Caramondani Bros Public Co. Limited ν. Thinking Steel International BV, Αρ. Αγωγής: 10348/07, 9 Οκτωβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A194 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10348/07 Μεταξύ: Caramondani Bros Public Co. Limited, από τη Λευκωσία Εναγόντων και Thinking Steel International BV, από τη Gilze, Ολλανδία Eαναγομένων _ _ _ _ _ _ Ενδιάμεση Αίτηση ημερ. 10.4.08 9 Οκτωβρίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες/Καθ΄ων η αίτηση: κ. Ανδρέας Γ. Μιχαηλίδης Για τους Εναγόμενους/Αιτητές: κ. Στέλλα Ι. Στεφανή. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εναγόμενοι αιτητές επιζητούν σειρά θεραπειών με ουσιαστικό αντικείμενο την ακύρωση του κλητήριου εντάλματος και όσα επακολούθησαν ως προς την επίδοση της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας με υποκατάστατο επίδοση, αλλά και όσα προηγήθηκαν της καταχώρισης της αγωγής, με την παροχή άδειας για την σφράγιση του κλητηρίου και/ή ειδοποίησης του εντάλματος που δόθηκε στην Γενική Αίτηση 769/
- Επιζητούν επίσης την αναστολή της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Εισαγωγικά να λεχθεί ότι η αγωγή των εναγόντων επί γενικής οπισθογράφησης αφορά αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας από τους εναγόμενους που είναι εταιρεία με έδρα την Ολλανδία. Η συμφωνία αφορούσε τη μεταλλική κατασκευή και προμήθεια σκελετού στα νέα γραφεία των εναγόντων που πρόκειται να αναγερθούν στη Λευκωσία. Απαιτούν το ποσό των €61.320,75 (ευρώ) που πλήρωσαν ως προκαταβολή στην εναγόμενη για εργασίες τις οποίες παρέλειψε να εκτελέσει και/ή ως χρήματα πληρωθέντα για αντάλλαγμα που έχει αποτύχει πλήρως και/ή για αδικαιολόγητο πλουτισμό. Συμπυκνωμένοι οι πραγματικοί λόγοι επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση θα μπορούσαν να καταταχθούν σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη αφορά το διαδικαστικό μέρος γιατί δεν τηρήθηκαν τα προαπαιτούμενα που τάσσουν οι θεσμοί. Ειδικότερα δεν επιδόθηκαν στους εναγόμενους αιτητές η γενική αίτηση μαζί με την υποστηρίζουσα ένορκη δήλωση καθώς και το σχετικό διάταγμα του δικαστηρίου που εκδόθηκε. Συνακόλουθα με αυτό εισηγούνται ότι δεν εδικαιολογείτο, με βάση τα όσα εξέθεσαν οι ενάγοντες στο δικαστήριο, να εκδοθεί το διάταγμα αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις. Ως δεύτερος λόγος που επικαλούνται είναι ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία (order confirmation) υπόκειται στα Metaalunie Conditions τα οποία προνοούν ότι θα ισχύει ο νόμος της Ολλανδίας και μόνο πολιτικό δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία στον τόπο ίδρυσης του εργολάβου μπορεί να επιληφθεί τις διαφορές, εκτός αν αυτό θα ήταν αντίθετο με άλλο υποχρεωτικό νόμο. Εισηγούνται ότι υπάρχει συμφωνηθείσα ρήτρα ξένης δικαιοδοσίας που καθορίζει τον τόπο και το εφαρμοστέο δίκαιο. Τέλος εισηγούνται ότι το κατάλληλο βήμα δεν είναι τα Κυπριακά Δικαστήρια αλλά τα Δικαστήρια της Ολλανδίας. Οι ενάγοντες καθ΄ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση και οι δικηγόροι των δύο πλευρών παρέδωσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους χωρίς να ζητηθεί η άδεια για την αντεξέταση των εκατέρωθεν ομνυόντων. Εκτενής αναφορά θα γίνει στη συνέχεια και όπου χρειάζεται. Σε κάθε περίπτωση έχω μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις και όσα προβάλλονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, και τις έχω πλήρως υπόψη μου σε σχέση με τα εγειρόμενα ζητήματα, έστω και αν δεν γίνει πιο κάτω ειδική αναφορά. Αναλυτικότερη έκθεση των γεγονότων επί των οποίων εδράζεται η απαίτηση ανευρίσκεται τόσο στην ένορκη δήλωση που υπέβαλαν οι αιτητές την 21.11.07 όταν επιζήτησαν την άδεια του δικαστηρίου για την επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας της ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος και την υποκατάστατο επίδοση δια διπλοσυστημένης επιστολής στη διεύθυνση των εναγομένων στην Ολλανδία, όσο και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Θα αναφερθώ καταρχήν στα γεγονότα όπως αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του κ. Γεράσιμου Καραμοντάνη που υποστηρίζει την ένσταση. Σύμφωνα με τον μάρτυρα την 16.11.05 κατόπιν διαπραγματεύσεων υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων στη Λευκωσία συμφωνία περιγραφόμενη ως Order Confirmation, για την μεταλλική κατασκευή και προμήθεια του σκελετού των νέων γραφείων των εναγόντων που πρόκειται να ανεγερθούν στη Λευκωσία. Η συμφωνία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση. Οι ενάγοντες την 17.11.05 κατέβαλαν προς την εναγόμενη το ποσό των €61.320,75 που αντιπροσώπευε το 25% της συμφωνηθείσας τιμής. Έκτοτε σύμφωνα με τον μάρτυρα πέρασαν 19 μήνες και η εναγόμενη δεν εκτέλεσε τη συμφωνία και κωλυσιεργούσε προσπαθώντας να πείσει τους ενάγοντες να αποδεκτούν την εκτέλεση και άλλων εκτεταμένων κατασκευών με μεγάλο επιπρόσθετο κόστος. Η ενάγουσα δεν αποδέκτηκε και επέμενε στην εκτέλεση της μεταξύ τους συμφωνίας. Παρά το γεγονός ότι η εναγόμενη απέστειλε και προκαταρκτική προσφορά για επιπρόσθετες κατασκευές μαζί με το τιμολόγιο, δεν έγινε καμιά άλλη συμφωνία. Την 29.5.05 οι ενάγοντες τερμάτισαν την ρηθείσα συμφωνία και απαίτησαν το πιο πάνω ποσό που κατέβαλαν ως προκαταβολή. Το αποτέλεσμα ήταν η διαφορά να καταλήξει στην παρούσα αγωγή. Η συμφωνία συντάχθηκε στην Ολλανδία και αποστάληκε στην Κύπρο την 7.11.
- Ο κ. Ger. A.M. Willemse που ορκίστηκε προς υποστήριξη της αίτησης των αιτητών, ήταν το πρόσωπο που ήλθε στην Κύπρο και μετά από σύσκεψη ολοκληρώθηκε και υπογράφηκε η συμφωνία την 16.11.05 στη Λευκωσία. Προς επίρρωση της θέσης του επισυνάπτει επιστολές μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τεκμήρια 3 και 4 στην ένορκη δήλωση. Κρίνω πως σύντομη αναφορά θα πρέπει να γίνει στα έγγραφα αυτά. Στην επιστολή τεκμήριο 4 γίνεται αναφορά για την επίσκεψη του Willemse στην Κύπρο την 11.11.
- Σκοπός της επίσκεψης ήταν η παρουσίαση των νέων εργασιών των εναγόμενων στην περιοχή και ήταν πρόθυμος να κάνει εξαίρεση για τους ενάγοντες και να παραμείνει στην Κύπρο μέχρι και την 17.11.
- Στην άλλη επιστολή τεκμήριο 5 επιβεβαιωνόταν η επίσκεψη του στην Κύπρο μαζί με ακόμα ένα πρόσωπο. Γινόταν αναφορά στα αεροπορικά έξοδα του τρίτου προσώπου, πρόκειται για τον διευθυντή της κατασκευαστικής εταιρείας, και ότι θα αποστελλόταν, στους ενάγοντες, τιμολόγιο των εξόδων του αργότερα. Μεταξύ άλλων οι ενάγοντες θα αναλάμβαναν τη μεταφορά τους από και προς το αεροδρόμιο και στο ξενοδοχείο. Επί της συμφωνίας η θέση του κ. Καραμοντάνη είναι πως παρόλο που υπάρχει όρος σύμφωνα με τον οποίο «this confirmation is subject to and governed by the Metaalunie Conditions copy of which is added to this confirmation», τέτοια προσθήκη στη συμφωνία δεν έγινε ποτέ ούτε και μονογραφήθηκε από τα μέρη ώστε να είναι δεσμευτική. Σημειώνω ότι ουσιαστικά η ίδια εκδοχή προβλήθηκε όταν υποβλήθηκε η αίτηση για επίδοση στην Ολλανδία, από τον Κώστα Χαραλάμπους που είχε τότε ορκιστεί προς υποστήριξη της αίτησης. Το σημείο κρίνω πως είναι κρίσιμο και ως εκ τούτου κατάλληλο να αναφερθώ σε αυτά που αναφέρει ο κ. Willemse στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Οι σχετικές αναφορές ευρίσκονται στις παραγράφους 9 και 10 της ένορκης του δήλωσης. Η θέση του είναι πως η συμφωνία υπόκειται στα πιο πάνω Conditions, παραπέμπει στη συμφωνία που επισύναψαν οι αιτητές προς έκδοση του διατάγματος για την επίδοση του κλητήριου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας, και κάνει αναφορά στο τι προνοούν τα Conditions αυτά. Αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί του Κώστα Χαραλάμπους που ορκίστηκε προς υποστήριξη της αίτησης για την έκδοση του διατάγματος για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν είναι αληθείς. Ειδικότερα δεν είναι αληθείς οι ισχυρισμοί του ότι (α) τα Conditions δεν επισυνάφθηκαν στη συμφωνία, και (β) ότι η συμφωνία υπογράφηκε στην Κύπρο και συνεπώς τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία. Προσθέτει ότι η προαναφερόμενη συμφωνία έγινε την 1.11.05 στο Gilze της Ολλανδίας, εκεί που η εναγόμενη διεξάγει τις εργασίες της, και υπογράφηκε εκ μέρους των εναγόντων στην Κύπρο την 16.11.
- Η ακρόαση της αίτησης, να παρεμβάλω, διεξήχθη μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Είναι γνωστό ότι η ακρόαση των αιτήσεων διέπεται από τη Δ.48 θ.
- Σύμφωνα με τη διαταγή αυτή, αντίθετα με το τι ίσχυε προηγουμένως, δεν προσκομίζεται πλέον μαρτυρία αλλά η ακρόαση γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, είτε με ένορκες δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο (Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 218). Κανένας εκ των ομνυόντων δεν αντεξετάστηκε. Η πλευρά των αιτητών δεν αμφισβήτησε όσα ορκίστηκε ο Γεράσιμος Καραμοντάνης αφού δεν τον αντεξέτασε. (Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 1013 υπεδείχθη ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Στη βάση των πιο πάνω αρχών που διέπουν την ακρόαση αιτήσεων, η μαρτυρία και τα γεγονότα που εξέθεσαν οι καθ΄ων η αίτηση στην ένορκη δήλωση του Καραμοντάνη παρέμειναν ακλόνητα. Και κυρίως καθόσον αφορά το κρινόμενο ζήτημα του τόπου υπογραφής της επίδικης συμφωνίας. Θα πρέπει ακόμα να λεχθεί ότι ο Καραμοντάνης αναφέρει ότι αυτός υπέγραψε τη συμφωνία στη Λευκωσία μαζί με τον Willemse (ίδετε παράγραφο 12 της ένορκης του δήλωσης). Και το γεγονός αυτό παρέμεινε ακλόνητο. Ενισχύεται σε κάθε περίπτωση και από τα σχετικά τεκμήρια 4 και 5 που έχει γίνει ήδη αναφορά για την επίσκεψη του Willemse στην Κύπρο την 11.11.05 και την παραμονή του μέχρι και την 17.11.05. Επειδή η συμφωνία «έγινε» στην Ολλανδία την 1.11.05 και αποστάληκε στην Κύπρο αυτό δεν σημαίνει ούτε και ισοδυναμεί ότι υπογράφηκε στην Ολλανδία. Πέραν όμως αυτών στον όρο Payments Conditions αναφέρεται το εξής: «25% when order is signed (original invoice will be handed during meeting on 16 November).» Δεν προβλήθηκε από τους αιτητές ισχυρισμός ότι ο διευθύνων σύμβουλος των εναγόντων, ο Καραμοντάνης που υπέγραψε τη συμφωνία, μετέβη στην Ολλανδία και ότι η αναφερόμενη συνάντηση της 16ης Νοεμβρίου έγινε στην Ολλανδία. Αντίθετα δέχονται ότι τουλάχιστον οι ενάγοντες υπέγραψαν στην Κύπρο. Όμως από την αναντίλεκτη μαρτυρία του Καραμοντάνη και τα σχετικά έγγραφα ακριβώς το αντίθετο εξάγεται. ΄Οτι δηλαδή η συμφωνία υπεγράφη στη Λευκωσία την 16.11.05 από τον Καραμοντάνη και τον Willemse και την επομένη κατεβλήθη η επίδικη προκαταβολή. Να παρεμβάλω πως και οι αιτητές δεν ισχυρίζονται ευθέως ότι η συμφωνία υπεγράφη στην Ολλανδία. Στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης του κ. Willemse εκείνο που αναφέρεται είναι ότι η συμφωνία «έγινε» στην Ολλανδία και όχι ότι υπεγράφη στην Ολλανδία. Κατά συνέπεια, δεν έχω πεισθεί ούτε και ικανοποιηθεί ότι η συμφωνία υπεγράφη στην Ολλανδία ως ο σχετικός ισχυρισμός των αιτητών. Έχει γίνει εκτεταμένη αναφορά τόσο στις ένορκες δηλώσεις όσο και στις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των δύο πλευρών για τα Metaalunie Conditions. Επισημαίνω πως ούτε και αυτός ο ισχυρισμός των εναγόντων καθ΄ων η αίτηση αμφισβητήθηκε, ότι δηλαδή δεν προστέθηκαν τα Conditions στη συμφωνία και συνεπώς δεν τους δεσμεύουν. Και από αυτή την άποψη πρόκειται για ένα ζήτημα ουσίας και γεγονότων που παραμένει ανοικτό να εξεταστεί στο κατάλληλο στάδιο. Αποτελεί, όμως, περαιτέρω διαπίστωση πως τα Conditions δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, παραμένει εντελώς άγνωστο τι προνοούν, οι δε επί τούτου αναφορές των δικηγόρων ή των ομνυόντων ως προς το τι προνοούν οι Κανονισμοί αυτοί, δεν καλύπτουν το κενό. Γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο τι προνοούν, αλλά αν αποτέλεσαν μέρος της συμφωνίας των μερών. Οι αιτητές επικαλούνται ρήτρα ξένης δικαιοδοσίας χωρίς να παρουσιάσουν τα σχετικά έγγραφα ή όρους. Παραπέμπουν στη συμφωνία που επισύναψαν οι αιτητές προς έκδοση της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, η οποία όμως δεν περιλαμβάνει τέτοια ρήτρα, ή άλλο παρόμοιο όρο ή προσθήκη. Την συμφωνία την επισυνάπτουν ξανά οι καθ΄ων η αίτηση στην ένσταση τους χωρίς και πάλι να υπάρχει συνημμένος τέτοιος όρος ή ρήτρα. Υπάρχει επί τούτου δυσαναπλήρωτο κενό και συνεπώς το θέμα δεν μπορεί να εξεταστεί. Αν, ως είναι η θέση των αιτητών, υπάρχει τέτοιος όρος στη συμφωνία, το θέμα, ανεξάρτητα από όσα έχουν λεχθεί, παραμένει ως θέμα ουσίας. Για τους σκοπούς όμως της παρούσας αίτησης το θέμα της ρήτρας ξένης δικαιοδοσίας παρέμεινε αναπόδεικτο και ως εκ τούτου ανοικτό ζήτημα να εξεταστεί κατά την εκδίκαση της αγωγής. (Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1168). Θα πρέπει να σημειώσω πως η αίτηση και κυρίως η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει ουσιαστικά εδράζεται στη ρήτρα αυτή αφού αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο των ισχυρισμών των εναγομένων. Στην απουσία όμως της ισχυριζόμενης ρήτρας και αν αυτή δεσμεύει τα μέρη, το δικαστήριο δεν είναι σε θέση να διαμορφώσει γνώση και άποψη. Περαιτέρω είναι γνωστή η βασική αρχή ότι τα μέρη οφείλουν να τηρούν την μεταξύ τους συμφωνία για παραπομπή στην αποκλειστική δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου. Ωστόσο το ημεδαπό δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία ανάληψης δικαιοδοσίας προς επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς, παρά την ύπαρξη αποκλειστικής αλλοδαπής δικαιοδοσίας, αν το μέρος που επικαλείται τη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου προβάλλει ισχυρούς λόγους γιατί να μην εφαρμοστεί η ρήτρα διαιτησίας. (Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ ν. Του Πλοίου Elegance
(2005)1 Α.Α.Δ. 981). Είναι όμως καθαρό πως για να μπορεί να ασκήσει το δικαστήριο την διακριτική του εξουσία θα πρέπει καταρχήν και ως κατά ελάχιστο να καταδειχθεί η ύπαρξη δεσμευτικού όρου ή συμφωνίας ή και ρήτρας για την αποκλειστική δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου. Και από το σύνολο των ενώπιον μου τεθέντων στοιχείων δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη τέτοιου όρου ή συμφωνίας. Το βάρος απόδειξης της δικαιοδοσίας το φέρει από την αρχή μέχρι τέλους ο ενάγων. Έχει ακόμα την υποχρέωση να πείσει για την αναγκαιότητα παραχώρησης της άδειας για την επίδοση στην αλλοδαπή. (Zeeland Navigation Co. Ltd v. Banque Worms
(2000)1 Α.Α.Δ. 707 και GCC Computers Ltd v. Penril Datacom Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1584). Από το σύνολο των ενώπιον μου τεθέντων στοιχείων εκείνο που εξάγεται είναι ότι η συμφωνία υπογράφηκε στην Κύπρο από τον εκπρόσωπο των εναγόμενων κ. Willemse οπότε τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν τη διαφορά, όταν μάλιστα και το αξιούμενο ποσό αποτελεί την προκαταβολή που κατέβαλαν οι ενάγοντες προς τους εναγόμενους (G.J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2064 και Κοινοπραξία Ασφαλιστών P. D Union a.o v. G. N. Ellinas Imports - Exports Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 1327) Σύμφωνα με τη νομολογία (Cyprus Trading Corporation ανωτέρω) εκείνο που χρειάζεται ο ενάγων αιτητής να αποδείξει είναι μόνο εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή καλή συζητήσιμη υπόθεση και η ένορκη δήλωση πρέπει να περιέχει πλήρεις λεπτομέρειες των εναγόντων επί των οποίων βασίζεται η αίτηση. Η δήλωση πρέπει να είναι ειλικρινής και να περιλαμβάνει τους λόγους επί των οποίων γίνεται η αίτηση, δηλαδή τη φύση της προτεινόμενης βάσης αγωγής και τη θεραπεία που επιδιώκεται και επαρκή γεγονότα για να δυνηθεί το δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο η υπόθεση εμπίπτει εντός μιας από τις υποπαραγράφους της Δ.6 θ.
- Το μέτρο απόδειξης είναι της καλής συζητήσιμης υπόθεσης, χωρίς αυτό να σημαίνει το δικαστήριο στο στάδιο αυτό θα χρειαστεί απόδειξη που να το ικανοποιεί. Εκείνο που απαιτείται είναι κάτι καλύτερο από απλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Όπου εμπλέκονται πραγματικά ζητήματα η πρακτική είναι να εξεταστεί η υπόθεση του ενάγοντα και να μην γίνει προσπάθεια να εκδικαστούν αμφισβητούμενα γεγονότα με βάση τις ένορκες δηλώσεις. Ο εναγόμενος μπορεί να δείξει ότι η μαρτυρία του ενάγοντα είναι ελλιπής και κατάδηλα εσφαλμένη. Να προσθέσω πως αξιολόγηση της εκατέρωθεν μαρτυρίας δεν είναι επιτρεπτή και το δικαστήριο περιορίζεται στην ανεύρεση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης με βάση πάντοτε την ενώπιον του υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων μαρτυρία, ούτε και εξετάζει την υπεράσπιση που προβάλλεται. (GCC Computers ανωτέρω). Εκείνο που στο τέλος της ημέρας εξετάζεται είναι αν εκ των τεθέντων στοιχείων αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση που εμπίπτει στα πλαίσια μίας εκ των υποπαραγράφων της Δ.6 θ.
- Στη βάση των πιο πάνω αρχών και περιοριζόμενος μόνο στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση για την επίδοση στην αλλοδαπή, ο Κώστας Χαραλάμπους διευθύνων σύμβουλος και διευθυντής συμβολαίων των εναγόντων, κατέθεσε ότι την 16.11.05 συνήψαν συμφωνία με τους εναγόμενους για την προμήθεια και μεταλλική κατασκευή των γραφείων των εναγόντων στη Λευκωσία. Επισύναψε την σχετική συμφωνία η οποία είναι συνολικού ύψους και κόστους €245.283.-. Σύμφωνα με τον όρο της συμφωνίας (payment conditions) το 25% της τιμής θα καταβάλλετο κατά την υπογραφή της συμφωνίας σε συνάντηση που θα γινόταν την 16.11.
- Την 17.11.05 οι ενάγοντες κατέβαλαν προς τους εναγόμενους το ποσό των €61.320,75 που αντιπροσώπευε το 25% ως η μεταξύ τους συμφωνία. Είναι ακόμα ο ισχυρισμός του ότι έκτοτε οι εναγόμενοι ούτε κατασκεύασαν ούτε απέστειλαν οτιδήποτε στην ενάγουσα αλλά αντί αυτού κωλυσιεργούσαν σε μια προσπάθεια να πείσουν τους ενάγοντες στην εκτέλεση άλλου δαπανηρότερου έργου. Ως αποτέλεσμα οι ενάγοντες την 29.5.05 με επιστολή τους τερμάτισαν τη συμφωνία, τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση, αξιώνοντας το ποσό της προκαταβολής που κατέβαλαν. Ακολούθησε αλληλογραφία των δικηγόρων των δύο πλευρών - επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση - χωρίς να επέλθει κάποια συμφωνία με αποτέλεσμα να εγείρουν την παρούσα αγωγή και να απαιτούν το πιο πάνω ποσό που κατέβαλαν. Παρόμοιους ισχυρισμούς προβάλλει και ο κ. Καραμοντάνης στην ένσταση επί της κρινόμενης αίτησης. Η μόνη ουσιαστική προσθήκη που υπάρχει είναι ότι αυτός υπέγραψε τη συμφωνία στην Κύπρο μαζί με τον κ. Willemse. Έμφαση έδωσε η κ. Στεφανή εκ μέρους των αιτητών ότι ο ενόρκως δηλών δεν τεκμηρίωσε την υπόθεση του με την προσαγωγή απαραίτητης μαρτυρίας ότι όντως συντρέχουν οι προϋποθέσεις και αρκέστηκε σε γενικές αναφορές, και ως εκ τούτου παρέμεινε ατεκμηρίωτη. Τα πιο πάνω γεγονότα κατά κρίση μου είναι ικανοποιητικά για να στοιχειοθετήσουν, για τους σκοπούς παραχώρησης άδειας για επίδοση στο εξωτερικό, εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή καλή συζητήσιμη υπόθεση. Τα επικαλούμενα γεγονότα στη βάση τους είναι απλά. Οι ενάγοντες επικαλούνται παράβαση συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων και επιστροφή του ποσού της προκαταβολής που κατέβαλαν. Η στοιχειοθέτηση της συζητήσιμης υπόθεσης δεν απαιτεί ως λέχθηκε και απόδειξη της υπόθεσης των εναγόντων, αρκεί η ανεύρεση της ύπαρξης της. Και στη βάση των όσων εξέθεσαν οι ενάγοντες μαζί με τα συνημμένα τεκμήρια είναι η κατάληξη μου ότι έχουν ικανοποιήσει το στοιχείο αυτό, και συμφωνώ με την εισήγηση του κ. Μιχαηλίδη ότι η απαίτηση των εναγόντων εμπίπτει στην υποπαράγραφο 1(e) της Δ.6 που προνοεί ότι: « (e) the action is one brought to enforce, rescind, dissolve, annul, or otherwise affect a contract or to recover damages or other relief or in respect of the breach of a contract - (i) made in Cyprus, or (ii) ........ or is one brought in respect of a breach committed in Cyprus of a contract whenever made, even though such breach was preceded or accompanied by a breach out of Cyprus which rendered impossible the performance of the part of the contract which ought to have been performed in Cyprus». Συνοψίζοντας τα μέχρι τώρα προκύπτοντα σε σχέση με εκείνα τα στοιχεία που φέρει το βάρος ο ενάγων (GCC Computers και Zeeland ανωτέρω), καταλήγω ότι δεν έχει καταδειχθεί ούτε και έχει προσκομιστεί στο δικαστήριο δεσμευτική μεταξύ των μερών ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας. Περαιτέρω το συμβόλαιο από τα ενώπιον μου τεθέντα στοιχεία υπεγράφη στην Κύπρο που υποδηλώνει ότι στοιχειοθετείται δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Τέλος από όσα εξέθεσαν οι ενάγοντες προς έκδοση της άδειας για επίδοση του κλητήριου εντάλματος στο εξωτερικό, έχουν καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εμπίπτουσα στις πρόνοιες της Δ.6 θ.1(e). Πριν την τελική επί του προκειμένου κατάληξη υπάρχει ακόμα μια παράμετρος στην οποία κατά την κρίση του δικαστηρίου θα πρέπει να γίνει αναφορά. Πρόκειται για τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό υπ΄αρ. 44/01 ημερ. 22.12.
- Σημειώνω πως κανένα μέρος δεν έστρεψε την προσοχή του στον Κανονισμό αυτό. Τα Άρθρα 3 και 5 προνοούν ότι πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος ενώπιον του δικαστηρίου της χώρας ως προς διαφορές εκ συμβάσεως ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε η σύμβαση ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή, ή ο τόπος που εκτελέστηκε ή θα έπρεπε να εκτελεστεί η συμβατική υποχρέωση για παράδοση εμπορευμάτων. Και τα πιο πάνω άρθρα του Κανονισμού αυτού βρίσκω ότι τυγχάνουν απόλυτης εφαρμογής στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Κατά συνέπεια το αίτημα των εναγομένων αιτητών, υπό στοιχείο «Α» της αίτησης για ακύρωση του κλητήριου εντάλματος δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Επιζητούν ακόμη οι αιτητές αναστολή του κλητηρίου λόγω ακαταλληλότητας και/ή μη βολικότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Ως είναι νομολογημένο το ζήτημα του forum αποκτά πραγματική σημασία μόνο από την στιγμή που κρίνεται ότι το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία. (Πλοίο Yayasan Satu v. Welsen Shirring Co. Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1452). Έπεται πως το ζήτημα αυτό, ενόψει του αποτελέσματος στο οποίο έχω αχθεί, χρήζει εξέτασης. Θα πρέπει όμως εξ΄αρχής να λεχθεί ότι σε αυτή την περίπτωση το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο αιτητή για να καταδείξει ότι το ξένο δικαστήριο είναι καθαρά και ευδιάκριτα το πιο κατάλληλο, και όχι απλώς κατάλληλο, από το ημεδαπό δικαστήριο. Σημειώνεται ακόμα πως στην περίπτωση που δεν διαφαίνεται καθαρά πού υπάρχει αυτό το forum, όπου δηλαδή δεν υπάρχει τόπος που συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά του φυσικού forum, το δικαστήριο οφείλει να μην ικανοποιήσει το αίτημα αναστολής (Trans - World (Steel) Ltd v. Το Πλοίο Normania κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1507 και Zeeland ανωτέρω). Οι αρχές που διέπουν και καθορίζουν τα κριτήρια υπό το πρίσμα των όποιων συνεκτιμούνται για τον καθορισμό του κατάλληλου δικαιοδοτικού βήματος έχουν με σαφήνεια και λεπτομέρεια επεξηγηθεί στην υπόθεση Zeeland ανωτέρω. Η επιλογή και ο πρώτος λόγος, στην βάση των δικών του ελατηρίων, ανήκει στον ενάγοντα. Έτσι βασική προϋπόθεση για εφαρμογή του κανόνα του forum non conveniens είναι η ύπαρξη δυνατότητας επιλογής μεταξύ των δικαστηρίων δύο τουλάχιστον χωρών, στο καθένα από τα οποία είναι δυνατή η κατάθεση και εκδίκαση της αγωγής. Τα στοιχεία που θα πρέπει να συσταθμιστούν είναι πολλά. Σημαντικός παράγων είναι το εφαρμοστέο δίκαιο όπως και η ύπαρξη εχεγγύων στο εναλλακτικό forum για καλή απονομή της δικαιοσύνης. Άλλοι παράγοντες αφορούν τους μάρτυρες, την ευχερέστερη διεξαγωγή της δίκης, ή ακόμη θέματα σχετικά με τις συνεπαγόμενες δαπάνες που απαιτούνται. Ως υποδεικνύεται δεν υπάρχει εξαντλητικός κατάλογος κριτηρίων αλλά το σημαντικό είναι ότι τα στοιχεία, όποια και να είναι αυτά, πρέπει να δακτυλοδείχνουν το δικαστήριο με το οποίο η αγωγή έχει στενότερο και ρεαλιστικότερο σύνδεσμο. Δεδομένου ότι το βάρος για να καταδειχθεί το ευδιάκριτα κατάλληλο αλλοδαπό δικαιοδοτικό βήμα σε αντίθεση με την Κύπρο βρίσκεται, ως λέχθηκε, στους ώμους του αιτητή, αναπόφευκτα η προσοχή θα πρέπει να εστιαστεί στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του κ. Willemse. Η διαπίστωση είναι ότι δεν δίνονται ιδιαίτερα κατατοπιστικά στοιχεία και υπάρχει μία ανάμειξη των λόγων, δεδομένων και στοιχείων που παρατίθενται, που συνδέονται περισσότερο με τη ρήτρα ξένης δικαιοδοσίας. Γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο ανέφερα πως η ρήτρα αποτέλεσε ουσιαστικά και τον ακρογωνιαίο λίθο της αίτησης. Το γεγονός ότι η εναγόμενη έχει έδρα τη χώρα σύστασης της, την Ολλανδία, από μόνο του δεν είναι αρκετό. Αναφέρεται στην ένορκη δήλωση (παράγραφο 12) ότι η μόνη σχέση που υπάρχει με την Κύπρο είναι ότι η ενάγουσα εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Όλοι οι μάρτυρες είναι στο εξωτερικό και δεν διαμένουν στην Κύπρο γεγονός που καθιστά τη μεταφορά και διαμονή τους στην Κύπρο δαπανηρή και άβολη. Επιπρόσθετα κατά γενικό τρόπο προβάλλεται η θέση ότι οι απαιτήσεις των εναγόντων δεν έχουν ουσιαστική σχέση με την Κύπρο και το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας δεν είναι εντός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Από την άλλη πλευρά οι ενάγοντες αναφέρουν ότι όλοι οι μάρτυρες τους, ο διευθύνων σύμβουλος των εναγόντων και ο διευθυντής συμβολαίων που χειρίστηκαν τις διαπραγματεύσεις με τους εναγόμενους, ο αρχιτέκτονας και ο πολιτικός μηχανικός του έργου, θα είναι ουσιώδεις μάρτυρες στη δίκη με αποτέλεσμα η μετάβαση στην Ολλανδία και η διαμονή τους εκεί θα είναι πολύ δαπανηρή. Προβάλλεται ακόμη η θέση ότι τα δικηγορικά έξοδα στην Ολλανδία είναι πολύ υψηλότερα από την Κύπρο. Η αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων κρίνεται αναγκαία για να μπορούν να διαφανούν οι αντίστοιχοι λόγοι που προβάλλονται, ώστε το δικαστήριο να έχει μια σφαιρική εικόνα των αντιπαραβαλλόμενων κριτηρίων, και την κατάταξη τους ως προς την τελική ιεράρχηση με βασικό πάντοτε γνώμονα ότι το βάρος το φέρει ο αιτητής. Σημειώνω τη σε κάθε περίπτωση γενικότητα και αοριστία του προβαλλόμενου ισχυρισμού των εναγομένων για τους μάρτυρες που θα πρέπει να προσκομιστούν στην Κύπρο. Στην Trans World (Steel) Ltd v. Του πλοίου Normania κ.ά.
(2000)1 A.A.Δ. 101, προβλήθηκε εν πολλοίς παρόμοιος ισχυρισμός. Επαναλαμβάνω και υιοθετώ το πιο κάτω απόσπασμα: «Η θέση των εναγομένων αρ. 2 ότι θα χρειαστεί μαρτυρία από την Αγγλία - ή και από αλλού - χαρακτηρίζεται από γενικότητα και αοριστία. Οι εναγόμενοι 2 δεν παρέσχαν καμιά ένδειξη σχετικά με το ποιοι μπορεί να είναι οι μάρτυρες, έστω με αναφορά σε τομέα ή θέμα, ούτε περίπου πόσους μάρτυρες από την Αγγλία ενδέχεται να χρειαστούν, ούτε σε τι θα τους χρειαστούν, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί η σοβαρότητα και να μετρηθεί το μέγεθος της ανάγκης.» Είναι προφανές, από όσα εξέθεσαν οι αιτητές, ότι ελλείπει παντελώς το υπόστρωμα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα έστω κατ΄αρχήν συμπέρασμα. Έτσι για παράδειγμα, και πέραν της αοριστίας των πιο πάνω ισχυρισμών, θα έπρεπε να προσκομιστεί μαρτυρία για το συγκριτικό κόστος των ναύλων και της διαμονής των μαρτύρων σε κάθε χώρα, και της εν γένει συνολικής δαπάνης συμπεριλαμβανόμενης και της δικηγορικής αμοιβής. Και το βάρος ήταν στην εναγόμενη να παρουσιάσει ικανοποιητικά στοιχεία προς αυτή την κατεύθυνση (Zeeland ανωτέρω). Δεν προτίθεμαι να επεκταθώ περισσότερο, ή σε ανάλυση άλλων κριτηρίων γιατί θα είναι περισσότερο ακαδημαϊκής σημασίας παρά ουσίας, αφού πέραν των όσων ανέφερα δεν προβάλλεται οτιδήποτε άλλο. Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η εναγόμενη αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι η Ολλανδία είναι το πιο κατάλληλο δικαιοδοτικό βήμα από ότι η Κύπρος. Υπάρχει τέλος ο ισχυρισμός ότι κατά παράβαση της Δ.48 θ.13 δεν επιδόθηκαν στην εναγόμενη η γενική αίτηση και η συνοδεύουσα ένορκη δήλωση για άδεια για σφράγιση και καταχώρησης της αγωγής, καθώς και το διάταγμα που εκδόθηκε δυνάμει αυτής. Αντιπροβάλλουν οι καθ΄ων η αίτηση ότι δεν είχαν τέτοια υποχρέωση αφού η γενική αίτηση είναι αυτοτελής διαδικασία και ότι εν πάση περιπτώσει μετά την έναρξη της κρινόμενης διαδικασίας επέδωσαν στους δικηγόρους των εναγομένων αντίγραφα των σχετικών εγγράφων και δεν στερήθηκαν κάποιου δικαιώματος που αφορά την κρινόμενη αίτηση. Επί του τελευταίου η θέση της κ. Στεφανή είναι πως πρόκειται για παρατυπία και αντικανονικότητα που δεν θεραπεύεται επειδή δεν μπορεί να θεωρηθεί σωστή και έγκυρη επίδοση στον δικηγόρο, αφού, οι ενάγοντες δεν αιτήθηκαν άδειας από το δικαστήριο για υποκατάστατο επίδοση και των εγγράφων αυτών στους εναγόμενους. Παρέπεμψε επί τούτου στην υπόθεση Hani Musa El-Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπόθεση αυτή ηγέρθη θέμα δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να εξετάσει παρόμοια αίτηση. Προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η αίτηση για ακύρωση και παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος θα έπρεπε να είχε υποβληθεί στη γενική αίτηση που δόθηκε η άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και όχι στην μετέπειτα καταχωρηθείσα αγωγή. Υπεδείχθη, χωρίς τελική επί τούτου απόφαση, πως δεν εγείρετο ζήτημα δικαιοδοσίας, αλλά δικονομική ορθότητα επιλογής του δικονομικού πλαισίου και η αποσύνδεση της αγωγής από την προηγηθείσα αίτηση μοιάζει τεχνική δεδομένης της συνάρτησης της αγωγής με το τι προηγήθηκε. Η σημασία της γενικής αίτησης συνάπτεται προς τη σημασία και την ύπαρξη της ίδιας της αγωγής και με την αίτηση για ακύρωση ή παραμερισμό είναι η τύχη της αγωγής που κρίνεται και για το λόγο αυτό είναι μέσα στο πλαίσιο της αγωγής που εντάσσεται η αίτηση. Η γενική αίτηση για άδεια σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος γίνεται στα πλαίσια της Δ.2 θ.
- Πρόκειται συναφώς για δικονομικό μέτρο που προηγείται της καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος. Παρόμοιο ζήτημα ηγέρθη ξανά από την κα. Στεφανή ενώπιον του αδελφού Δικαστή Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. στην υπόθεση Earlsfield Steel Ltd v. Joint Stock Com. Αγωγή Αρ. 9593/05 στην οποία εξεδόθη ενδιάμεση απόφαση την 11.5.
- Το ακόλουθο απόσπασμα από την ενδιάμεση απόφαση κρίνεται ιδιαίτερα χρήσιμο και το υιοθετώ. « Όσον αφορά το δεύτερο λόγο, ότι δηλαδή θα έπρεπε να είχε επιδοθεί στην αιτήτρια τόσο η άδεια όσο και η αίτηση στη βάση της οποίας δόθηκε, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι η προνοούμενη από τη Δ.2 Θ.2 άδεια αποτελεί δικονομικό μέτρο που προηγείται της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος. Είναι, επομένως, ξεχωριστή διαδικασία και στο πρώιμο αυτό στάδιο - που ακόμα δεν υπάρχουν διάδικοι - εναπόκειται στον αιτητή να ικανοποιήσει το Δικαστήριο αν θα του δώσει ή όχι την αιτούμενη άδεια. Βέβαια, σκοπός της άδειας για σφράγιση του κλητηρίου με αλλοδαπό εναγόμενο είναι η επίδοση του εκτός δικαιοδοσίας και είναι γι' αυτό το λόγο που ο σχετικός κανονισμός θα πρέπει να διαβάζεται μαζί με την υποπαράγραφο (h) της Δ.6 Θ.1 ( βλπ Annual Practice του 1958, σελ. 146 όπου δίνεται άμεση σύνδεση των αντιστοίχων Κανονισμών O.2 r.4 και O.11 r.1). Νοουμένου δε ότι δίδεται άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας - διαδικασία μεταγενέστερη της καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος- ο αλλοδαπός διάδικος έχει κάθε δικαίωμα να την προσβάλει, διάβημα που δεν επηρεάζει την ήδη δοθείσα άδεια για σφράγιση. Όσον δε αφορά την επίκληση από την αιτήτρια των προνοιών της Δ.48 Θ.13, αυτό δεν βοηθά τη θέση της. Ο λόγος κατά την άποψη μου, είναι απλός. Ο εν λόγω κανονισμός αναφέρεται στις περιπτώσεις όπου επιδίδεται Διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, ενώ η παρούσα αφορά Άδεια σε προκαταρκτικό στάδιο της διαδικασίας, η οποία με βάση τους Κανονισμούς δεν επιβάλλεται να επιδοθεί». Θεωρώ πως τα πιο πάνω συνάδουν με τα νομολογηθέντα στην El-Sayegh ανωτέρω και στη «τεχνική» σύνδεση που επιχειρείται των όσων προηγήθηκαν της καταχώρησης της αγωγής με τη Γενική Αίτηση. Και τούτο γιατί στο τέλος της ημέρας σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης κρίνεται μεν η τύχη της αγωγής, συνακόλουθα όμως συμπαρασύρει και όσων προηγήθηκαν για τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος. Ενισχυτική της άποψης του Δικαστηρίου είναι η Δ.6 Θ.6 που προνοεί ότι αν ο εναγόμενος δεν είναι Βρεττανός υπήκοος, επιδίδεται ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος και όχι το ίδιο το κλητήριο ένταλμα, χωρίς άλλη πρόνοια για επίδοση οποιουδήποτε άλλου εγγράφου. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω και αφού αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι τα έγγραφα επιδόθηκαν στους δικηγόρους των εναγομένων που τους εκπροσωπούν, δεν μπορώ να αντιληφθώ με ποιο τρόπο επηρεάστηκαν και μάλιστα δυσμενώς τα δικαιώματα τους ούτε και προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός. Έπεται πως ούτε ο λόγος αυτός ευσταθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που έχουν αναλυθεί, η αίτηση δεν μπορεί να έχει αίσια κατάληξη. Ως εκ τούτου απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγομένων αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο