← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι τον Νίκο Ανδρέου, Αρ. Αίτησης: 277/08, 22 Οκτωβρίου, 2008

Επί τοις αφορώσι τον Νίκο Ανδρέου, Αρ. Αίτησης: 277/08, 22 Οκτωβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A204 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 277/08 ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ Επί τοις αφορώσι τον Νίκο Ανδρέου εκ Λατσιών Καθ' ου η αίτηση Ημερομηνία: 22 Οκτωβρίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές: κα Ζαχαρίου Για τον καθ' ου η αίτηση: κ. Δανός Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση (στο εξής «ο χρεώστης») μέσα στα πλαίσια της εξουσίας που παρέχεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 4 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 (στο εξής «ο Νόμος»). Τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης όπως προκύπτουν από την αίτηση της αιτήτριας εταιρείας (στο εξής «οι αιτητές») καθώς και από την ένσταση του χρεώστη και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν αντίστοιχα, είναι ουσιαστικά αναμφισβήτητα. Ο χρεώστης κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν την καταχώρηση της αίτησης διέμενε στα Λατσιά της επαρχίας Λευκωσίας. Ο χρεώστης οφείλει στους αιτητές το ποσό των €11.413,46 (£6.680) πλέον τόκους και έξοδα δυνάμει τελικής απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερομηνίας 16.1.2006 στην αγωγή με αριθμό 3306/

  1. Η απόφαση αυτή κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 ενώπιον του Δικαστηρίου από τον Γεώργιο Γεωργίου, (ΜΑ2), ο οποίος επιβεβαίωσε κατά την ακρόαση της αίτησης, όντας δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές, τόσο την έκδοση απόφασης όσο και ότι δεν διενεργήθηκε οποιαδήποτε πληρωμή για το χρέος ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε αναστολή. Επιβεβαίωσε ακόμη ότι οι αιτητές δεν έχουν οποιαδήποτε εξασφάλιση για το εξ αποφάσεως χρέος επί της περιουσίας του χρεώστη ούτε και έγινε συμβιβασμός για την υπό κρίση οφειλή. Όπως διευκρίνισε ο ΜΑ2 κατά την αντεξέταση, παρόλο που στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι είναι ένας εκ των διευθυντών, είναι γραμματέας της εταιρείας των αιτητών και έχει γενικό πληρεξούσιο να τους αντιπροσωπεύει για οτιδήποτε, καταθέτοντας το κατά την επανεξέταση ως Τεκμήριο
  2. Η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης δεν αποσκοπεί στην πίεση του χρεώστη να πληρώσει αλλά στην εξασφάλιση των συμφερόντων των αιτητών συνεπεία του χρέους του προς αυτούς. Απέρριψε τη θέση ότι οι αιτητές παραπλάνησαν τον χρεώστη υποστηρίζοντας ότι το αντίθετο συνέβη και έχοντας λάβει γνώση των επιστολών που συνοδεύουν την ένσταση του χρεώστη (Τεκμήρια 1-4 της ένστασης) ανέφερε ότι η απόφαση εκδόθηκε εφόσον ο χρεώστης δεν παρουσιάστηκε κατά την εκδίκαση της αγωγής εναντίον του, έχοντας επίσης υπόψη του ότι η αίτηση παραμερισμού της επίδικης απόφασης απορρίφθηκε και εκκρεμεί έφεση εναντίον της απορριπτικής αυτής πρωτόδικης απόφασης. Στις 14.1.2008 επιδόθηκε προσωπικά στον χρεώστη η ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 2/08 η οποία εκδόθηκε στις 7.1.
  3. Με την ειδοποίηση ο χρεώστης καλείτο να εξοφλήσει το επί δικαστικής αποφάσεως χρέος του εντός 7 ημερών από την επίδοση και πληροφορείτο ότι διαφορετικά θα διέπραττε πράξη πτώχευσης για την οποία δυνατό να ακολουθείτο εναντίον του η πτωχευτική διαδικασία. Ο χρεώστης καταχώρησε ένορκη δήλωση ημερομηνίας 16.1.2008 προβάλλοντας διάφορους λόγους για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης. Μετά την εκδίκαση του θέματος εκδόθηκε στις 28.3.2008 δικαστική απόφαση με την οποία η ένορκη δήλωση που επενεργούσε ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης απορρίφθηκε και καθορίστηκε ότι ο χρόνος για την ολοκλήρωση της πράξης πτώχευσης συνέχισε να προσμετρά από τις 28.3.
  4. Όσα αφορούν την ειδοποίηση πτώχευσης προκύπτουν από την αναντίλεκτη μαρτυρία της Γιόλης Μακρίδου Πρωτοκολλητή στο Τμήμα Πτωχεύσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (ΜΑ1), η οποία κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 1 το σχετικό φάκελο. Αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 18.4.2008, επιδόθηκε προσωπικά στον χρεώστη στις 8.5.2008 και στον Επίσημο Παραλήπτη στις 24.4.
  5. Η εισήγηση των αιτητών είναι ότι η παράλειψη του χρεώστη να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης πτώχευσης εντός της περιόδου των τριών μηνών που προηγήθηκαν της καταχώρησης της παρούσας αίτησης, συνιστά διάπραξη πράξης πτώχευσης και ζητούν την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του. Ο χρεώστης, που σημειωτέον ότι δεν έδωσε προφορική μαρτυρία στο Δικαστήριο ούτε κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα, με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης. Ότι η δικαστική απόφαση λήφθηκε ερήμην του και υπό περιστάσεις παραπλάνησης, μετά δε την απόρριψη αίτησης του για ακύρωση της εν λόγω απόφασης καταχωρήθηκε στις 2.2.2007 η έφεση με αριθμό 45/07 εναντίον της απορριπτικής απόφασης, η οποία και εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ότι οι αιτητές έχουν προς όφελος τους απόφαση για ποσό £6.680 που περιλαμβάνει πέραν της αμοιβής του χρεώστη που ήταν £3.680, ποσό για ισχυριζόμενες ζημιές παρόλο που οι αιτητές ουδεμία ζημία υπέστησαν εφόσον μέχρι τις 23.2.2007 δεν προέβησαν σε καμία επιδιόρθωση και ο χρεώστης θα εγείρει ανταπαίτηση για το ποσό των £6.680 και για αποζημιώσεις για πλάνη και απάτη. Ότι είναι ορθό και δίκαιο να ανασταλεί ή να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση επειδή εκκρεμεί η προαναφερθείσα έφεση και οι αιτητές παρά την ένδειξη καλής θέλησης του χρεώστη για συμβιβασμό ή εξεύρεση λύσης αποφεύγουν. Ότι ο ενόρκως δηλών εκ μέρους των αιτητών δεν νομιμοποιείται να προβεί στην ένορκη του δήλωση, η οποία έγινε στις 16.4.2008 ενώ η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 18.4.2008 και ότι η αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει επειδή καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και είναι παράτυπη επειδή δεν αναφέρει διεύθυνση επίδοσης στη Λευκωσία. Τους λόγους ένστασης ο χρεώστης επαναλαμβάνει στην ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 21.5.2008 που συνοδεύει την ένσταση, επισυνάπτοντας ως Τεκμήρια 1-4 επιστολές του δικηγόρου του προς τον δικηγόρο των αιτητών που αφορούν προσπάθειες συμβιβασμού της υπόθεσης. Η εισήγηση του συνηγόρου του χρεώστη είναι ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για επιτυχία της αίτησης καθότι δεν αποδείχθηκε το οφειλόμενο χρέος του καθ΄ ου η αίτηση λόγω μη απόδειξης της ιδιότητας του ΜΑ2, συνεπεία της ουσιώδους αντίφασης που παρατηρείται μεταξύ της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και της προφορικής του μαρτυρίας και δεδομένου ότι το αντίγραφο του πληρεξουσίου εγγράφου που κατατέθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία παρά την ένσταση που προβλήθηκε, ουδέν αποδεικνύει. Πέραν του ότι η υπό κρίση αίτηση είναι εκπρόθεσμη και δεν δικογραφείται η έναρξη της προθεσμίας των τριών μηνών, το Δικαστήριο, έχοντας εξουσία, μπορεί να αναστείλει ή να απορρίψει την αίτηση λόγω της εκκρεμοδικίας της έφεσης εναντίον της απορριπτικής απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην αίτηση για παραμερισμό της επίδικης απόφασης, σύμφωνα με τη νομοθεσία και τη νομολογία επί του θέματος. Αναφορικά με τη νομική πτυχή στο άρθρο 6

(2)του Νόμου προνοείται ότι κατά την ακρόαση αίτησης προς έκδοση διατάγματος παραλαβής, το Δικαστήριο θα απαιτεί απόδειξη του χρέους που οφείλεται προς τον αιτούντα πιστωτή, της επίδοσης της αίτησης και της πράξης πτώχευσης. Στο άρθρο 3
(1)(ζ) του Νόμου προνοείται ότι ο οφειλέτης διαπράττει πράξη πτώχευσης αν δεν συμμορφωθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση σε ειδοποίηση πτώχευσης. Συγκεκριμένα ο οφειλέτης θα πρέπει εντός 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης είτε να συμμορφωθεί με ό,τι απαιτείται από αυτή, είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό που εξ αποφάσεως απαιτείται εναντίον του και δεν ήταν δυνατόν να την προβάλει στην αγωγή όπου εξασφαλίστηκε η εναντίον του απόφαση. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ένορκη δήλωση όπου να αναφέρει τυχόν ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση, όπως προαναφέρθηκε, αλλά όχι οποιοδήποτε άλλο θέμα πέραν αυτών (βλ. σχετικά Λάρκος ν. Κατσιαρή
(2000)1 ΑΑΔ 1694). Σύμφωνα με τον Κανονισμό 41 η εν λόγω ένορκη δήλωση ενεργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης και πρέπει να καταχωρείται εντός 3 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης στον οφειλέτη, σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(3), όταν η επίδοση γίνεται στην Κύπρο. Αν η αίτηση του οφειλέτη δεν μπορεί να ακουσθεί εντός της προθεσμίας των 7 ημερών, το Δικαστήριο παρατείνει τον χρόνο και δεν θεωρείται ότι διαπράττεται πράξη πτώχευσης μέχρις ότου δικαστεί και αποφασιστεί η αίτηση του οφειλέτη (Κανονισμός 41). Προκύπτει, κατά συνέπεια, ότι σε αντίθετη περίπτωση διαπράττεται πράξη πτώχευσης, παρά την καταχώρηση ένορκης δήλωσης. Στην υπό κρίση αίτηση και έχοντας κατά νου ότι δεν προσφέρθηκε προφορική μαρτυρία εκ μέρους του χρεώστη, κρίνεται αρχικά ότι η προσαχθείσα εκ μέρους των αιτητών μαρτυρία ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που εξετάζονται και απαιτούνται προς έκδοση του διατάγματος παραλαβής. Συγκεκριμένα η ύπαρξη της επίδικης απόφασης που δημιούργησε την οφειλή του χρεώστη στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με αρ. 3306/05 ημερομηνίας 16.1.2006 δεν αμφισβητήθηκε, ενώ η διαφορά που εντοπίζεται σε σχέση με την ιδιότητα του ΜΑ2 στην εταιρεία των αιτητών ουδόλως επηρεάζει την ύπαρξη της προαναφερθείσας οφειλής, εφόσον αυτός, ανεξάρτητα του αν είναι διευθυντής ή γραμματέας, είναι αξιωματούχος της και ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές να προβεί στην ένορκη του δήλωση και στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης (βλ. Σαββίδης ν. Χρηματοδοτήσεις «Πάνθηρας Λτδ» 2001 1(Β) ΑΑΔ 1411). Ο ενόρκως δηλών υιοθέτησε κατά την ακρόαση της αίτησης τα γεγονότα της ένορκης του δήλωσης και συνεπώς το ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έχει ημερομηνία 16.4.2008, προγενέστερη δηλαδή της καταχώρησης στις 18.4.2008 της υπό κρίση αίτησης, δεν επηρεάζει την κρίση του Δικαστηρίου για την απόδειξη της οφειλής του χρεώστη προς τους αιτητές. Επίσης, και η μη αναφορά στην αίτηση διεύθυνσης επίδοσης των αιτητών στη Λευκωσία, ως απαιτείται από τον Κανονισμό 46
(1)των Πτωχευτικών Κανονισμών, αποτελεί τυπικό ελάττωμα ή αντικανονικότητα που δεν μπορεί να οδηγήσει σε ακυρότητα της πτωχευτικής διαδικασίας εφόσον δεν φαίνεται ούτε και προβλήθηκε ότι προκλήθηκε συνεπεία της παράλειψης αυτής ουσιαστική αδικία, σύμφωνα με τα προνοούμενα στο άρθρο 102
(1)του Νόμου (βλ. Μεττής
(2003)1 (Γ) ΑΑΔ 1909 και Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1(Β) ΑΑΔ 788). Συνεπώς από το σύνολο της μαρτυρίας συνάγεται ότι έχει αποδειχθεί εκ μέρους των αιτητών το χρέος που οφείλεται σ' αυτούς από τον χρεώστη, που υπερβαίνει τις £500, λαμβανομένου υπόψη, ως είναι αναμφισβήτητο, ότι η προαναφερθείσα δικαστική απόφαση δεν αναστάληκε. Οι λοιποί ισχυρισμοί του χρεώστη ότι η δικαστική απόφαση που αποτελεί τη βάση της οφειλής εκδόθηκε ερήμην του υπό περιστάσεις παραπλάνησης και ότι θα εγείρει ανταπαίτηση για αποζημιώσεις για πλάνη και απάτη, δεν αναιρούν την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου δεδομένου ότι η εν λόγω δικαστική απόφαση είναι τελεσίδικη και η καταχώρηση έφεσης εναντίον της απορριπτικής του παραμερισμού της απόφασης δεν την έχει καταστήσει μη τελεσίδικη (βλ. σχετικά Αδάμου ν. Κυριακίδη
(2004)1 (Γ) ΑΑΔ 1919 και Οικονομίδης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1255). Έχει αποδειχθεί επίσης, ως είναι και παραδεκτό γεγονός, ότι η υπό κρίση αίτηση επιδόθηκε προσωπικά στον χρεώστη στις 8.5.
  1. Ως προς τη διάπραξη πράξης πτώχευσης εκ μέρους του χρεώστη, από τη μαρτυρία της ΜΑ1 και το φάκελο της ειδοποίησης πτώχευσης με αρ. 2/08, συνάγεται ότι μετά την προσωπική επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης στον χρεώστη στις 14.1.2008 και αφού καταχωρήθηκε στις 16.1.2008 ένορκη δήλωση επενεργούσα ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, εκδόθηκε δικαστική απόφαση στις 28.3.2008 με την οποία απορρίφθηκε η θέση του χρεώστη και αποφασίστηκε ότι ο χρόνος για την ολοκλήρωση της πράξης πτώχευσης συνέχισε να προσμετρά από τις 28.3.
  2. Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση έχοντας καταχωρηθεί στις 18.4.2008 θεωρείται εμπρόθεσμη, καταχωρηθείσα εντός τριών μηνών από την διάπραξη της πράξης πτώχευσης μετά τις 28.3.2008 και η αντίθετη εισήγηση του χρεώστη δεν μπορεί να ευσταθήσει. Εξετάζοντας τέλος την εισήγηση του συνηγόρου του χρεώστη ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να ανασταλεί ή απορριφθεί λόγω της καταχωρηθείσας έφεσης, όπως προαναφέρθηκε, πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι η καταχωρηθείσα έφεση δεν αφορά την ουσία της επίδικης δικαστικής απόφασης αλλά στρέφεται εναντίον της απορριπτικής, σε αίτηση παραμερισμού της, πρωτόδικης απόφασης. Συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στην παρούσα υπόθεση εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης ή του διατάγματος βάσει του οποίου εκδόθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης ώστε να εξεταστεί από το Δικαστήριο κατά πόσο είναι ορθό να ασκηθεί υπέρ του χρεώστη η εξουσία αναστολής ή απόρριψης της αίτησης πτώχευσης, σύμφωνα με τα προνοούμενα στο άρθρο 6
(4)του Νόμου. Ωστόσο ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι θα μπορούσε να εξεταστεί τέτοιο θέμα στην υπό κρίση αίτηση δυνάμει της γενικότερης εξουσίας του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 97 του Νόμου, κρίνεται ότι δεν θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του χρεώστη η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ο χρεώστης δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη των ισχυρισμών του και δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης της εν λόγω εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ του, λαμβανομένου υπόψη ότι οι θέσεις του για τις συνθήκες έκδοσης της δικαστικής απόφασης εναντίον του αμφισβητήθηκαν από τον ΜΑ2 κατά την ακρόαση της αίτησης. Περαιτέρω οι λόγοι που προβάλλονται και ειδικότερα η τυχόν καλή θέληση του χρεώστη για συμβιβασμό ή εξεύρεση λύσης στην υπόθεση δεν συνιστούν λόγους για αποδοχή της εισήγησης δεδομένου ότι η επίδικη απόφαση στην οποία βασίζεται η οφειλή του χρεώστη δεν αναστάληκε και παρέμεινε τελεσίδικη και εκτελεστή. Υπό τα δεδομένα της υπόθεσης και ιδιαίτερα λόγω του ότι η δικαστική απόφαση που αποτελεί την βάση της οφειλής εκδόθηκε ερήμην του χρεώστη παραμένουσα τελεσίδικη και εκτελεστή, δεν μπορεί να εξεταστεί κατά πόσο ασκήθηκε καλόπιστα έφεση που προφανώς δεν αφορά την ουσία της απόφασης, παράμετρος που εξετάζεται σύμφωνα με την ερμηνεία και τις αρχές που διέπουν την άσκηση της εν λόγω εξουσίας του Δικαστηρίου (βλ. σύγγραμμα Williams on Bankruptcy, 18th edition, σελ. 75-76). Κατ' επέκταση και η εισήγηση αυτή του χρεώστη δεν μπορεί να ευσταθήσει. Ενόψει των προαναφερθέντων, η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του χρεώστη- καθ΄ ου η αίτηση. Ο Επίσημος Παραλήπτης καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του και ο καθ΄ ου η αίτηση διατάσσεται να παρουσιαστεί στο γραφείο του Επίσημου Παραλήπτη στη Λευκωσία αμέσως μετά την επίδοση σε αυτόν του παρόντος διατάγματος. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.