εκδοθεί ερήμην απόφαση εναντίον της, με την πρόκληση ανάλογης ζημιάς σε βάρος της. Έχω την άποψη ότι μια εκ των ιδιορρυθμιών ακριβώς αυτού του είδους της αγωγής έγκειται στο γεγονός ότι δεν εκδίδεται απόφαση εναντίον της εταιρείας, είναι ακριβώς γι΄αυτό που η εταιρεία είναι συνεναγόμενη για διαδικαστικούς και μόνο λόγους, αντίθετα, στο βαθμό που θα επιτύχει ένας μέτοχος - ενάγων, εκδίδεται απόφαση υπέρ της εταιρείας και σε βάρος των άλλων συνεναγόμενων. 'Έτσι για παράδειγμα στην υπόθεση Θωμά ανωτέρω, το δικαστήριο διέταξε τους μέτοχους να αποδώσουν ενόρκως λογαριασμό για τη διαχείριση της περιουσίας της εταιρείας, που ήταν εναγόμενη 5, και στην περίπτωση που θα διαπιστωνόταν κέρδος, την καταβολή του κέρδους στην εταιρεία. Επιδικάστηκε επίσης προς όφελος της εταιρείας ένα ποσό που αντιπροσώπευε την αξία των αντικειμένων που της απωλέστηκαν. Ανάλογη απόφαση εκδόθηκε και στην Πιριλλής ανωτέρω, όπου το δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των Λ.Κ. 90.000 προς όφελος της εταιρείας, που ήταν εναγόμενη. Στη βάση όλων των πιο πάνω δεδομένων και αρχών, το αποτέλεσμα αλλά και η κατάληξη είναι ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Ως εκ τούτου το σημείωμα εμφάνισης που καταχωρήθηκε εκ μέρους της εναγόμενης 1 ακυρώνεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος του ενάγοντα αιτητή και σε βάρος των καθ΄ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι καταβλητέα στο τέλος τη διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.