← Κύπρος

CORTEFIEL SA ν. WOMAN SECRET LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 858/08, 10 Οκτωβρίου, 2008

CORTEFIEL SA ν. WOMAN SECRET LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 858/08, 10 Οκτωβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A196 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 858/08 Μεταξύ: CORTEFIEL S.A. από την Ισπανία Εναγόντων -και-

  1. WOMAN SECRET LIMITED
  2. ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
  3. ΓΑΣΤΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγόμενων Ημερομηνία: 10 Οκτωβρίου,
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα/Αιτητή: κος Γεωργιάδης. Για Εναγόμενους/Καθ' ου η Αίτηση: κος Χρ. Τριανταφυλλίδης. ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 20.2.2008 ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες με κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο ζητούν απαγορευτικά διατάγματα δια των οποίων να απαγορεύεται η χρήση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας των Εναγόντων από τους Εναγόμενους και συγκεκριμένα η χρήση της επωνυμίας WOMAN SECRET και αποζημιώσεις για αθέμιτο ανταγωνισμό και/ή παραβίαση του εμπορικού σήματος ''WOMAN SECRET''. Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες ζητούν: Α. Απαγορευτικό διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους και/ή αντιπροσώπους τους από του να διενεργούν πράξεις που να εισάγουν, διαφημίζουν, κυκλοφορούν ή εμπορεύονται ή πωλούν εμπορεύματα που είναι τα ίδια ή παρόμοια με τα προϊόντα των εναγόντων (passing-off) δια της χρήσεως του εμπορικού σήματος WOMAN SECRET. Β. Να παύσουν να χρησιμοποιούν το εμπορικό σήμα και/ή επωνυμία ''WOMAN SECRET''. Γ. Διάταγμα Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγόμενους όπως προβούν άμεσα σε αίτηση στον ΄Εφορο Εταιρειών για αλλαγή ονόματος των Εναγομένων

(1). Η παρούσα αίτηση βασίζεται επί του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 αρ. 32, επί του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, αρ. 9, επί του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 αρ. 35, επί του Νόμου 66/83 άρθρο 9 και 10 δισ. επί των Εμπορικών σημάτων Νόμου Κεφ. 268 (ως ετροποποιήθη) επί του περί ελέγχου της διακίνησης εμπορευμάτων που παραβιάζουν Δικαιώματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμος του 31
(1)/2002 και επί του Διαδικαστικού Κανονισμού Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 1, 2 και 9 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου [Inherent Jurisdiction]. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης τίθεται στην ένορκη δήλωση της Χρύσας Ψαρά η οποία αναφέρει ότι οι Ενάγοντες είναι εταιρεία εγγεγραμμένη δεόντως στην Ισπανία και η Εναγόμενη εταιρεία αρ. 1 είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο οι δε Εναγόμενοι 2 και 3 είναι Διευθυντές της. Οι Ενάγοντες από πολλές δεκαετίες κατασκευάζουν παράγουν πωλούν και εμπορεύονται σε πάρα πολλές χώρες τα προϊόντα τους με χρησιμοποίηση του εμπορικού σήματος και/ή εμπορικής επωνυμίας ''WOMEN'S SECRET'' το οποίο είναι αποκλειστική ιδιοκτησία των Εναγόντων και έχουν εγγράψει το εμπορικό σήμα σε πάρα πολλές χώρες και εξουσιοδοτούν διάφορα πρόσωπα και/ή εταιρείες σε διάφορες χώρες να πωλούν τα προϊόντα τους με το εν λόγω εμπορικό σήμα. Στην Κύπρο οι Ενάγοντες έχουν εγγράψει το εμπορικό σήμα WOMEN'S SECRET στην κλάση 3 και κλάση 25 στις 26.11.2001 και άρχισαν να πωλούν στην Κύπρο τα προϊόντα τους ''WOMEN'S SECRET'' εδώ και πολλά χρόνια. Οι Εναγόμενοι παράνομα και χωρίς εξουσιοδότηση από τους Ενάγοντες πωλούν διάφορα προϊόντα χρησιμοποιώντας την επωνυμία WOMAN SECRET στο κατάστημα τους κατά τρόπο που προκαλούν σύγχυση και δίνουν την εντύπωση στο κοινό ότι πρόκειται περί προϊόντων που εμπορεύεται και/ή πωλεί η Ενάγουσα εταιρεία και ότι η Εταιρεία τους συνδέεται ή είναι αντιπρόσωπος ή διανομέας των προϊόντων της Ενάγουσας. Επίσης έχουν εγγράψει Κυπριακή Εταιρεία με την επωνυμία ''WOMAN SECRET LTD.'' δίνοντας έτσι λανθασμένη εντύπωση ότι συνδέονται με τους ενάγοντες προκαλώντας σύγχυση στο κοινό δίνοντας την εντύπωση ότι τα προϊόντα τους είναι ίδια με των Εναγόντων κατά τρόπο που προκαλούν μεγάλη ζημιά σε βάρος των Εναγόντων. Οι Εναγόμενοι κλήθηκαν να σταματήσουν να χρησιμοποιούν την πιο πάνω επωνυμία αλλά αρνήθηκαν και συνεχίζουν να διατηρούν την εταιρεία με το όνομα WOMAN SECRET και χρησιμοποιούν την επωνυμία στην πινακίδα του καταστήματος και σε άλλα έντυπα. Με τις εν λόγω πράξεις οι Ενάγοντες και η φήμη τους υφίσταται ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία θα είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη να υπολογισθεί σε κατοπινό στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση. Οι λόγοι ένστασης καθορίζονται στο σώμα της ενστάσεως και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική και οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην αιτούμενη θεραπεία. (β) Η αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος. (γ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η Νομολογία. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2, διευθυντή και μετόχου της Εναγόμενης 1. Σ' αυτή αρνείται την αίτηση και υποστηρίζει ότι η εγγραφή της επωνυμίας ήταν καθόλα έγκυρη. Τα προϊόντα που πωλούνται είναι διαφορετικά και καμιά σύγχυση δεν προκαλείται στο καταναλωτικό κοινό και αρνείται ότι με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των Εναγόντων υφίσταται ανεπανόρθωτη ζημιά και η φήμη τους καθότι εμπορεύονται εντελώς διαφορετικά προϊόντα. Mετά από άδεια του Δικαστηρίου η κα Χρύσα Ψαρά αντεξετάσθηκε από το συνήγορο των Καθ' ων η αίτηση η οποία μεταξύ άλλων ανέφερε ότι το εμπορικό σήμα που ενεγράφη στην Κύπρο αφορά στην κλάση 3 καλλυντικά και στην κλάση 25 είδη ένδυσης και υπόδησης καπέλα και καλύμματα για το κεφάλι. Στην Κύπρο έχουν αντιπρόσωπο και έχουν ανοίξει κατάστημα στην Κύπρο από το 2005. Όταν επισκέφθηκε πριν ένα χρόνο το κατάστημα των Εναγομένων είδε να πωλούνται τσάντες και κοσμήματα. Στις γραπτές αγορεύσεις των δύο πλευρών γίνεται εκτεταμένη αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης καθώς επίσης και στη σχετική νομολογία. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς στις εκατέρωθεν θέσεις. Όπου χρειαστεί θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά στις διάφορες εισηγήσεις των δύο πλευρών πιο κάτω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς (βλ. σχετικά Τσιάντη και Hellenic Bank (Investments) Ltd, Πολιτική Έφεση 10914, ημερ. 18.12.01). Στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 9 δεν διαδραματίζει οποιοδήποτε ρόλο αφού η αίτηση επιδόθηκε και οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση. To άρθρο 32 του Ν.14/60 αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε και από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων (δέστε Acropol Shipping Co. Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 CLR 38, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, National Bank of Greece SA v. Motovia Ltd
(1987)1 CLR 583, 599-602, Ζεμενίδης v. Ζεμενίδου
(1992)1 ΑΑΔ 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) ΑΑΔ 282, Louis Vuitton v. Dermosak Ltd κ.α.
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1453), αλλά θα προχωρήσω στις ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (
  1. i)H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (
  2. ii)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία. (iii) Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας ("visible chance of success"). Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το Διάταγμα (δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) AAΔ.788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1 (G) ΑΑΔ 1791, Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading, Πολιτική Έφεση 9789, ημερ. 28.1.1998). To πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες δηλώσεις στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο Αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (δέστε Hadjikyriacos Co. Ltd. v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 CLR 263, 267-268). Ωστόσο τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης (δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 CLR 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248). Οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σε υποθέσεις όπως η παρούσα, που αφορά το αστικό αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού (Passing Off), παραβίαση εμπορικού σήματος και παραβίαση πνευματικής ιδιοκτησίας είναι οι ίδιες αρχές με εκείνες που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σε όλους τους τομείς του Δικαίου. (Hadjikyriakos Co. Ltd v. United Biscuits (UK) Ltd
(1979)2 AAΔ 689 και KERR ON INJUCTIONS 6η έκδοση σελ. 335). Mε γνώμονα τα πιο πάνω, κρίνω ότι, η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την έννοια ότι η βάση της αγωγής στηρίζεται σε αναγνωρισμένα στο νόμο δικαιώματα δηλαδή αυτά της παραβίασης εγγεγραμμένου εμπορικού σήματος, αθέμιτο ανταγωνισμό και παραβίασης πνευματικής ιδιοκτησίας. Να σημειώσω ότι το γεγονός ότι κατεχωρήθη κλητήριο ένταλμα γενικώς οπισθογραφημένο δεν αποτελεί κώλυμα στην ικανοποίηση αυτού του κριτηρίου αφού το πραγματικό υπόβαθρο τίθεται μέσα από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Εξετάζοντας την δεύτερη προϋπόθεση επισημαίνω ότι η νομοθεσία η οποία διέπει τα της εγγραφής και προστασίας εγγραφής εμπορικών σημάτων είναι ο Περί Εμπορικών Σημάτων Νόμος Κεφ. 268. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co of USA
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1791 ο περί εμπορικών σημάτων Νόμος Κεφ. 268 καθιερώνει ως έννομο αγαθό το εμπορικό σήμα με αντίστοιχο δικαίωμα προστασίας από κάθε παραβίαση. Στην δε απόφαση Mitsios Trading Ltd v. Swipe Limited Πολ. ΄Εφεση 9828 ημερ. 28. Απριλίου 1999 λέχθηκε ότι η προστασία του εμπορικού σήματος ως αντικειμένου ιδιοκτησίας υπάγεται στα πολιτικό δικαστήριο. Το να ασκεί κάποιος την επιχείρηση του και να διεξάγει τις εργασίες του χρησιμοποιώντας τέτοιο όνομα, επωνυμία, σήμα ή περιγραφή ή με άλλο τρόπο ώστε να παραπλανεί το κοινό δημιουργώντας του την εντύπωση ότι τα αγαθά ή η επιχείρηση του είναι εκείνα κάποιου άλλου προσώπου αποτελεί το αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού. (Βλ. συγγράμματα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου ''ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ'', έκδ. 2003, Τόμος 1, σελ. 113). Το αστικό αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού και τα απαραίτητα συστατικά του στοιχεία, διέπονται από το άρθρο 35 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου ΚΕΦ. 148 το οποίο αποτελεί κωδικοποίηση του Κοινοδικαίου. (Βλ. Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1AAD 799). Eπίσης στην υπόθεση Universal Advertising v. Vouros XIX CLR 87 αποφασίστηκε ότι το άρθρο 35 του Κεφ. 148 καλύπτει και επιχειρήσεις. Όπως αναφέρεται στο Bullen & Leake Precedents of Pleadings, 13η έκδοση σελ. 334, οι πέντε προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για την θεμελίωση αιτίας αγωγής για αθέμιτο ανταγωνισμό είναι οι ακόλουθες: ''(α) ψευδής παράσταση (β) που έγινε από έμπορο στη διάρκεια διεξαγωγής εμπορικών συναλλαγών (γ) σε μελλοντικούς πελάτες του ή σε εκείνους που τελικά θα καταλήξουν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που παρέχονται από τον ίδιο (δ) η οποία στοχεύει στο να επηρεάσει την επιχείρηση ή εμπορική εύνοια άλλου εμπόρου (με το νόημα ότι αυτή είναι μια εύλογα προβλεπτή συνέπεια) και (ε) η οποία προκαλεί πραγματική ζημιά στην επιχείρηση ή εμπορική εύνοια του εμπόρου ο οποίος εγείρει αγωγή ή (στην περίπτωση προληπτικής αγωγής) πιθανόν να προκαλέσει. Από τους ισχυρισμούς των Εναγόντων προκύπτει ότι οι Ενάγοντες από πολλές δεκαετίες κατασκευάζουν πωλούν και εμπορεύονται σε πάρα πολλές χώρες τα προϊόντα τους με χρησιμοποίηση του εμπορικού σήματος και/ή επωνυμίας "WOMEN'S SECRET'' και από το 2001 ενεγράφησαν στην Κύπρο εμπορικό σήμα στην κλάση 3 και κλάση 25 και διατηρούν κατάστημα στην Κύπρο για πώληση των εν λόγω προϊόντων. Η επωνυμία της εναγόμενης εταιρείας 1 είναι ταυτόσημη με το εμπορικό σήμα των εναγόντων. Τα προϊόντα που εμπορεύονται οι Ενάγοντες και καλύπτονται από τα εν λόγω εμπορικά σήματα αν και δεν είναι τα ίδια με αυτά που εμπορεύονται και πωλούν οι Εναγόμενοι παρόλα αυτά μπορούν να προκαλέσουν σύγχυση αφού απευθύνονται ως εκ του ονόματος τους στο ίδιο καταναλωτικό κοινό. Ως εκ τούτου διαφωνώ με τη θέση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση ότι εφόσον τα προϊόντα που εμπορεύονται οι εναγόμενοι είναι διαφορετικά δεν προκαλείται σύγχυση αφού η επωνυμία που επινόησαν οι ενάγοντες δεν χρησιμοποιείται σε άλλο διαφορετικό τομέα εμπορίας αλλά στον ίδιο τομέα εμπορίας που δεν είναι άσχετα με εκείνα των εναγόντων. Με αυτά τα δεδομένα και χωρίς να προβαίνω σε ευρήματα στο στάδιο αυτό βρίσκω ότι έχει αποδεχθεί συζητήσιμη υπόθεση, με ορατή την πιθανότητα επιτυχίας ως προς την παραβίαση εμπορικού σήματος και ή της εν λόγω επωνυμίας. ΄Οσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ των Εναγόντων στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Παραπέμπω στην απόφαση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. Τhe Timberland Co of USA (ανωτέρω) όπου έχει λεχθεί ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτουμένου τη θεραπεία. ΄Εχοντας επίσης κατά νου και τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση Κώστα Κυρισάββα κ.α. Χάρη Κύζη Πολ. ΄Εφεση 10781 ημερ. 12.09.2001, ότι ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη, καταλήγω ότι πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση σε σχέση με τη χρήση του εμπορικού σήματος των Εναγόντων ως επωνυμία των Εναγομένων αφού η παραβίαση έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής έννοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα. (Βλ. Papastratis v. Petrides
(1979)1CLR 231, 240. M & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co
(1997)1AAΔ. Η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι τα αιτούμενα απαγορευτικά διατάγματα είναι πανομοιότυπα με την τελική θεραπεία που ζητείται στην αγωγή και δεν μπορούν να εκδοθούν σε αυτό το στάδιο έχει βάση ως προς το αιτητικό με αρ. Γ της αίτησης αφού αυτό το διάταγμα στην ουσία επιλύει τη διαφορά. Ως εκ τούτου αυτό δεν μπορεί να δοθεί σε αυτό το στάδιο και απορρίπτεται. Επίσης βάσιμη είναι και η ένσταση των καθ' ων η αίτηση ως προς το αιτητικό με αρ. Α της αίτησης αφού δε μπορεί να εκδοθεί διάταγμα ως προς τα ίδια τα προϊόντα που εμπορεύονται οι εναγόμενοι λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι οι εναγόμενοι εμπορεύονται οποιαδήποτε προϊόντα ίδια ή παρόμοια με την έννοια αντιγραφής προϊόντων ίδιου σχήματος, φύσης ή μεγέθους που πωλούν ή εμπορεύονται οι Ενάγοντες. Αναφορικά με το αιτητικό Β της αίτησης αυτό αν και ζητείται ως μέρος της τελικής θεραπείας ως έχει νομολογηθεί δεν αποκλείεται η έκδοση του νοούμενου ότι δεν ανατρέπεται το status quo ante (βλ. Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ. Στην παρούσα υπόθεση με βάση του ότι οι Ενάγοντες εμπορεύονται και πωλούν διάφορα προϊόντα πολλές δεκαετίες με την επωνυμία WOMEN'S SECRET και έχοντας υπόψη ότι έχουν εγγράψει εμπορικά σήματα με την πιο πάνω επωνυμία από το 2001 στην Κύπρο θεωρώ ότι με την έκδοση του εν λόγω διατάγματος δεν ανατρέπεται το status quo ante. Σημειώνω εδώ ότι οι εναγόμενοι ενέγραψαν την εταιρεία τους μετά από τρία χρόνια ενώ οι ενάγοντες χρησιμοποιούσαν ήδη και πωλούσαν τα προϊόντα τους με την εν λόγω επωνυμία στην κυπριακή αγορά ως αναφέρεται στην ένορκο δήλωση της κας Ψαρά. Το ότι οι ενάγοντες διατηρούν κατάστημα από το 2005 δεν αναιρεί ότι τα προϊόντα τους πωλούνταν από άλλους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους ως υποδεικνύεται στην ένορκη δήλωση της κας Ψαρά και δεν αντεξετάσθηκε επ' αυτού του σημείου. Επίσης δεν ετέθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία που να δικαιολογούν ότι οι Εναγόμενοι θα υποστούν ζημιά με την έκδοση του πιο πάνω αιτούμενου διατάγματος το οποίο να μη μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα έχοντας υπόψη ότι τα προϊόντα τους μπορούν να πωλούνται χωρίς να χρησιμοποιείται η πιο πάνω επωνυμία. Επίσης διαφωνώ με τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η καθυστέρηση ήταν τέτοια που να αποτελεί λόγο απόρριψης της αίτησης των εναγόντων. Ως έχει νομολογηθεί το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του Αιτητή να πετύχει τελικά στην αγωγή του και λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο Εναγόμενος, έχει επηρεαστεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα είναι ασφαλή, λόγω της απραξίας των εναγόντων. (Βλ. Τσαντής ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd, Πολ. ΄Εφεση 10914, ημερ. 18.12.2002
(2001)1ΑΑΔ και Κώστας Ελευθερίου κ. α. Χάρη Γεωργίου Κύζη Πολ. ΄Εφεση 10781, ημερ. 12.9.2001
(2001)ΑΑΔ). Στην παρούσα υπόθεση δεν τέθηκαν στοιχεία που να δικαιολογούν επηρεασμό των Εναγομένων λόγω της καθυστέρησης ούτε ότι οι Εναγόμενοι καθυσηχάσθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο από τους Ενάγοντες αφού αυτοί ενημερώθηκαν ένα χρόνο περίπου πριν την ημερομηνία αντεξέτασης της κας Ψαρά δηλ. 7.7.08 και αμέσως μετά απευθύνθηκαν προς τους Εναγόμενους για να σταματήσουν την εν λόγω χρήση της ονομασίας τους και λόγω της απραξίας τους καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή και αίτηση στις 20.2.2008. Με βάση τα πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Β της αίτησης με έξοδα υπέρ των Αιτητών όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα πληρωθούν στο τέλος της δίκης. Η αίτηση ως προς το αιτητικό Α και Γ απορρίπτεται. (Υπ.) ................ Γ. Κυριακίδου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /μ.σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.